-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

:

 Βιογραφικ

     Αρχαος λληνας επικς ποιητς, ο μεγαλτερος απ τους ποιητς λων των αινων, με τον οποο αρχζει η ντεχνη ελληνικ και ευρωπακ λογοτεχνα.
Οι πληροφορες που χουμε για τον μηρο εναι ελχιστες και αυτς ασαφες. Τον τπο γννησς του διεκδικον πολλς πλεις πως μας πληροφορον οι δο αυτο εξμετροι:

   "Επτ πλεις μρνανται σοφν δι ρζαν Ομρου,
    Κμη, Χος, Κολοφν, Σμρνη, Πλος, ργος, Αθνη
".

     Πιο πιθαν πατρδα του μως θεωρεται η Σμρνη, αιολικ αποικα, που αργτερα προστθηκε στην ιωνικ συμπολιτεα. Η ποψη αυτ ενισχεται απ' τι ο ποιητς γνριζε πολ καλ τη περιοχ της, πως αποδεικνουν οι παρομοισεις που δανεζεται απ την κλαγγ των κκνων και των χηνν του Καστρου ποταμο, απ την ορμ του Βορρ και του Ζφυρου που φυσον απ τη Θρκη, απ τον ταρο που θυσιζεται στο Πανινιο. Γνριζε ακμα καλ τις ακτς του Αδραμυτινο κλπου, το ρος δη, τη πεδιδα του Σκμανδρου κ.λ.π., τα οποα εδε ο ποιητς με τα μτια του και γνανε θατρα των αγνων των ηρων του.
    
γνωστο εναι το πτε ζησε ο μηρος. Ο διος αφνει να εννοηθε στα ποιματ του τι ζησε πολ αργτερα απ τα τρωικ. Γιατ συχν λει τι οι ρωες των τρωικν ταν κατ πολ αντεροι απ τους σγχρονος του στην ανδρεα και τη ρμη. Κατ τον Ηρδοτο, ζησε 400 χρνια νωρτερα απ' αυτν και, σμφωνα με τη μαρτυρα αυτ, πρπει να 'ζησε κατ τα μσα του 9ου αι. π.Χ. Τλος η παρδοση πως ο μηρος τανε τυφλς, σως πρπει ν' απορριφθε, γιατ εναι ασυμββαστη με τη λεπτ παρατρηση της φσης που υπρχει στο ργο του.
     Κατ μιαν λλη παρδοση, που την αναφρει ο Παυσανας, πθανε στη Κω απ τη θλψη του, λγω του τι δεν πτυχε να λσει να ανιγμα, που του βαλαν παιδρια του νησιο. Κατ την επικρατστερη μως εκδοχ πθανε στην ο των Κυκλδων το 724 π.Χ., σε ηλικα 76 ετν. Τα πη του μορφοποιθηκαν οριστικ κατ τον 6 π.Χ. αινα (εν ως ττε υπρχαν δεξι-αριστερ αρκετς παραλλαγς τους), διασθηκαν δε τσο σε μγα πλθος χειρογρφων, σο και σ' αρκετος παπρους. Η πρτη τυπογραφικ κδοση των Ομηρικν επν γινε το 1488 στη Φλωρεντα, απ τον Δημτριο Χαλκοκονδλη.



     Οι νετερες αρχαιολογικς ρευνες -και προ παντς οι περφημες ανασκαφς του Ερρκου Σλμαν στους χρους της αρχαας Τροας και των Μυκηνν- αποδεξανε περτρανα πως η υπθεση της "Ιλιδας" και της "Οδσσειας" χει σοβαρ πυρνα αλθειας, βασιζμενο σε πραγματικτητες κι χι μνο σε ονειροφαντασες και κατασκευς ποιητικ αδεα. Στον τφο του Ομρου χραξαν το εξς επγραμμα:

    Ενθδε την ιερν κεφαλν
    κατ γαα καλπτει ανδρν                
    ηρων κοσμτορα θεον
                 μηρον.


    
Ο μηρος γραψε: την "Ιλιδα" της οποας η υπθεση εκτυλσσεται σε 51 ημρες και 15.700 στχους. Θμα της εναι η 'μνις του Αχιλλως' εναντον του Αγαμμνονα κι οι συμφορς που επακολοθησαν. Κανονικ λοιπν πρεπε να ονομαστε "Αχιλληδα", επειδ μως παρεμβλλει σ' αυτ πολλ γεγοντα του πολμου που γνανε γρω απ το λιο (Τροα), γι' αυτ πρε το νομα. γραψε επσης την "Οδσσεια" που τα περιστατικ της διαρκον 41 ημρες κι αναπτσσονται σε 12.100 στχους. Θμα της εναι η επιστροφ του Οδυσσα απ τη Τροα στην Ιθκη. λλα ργα που του αποδδονται εναι: Ομηρικο "μνοι", "Μαργτης" Βατραχομυομαχα" κλπ.
     Χαρακτηριστικ της τχνης του μηρου εναι τι τα πη του χουν αρχ, μση και τλος κι τι με τα αλλεπλληλα επεισδια κρατ αδιπτωτο το ενδιαφρον του αναγνστη ως το τλος. Η διγησ του εναι ρεμη κι ευγενς. Απεικονζει και τις πιο οικτρς σκηνς, αλλ ο ρεαλισμς του ποτ δε γνεται χυδαος. Τα πρσωπα που παρουσιζει ενεργον με συνπεια προς το θος τους. Καννα πρσωπο δε μνει ανηθοποητο μες στο ργο του. Γλσσα που χρησιμοποιε εναι η ιωνικ διλεκτος, ανμεικτη με μερικος αιολικος τπους. πως η ζω των ηρων του εναι απλοκ κι ανεπιτδευτη, κατ τον διο τρπο και η γλσσα του ποιητ εναι απλ κι αφελς, με ιδιατερη προτμηση προς τη παρατακτικ σνδεση των προτσεων.
     Ο αφελς μως αυτς ποιητς χει τσο λεκτικ πλοτο στο ργο του, σο καννα λλο ποημα πεζ σγγραμμα. Κι αποδεικνεται βαθς γνστης της ανθρπινης ψυχς κι ασγκριτος παρατηρητς της φσης και του κσμου. Ο ομηρικς στχος εναι ο δακτυλικς εξμετρος, τον οποο ο ποιητς βρκε προετοιμασμνο απ τους παλιος αοιδος, αλλ τονε χρησιμοποησε με αναμφισβτητη δεξιοτεχνα και τον αξιοποησεν σο καννας λλος.



    
Ο θαυμασμς για τα πη του μηρου διατηρθηκε αμεωτος απ την αρχαιτητα μχρι τις ημρες μας, γι' αυτ και διδσκεται σ' λα τα σχολεα της Ευρπης, ως ο μεγαλτερος ποιητς και παιδαγωγς των αινων. Τα ομηρικ πη χουνε μεταφραστε σ' λες τις γλσσες του κσμου.

--------------------------------------------------------------------

                                 ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ

        Αποσπσματα Υμνου Στον Βκχο

λλοι στο Δρκανον κι λλοι στην ανεμδαρτη Ικαρα
λνε, λλοι στη Νξο, ω θεο γνος ειραφιτη,
κι λλοι στον Αλφει τον βαθυστρβιλο
τι σε γννησε κυοφορντας σε η Σεμλη για τον Δα τον φιλοκραυνο,
κι λλοι στις Θβες λνε τι εσ γεννθηκες
ψευδμενοι, εν σνα ο πατρας των ανθρπων και των θεν σε γννησε
απ τη λευκοχρα ρα κρβοντας σε, απ' τους ανθρπους μακρι.
Υπρχει κποια Νση ρος ψηλ κατφυτο απ δσος
απ' τη Φοινκη μακρι, σχεδν στα ρεθρα της Αιγπτου
Κι αγλματα πολλ θα στσουνε γι' αυτν μες στους ναος.
Κι ταν στα τρα σε τεμχισε, στις τριετηρδες πντοτε
θα θυσιζουνε σε σνα οι νθρωποι εκατμβες τελεσφρες.
Επε και με τα μαρα του τα φρδια συγκατνευσε ο Κρονων,
και ττε βστρυχοι θεκο κυμτισαν απ' του νακτα
το αθνατο κεφλι, και τον μεγλον λυμπο τον τρνταξε.
τσι μιλντας πρσταξε ο συνετς ο Ζες
με το κεφλι του.
Ελησε μας ειραφιτη γυναικομαν, κι εμες οι αοιδο
με σε αρχινντας και τελεινοντας υμνομε, και δυνατν δεν εναι
εσνα λησμονντας ιερ ωδ να θυμηθομε.
τσι κι εσ λοιπν χαρε Δινυσε ειραφιτη
με τη μητρα σου Σεμλη που τη καλονε και Θυνη.

                      Στην Αφροδτη

Τη χρυσοστφανη σεβσμιαν μορφη Αφροδτη
θα υμνσω, αυτ που τα οχυρ κατχει λης της Κπρου
της θαλασσβρεχτης, που η νοτερ ορμ του Ζφυρου που φσαγε
στο κμα την επγαινε της πολυφλοσβου θλασσας
μσα σ’ ανλαφρον αφρ, αυτν που οι χρυσοστφανες οι ρες
την υποδχτηκαν περχαρα κι φθαρτα ενδματα της ‘βαλαν,
και πνω στο κεφλι της το αθνατο της θεσαν καλπλεχτο
ωραο στεφνι χρυσαφνιο και στους διτρητους λοβος
εντια απ το πολτιμο χρυσφι κι απ ορεχαλκο,
κι ολγυρα τον απαλ λαιμ και τ’ αργυρλευκ της στθη
με περιδραια ολχρυσα στολζανε οι ρες
μοια μ’ εκενα που φοροσαν οι διες ποτε πηγαναν
στων θεν το θελκτικ χορ και στου πατρα τους τ’ ανκτορο.
ταν λοιπν λον τον στολισμ της βλαν στο κορμ
την πγαν στους αθνατους κι εκενοι βλποντς τη την ασπζονταν,
με χειραψα τη δχτηκαν κι ευχταν ο καθνας τους
σζυγος να του γνει και στο σπτι να την πει,
γιατ θαυμζαν τη θωρι της ανθοστφανης Κυθρειας.
Χαρε ελικοβλφαρη γλυκλαλη δσε σε τοτον τον αγνα
να οδηγηθ στη νκη εγ κι ομρφην μου το σμα.
Κι εγ θε και μ’ λλο μου τραγοδι θα σε μνημονεσω.

                       Στην ρτεμη

Την ρτεμη την αδερφ του Εκτου μνησε Μοσα
την τοξτρια παρθνα, ομογλακτη του Απλλωνα,
αυτ που τ' λογα του βουρλοσκεπασμνου Μλητος ποτζει
και γργορα το ρμα τ’ ολχρυσο απ’ τη Σμρνη το πηγανει
στην αμπελφυτη την Κλρο, εκε που ο αργυρτοξος Απλλων
κθεται την τηλεστοχη τοξτρια περιμνοντας.
τσι κι εσ κι λες οι θες μαζ σου ας χαρεσαι με το σμα μου,
μως εγ εσνα πρτα κι απ σνα αρχζω να υμν,
κι αφο απ σνα αρχσω θα περσω σ’ λλον μνο.

                    Στην Αφροδτη

Τη Κυπρογεννημνη θα υμνσω τη Κυθρεια
που στους κοινος θνητος δνει μελνια δρα,
και το ερωτοπθητ της πρσωπο πντα χαμογελ
και λμψη ερωτικ το τριγυρζει.
Χαρε βασλισσα της ομορφοχτισμνης Σαλαμνος
και της θλασσας Κπρου, δος μου το περιπθητο σμα.
μως εγ και μ’ λλο μου τραγοδι θα σε μνημονεσω.

                       Στην Αθην

Την πολιοχο Αθην Παλλδα αρχζω να εξυμν
την τρομερ, που με τον ρη ργα πολεμικ σχεδιζει
και λεηλασες πλεων, πολμους κι αλαλγματα,
και προστατεει το στρατ κι ταν υποχωρε κι ταν ορμει.
Χαρε θε, δος μου καλοτυχα κι ευδαιμονα.

                            Στην ρα

Υμν την ρα τη χρυσθρονη που η Ρα τεκνοποησε,
με την υπροχη ψη την αθνατη βασλισσα
του Δα του βροντερο την αδερφ και σζυγο
την νδοξη, που οι μακριοι λοι στον ψηλ τον λυμπο
σεβμενοι τιμον, μοια με τον κεραυνοβλο Δα.

                            Στη Δμητρα

Αρχζω τη καλλκομη σεμν θε τη Δμητρα να υμν,
αυτ και την πανμορφ της κρη Περσεφνη.
Χαρε θε και σσε αυτ τη πλη και το σμα μου κατεθυνε.

                    Στη Μητρα Των Θεν

Εξμνησε μου την μητρα των θεν και των ανθρπων λων
ω Μοσα λυγερκορμη του Δα του μεγλου θυγατρα,
που των κροτλων και τυμπνων η ιαχ κι ο χος των αυλν
την τρπει, και το ορλιασμα των λκων και των αγριφθαλμων λεντων,
και τα ρη τα ηχερ και τα κατφυτα φαργγια.
τσι και συ να χαρεσαι κι λες μαζ οι θες με το σμα μου.

            Στον Ηρακλ Τον Λεοντκαρδο

Τον Ηρακλ τον γιο του Δα θα υμνσω, τον πιο ισχυρ
απ' τους θνητος στη Θβα την απλχωρη που γννησε
η Αλκμνη με τον μαυροσννεφο σαν σμιξε Κρονωνα,
αυτς που κποτε στην αχαν τη θλασσα και τη στερι
αφο περιπλανθηκε με προσταγ του βασιλι Ευρυσθα
ανδραγαθες πολλς κατρθωσε και υπφερε πολλ,
τρα μως πια σε καλ τπο του χιονοσκπαστου λυμπου
διαμνει απολαμβνοντας, και την καλλσφρη την βη χει
Χαρε του Δα γιε ω βασιλι και χριζε ευτυχα κι αρετ.

                           Στη Δμητρα

Τη Δμητρα τη σεβαστ καλλκομη θεν αρχζω να εξυμν,
αυτν και τη λυγεροπδαρη τη θυγατρα της που ο Αδωνες
την ρπαξε, και του την δωσε ο βαργδουπος παντπτης Ζευς,
ταν μακρι απ' την χρυσοδρπανη λαμπρκαρπη τη Δμητρα
παιζε με του Ωκεανο τις κρες τις ορθστηθες,
δρποντας ρδα, κρκους κι νθη κι μορφους μενεξδες
στον τρυφερ λειμνα, σπαθχορτα και υκινθο
και νρκισσο που ως δλωμα τον βλστησε για το κορτσι
το ροδαλμορφο η Γη με βοληση του Δα χρη του πολυδκτη,
θαυμσιο νθος που θαλλε και θμπωσε σους τβλεπαν
απ' τους αθνατους θεος κι απ' τους θνητος ανθρπους,
κι απ' τη ρζα του εκατ ξεφτρωσαν βλαστρια,
και σκρπαε οσμ γλυκτατη κι λος ψηλ ο διπλατος εγλασε ουρανς
και σμπασα η γη και το αλμυρ κμα της θλασσας.
Κι κθαμβη αυτ τα δυο της χρια τ’ πλωσε
το πγκαλο θυρμα να πισει, κι νοιξε η γη ττε η πλατδρομη
στο Νσιον ρμησε το πεδον ο πολυδγμων ρχοντας
ο νδοξος γις του Κρνου με τ’ αθνατα λογα.
Κι αφο την ρπαξε θελ της πνω σε ολχρυσο χημα
την πγαινε κλαμμνη, εκενη ττε κραγασε μρε δυνατ φων
καλντας τον πατρα της, τον ριστο και πατο του Κρνου γι.
Κανες απ’ τους αθνατους οτε κανες απ τους θνητος ανθρπους
δεν κουσε την φων, μτε οι καλλκαρπες ελις,
μνο του Πρση η θυγατρα που τρυφερ αισθανταν
η Εκτη η λαμπροκρδεμνη κουσε απ το ντρο,
μαζ κι ο ναξ λιος, ο λαμπρς γις του Υπερωνα,
την κρη που καλοσε τον πατρα της Κρονδη, εκενος μως
μακρι και χρια απ' τους θεος στον πολυσχναστο καθτανε να
δεχμενος απ’ τους θνητος ανθρπους πλοσια αφιερματα.
Κι αυτν ακοσια οδγαγε με προτροπ του Δα
ο πολυδγμων ρχων των νεκρν πατρδερφος της
ο νδοξος γις του Κρνου με τ’ αθνατα λογα.
σο λοιπν τη γη και τον ορμητικ ιχθυοτρφο πντο
και τις αχτδες του λιου, λπιζε ακμη τη μητρα της την νδοξη
να ιδε και των αθαντων θεν το γνος,
τσο μσα στη θλψη της τον νου της τον ξαπλνευε η ελπδα,
κορφς βουνν αντχησαν και τα βαθι του πντου
απ’ την αθνατη φων, και τη φων την κουσε η σεβαστ μητρα.
λγος πικρ κυρεψε την καρδι της, κι απ’ τα θεα μαλλι
ξεσκσε με τα χρια της το κρδεμνο,
και μαρο κλυμμα ρριξε στους μους,
κι ωσν γερκι ρμησε σε γη και θλασσα
γυρεοντας τη, μως κανες να της αποκαλψει την αλθεια
δεν θελε, οτε απ’ τους θεος οτε απ τους θνητος ανθρπους,
κι οτε απτους οιωνος λθε κανες αληθινς αγγελιοφρος.
στερα η σεβαστ Δη περιπλανιτανε στη γη εννα ημρες
στα χρια της κρατντας δδες αναμμνες,
οτε ποτ αμβροσα και οτε ποτ νκταρ ηδποτο
δεν γετηκε θλιμμνη, ουτ’ βαζε το σμα στα λουτρ.
Αλλ σαν φτασε την δκατην ημρα η φωτοφρα Ης,
η Εκτη την συνντησε κρατντας φως στα χρια,
κι γγελμα φρνοντς της μλησε και επε,
Σεβαστ Δμητρα λαμπρδωρη, συ η ωριμστρια των καρπν,
ποις απτους ουρανους θεος κι απτους θνητος ανθρπους
την Περσεφνη ρπαξε και ρισε την καρδι σου;
γιατ τη φων κουσα, μως δεν εδα με τα μτια μου
ποις τανε, σου λω με συντομα την πσα αλθεια.
τσι λοιπν επε η Εκτη, μως σ’ αυτν δεν αποκρθηκε
της καλλκομης Ρας η θυγατρα, αλλ γοργ μαζ της
τρεξε μες στα χρια της κρατντας δδες αναμμνες,
Και φτσανε στον λιο τον φρουρ θεν και ανθρπων,
μπροστ στους ππους στθηκαν και η πνσεπτη θε τον ρτησε,
λιε, σεβσου εμνα τη θε, αν κποτε εγ
με λγο μ’ ργο επρνα την καρδι και την ψυχ σου.
Την κρη αυτ τη γννησα γλυκ φυντνι με θωρι καμαρωτ
κουσα τον παντρημο αιθρα τη γοερ κραυγ της,
σαν να την εξανγκαζαν, αλλ’ μως με τα μτια μου δεν εδα.
μως εσ τον πντο, κι λη τη στερι και τον αιθρα
απ ψηλ με τις αχτδες που εποπτεεις,
πες μου στ’ αλθεια αν χεις δει κπου το προσφιλς μου τκνο
που κποιος μακρι μου αθλητα της ρπαξε και πει
κποιος απ’ τους θεος απ’ τους θνητος ανθρπους.
τσι, επε, και σ αυτν ο γις του Υπερωνος αποκρθη,
Της καλλκομης Ρας θυγατρα ω Δμητρα νασσα
Θα μθεις, γιατ σβομαι πολ και συμπον
Την βαριολυπημνη εσ για το καλλσφυρο παιδ σου, λλος κανες
απ’ τους αθνατους δεν εναι ο ατιος πρεξ ο νεφεληγερτης Ζευς,
που την παρδωσε στον αδερφ του δη θαλερ του ομκλινη
να του εναι, αυτς μες στ’ ομιχλδες σκτος
αφο την ρπαξε την πγαινε με τ’ λογα εν εκενη δυνατ ξεφνιζε.
Αλλ θε πψε τον μγα θρνο, οτε σου πρπει
Ανφελα τσι να εξοργζεσαι, μτε για σνα ανξιος
εναι ο γαμπρς μες στους αθνατους ο ρχων των νεκρν ο Αδωνες
ο αδερφς και ομσπορς σου, του λαχε η τιμ
πρτη φορ ταν γινε η μοιρασι στα τρα,
σε κενους που μαζ τους κατοικε του λαχε ναναι ο ρχοντας τους.
Σαν μλησε τσι τ’ λογα του κλεσε κι αυτ στην πρoσταγ του
γοργσυραν πλατφτερα το ευκνητο ρμα ως ρνεα,
ττε δειντερο και πιο γριο λγος στην καρδι της φλιασε.
πειτα χολωμνη με το μαυρονφελο του Κρνου τκνο
αφνοντας τη σναξη των θεν και τον πανψηλο λυμπο
στις πλεις και στους εφορους αγρος φτασε των ανθρπων
παρνοντας για πολ καιρ αλλιτικη ψη, απ’ τους νδρες
κι απ’ τις βαθζωστες γυνακες που την κοταζαν κανες τους δεν τη γνρισε
μχρι στο ανκτορο να φτσει του ανδρεου Κελεο
που ττε της ευδους Ελευσνας ταν ο ρχοντας.
Και με θλιμμνη την ψυχ της κθισε στο δρμο
κοντ στο φραρ το Παρθνιον, που οι πολτες παιρναν νερ
στη σκι, που εχε φυτρσει επνωθε θμνος ελις,
ολιδια με πολχρονη γρι, που πια απ τοκετ
κι απ της φιλοστφανης της Αφροδτης δρα χει αποκλεισθ,
παρμοιες εναι και οι τροφο για τα παιδι των δκαιων βασιλιδων
και οι οικονμες στα πολβουα τ’ ανκτορα.
Ττε την εδανε του Ελευσινου Κελεο οι θυγατρες
καθς ερχνταν για να φρουνε το ευντλητο νερ
με χλκινες υδρες στα πατρικ τους δματα,
και οι τσσερις ωσν θες στης νιτης τους το νθος,
η Καλλιδκη, η Κλεισιδκη κι η Δημ η ελκυστικ
και η Καλλιθη, η πιο μεγλη απ’ λες που ταν,
μα δεν την γνρισαν, δσκολο στους θνητος να δονε τους θεος.
Κι αφο πλησασαν της επαν λγια φτερωτ,
ποι κι απ που εσαι γρι, συ απ’ τους μακρζωους ανθρπους;
Γιατ μακρι απ’ την πλη μεινες και οτε τις κατοικες
πλησιζεις; σε μγαρα σκιερ εκε γυνακες βρσκονται
της διας ηλικας με σε κι ακμα νετερες σου,
που θα σου δεξουν την αγπη τους με λγια σο και μ’ ργα.
τσι επανε, και η πνσεπτη θε μ’ αυτ τα λγια απντησε,
παιδι μου, ποιες κι αν εστε σεις απ τις τρυφερλιγνες γυνακες
χαρετε, εγ θα σας τ’ αφηγηθ, καθλου δεν εν’ πρεπο
απντηση να δσω αληθιν σε σας που με ρωττε.
Δως εναι τ’ νομ μου, η σεβαστ μου τδωσε μητρα,
μλις τρα, περνντας την πλατι θλασσα απ την Κρτη
λθα, χωρς να θλω, γιατ με βα κι εξαναγκασμ
μ’ ρπαξαν νδρες πειρατς. Κι πειτα αυτο
στο Θορικ με γοργ πλοο προσραξαν, που γυνακες της στερις
λες μαζ ανεβκανε και ττε εκενοι
δεπνο ετοιμσανε κοντ στου πλοου τα παλαμρια,
μως εγ δεν εχα καμι ρεξη για γλυκ δεπνο,
και κρυφ ορμντας μσα απ τη σκοτεινμαυρη στερι
ξφυγα απ’ τους θρασες αυθντες, γιατ θλαν
αφο με δσουν, χι ββαια χωρς λτρα, να κερδσουν.
τσι φτασα εδ περιπλανμενη, δχως να ξρω
ποις εναι αυτς ο τπος και ποιο τον κατοικον.
Αλλ σε σας, λοι που τα Ολμπια εκενα δματα κατχουν,
νμιμους νδρες εθε να σας δσουνε και τκνα να γεννσετε
πως τα θλουν οι γονες, εμνα πλι κρες λυπηθετε με
να φτσω ευπρσδεκτη, ω παιδι μου, σε μια κατοικα
ανδρς και γυναικς, για να εργασθ σ’ αυτος
πρθυμη να προσφρω ργα υπερλικης γυνακας,
και νεογννητο παιδ κρατντας το στην αγκαλι
καλ θ’ ανθρεφα και δματα θα επιτηροσα
και θα 'στρωνα στο βθος των καλχτιστων θαλμων το κρεβτι
του νοικοκρη, και θα εππτευα τις γυναικεες δουλεις.
τσι επεν η θε, κι ευθς της αποκρθηκε το ανπαντρο κορτσι
η Καλλιδκη, η πιο μορφη απ’ τις θυγατρες του Κελεο,
Κυρολα, ο,τι οι θεο μας δνουνε και λυπημνοι ακμα
οι νθρωποι εμες τα υπομνουμε, γιατ εναι παντοδναμοι.
Αυτ ξεκθαρα θα πω σε σνα, και θα ονοματσω
τους νδρες που πολ τιμονται εδ
και του λαο εναι προχοντες, και τα οχυρ της πλης
χουν σωθε με τις βουλς και με τις δκαιες κρσεις τους.
Τ' νομα του Τριπτλεμου του συνετο και του Δικλου
και του Πολξεινου και του αξιπαινου Ευμλπου
και του Δολχου και του θαρραλου πατρα μας
λων αυτν οι σζυγοι φροντζουνε τα σπτια,
οτε καννας απαυτος που θα σε πρωτοδε
θα σε περιφρονσει κι απ’ το σπτι θα σε διξει,
αλλ θα σε καλοδεχτον, γιατ εσαι μοια με θε.
Αν μως θες, περμενε να πμε στου πατρα
τ’ ανκτορα και στη βαθζωνη μητρα μας Μετνειρα
λεπτομερς τα πντα να της πομε, κι αν τοτη σε καλσει
νρθεις στο σπτι το δικ μας, σε λλων μην ψξεις σπτια.
Μες στο καλχτιστο τ’ ανκτορο ακριβς γις
στερνπαιδο ανατρφεται, πολ ακριβ κι αγαπημνο.
Αν ββαια το ανθρεψες εσ και στην ακμ της βης φτανε
ποια κι αν σ’ βλεπεν απ τις τρυφερς γυνακες, εκολα
θα ζλευε, τση αμοιβ θα σου δινταν.
τσι επανε, κι αυτ με το κεφλι συγκατνευσε και κενες τα στιλπν
γεμζοντας νερ αγγεα τα σκωναν καμαρωτς.
Γργορα φτσαν στου πατρα τους τ’ ανκτορο κι αμσως στη μητρα
Επαν ,τι εδαν κι κουσαν. Εκενη ττε στη στιγμ
τις προτρεψε να την καλσουν με απεριριστο μισθ.
Κι αυτς, πως λαφνες δαμλες σε αρος εποχ
πηδνε στο λιβδι αφο κορσαν την καρδι τους με τροφ,
ανασηκνοντας των θελκτικν εσθτων τις πτυχς
τρξαν στον αμαξδρομο εν γρω στους μους
κυμτιζαν, μοια κροκχρωο νθος, τα μαλλι τους.
Και τη θε την νδοξη συνντησαν στο δρμο εκε ακριβς
που την αφσαν, κι πειτα στ’ ανκτορα τα πατρικ
πορετηκαν, κι εκενη πσωθε με λυπημνη την ψυχ της
περπταε σκεπασμνη απτην κορφ ως τα νχια, και κατμαυρο
ππλο γρω απ’ τα πδια της θες τα λυγερ κυμτιζε.
Κι ευθς φτσαν στ’ ανκτορα του θεκο Κελεο,
περσανε στην αθουσα, που η σεπτ μητρα τους
κοντ στο στλο κθονταν της καλοκαμωμνης στγης
χοντας στην αγκλη της το νο βλαστρι, το παιδ της, ττε αυτς
σιμ της τρξαν, κι η θε πτησε στο κατφλι, και στη σκεπ
φτανε το κεφλι της και φως θεκ πλημμρισε τη θρα.
Ντροπ σβας και δος πελιδν κυρεψε τη μητρα,
δφρο της πρσφερε και την προτρπει να καθσει.
μως η ωριμστρια των καρπν η Δμητρα η λαμπρδωρη
δεν θελε στο στιλπν δφρο να καθσει,
αλλ’ μενε φωνη ρχνοντας χαμηλ τα ωραα της μτια,
ως του η μπιστη Ιμβη της προσφερε
στρεο σκαμν και πνω του στρωσε αργυρστιλπνη προβι.
Εκε σαν κθησε κρτησε μπρος της με τα χρια την καλπτρα,
για πολλν ρα αμλητη και λυπημνη κθονταν στο δφρο,
οτε καλοχαιρτησε κανναν καν με λγο κποια κνηση,
μα αγλαστη ολονστικη απ τροφ κι απ νερ
καθταν λεινοντας απ' τον καημ της θυγατρας της βαθζωνης,
μχρι που με τ’ αστεα της η μπιστη Ιμβη
και τα πολλ της σκμματα κατφερε την πναγνη κυρ
σε γλια να ξεσπσει και ν' αποκτσει ευχριστη διθεση,
αλλ κι αργτερα πλι με ττοια την ευχαριστοσε.
Ττε η Μετνειρα της δνει κπελλο, γλυκ κρασ
γεμζοντς το, μως αυτ τ' αρνθηκε, γιατ της επε θεμιτ δεν εναι
να πνει κκκινο κρασ, και ζτησε κριθλευρο και δωρ
αφο αναμεξουν με καλοτριμμνο δυσμο να της δσουνε να πιε.
Κι εκενη ταν ετομασε τον κυκενα, στη θε τον πρσφερε ως επρσταξε,
κι αφο κατ τα θσμια τον δχτηκε η πολυσβαστη Δη
ττε μ’ αυτος τους λγους ρχισε η καλλζωστη Μετνειρα,
Χαρε γυνακα, εσ που ελπζω νασαι απ καλος γονιος
κι χι κακος, γιατ στα μτια σου διακρνεται η σεμντητα
και η χρη, πως στων δκαιων βασιλιδων.
Αλλ' οι θεο ,τι δνουνε και λυπημνοι εμες ακμα
οι νθρωποι τα υπομνουμε, γιατ ζυγς σκλαβις μας σφγγει τον αυχνα.
Τρα που φτασες εδ, θα ανατεθον σ’ εσ, σα σε μνα ανκουν.
Ανθρεψ μου τοτο το παιδ, το στερνοπαδι και το ανλπιστο
που μοδωσαν οι αθνατοι και εναι χιλικριβο για μνα.
Αν το μεγλωνες εσ και στην ακμ της βης φτανε
ποια κι αν σ' βλεπε απ τις τρυφερς γυνακες εκολα
θα ζλευε, τση αμοιβ θα σου δινταν.
Ττε σ' αυτ πλι αποκρθηκεν η Δμητρα η ευστφανη,
και συ κυρ ναχεις χαρ μεγλη κι οι θεο ας σου δνουν αγαθ.
Πρθυμα το παιδ σου θ' αναλβω, ως με προτρπεις,
θα το αναθρψω ελπζω δχως τις πονηρες τροφο
κι οτε μαγγνιες και βοτνια θα το βλψουν,
γιατ γνωρζω αντδοτο πιο δραστικ για το κακ,
γνωρζω την κατλληλη προφλαξη απ γητει ολθρια.
τσι αφο μλησε, στο ευωδιαστ της στθος το παιδ
κρτησε με τα αθνατ της χρια, και η ψυχ χρηκε της μητρας.
τσι του γενναιφρονα Κελεο τον λαμπρ γιο
τον Δημοφντα, που η καλλζωστη Μετνειρα τον γννησε,
εκενη τον ανθρεψε στ' ανκτορα, κι αυτς μεγλωνε μοιος με θε.
δεν τρωγε τροφ, οτε μητρας γλα θλαζε
η Δμητρα τον χριε μ’ αμβροσα σαν ναχε γεννηθ απ θε
γλυκ φυσντας τον καθς τον κρταγε στην αγκαλι,
τις νχτες μως σαν δαυλ τον κρυβε μες στη φωτι
κρυφ απ τους γονιος του, σαν γι’ αυτος μεγλο θαμα
το πσο αναπτυσστανε κι μοιαζε τλεια στους θεος.
Και θα τον καμνε κι αγραστο κι αθνατο
αν η καλλζωστη Μετνειρα στην αφροσνη της
τη νχτα απ' τον ευδη θλαμ της καιροφυλακτντας
δεν ταβλεπε, σκουξε κι πληξε ττε τους μηρος
φοβομενη για το παιδ τυφλθη απ σφοδρ θυμ.
Κι στερα ολοφυρμνη λγια φτερωτ ξεστμισε,
τκνο μου Δημοφν εσνα η ξνη αυτ μες σε τραν φωτι σε κρβει,
κι εμνα μες σε γο με ρχνει και σ' ολθριες λπες.
τσι επε κλαγοντας, και η πνσεπτη θε την κουσε.
Ττε μ’ αυτν η καλλιστφανη Δμητρα χολωμνη
το ανλπιστο, που γννησε στ' ανκτορα παιδ της,
με χρια αθνατα το απθεσε στο δπεδο
τραβντας το απ’ τη φωτι σφοδρ οργισμνη,
και επε συγχρνως στην καλλζωστη Μετνειρα,
νθρωποι ανητοι και φρονες, οτε του επερχμενου καλο
οτε και του κακο την μορα εστε ικανο να προνοσετε,
γι' αυτ και συ πολ ζημιθηκες απ την αφροσνη σου.
Και μρτυς μου ο ρκος των θεν στ' αμελικτο δωρ της Στυγς
θκανα αθνατο κι αγραστο για πντα
το προσφιλς παιδ σου κι φθαρτη θα τοδινα τιμ,
τρα δεν θα αποφγει συμφορς και θνατο.
Αλλ' μως φθαρτη τιμ του θαναι πντα, που στα γνατα
κθησε τα δικ μου κι εκοιμθη στην αγκλη μου.
Στην εποχ του εν θρχονται και θα φεγουνε τα χρνια
των Ελευσινων τα παιδι φοβερς μχες και πολμους
θα ξεσηκνουν μεταξ τους πντοτε.
Η πολυτμητη εμαι η Δμητρα, η πιο μεγλη
σε αθνατους και σε θνητος ωφλεια κι ευχαρστηση,
Εμπρς λοιπν να μεγλο και βωμ κτω απ’ αυτν
για μνα ας χτσει ο λας κτω απ’ την πλη και το απτομα το τεχος
απνω απ’ την Καλλχορη πηγ στο λφο που δεσπζει,
και ττε η δια εγ τελετουργες θα υποδειθ στε πειτα
εσες με αγντητα θυσιζοντας θα εξευμενσετε το νου μου.
τσι αφο μλησε η θε το ανστημα και τη μορφ της λλαξε
τα γηρατει αποδιχνοντας, κι ολγυρ της ομορφι κυμτιζε,
θεσπσια οσμ απ' τα ππλα της τα ευωδιαστ
σκορπζονταν, και της θες το αθνατο κορμ ως πρα
εφεγγοβλαε και σκεπζανε τους μους τα ξανθ μαλλι,
και λμψη σαν απ αστραπ γμισε το καλοχτισμνο δμα.
Βγκε απ' τα ανκτορα και ττε της Μετνειρας μεμις τα γνατα
Λυθκανε, κι ρα πολλ παρμεινε λαλη, και το παιδ οτε καν
Σκφτηκε το χιλικριβο να το σηκσει απ το δπεδο.
Ττε οι αδερφς του τη σπαραχτικ φων του κουσαν
και πδηξαν απ' τις καλοστρωμνες κλνες, πειτα η μι
παρνοντας το παιδ στα χρια τκρυψε στον κρφο της,
η λλη ναψε φωτι κι η Τρτη σπευσε με πδια ελαφροπτητα
να βγλει τη μητρα απ' τον ευδη θλαμο.
Κι αφο μαζετηκαν τριγρω απ’ το παιδ που σπαρταροσε, τλουζαν
γεμτες τρυφερτητα, μα του παιδιο η ψυχ δεν ηρεμοσε
γιατ το βσταγαν αδξιες τροφο και παραμνες.
Κι αυτς λη τη νχτα εξευμενζανε την νδοξη θε
τρμοντας απ φβο, κι ταν φνηκε η αυγ
επαν στον κρατε Κελε την λη αλθεια,
για σα παργγειλεν η Δμητρα η καλλιστφανη θε.
Κι εκενος σε συνθροιση αφο κλεσε λο τον γρω λα
πρσταξε πλοσιο να για την ωραιμαλλη τη Δμητρα
να χτσουν, και βωμ πνω στο λφο που δεσπζει.
Κι λοι τους πεσθηκαν ευθς και υπκουσαν στα λγια του,
κι καναν ,τι πρσταξε, κι ο νας υψνονταν με τη θεκ βουλ.
Μλις αυτο τελεισανε κι απδιωξαν τον κματο
Καθνας κναε για το σπτι του, μα η ξανθομλλα Δμητρα
μεινε καθισμνη εκε απ’ λους τους αθνατους μακρι
να λεινει απ’ τον καημ της θυγατρας της βαθζωστης.
Ττε γονη και ολθρια χρονι στην πολυθρφτρα γη
για τους ανθρπους καμε, κι οτε το δαφος
φτρωνε σπρο, γιατ η Δμητρα η ευστφανη τον κρυβε.
Πολλ καμπλα αλτρια μταια τα βδια τρβαγαν στη γη,
πολ λευκ κριθρι πεσε χρηστο στο χμα.
Και θα εξαφνιζε ασφαλς το γνος λο των φθαρτν ανθρπων
με φοβερ λιμ, και το λαμπρ προνμιο δρων και θυσιν
θα το στεροσεν απ’ αυτος που κατοικον τα Ολμπια ανκτορα,
εν ο Ζευς δεν το εννοοσε και δεν το συλλογιταν.
Και πρτα τη χρυσφτερη την ριδα πρσταξε να φωνξει
την ωραιομλλα Δμητρα με τη θωρι την πολυπθητη.
τσι επε, ττε αυτ στον μαυρονφελο του Κρνου γιο τον Δα
πειθρχησε και με τα πδια της γοργ το διστημα διτρεξε.
Κι λθε στην πλη της ευωδος Ελευσνας,
και βρκε τη μαυρπεπλη Δμητρα στο να,
και προσφωνντας τη της επε λγια φτερωτ
Δμητρα σε καλε ο πατρας Ζευς τ' φθαρτα που γνωρζει
να ρθεις κοντ στο γνος των αθαντων θεν.
λα, μη κι ανεκτλεστη απομενει η προσταγ που μου δωσεν ο Ζευς.
τσι ικετεοντας εμλησε, μα εκενης δεν της λγισε η καρδι.
πειτα τους ευδαμονες θεος τους πντοτε παρντες ο πατρας
λους τους στειλε, κι αυτο νας-νας που πγαιναν
την προσκαλοσαν και της πρσφεραν πλοσια δρα,
κι σες τιμς αν θα θελε θα χε μες στους αθαντους,
αλλ κανες να της γυρσει το μυαλ δεν μπραγε κι οτε τη γνμη
γιατ ταν χολωμνη και με πεσμα αρνιταν τις προτσεις,
και επε πως πια στον εοσμο λυμπο ποτ της
δεν θα ανβει, κι οτε ποτ καρπ θα δσει η γης,
προτο αντικρσει την ωραιφθαλμ της κρη.
μως αυτ σαν κουσε ο βροντερς ο παντεππτης Ζευς
στο ρεβος τον χρυσραβδο Αργειφντην πεμπε,
να ξεπλανψει με γλυκ λγια τον δη
και την αγν την Περσεφνη απ' το κατμαυρο σκοτδι
στο φως να ξαναφρει στους θεος κοντ, για να ‘παυε η μητρα,
ταν την βλεπε με τα δια της τα μτια, την οργ.
Κι ο Ερμς πειθρχησε κι ευθς στης γης τα τρσβαθα
βιαστικ κατβηκε αφνοντας την κατοικα του Ολμπου.
Ττε συνντησε τον ρχοντα μσα στ’ ανκτορ του
στην κλνη του να κθεται κοντ στην ντροπαλ του σζυγο
που δυσαρεστημνη ταν πολ απ’ τον καημ για την μητρα της,
εκενη μως μακρι για των μακριων θεν τις πρξεις μηχανεονταν κακ.
Κι αφο κοντοπλησασε ο κρατερς Αργεφντης επε,
ω δη μαυρομλλη στους νεκρος εσ που βασιλεεις,
ο πατρ Ζευς επρσταξε απ' το ρεβος
τη λαμπρ Περσεφνη ν' ανεβσεις στους αθνατους,
για να ‘παυε η μητρα σαν την βλεπε με τα δια της τα μτια
τον φοβερ θυμ και την οργ για τους αθνατους, γιατ μγα κακ
σχεδιζει ν’ αφανσει την αδναμη φυλ των χοκν ανθρπων
κρβοντας μες στη γη το σπρο κι αφαιρντας τσι τις τιμς
για τους αθαντους. χει γρια οργ, οτε με τους θεος
αναμειγνεται, αλλ μακρι στο βθος του εοσμου ναο
κθεται την πετρδη πλη εξουσιζοντας της Ελευσνας.
τσι επε, κι ο ρχοντας των υπογινων Αιδωνες μειδασε
σαλεοντας τα φρδια, και στου Δα την εντολ πειθρχησε.
Κι αμσως πρτρεψε τη γνωστικ την Περσεφνη,
πγαινε Περσεφνη στην μαυρπεπλη μητρα σου
χοντας μες στα στθια σου πια οργ και διθεση
κι οτε περσσια να σαι δσθυμη περισστερο απ’ τους λλους.
Εγ μες στους αθαντους δεν θα σου εμαι σζυγος ανξιος,
αδερφς γνσιος του πατρς σου Δα, εδ σαν μνεις
στα πντα σε σα ζονε και κινονται θα δεσπζεις,
και τιμς θα χεις μγιστες μες στους αθνατους,
για πντα απ’ σους σ’ αδικσανε θα τιμωρονται εκενοι
που δεν θα εξευμενσουν την οργ σου με θυσες
τελντας τες με αγντητα και δρα πρποντα προσφροντας.
Αυτ επε, ττε η Περσεφνη η συνετ αναγλιασε
κι ορμητικ πδηξε απ χαρ, μως αυτς
της δωκε κρυφ να φει γλυκ σπυρ ροδιο
τραβντας τη παρμερα, για να μη μενει αυτ για πντα
κοντ στη σεβαστ Δμητρα τη μαυρπεπλη.
Κι ζευξε ττε μπρος στο ολχρυσο ρμα
τ’ αθνατα λογα ο ρχων των νεκρν ο Αιδωνες.
Και στο ρμα ανβηκαν εκενη και δπλα ο κρατερς Αργεφντης
παρνοντας το μαστγιο και τα ηνα στα χρια του
ρμησε μες απ τα ανκτορα, και τ' λογα με προθυμα πετξαν.
Και δινυσαν γοργ τους μακριος δρμους, κι οτε η θλασσα
και το νερ των ποταμν, οτε τα χλοερ φαργγια
οτε οι βουνοκορφς ανκοψαν των αθαντων ππων την ορμ,
αλλ’ απ πνω τους πετντας σχζαν τον πυκν αγρα.
Κι ο Ερμς στθηκε εκε που η Δμητρα η ευστφανη περμενε
μπροστ στον εοσμο να, και κενη βλποντας τους
ρμησε σα μαινδα απ' το βουν μες σε βαθσκιο δσος.
Και η Περσεφνη απ' τ' λλο μρος, ταν εδε
τα μορφα μτια της μητρας της, λογα και ρμα παρατντας
τρεξε, και στο λαιμ της πεσε αγκαλιζοντας την,
κι εκενη εν στα χρια ακμα κρταγε το προσφιλς παιδ της
αιφνδια ο νους της καταπαοντας ξαφνικ ρτησε,
Τκνο μου μη και γετηκες σο εκε κτω σουν
κποια τροφ; Μλα, μη μου το κρβεις, για να ξρουμε κι οι δυο,
γιατ αν δεν γετηκες κι ανβηκες απ τον μισητ δη
κοντ μου και στον μαυρονφελο πατρα τον Κρονωνα
θα μενεις τιμημνη μσα σ’ λους τους αθαντους.
Αλλις, ξαναγυρζοντας στα τρσβαθα της γης
θα κατοικες εκε τη μια εποχ απ τις τρεις του χρνου,
εν τις λλες δυο κοντ μου και στους λλους αθαντους.
Κι ποτε η γης απ’ νθη ευωδιαστ ανοιξιτικα
κθε λογς θ’ ανθοβολει, ττε απ’ το ολμαυρο σκοτδι
πλι για τους θεος και τους ανθρπους θ’ ανεβανεις μγα θαμα.
Και με τι δλο σ’ εξαπτησε ο κρατερς ο Πολυδγμων;
και σ’ αυτν πλι απντησε η Πεσεφνη η πγκαλη,
λοιπν μητρα θα σου πω την λη αλθεια,
ταν σ’ εμνα ρθε ο Ερμς ταχς σωτριος αγγελιοφρος
απ’ τον πατρα μου Κρονδη και τους λοιπος επουρνιους
να με τραβξει απ’ το ρεβος, και σαν με δεις με τα δια σου τα μτια
να πψεις το θυμ και την φριχτ σου οργ για τους αθνατους,
ττες εγ πδηξα απ χαρ, κι πειτα αυτς κρυφ
στο χρι μου βαλε σπυρ ροδιο, μελγευστη τροφ,
και μ’ εξανγκασε να το γευθ με βα κι θελ μου.
Το πως με του πατρα μου Κρονδη τη σοφ βουλλη αρπζοντς με
με τρβηξε και πγε μες στης γης τα τρσβαθα,
θα σου το αποκαλψω κι λα θα σου τα πω, αφο ρωτς.
Εμες λες μαζ μσα στο περιπθητο λιβδι
η Ηλκτρα, η Λευκππη και η Φαιν και η Ρδεια
η Ινθη, η Καλλιρη, η Ιχη και η Τχη
η Ινειρα, η Μελτη, η Χρυσης, η Ακστη
και η Μηλβασις, η δμητη και η ροδχροη Ωκυρη
η Πλουτ, η Στυξ και η Ροδπη, η θελκτικ η Καλυψ
η Ουρανα και η Γαλαξαρα η ευπρσδεκτη
και η Παλλς η εγερσιμχα και η τοξτρια ρτεμις
επαζαμε και με τα χρια δρπαμε νθη ποθητ
τρυφερ κρκο και μαζ σπαθχορτο και υκινθο
τριανταφυλλις μπουμποκια και λευκκρινα, θαμα να βλπεις,
και νρκισσο που βλστησεν μοιο με κρκο ο απραντος ο τπος.
Ευθς εγ απ χαρ τον δρεψα, και ττε η γης
κτω υποχρησε, κι ο κρατερς ο πολυδγμων ρχοντας πδηξε πνω
και πγε φροντς με κτω απ τη γη με ολχρυσο ρμα
χωρς καθλου να το θλω, και με φων αναβοσα δυνατ.
Αν κι αναστατωμνη, λα μου αυτ στα λω στ’ αλθεια.
Και ττε λη τη μρα δια διθεση χοντας κι οι δυο
η μια της λλης την ψυχ και την καρδι θερμαναν
εν σφιχταγκαλιζονταν κι αναπαυταν η ψυχ απ’ τα βσανα.
Και η μια στην λλη δνανε και δχονταν χαρς.
Ττε κοντ τους ρθε η λαμπροκρδεμνη Εκτη,
αυτ πολ αγπησε της αγνς Δμητρας την κρη,
τοτη η βασλισσα κτοτε γινε προσττρια και οπαδς της.
Ττε σ' αυτς αγγελιοφρον στειλε ο βροντδης παντεππτης Ζευς
τη Ρα την καλλκομη, για να οδηγσει τη μαυρπεπλη μητρα
στο γνος των θεν, και υποσχθηκε τιμς
να δσει, σες κι αν θα θελε μες στους αθνατους θεος,
και συγκατνευσε στη διρκεια του τους να ναι η κρη
κατ το τρτο μρος του κτω στ' ολμαυρο σκοτδι
και στ’ λλα δυο να ναι μαζ με τη μητρα και τους λλους αθαντους.
τσι επε, κι η θε στ’ αγγλματα του Δα δεν απεθησε.
Κι αμσως γοργοδρμησε απ’ τις κορφς του Ολμπου
και ρθε στο Ρριο, μαστ της γης ζωοδτη λλοτε,
αλλ μως τρα πια δεν εναι ζωογνο μα χερστοπος
στκεται δχως φλλα, κρυβε το κριθρι το λευκ
με της ομορφοστργαλης Δμητρας τη βουλ, αλλ' μως πειτα
μλλονταν να φουντσει ξαφνικ με στχυα ορθλιγνα
σο θα προχωροσε η νοιξη και στην πεδιδα οι εφοροι αγρο
θα γμιζαν με στχυα, που θα δνονταν με καλαμσχοινα.
Εδ πτησε πρτα απ’ τον απραντο αιθερα,
Αλληλοκοιταχτκανε με αγπη και αναγλλιασαν βαθι τους.
Και ττε αυτ της επε η Ρα η λαμπροκρδεμνη,
τκνο μου λα, σε καλε ο βροντδης παντεππτης Ζευς
να ρθεις στο γνος των αθνατων, και υποσχθηκε τιμς
να δσει, σες κι αν θα θελες μες στους αθνατους θεος.
Και συγκατνευσε στη διρκεια του τους να ναι η κρη σου
κατ το τρτο μρος του κτω στ’ ολμαυρο σκοτδι,
και στ’ λλα δυο μαζ σου και μαζ με τους αθνατους τους λλους.
τσι επε τι θα γνουν, και με την κεφαλ του συγκατνευσε.
Τκνο μου εμπρς, πειθρχησε, κι ας μη τσο πολ
εσαι οργισμνη αδικοπα με τον μελανοσννεφο Κρονωνα,
κι αξησε τον καρπ τον ζωοδτη στους ανθρπους γργορα.
τσι επε, και η ευστφανη Δμητρα δεν απεθησε
και γργορα ξανδωσε καρπ απ’ τα εφορα χωρφια.
Και ττε η απραντη λη η γης με φλλα και νθη
εγμισε, κι αυτ πηγανοντας στους δκαιους βασιλιδες
δειξε στον Τριπτλεμο και στον ιππα τον Διοκλ
και στον πανσχυρο Εμολπο και στον ηγτη του λαο Κελε,
τις ιεροπραξες, κι αποκλυψε σ’ λους αυτος
και στον Τριπτλεμο και στον Πολξενο καθς και στον Διοκλ
τα πνσεπτα ργια, που κανες δεν πρπει να ερευν κι οτε να παραβανει,
οτε να τα κοινολογε, γιατ το μγα σβας στους θεος δνει τη γλσσα.
Ευτυχς ποιος απ τους γινους ανθρπους τα χει δει,
ο αμητος μως στα ιερ και ο αμτοχος δεν χει μοια
μορα ακμα και νεκρς στο μουχλιασμνο σκτος.
Μλις αυτ συμβολεψε λα η πνσεπτη θε,
οι δυο τους κνησαν να παν’ στον λυμπο στων λλων θεν τη σναξη.
Κι εκε μνουν κοντ στον Δα τον φιλοκραυνο
σεβσμιες κι αξιτιμες, τρισλβιος απτους γινους ανθρπους
αυτς που εκενες αγαπον αληθιν,
ευθς ττε του στλνουνε στον οκο του τον Πλοτο,
που δνει στους θνητος ανθρπους περιουσα.
μως ελτε σεις που τον λα της αρωματισμνης Ελευσνας κυβερντε
και την περβρεχτη Προ και τον πετρδη Αντρνα,
σεβσμια λαμπρδωρη καρποφρα ω Δη βασλισσα
εσ και η πγκαλ σου κρη Περσεφνη
για χρη τοτης της ωδς ευνοκς χαρστε βον ευχριστον.
μως εγ και με λλο μου σμα θα σε μνημονεσω.

                                            

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers