-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

     Βιογραφικ      

     O Μιλτιδης Μαλακσης (του Αγαμμνονα και Ζως Κερασοβτη) ποιητς απ' τους σημαντικος του νεοελληνικο λυρισμο, γεννθηκε στο Μεσολγγι το 1869. Λτρευε με πθος τον ιερ αυτν τπο. Καταγταν απ οικογνεια αγωνιστν του '21, πλοσια κι νετη κι αυτ του 'χεν εξασφαλσει ζω αφιερωμνη στη τχνη κι απαλλαγμνη βιοποριστικν εγνοιν. Οι πργονο του (Μαλακσας τανε τ' νομ του, που το λλαξε ταν φτασε Αθνα) κατεβκαν απ' τη Πνδο, πολλ χρνια πριν απ' την Επανσταση. Ασχοληθκαν λοι με το ξεσηκωμ του θνους κι ο παππος Χαρλαμπος, υπρξεν νθρωπος του Αλξανδρου Μαυροκορδτου, που πστευε κι εκτιμοσε. τανε πολιτρχης και πυροβολητς στη διρκεια της πολιορκας του Μεσολογγου. Ο πατρας του τανε στρατιωτικς και μετ τον αγνα, αφοσιθηκε στη καλλιργεια των κτημτων του, στο Γαλατ Μεσολογγου.
    
ταν μοναχογις με 3 αδερφς -η μνα του απκτησε συνολικ 8 παιδι, ζσαν μως μνο τα 4. Εχαν τσι, αδυναμα στο αγρι και το παραχδευαν. Νωρς ρχισε να γρφει ποιματα, αλλ τανε καλς στο ευθυμογρφημα και στο ρομαντικ πεζοτργουδο. Σα μαθητς γυμνασου δεν τανε καλς, χασε και χρονις. Για να τελεισει τις γυμνασιακς σπουδς στλθηκε στην Αθνα το 1885, να πρει το απολυτριο και μπκε εσωτερικς στο ιδιωτικ λκειο Παπαγεωργου. Εκε μπκε σε φιλολογικος κκλους και συνεργστηκε με την εφημερδα Ακρπολις, που 'χεν ντονη φιλολογικ λη και τα περιοδικ: Δινυσος, Παναθναια και Περιοδικ Μας.
     Τελεινοντας τις εγκκλιες σπουδς το 1888, γρφτηκε στη Νομικὴ Σχολ, κατπιν πεσης της οικογνειας, που μως δε τελεωσε ποτ καθς ταν αφοσιωμνος στη ποηση. Στα φοιτητικ του χρνια μετχει σ' λες τις μπομικες νεανικς εκδηλσεις και τρλες, κανε κοσμικ ζω κι ταν μλος της Αθηνακς Λσχης. Το 1ο ποημα, διηγεται σε συνντευξη στην Ειρνη Αθηναα το 1930, το 'γραψε στα 14:

   "Επρασα μια μρα το ποτμι αυτ καβλλα, ανμεσα σε περτες που με βοηθοσαν. Το πανραμα του εξαγριωμνου ποταμο, που με τους αφρος του εσχημτιζε θεα λουλοδια μλησε τσον αποκαλυπτικ μσα μου, που ταν βρθηκα στερα σπτι μου, γραφα χωρς να ξρω κι εγ πς, να ελεγεο σε μια παιδσκη. Θυμμαι και μερικος στχους απ αυτ το ποημα, που ρχιζε τσι:

                                           Μ' αρσει ν' ανογω
                                           το γρμμα σου εκενο
                                           τα δκρυα να χνω
                                           σε κθε γραμμ
                                           κι εκε καρφωμνος
                                           με μτια σκυμμνα
                                           να βλπω εσνα
                                           ακμη θερμ.

   …γραψα και στην καθαρεουσα ποιματα. να ελεγεο που το απγγειλα μλιστα στο νεκρ του απγονου του μεγλου Καψλη. Ο Παλαμς, που αργτερα, πειρζοντς τον, του υπενθμισα τους στχους του στη καθαρεουσα, μου 'λεγε, ανταποδδοντς μου το περαγμα:
 -Πρσεχε, γιατ το ποημ σου στον Καψλη το χω εδ!"

     Το 1897 γνωρστηκε με τον ελληνογλλο ποιητ Ζαν Μορες (Ιωννη Παπαδιαμαντπουλο), που 'χεν ρθει ττε στην Αθνα να λβει μρος στις πολεμικς εκστρατεες. Συνδονται στεν και τον αναγνωρζει σα δσκαλο. Η γνωριμα αυτ στθηκε αποφασιστικ για τη ποησ του και τη μετπειτα πορεα του. Ο Μορες που συγκινθηκε απ' το ταλντο του νεαρο μετφρασε 2 ποιματ του και τα δημοσεψε στη Γαλλα. Αργτερα μελλε και να συγγενψει μαζ του, ταν το 1908 παντρετηκε τη 3η κρη του γνωστο μεσολογγτη πολιτικο, 4 φορς πρωθυπουργο, Επαμειννδα Δεληγιργη, 1η ξαδλφη του Μορες, την Ελζα.
     Απ' τη φιλα αυτ το 1909 εγκαθσταται με την οικογνει του στο Παρσι -που διετλεσε πρεδρος του εκε ελληνικο συλλγου κι αρχισυντκτης της εφημερδας του- και μπανει στα φιλολογικ σαλνια και τα καφενεα, που ανθον εκενη τη περοδο. Ταξδεψε ββαια στη Κωνσταντινοπολη, στο Μναχο κι αλλο. Στη Γαλλα θα μενει μχρι το 1915. Μετ την επιστροφ στην Αθνα, εργστηκε για μεγλο διστημα στη Βιβλιοθκη της Βουλς. Αναπτξε γργορα κι εδ πνευματικ δραστηριτητα. Εχεν ιδρσει με τους Κ. Χατζπουλο και Λ. Πορφρα την εταιρεα Εθνικ Γλσσα (1904) που 'κανε συστηματικος αγνες για προβολ και καθιρωση της Δημοτικς κι εχε δημοσιεσει αρκετ ποιματ του στο Νουμ, περιοδικ των δημοτικιστν. Το 1917 διορστηκε κοσμτωρ (μετ και διευθυντς) στη Βιβλιοθκη της Βουλς, (1917-35 και 1936-7 που παραιτθηκε). Διετλεσε και πρεδρος, το 1932, της Εταιρεας Ελλνων Λογοτεχνν κατπιν εκλογς.
     Γνρισε νωρς γενικν αναγνριση. Το 1924 τιμθηκε με το Εθνικ Αριστεο Γραμμτων και το 1925 τπωσεν κθεση περ βιβλιοθηκονομας. Στη λογοτεχνα πρωτοεμφανστηκε στο περιοδικ Εβδομς το 1885, με τ' αρχικ Μ.Μ. Συστηματικτερα μως ρχισε να δημοσιεει ποιματα, πεζ κι ρθρα στην Εστα και σ' λλα περιοδικ κι εφημερδες απ το 1892 κι στερα. Επηρεστηκε ντονα απ' τη μακροχρνια φιλα του με τον Μορες, αξιοποιντας στο ργο του στοιχεα ρομαντικ στην αρχ και κατπιν παρνασσιστικ, συμβολιστικ και νεοκλασικιστικ. Παρλληλα ασχολθηκε με μετφραση, με κατ' εξοχ δημιουργα του τη μετφραση της συλλογς του Μορες "Στροφς".
     Συγκαταλγεται στους πρτους επιγνους του Παλαμ κι ιδιατερα σε κενους που καλλιργησαν εδος ποησης που κυριαρχε ο λυρισμς κι η μουσικτητα, εναι λευτερωμνος απ σχολς και τεχνοτροπες, αν κι εναι ββαια φανερ στο ργο του η επδραση του Jean Moreas. Βασικ χαρακτηριστικ του: απαισιδοξη διθεση, στιχουργικ και ριμικ επιδεξιτητα, ρτια χρση γραπτο λγου και μουσικ ασθηση. Πιο ρωμαλα γνεται η ποησ του, ταν εμπνεται απ' το Μεσολγγι. Στα ποιματα αυτ κυριαρχει νοσταλγα κι ραμα κσμου που 'χει χαθε. Γι' αυτ αν και πολλ απ' τα πρσωπα που παρουσιζονται, πως ο "Τκη-Πλομας" κι ο "Μπαταρις", εναι μορφς ατομικς, εντοτοις ξεχωρζουνε κι εκφρζουνε το θος και τον τρπο ζως του ελληνικο λαο στις αρχς μετ την Επανσταση. Ο αφηγηματικς τνος, που κυριαρχε σ' αυτ, θυμζει δημοτικ τραγοδι. Κι πως χει γραφτε, ο ποιητς εχε τη τλμη να βλει στη ποησ του πρματα κι ανθρπους με τα ονματ τους, που 'ταν αντιποιητικ μα εναρμονστηκαν μες στον επικ κι αφηγηματικ τνο του καθενς.
     Σ' λη αυτ τη μακρ πορεα, οι προσανατολισμο του ποιητ δεν αλλζουν. H τεχνικ του μως, δη υψηλ στις πρτες συλλογς, θα βελτιωθε ακμη περισστερο, οι στχοι θα σμιλεονται ολονα και πιο λεπτασθητα, εν οι καλτερες στιγμς του βρσκονται στα ποιματα που αναφρονται στην ιδιατερη πατρδα του, το Μεσολγγι. Παρλληλα μως δεν αφνει ανεκμετλλευτα τα διδγματα του Παλαμ και τα ερεθσματα του αθηνακο περιβλλοντος. Μ' αυτ την ννοια, καθσταται απ τους αντιπροσωπευτικτερους τελευταους ρομαντικος. Δχως ν' αντιστκεται ν' αντιμχεται τη συντελομενη ποιητικ ανανωση της περιδου, αποτελε μια δετερη χαμηλ φων. Διακρθηκεν επσης για τον αριστοκρατικ μουσικ του λγο. λες του οι συλλογς διαπνονται απ ερεθσματα της μπελ επκ και των τελευταων ρομαντικν ρευμτων.
     Ὁρισμνοι μελετητὲς τον επκριναν υποστηρζοντας τι εναι κατ' εξοχ τραγουδιστς, ο στχος του κυλ αυθρμητος, χωρς προβληματισμος, χωρς ν' αποζητ βθος λυρικ. Ἐννοντας τι δε χρησιμοποιε φιλοσοφικ στοχασμ. Ο Μαλακσης χι μνο το δεχταν, αλλ το υποστριζε:

        "Ἔχω τὸν τρμο τῶν ἰδεῶν".

     θελε τη ποηση τραγοδι. Εναι αλθεια πως αν απ' το ποημα αφαιρσεις το ασθημα, δεν εναι πλον ποημα. Εν αν διαθτει ασθημα κι χι φιλοσοφικ στοχασμ δε παει να 'ναι ποημα. Συναφς ο ποιητὴς λεγε:

        "Ποηση εἶναι μουσικὴ ποὺ παζεται πνω στὸ ὄργανο τῆς γλσσας".

     Ο ποιητς εκφρζει προσωπικ συναισθματα αδιαφορντας για τα δειν του ανθρπου και της Ελλδας.
     Το 1925 νας ποιητς και μεταφραστς απ' τους πιο μορφωμνους νεολληνες, γραψε:

        «Θὰ ἔρθει ἐποχ, ποὺ οἱ στχοι τοῦ Μαλακση θὰ γρφονται στὸ πσω μρος τῶν φλλων τοῦ ἡμερολογου»!

     Εννοντας τι οι στχοι του εναι ευτελες. Αλλ' αυτ δε βγκε αληθιν. Περσανε πνω απ 100 χρνια που δημοσευσε "Το Δσος" και το ποημα παραμνει επκαιρο μχρι και σμερα. Ετε συμβολικ το πρει κανεὶς ετε χι. Γλωσσικ αρυτδωτο, μ' ξοχες εικνες και θαυμσιους διασκελισμος. λλος κριτικς ισχυρστηκε πως εναι:

           «ὁ Δροσνης ποὺ πει νὰ γνει Γρυπρης».

     Οτε Δροσνης ταν οτε Γρυπρης. Διτι ο Δροσνης εναι ευκολοχνευτος, απλοκς, τελεινεις γργορα μαζ του. Τα μνα ποιματα που μεναν εναι το "Χμα Ελληνικ" και το "Χειμωνανθς". Ο Γρυπρης πλι χει κτι το φιλολογικ. Αυτ σως δεν χει παρατηρηθε μχρι σμερα. Αν εξαιρσει κανες 4-5 ποιματ του θαυμαστς απλτητας πως "Θνατος" κι "Ὕπνος", βλπει τι χρησιμοποιε συχντατα σνθετα ουσιαστικ κι επθετα καμωμνα μλιστα απ' τον διο. Αυτ εναι που του προσδδει φιλολογικτητα: Μυριοθορυβομενος, μοσχομπτης, χαδογαργαλσματα, γλυκοππερος, απψηλος, ποθοπλνταχτος. Ο Καβφης τον ειρωνευταν:

           «Τὰ τρκλωνα καὶ ξκλωνα τοῦ Γρυπρη»!

     Ο Μαλακσης στα ποιματ του απφυγε τη φιλολογικτητα.
    Οσο ζοσε, τπωσε τα ποιητικ βιβλα: "Συντρμματα" (1899) "ρες"  (1903) "Η Κυρ Του Πργου" (1904) "Πεπρωμνα" (1909), "Ασφδελοι"  (1918) "Μπαταρις", "Τκη-Πλομας", "Μπιρον" (Πλακτα
1920) "Αντφωνα" (1931), "Ερωτικ" (1939). Μετφρασεν επσης τις "Στροφς" του Moreas (1920). Τα ποιματα αυτ κινσανε το ενδιαφρον του λογοτεχνικο κσμου και σζονται γρμματα που τονε συγχαρουνε και τον επαινον. Μετ το θνατ του κυκλοφρησαν "Τα Μεσολογγτικα"  (1946), μ' λα τα δημοσιευμνα στις προηγομενες συλλογὲς μεσολογγτικα ποιματ του. Το 1964 ο Γ. Βαλτας συγκντρωσε σε 2 τμους το σνολο του ργου του, με ττλο "Μαλακσης: παντα". Πρσφατα, με φιλολογικ επιμλεια του Γιννη Παπακστα, γινε να κδοση των απντων του σε 3 τμους: "Ποιματα" (2005) & "Πεζ"  (2006).
     ζησε τα τελευταα χρνια της ζως του αποτραβηγμνος στο σπτι του στο Ψυχικ. Πθανε απ καρκνο, στις 27 Γενρη 1943 στο νοσοκομεο Ευαγγελισμς, -που λγες ημρες νωρτερα εχε φγει ο πατριτης του λογοτχνης Αντνης Τραυλαντνης- σ' ηλικα 74 ετν.

                  

-------------------------------------------------------------------- 

    Στον Στυρο Μιας Παλις Βρσης
                                                                  αφιερωμνο του φλου μου Β. Λιαντη
Φανοι και Σιληνο Θεο στο βθρο ενς Σατρου
και το νερ που ακνητο τους καθρεφτζει,
ραμα προ και θλιβερν λα τριγρου,
λα τηςμοχλαςτρωμα ταρωματζει...

Ω Θε του πθου, η δξα σου αινια νναι!
τσι να μνεις τραγικς πιο κι απ μνος
χωρς λαλματα τερπν πουλιν που πνε,
χωρς νας απνω σου πρσινος κλνος...

Ρδα και φλλα στην κορφ την ιερ σου,
απ' τη λειχνα κι απ' τα μοσκλια φαγωμνα,
κι η νφη Αμαδρυδα σου, γνοια πικρ σου,
τσο ποτ σο σμερα μακρι απ σνα.

Ανλεη πνει η πνο στα μυροβλα,
κι αγιγερτη η επιστροφ των σων κλαμε,
μα πνω απ' τα παρπονα, τα δκρυα λα,
τα που ποτ δε θ' ανεβον, τα που δε λμε.

Αμα χυμνο των ανθν κι αμα χυμνο
απ' την καρδι τσων πουλιν, τσων θαντων...
Κι εγ στο στοιχειωμνονε κκλο να μνω
του Στυρου, των Χιμαιρν και των Τερτων!

         Το Σοντο Του Μεσονυχτου

λα σβυσμνα γρω μου, στη πχνη λα κρυμμνα,
χαμνα κτω απ το φως κ' απ' το σκοτδι κτου,
με το βαρν αρα τους με πνξαν ξφνου εμνα
θαμπνοντς μου τη στεγν ρονι του αναβλεμμτου.

Μα δκρυο δεν εστλαξε μηδ' λαμψε καννα
στο ξαναμμνο γλφαρο, στητ στο λγκεμ του,
και τα δικ μου αγρκησα βαθι μου και τα ξνα,
καρδιχτυπα ανατραχτα σε μια σιωπ θαντου.

Κι επα το χαρε δυο φορς και μες στο χος ο χος
εχθη, ως αντιβησε ο βυθς του κτω κσμου,
μνυμα πως σφραγστηκε παντοτιν ο χαμς μου.

Και μνει επσημος στυγνς ο αριστοκρτης στχος
αξγητος Συβιλλικς ν' ανησυχε μονχα
τα πνματα που ανφελα παλεουν νυχτομχα.

Καταιγδα Μαρτιτικη

Αδρς
Χοντρς
Οι στλες
πφτουν, οι μεγλες
τηςβροχς
κι αρις
Κλμα
πικρ
και πς αχες
Πς αντηχες
μες στις θλιμνες
τις καρδις
Αντμα
με σπασμνες
δοξαρις
Βαρεις
ποναι οι βαθεις
πληγς
Και της βαργνωμης ψυχς
Οι απελπισις...
Διες
λιος του Μαρτιο
μαζ με το χαλζι,
Το σκληρ
σαν τ' στρα.
Ω ννοια!
Ζει μες στ' λλα,
πχει η μπρα,
ζει κι η στλα
ακμα
το νερ
αφο στζει
τσι τρα
μες στη φαρφορνια
γλστρα...

Απψε, ωιμ
Απψε εμ
Απψε κψε με καμ
Απψε κψε,
τι η Κλωθ
μο κλωθε,
θνατε, ναρθ...
Τι στο βυθ
του πνου, της ψυχς
Ο αθς σπαρζει,
Τι βλπω εσ
Πνιμνον κσμε μου χρυσ
Μσα στο βρχι της βροχς
Και στο χαλζι...

                             Μοιραα

Σε ρεμβασμος νχει πικρος τη σκψη του αφισμνη
νχει οπλισμνη την ψυχ τχα μ' απαντοχ
το κθε του εδωλο μ' ανθος δροστους να το ρανει,
και να το χνει στο βορι στο χινι, στη βροχ.

Και να περν... κι ο θνατος στο πλι του να διαβανει·
να βλπει και να μελετμ' ναν καμ βαθ
πςθα τον λησμονσουνε κι οι πιο του αγαπημνοι
κι σοι δε θα τον χουνε ως τα ττε απαρνηθε...

Τα δκρυα τους θα τα φωτ η παρηγορι στο στμα
το πικραμνο τους φαιδρ το γλιο θα ξυπν
το θοριο χαρμσυνα θα κροει κι η ελευθερα.

Μια τυραννα κι ο ρωτας κι σο πιστς πιο ακμα,
καινοργια θλει τη ζω κθε καρδι ξαν
μακρι 'π κενους πκρυψεν η μαρη γης η κρα.

          Ους Θεο Φιλουσι

Μπρος στους ονειροπλους θα περνονε
της νιτης οι σκιοι και της ομορφις
κι εκενοι πντα θα τους χαιρετονε
με τον καμ μιας δολης καρδις.

Με το διαλογισμ θ' ακολουθονε
το διβα τους στα σκτη της νυχτις
και θα περνον και πλι θα γυρνονε
σαν εδωλα της υπνοφαντασις

Μα ετε ιστορες γνονται, ετε στχοι,
θα ζονε πντα αντικειμενικ
στο πεσμα σου καταραμνη Τχη!

Στα δρματα και στα ρομαντικ
βιβλα που μνουν φθαρτα, τα ωραα,
ποιος νος που πθανε ποτ ποια να;

                 Σ' να Παλι Να

Αρχαε να στον τοχο σου προς τη γυρμνη θρα
το νο δεντρκι εγμισε πλατφυλλα κλαδι
μια Μορα εκε σο τ 'φερε, καλοθελτρα Μορα,
να τχεις γι' αντιστλι σου και για παρηγορι.

Να δσει ο Θεςνα χαρεσαι το ευλογημνο δρο
και νναι η δξα του μικρο δεντρο παντοτειν
πστεψε εμνα, αρχαε να τον σκοπο οδοιπρο
που στκομαι και σας θωρμε μια καρδι ορφαν.

Τρα Απονχτερα

Ι.
Ω οι θλιμμνες ρες
Μσα στην ψυχ μου
ανβουν νεκροκρια
ω και να κρατοσα
καθς τρα, πντα,
τα λευκ σου χρια.

Ω οι θλιμμνες ρες
Τι μελαγχολα
πσα η πλση δεχτει
γνοιες μαυροφρες
πλκουν λογισμ μου
γρωθ σου δχτυ.

Ω οι θλιμμνες ρες
στ' ουρανο το δμα
σιωπ και λπη
κθε μια στιγμ των
φεγει, φεγει ωιμνα
μ' να καρδιοχτπι.

Ω οι θλιμμνες ρες
που μου σιγολνε
κποιες ιστορες
ω που την ψυχ μου
τη μαρανουν κποιες
κρφιες νοσταλγες.

Ω οι θλιμμνες ρες
μσα στη ψυχ μου
ανβουν νεκροκρια
ω και να κρατοσα
καθς τρα, πντα,
τα λευκ σου χρια.

ΙΙ.
Νεκρωμνο φγγος
χνει το φεγγρι
στ' αφρισμνο κμα
που γοργοκυλ,

νεκρωμνο φγγος
πνει το χορτρι
που στα κορφοβονια
σειται σιγαλ

Νεκρωμνο φγγος
ζνει τα πλατνια
και τα κυπαρσσια
τα ψηλ ψηλ

νεκρωμνο φγγος
πλκει σε στεφνια
της αμυγδαλτσας
τ' νθια τα απαλ

Νεκρωμνο φγγος
μες στο κοιμητρι
σε σταυρος σε πλκες
σρνεται δειλ

νεκρωμνο φγγος
χει ακμα γρει
στην ψυχ μου που ρμη
κλαει σιωπηλ

ΙΙΙ.
Χθηκε μες στον κπο σου
σταλι-σταλι να βρδυ,
στις αμπελνες το αμα σου
και στο περιπλοκδι,

κι οι σφραχτες το ροφηξαν
φριμμνες βαλσαμνες
και με λουλοδια κκκινα
ξημρωσαν κι εκενες

Κι σα νθια κι σα ανθκλωνα
με τ' σπλαχν σου χρι
μζεψες κι αλαφρστρωσες
να κμεις μεσημρι

Φλογστηκαν κι ανλυωσαν
κι εγναν γριο ρμα
και κοιμισμνη σ' πνιξαν
μςστο δικμου το αμα.

                            Μπιρον

Στους τοχους ρματα ασημι και φλωροκαπνισμνα,
τακμια απ στα χαμηλ διβνια τα νταμδα,
τα φυσεκλκια αραδιαστ τα χαμαλι να-να
κι απ' τ' ανοιχτ παρθυρα της λμνης φως η αχνδα.

Μες απ την αυλπορτα, το σελωτ σπαθτο
της Αραπις με τα κροσστα φλαρα, φρουμζει
και μπρος στο μντζο το σκοπ που τα νερ απ κτω,
μονξυλο με το μακρ σταλκι γλει κι αρζει.

Σουλιτες Φργκοι, αδμαστοι Μεσολογγτες γνα
το γνα, χμου κθουνται, να τιναχθον και πλι,
σα θα προβλει ισθεος ο ασγκριτος κορνα
φορντας τον ηλιγυρο στο αγγελικ κεφλι.

μως και το ψαρπουλο στο νιοβαμνο πριρι,
που το σαλεει μια ριπ του κρφου αρι χυμνη,
χαρομενο που κι ο γιαλς αρχναε να φρεσκρει,
στρνει στην πρμη το χαλκι ορθ τον περιμνει.

Μα Κενος πρι να δσ' η αυγ με το φτερ κοντλι,
σαν απ χδι κροσιμο στον πνο μηνυμνος
ριμρει ακμα τον καμ του υστερνο του Απρλη,
δοξζοντας πλε και σε, κατατρεγμνο Γνος.

Κι εγ που ττε σε δασ προγνου στθια μσα,
ξχωρου εκε στους διαλεχτος σφυζα στλα αιμτου,
και σαν ιδα κυμτιζα μες στην πλατι του ανσα,
και στην αητνια του γοργ σπθιζα αναβλεψι του.

Ποιος ξρει! σε ποιο στρφιλο να πντισα ξαφνα, ντας
νοιξε η θρα κι τριξαν βαριτα σκαλοπτια
κι εστθη τους αρματωλος μπροστ χαμογελντας
και τον παπο μου εκοταξε καλ-καλ στα μτια...

                        Γυρισμο

Σας ξαναβλπω, ω ξφωτο, μαγευτικς ακρογιαλις
νερ στρωτ που πρτα
το γρω θμα εκλενατε μσα σε χλιες σας σταλις
με τα μαλλι μου ως τναζα το διαμαντνιο ιδρτα.

Φεγω και πλε, χετε γεια χρματα, σχματα, ουρανο
στο χρυσαφνιο δσκο,
σας παρνω τρα λα μαζ στην ξενητει τη σκοτειν
στης θολωμνης μου ματις το δκρυο να σας βρσκω.

                           Η Ελενι

Στου Λζαρου του Χρυσικο μικρο σταυρο μικρς καρδις
δετ μεντγιες βρες
κορτσια τ' αγορζουνε με νημα για τις Κυριακς
και τις γιορτς ημρες.

Δες την Ανκα, πταλο με ρουμπινκια καρφωτ
κρμασε κντρα-πτο·
τον εδαν στην παλμη της τον καβαλρη ομορφονι
και θα τον πρει εφτο.

Κι η Πολυξνη τβαλε το δβεργ της το ζερβ
κι η Ροσου η Αντιγνη,
σ' αλγρα φλπα πρασε το σταυρουδκι, για τ' αντ
του νιο που την πεισμνει.

Μα η Ελενι το σκπασμα του ρολογιο του Σγμα Ταυ
κρυμνο πρπει νχει,
φκιασμνο απ το Λζαρο, καρδολα, για παρηγορι
που θα βρεθε μονχη.

Κι αν κλαει πως φεγει εκενος της μεθαριο, θλοντας και μη
για τ' χαρα τα ξνα,
μα πλειο που χση φεγγαριο να στργουν τσι απ' την αρχ
διπλ τα μαντεμνα.

Στου Λζαρου του Χρυσικο μαλματα, διαμαντικ
κι η Ελενι αγορζει,
για τον αγαπημνο της την πτρα π' οτε σε φωτι
κι οτε σε τρνο σπζει. 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers