-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

.  

: ... !

      Σ' αγαπ μη γνωρζοντας
             πς, απ πο και πτε,
                   σ' αγαπ στα σια
                        δχως πρβλημα περηφνεια:
                             σ' αγαπ τσι, γιατ δεν ξρω αλλις...
             Σκληρ η αλθεια, σαν αλτρι.
                   Πρε μου το ψωμ, αν θλεις,
                        πρε μου τον αρα,
                             αλλ μη μου παρνεις το γλιο σου...
                     Θλω με σνα να κνω αυτ
                              που η νοιξη κνει,
 στα δντρα της κερασις...
                                                                    Πμπλο Νεροδα


                       Munch: Τα Τρα Στδια Της Ζως Της Γυνακας


                                          Πρλογος

     Το παρν ρθρο αφορ στην... προλευση λου του κσμου -και φυσικ χι μνον! Μπλκεται και λιγκι με τις σχσεις, μπλκεται κπως και με το σεξ, μπλκεται... ε, μπλκεται γενικ μ' να σωρ πρματα, προσπαθντας να ξεμπλξει μερικ κι λα, απ κενα που μας μπλκουνε. Πρτα να ζητσω συγγνμη απ τις αναγνστριες -ξρετε δεν γραψα εγ τοτα τα ποιματα, οτε ζωγρφισα τους πνακες, οτε καν πρα τις φωτογραφες, για να μη πω τι ποτ δεν ποζρισε καμμι γυμν σε μνα, εξν των ερωμνων μου, κι φυσικ χι για πζα, εννοεται.
     Το παρν ρθρο λοιπν διλεξε για μας, μια καλ συμπυκνωμνη ποψη τχνης, για τη λιχουδι -εμς των αντρν- που υπρχει σε κθε, μα κθε κοπλλα. Ζωγρφοι, φωτογρφοι, ποιητς, ψυχαναλυτς, ιστοριογρφοι, μαστρωπο, οφθαλμοπρνοι -με την αιγδα της εκκλησας μερικς φορς- ντρες πεινασμνοι, αλλ κι ντρες χορττοι κι λλοι πολλο, προσθσανε κτι σε τοτη τη μζωξη κι εγ απλ συναρμολγησα το καθετ, πταξα ,τι χρηστο κι βαλα και την ποψ μου σ' αυτ που θα δετε. Ας μη χασομερμε λοιπν και... καλν απλαυση! 
Π.Χ.
_________________
  
                                            Εισαγωγ

     Ο δισημος ψυχολγος, καθηγητς Δρ. Ζακ Λακν, ταν ο τελευταος κτοχος του πνακα του Courbet, The Origin Οf Τhe World  (Η Προλευση Του Κσμου). Αγαποσε τσο πολ αυτν τον πνακα που δεν μποροσε οτε καν να τονε κοιτξει. Αντ' αυτο, λοιπν, τον κρυψε πσω απ ναν "ασφαλστερο" πνακα.
     Οι Κινζοι το επανε "κοιλδα των ρδων" (προσξτε τα αγκθια!), οι Πρσες, "δοχεο μελιο" (προσξτε τις μλισσες και το κεντρ!) κι οι λληνες, "ρος της Αφροδτης" (σκεφτετε την απτομη ανβαση!). Σε κθε εποχ οι φαντασισεις κι οι θεωρες για τα θηλυκ μυστρια υπρχανε πντα στη σκψη των αρσενικν. Στη συνχεια, υπρχουν οι μαρτυρες ποιητν, ζωγρφων, ακμη και μερικν δισημων ψυχιτρων. Το Origin Οf Τhe World, εναι ργο τχνης κατλληλο μνο για τους λτρεις της ντριγκας -κι αυτος που δεν χουν υψηλ πεση, θα προσθετα εγ.


                      Courbet: Η Προλευση Του Κσμου

1.
                            λες Γυμνς, Ολες Πανμορφες

     Η πρτη εικνα που χω απ τον κσμο εναι γυμνς γυνακες. Θα μουν δο τριν χρνων και η μνα μου με πρε μαζ της στο χαμμ, που πγαινε κθε βδομδα με τις γειτνισσες. Μχρι ττε δε θυμμαι τποτε απ τη ζω, λες κι εκενη τη μρα νοιξαν τα μτια μου, καθυστερημνα, σαν τα κουτβια. σαν εκενη τη μρα να γεννθηκα και αντκρισα την πλση. Και οι γυνακες λλωστε καναν λες κι εκενη ακριβς τη στιγμ ρθα στον κσμο και με υποδχονταν. Με κθιζαν στις γυμνς τους κοιλις και ονομτιζαν αυτ και τ’ λλο που εξεχε απ το σμα μου και πς λειτουργε. Απ τ’ αυτι και τη μτη μχρι τα δχτυλα των ποδιν μου.
     Ακμα και σμερα χω τα κορμι τους μπρος στα μτια μου. χι και τσο για τη γμνια τους, σο για τη φυσικτητ τους. Κινονταν, περπατοσαν και στκονταν σαν να ταν ντυμνες και βρσκονταν στο μαχαλ τους. Νες και γρις, μιλοσαν, γελοσαν και φναζαν, καταχαρομενες που βρθηκαν ολομναχες μεταξ τους, τστσιδες κι ανυπδητες, ντυμνες μνο με το σαρκο που τους χρισε η φση και δεν τις νοιαζε πια αν ταν φτιαγμνο απ μαλλ, κμποτ, βαμβκι μετξι. Η αρσενικ παρουσα ανμεσ τους ταν ακμα στα σπργανα, μποροσαν λοιπν να παζουν μ’ αυτν, πως τα μικρ κορτσια με την κοκλα τους. Εγ θελα να παζω με την Κατνα. πλωνα τα μικρ μου χρια προς το μρος της, σημδι πως αυτν εχα επιλξει, αυτ ταν η πιο μορφη. Και ταν. Οι γυνακες γελοσαν, αφο η γνμη μου ακμα δεν εχε καμμι σημασα γι’ αυτς και δε μετροσε. Κι αυτ ακριβς τις κανε λες μορφες.

     ταν μεγλωσα, εδα πολλς φορς την δια εικνα σε ργα μεγλων ζωγρφων. Γυνακες καθιστς, γυνακες ξαπλωτς και γυνακες ρθιες, σε χρους ανοιχτος και χρους κλειστος, κτω απ δντρα και πνω σε μεταξωτ μαξιλρια, λες γυμνς και λες πανμορφες, εναρμονισμνες με τον εαυτ τους, το περιβλλον και τη χαρ που τους πρσφερε η στιγμ. Ζοσαν μσα στο παρν κι αυτ τις κανε αινιες. Φανονται να μην χουν ηλικα, επειδ φανονται να κουβαλνε λες τους τις ηλικες, χωρς να χουν απαρνηθε καμι και χωρς να προσμνουν κποια λλη. Δεχνουν μικρ κορτσια και ταυτχρονα μεστωμνες γυνακες. Δχως φιλρεσκους υπολογισμος και δχως υλικος στχους. Με βυζι που φυτρνουν νισα απ μνα τους, με μποτια σαν κορμος αμπλιαστων δντρων και με κοιλις, κοιλις μεγλες και φουσκωμνες, τοιμες να χωρσουν μσα τους χι μνο παιδ, αλλ ολκληρο ντρα.
     λοι αυτο οι ζωγρφοι λτρευαν την ομορφι και την αθωτητα, κι αυτ απεικνιζαν. πως καναν και οι αρχαοι λληνες με τα αγλματα και τις αναπαραστσεις που βλπουμε σε τοιχογραφες και σε πιθρια. Ο γυμνς ντρας που ετοιμζεται να παλψει χει την δια χρη μ’ εκενον που προσφρει στη γυνακα να λουλοδι και τον λλο που κρατει να καντι με κρασ. Κι λοι μαζ χουν τη χρη της Αφροδτης που συνοδεεται απ τον ρωτα. Αν υπρχει κτι που εννει τους καλλιτχνες μσα στους αινες, εναι η ποψη πως η ομορφι υπρχει μσα στην απλτητα και την αφλεια. ποιος δεν τ’ ανακλυψε αυτ δεν εναι καλλιτχνης, εναι απλς τεχντης.

     λλη χρη χει να λουλοδι στο δσος, λλη σε μια γλστρα κι λλη μσα στο βζο. Απ τη στιγμ που δνεις σημασα και μετρς τη γνμη των λλων, μετρς και τα βματ σου και τις κινσεις σου. Οι γυνακες που χτζουν τα κορμι τους με το μυστρ του πλαστικο χειρουργο πανικοβλλονται ταν το βλπουν να καταρρει, εν εκενες που πλστηκαν με το χδι του ντρα το καμαρνουν και το χαρονται μχρι το τλος. ταν το σμα χνει τη φυσικτητα, χνει και την ομορφι του. Γιατ δεν υπρχει μορφο και σχημο σμα. Υπρχει μνο ζωνταν και νεκρ. μψυχο και ψυχο. Τα μικρ παιδι που δε νοιζονται για τη γοητεα τους, καθς κι σοι γροι νθρωποι συμφιλιθηκαν με το κορμ τους, εναι ολοφνερη απδειξη για το πσο ωραο μπορε να ’ναι να σμα που μσα του δεν κατοικε η φιλαρσκεια αλλ η αθωτητα.
     Και πσο σχημο μπορε να εναι το σμα κποιου κποιας που το κινε για να αρσει ακμα χειρτερα για να το εμπορευτε. Δεν υπρχει πιο σχημο κορμ απ εκενο της νεαρς καλλγραμμης πρνης, που σου το προσφρει κοφιο και ψυχο, επειδ η καρδι της εναι αφημνη στον αγαπητικ της. Και δεν υπρχει πιο μορφο απ το σμα της γρις Κατνας, που το ’χε η μορα της να παντρευτε το φορναρη της γειτονις μας και την ρα που πεφταν για πνο οι περισστερες μορφες γυνακες, εκενη σηκωνταν για να ζυμσει, να φουρνσει και να φτυαρσει. Συνχεια ταν αλευρωμνη, σαν να πλαθε τον εαυτ της καθημεριν μαζ με το ψωμ της, κι πως αυτ ταν πντα φρσκο κι ευωδιαστ, τσι ταν κι εκενη.

     Σμερα, ταν τη βλπω καμμι φορ στο δρμο καθαρ πια και ξεκοραστη, μου χαμογελει μ’ εκενο το διο κοριτσστικο χαμγελο του χαμμ, ττε που πλωνα τα χρια προς το μρος της. Απλνω το χρι να τη χαιρετσω και, παρλο που εναι γρι και ντυμνη, το σμα της χει την δια στση που εχε γυμν κοπελτσα, ταν για μια στιγμ στη ζω της υπρξε η πρτη κι ωραιτερη γυνακα στην ψυχ ενς νεογννητου ντρα.
     Χωρς να το ξρει η δια...
                                                    Αντνης Σουρονης (15/6/1942- 5/10/2016)
                                                         Κυριακτικες Ιστορες  εκδ. Καστανιτη


                                Ρομπενς: Οι Τρεις Χριτες

2.

                        Περανδρος

Ο νεαρς γλπτης Περανδρος ταν ευσεβς και βλσφημος μαζ.
Λτρευε τη Κπριδα, κανε ικεσες και σπονδς στο νομ της.
Με πση αυτοσυγκντρωση σκλιζε τον βρχο!
Απαλ πς χιδευε μετ την λειασμνη πτρα!
Και μχρι τ’ακροδχτυλα ριγοσε.
Μα ωστσο λτρευε και την ιερδουλο Κλειτ, που ταν το μοντλο.
.
Την ημρα την στηνε για να πλσει την Αφροδτη.
Την νχτα παθιασμνα της κανε ρωτα αχρταγο κι ασγαστο.
σο κι αν κανε, μχρι που πεφτε χυμνος πνω στο κορμ της,
σο κι αν τρεμε πια απ εξντληση, πλι την θελε ακρεστα.
Εκενη πλι στα φλογερ του λγια με χαμγελο απαντοσε
κι ταν εκενος την ρωτοσε κτι, χασμουριτανε,
πρτα κρυφ, στερα φανερ
σπου στο τλος την παιρνε ο Μορφας.
Εκενος γρυπνος ως την αυγ στεκταν.
Με τα ακροδχτυλα καμι φορ γγιζε το γοφ της
και ριγοσε.
.
τσι προχρησε ο καιρς σπου το γαλμα τελεωσε.
Με μουσικς και τελετς και τους πιστος να γρω
για τα αποκαλυπτρια εχε φτσει η στιγμ.
Κι ταν κι ο δσκαλος του γλπτη εκε,
ο γρων πια Γλακος, ο γνωστς.
Μα ταν πια φνηκε η αγαλματνια λμψη της θες λοι σιγσανε
Υπκωφη, οδυνηρ η σκψη ντθηκε με λξεις:
-"Διπραξεν βριν ο Περανδρος!"
.
Την λση δωσε ο Γλακος,
που σκεπτικ μια το γλυπτ κοιτοσε, μια τον γλπτη.
Με σεβασμ και τρυφερτητα, φρο τιμς απτισε στο ργο
κι τσι η στιγμ απεσοβθη.
Μα τποτα δεν αλλζει του μθου το γραφτ!
Χθηκε, λνε, ο Περανδρος.
Τρλλα του δωσε η Θε στις φρνες, απ φθνο
κι η μαρη θλασσα πρε το παλικρι.

Διτι τσι εναι πντα οι Θες:
ζηλιρες, θηλυκις και ματαιδοξες...
                                                                  Σταυρολα Αντζουλκου (Μνα)


                         Alma-Tadema: Το Γυμν Μοντλο

3.
                                 νειρο, Στ' νειρο

     Η αντανκλαση του φεγγαριο πνω στο λευκ του χαμογλιου σου κενη τη νχτα, γινε στρο. Tο πιο λαμπρ και μγα!

     Μγοι απ' λο τον κσμο μπκανε σε συναγερμ και σ' εναγνια αναζτηση του νου Μεσσα. Εν αγνοα μας! 
     Μλις τo 'δαν ανοξανε κιτπια, παλις περγαμηνς αστρονομας απ σκονισμνες πια βιβλιοθκες κι αρχαα βιβλα. Βλανε κτου συντεταγμνες, αστρολβους, χρτες και ξεκνησαν να μακρ ταξδι, απ διφορες γωνις του κσμου, για να 'βρουν εκενο, που το λαμπρτερο στρο τ' ουρανο, φτιζε με περισσ λατρεα, προσοχ κι εμμον! 
     Κενο το πρω ξπνησα κι ρχισα ν' αναζητ πεινασμνα το ζεστ γυμν κορμ σου. Ανταποκρθηκες αμσως, μα απ' ξω ερχταν νας μεγλος κι ασυνθιστος θρυβος! Σφχτηκες πνω μου. Σηκθηκα, ρριξα βιαστικ κτι και βγκα στο μπαλκνι, εν συ κουκουλθηκες, σα τρομαγμνο πουλκι, στα σκεπσματα.
     Εδα να τερστιο πλθος -σο φτανε το βλμμα-, γενειοφρων, σαρικοφρων. ταν ντυμνοι μ' ,τι πιο ετερκλητο μπορε να φανταστε κανες.
     Γμισαν τα μτια μου χρματα!
     Μλις μ' εδαν σκυψαν λοι μαζ σχεδν ταυτχρονα, γονατσανε και με προσκυνσανε!
     Εγ κοιτοσα ανκανος ν' αρθρσω λξη. Μλις εχανε σχεδν ανασηκωθε και ξαφνικ γοντισανε πλι με να μεγαλτερη ζση και πιτερο δος, κοιτντας πισω μου και πλγια!
     Να μουρμουρητ, να αναταραχ!
     Στρφηκα παραξενεμνος και σ' εδα, μοια Παναγι, ημγυμνη και τυλιγμνη με το σεντνι μας, ως το πηγονι! Με κοιτοσες ανσυχα κι ερωτηματικ.
     σουνα τσον μορφη κενη την ρα, που το πρτο πρμα που μου 'ρθε στο νου, ταν να γονατσω κι εγ!
     Ξεχνντας το πλθος, σε πρα στην αγκαλι μου!
     τρεμες κι η καρδολα σου χτυποσεν τακτα! Κρωνες κι ανησυχοσες!
     Ξεχνντας το πλθος σε σκπασα με τη ρμπα μου, μνοντας γυμνς! θελα να σε φιλσω!
     Ττε το πλθος ρτησε:
 -"Που εναι ο Μεσσας";
 -"Ποιο εναι αυτο; Τ θλουν εδ"; με ρτησες χαμηλφωνα. 
 -"Δε ξρω", απντησα, στον διο τνο.
 -"Θλουμε να δομε αυτ που μας δεχνει το Λαμπρ Αστρι, οδηγντας μας. Δε κνουμε λθος"! Επμειναν αυτο πλι, με μια φων. 
     ρχισα να κρυνω και... ξπνησα ξσκεπος, εν εσνα εχα φροντσει να σε τυλξω καλ. Χθηκα πλι στα σκεπσματα κι ρχισα ν' αναζητ πεινασμνα, το γλυκ, ζεστ κορμ σου. Ανταποκρθηκες αμσως.
     ξω εχε ξημερσει...
     Μα δη κανε να πολ παρξενο κι ασυνθιστο θρυβο...

                                                                                                   Πτροκλος


                         Ρενουρ: Κορτσι Παρνει Το Μπνιο Του

4.

      Ονειροπλημα

Εμαι τσο κουρασμνος

που σαν διψ
με τα μτια κλειστ
την κοπα σηκνω
και πνω

Γιατ αν τα μτια
ανοξω
εκενη δε βρσκεται εδ 
κι εμαι κουρασμνος
για να σηκωθ
και τσι να φτιξω

Εμαι τσο ξυπνητς
που σε φιλ
και σε χαδεω
και σ’ ακοω
ανμεσα σε κθε γουλι
και σου μιλ

Μα παραεμαι ξυπνητς
τα μτια για ν’ ανοξω
θλοντας να σε δω
για να δω
τι εσ
δεν βρσκεσαι εδ.
                                                           Fried (μτφρ.: Πτροκλος)


                                   Titian: Η Αφροδτη Του Ουρμπνο

5.

           Σα Γτα

Σαν γτα, σε θλω, ανσκελη
με κοιλι αναθρσκουσα σε θλω,
νιαουρζοντας μσα απ’ τη ματι σου,
μσα απ τοτον τον ρωτα-κλουβ
τον βαιο
τον γεμτο γρατζουνσματα
σαν σε νχτα με φεγγρι
σαν δυο γατι ερωτευμνα
που τον ρωτ τους ομιλον στις στγες
ζευγαρνοντας με λυγμος και με κραυγς
μ’ αισχρλογα, χαμγελα και δκρυα
(απ εκενα που κνουν το κορμ ν’ αναρριγ απ χαρ).

Σαν γτα, σε θλω, ανσκελη
κι απ’ τη φυγ με υπερασπζω,
τη λιποταξα απ’ τη μχη,
απ αδιξοδα και νχτες δχως να μιλομε,
αυτν τον ρωτα που με ζαλζει,
που γρη με γεμζει,
γονιμτητα
και πισπλατα τη μρα μ’ ακολουθε
προκαλντας μου ργη.

Δεν φεγω, να φγω δεν θλω, να σ’ αφσω,
στα κρυφ σε ψχνω
γουργουρζοντας,
σε ψχνω ξεμυτζοντας πσω απ’ τον καναπ,
πηδντας πνω στο στρμα σου,
λυκνζοντας την ουρ μου μπροστ στα μτια σου,
σε ψχνω με τα τεντματ μου πνω στο χαλ,
φορντας τα γυαλι για να διαβσω
βιβλα οικιακς οικονομας
να μην γυρν αλλοπαρμνη
και το σπτι να ξρω να διοικ,
φαγητ να μαγειρεω
και τα δωμτια να συγυρζω
στε δχως σκνη ν’ αγαπιμαστε
και δχως αταξα,
ν’ αγαπιμαστε τακτοποιημνα,
τξη βζοντας σε τοτο το χος
επανστασης, δουλεις και ρωτα,
σε κατλληλο χρνο κι ακατλληλο,
τη νχτα, τα χαρματα, στο μπνιο,
γελντας εμες, διοι γατι εξημερωμνα,
γλεφοντας τις μουσοδες μας
σαν γατι υπερλικα, κουρασμνα
απ’ το διβασμα της εφημερδας
στα πδια του καναπ.

Σαν γτα, σε θλω, ευγνωμονοσα,
παχει απ' τη προσοχ
και τα χδια τα πολλ,
σαν γτα, σε θλω, ισχν
καταδιωκμενη, κλαψιρα, 
σαν γτα σε θλω, ρωτ μου,
σαν γτα, Τζιοκντα,
σαν γυνακα,
σε θλω.
                                                 Τζιοκντα Μπλι (μτφρ.: λενα Σταγκουρκη)


                      Αννυμος: Νεαρ Γυνακα Κοιμται (18ος αι.)

6.

                    Σοννττο αρ. 130

Τα μτια της αγπης μου δεν χουν κτι απ' λιο.
Κορλλι εναι πολ πιο κκκινο απ' τα χελη της.
Εν το χινι εναι λευκ, τα στθια της εν' σκορα.
Οι τρχες, μαρα σρματα, φυτρνουν στο κεφλι της.

χω δει ρδα πλουμιστ κκκινα και λευκ,,
Αλλ καννα ττοιο δεν θα δω στα μγουλ της
και σε κακ αρματα πιτερη απλαυση θα βρω,
απ' την ανσα που αποπνει η αγπη μου.

Μου αρσει που ακοω να μιλ, μα καλ ξρω,
πως κθε μουσικ χει πολ πιο ωραο χο.
Ξρω τι δεν χω δει ποτ Θε να περπατ,

η αγπη μου σαν περπατει τρζει ο τπος.
Κι μως, απ' τον παρδεισο πιο σπνια η αγπη μου,
πως και ποια κλπικες συγκρσεις διαψεδει.
                                                                                  Σαξπηρ  (μτφρ.: Πτροκλος)


                           Degas: Γυμν Γυνακα Κοιτντας Μπροστ

7.

Υπρχουνε Σταυροδρμια

Υπρχουν σταυροδρμια που τη νχτα
η χαρ πηδ στη ρχη
κενου που τα διαβανει
μια ττοια παγερ αυγ με παγωμνο αγρα
ο αποκεφαλισμς πεθανει
στεκμενος πιο κτω
κορμ με κορμ στη λασπουρι
γεμζουνε το φορνο
τα σκουλκια
με τρεις δεσις φροντζουνε
τις κρες των ριζν
της σρκας
Κρας θυσιαστηρου
κσμημα σψης
χωρς λλην επιβρυνση παρ τα χρια τους
δεμνα πισθγκωνα
Λουτρ αματος στη Γη της Επαγγελας
προσπκτους για λπασμα
στο βθος-βθος του καθρφτη
υπρχουνε φτυσις
γρατζουνσματα στο χινι
οι ψευδαισθσεις εξασθενον
στα μτια των συντρφων μας
χνο κι ιδρτας της αυταρχικς γυνακας
που γυμν στο πτωμα δονεται απ' το μσος
¨Προχωρετε μπρος" κραυγζει ο Ευαγγελιστς
εναι πια πολ αργ
το πηγδι στεγν ως κι οι μγες φευγτες
στο σμφυρμα της πρασινδας
να λεπτ ρωμα ποδαρλας αιωρεται
κι ακμα
καρφματα απ φαλλ
προσφρονται σαν πυροσβεστρες
ρυθμζοντας τον λιο
Υπρχουνε πτματα ζωνταν στο στμα των παιδιν
ριγ θρηνντας
στο υδραγωγεο που τρχει
πνω απ' τη κοιλδα
Αριο που θα πιομε το αμα των πατρων μας...
                                                                                  Μανσορ (μτφρ.: Πτροκλος)


                            Gaudenzio Marconi: Φωτ. Νο 563 (1895)

8.

                   Funeral Blues II

Aχ! η πανμορφη κοιλδα που μαζ περπατσαμε
πλι στο ποτμι -πολ πολ περπατσαμε-
νθη στα πδια μας στρωμνα και πνωθε πουλι,
γλυκ φλυαροσανε για την Ατλειωτην Αγπη.
Ακομπησα πνω σου θυμμαι -"λα να παξουμε",
αλλ εσ... με κοταξες δθεν αυστηρ...
κι ρχισες να τρχεις...

Κενη τη Παρασκευ -καλ το θυμμαι- πριν τα Χριστογεννα,
που πγαμε μαζ στον Επσημο Χορ αγκαζ,
τσο λεο το πτωμα κι η ορχστρα παιζε δυνατ,
μασταν τσον μορφοι κι οι δυο μας -γμισα περηφνεια-
-"Κρτα με σφιχτ κι ας χορψουμε μχρι να ξημερσει",
αλλ εσ...

Κενη τη βραδι -πως να ξεχσω- στην περα
που η μουσικ θαρρες κι ανβλυζε μες απ κθ' αστρι,
διαμντια πρλες, στραφταλζανε στη μουσικ του ρωτα,
κομψ κοστομια, ασημνια και χρυσ φορματα.
-"Αχ! θαρρ πως εμαι στη Παρδεισο" ψιθρισα
αλλ εσ...

Αχ! η ομορφι σου πως νας ολνθιστος κπος,
λυγερκορμα με κοιτοσες, πως ο Πργος του ιφελ,
ταν το βλς παλλε γλυκ ξω στον μλο.
-"Αχ! κρτα με για πντα αγπη μου θα 'μαστε μορφα μαζ",
αλλ εσ...

Αχ! χτες το βρδυ σ' ονειρετηκα μοναδικ μου Αγπη,
εχες στο 'να σου χρι τον λιο και το φεγγρι στ' λλο,
η θλασσα πλι τανε γαλζια και πρσινο το χορτρι,
καθ' αστρι λκνιζε με χαρ κι απ 'να ντφι:
-"Αχ! Δκα χιλιδες μλια βαθι, σε λκκο βρσκομαι...",
αλλ εσ... με κοταξες αυστηρ...
κι φυγες μακρυ...
                                                                                Auden   (μτφρ.: Πτροκλος)


                                Degas: Γυνακα Γερμνη Στο Πλι

9.
                    Πλξη

Πλττω μες στους ολγυμνους τους τοχους
βαμμνους λους με χρματα ωχρ.
Μια μγα πνω στο χαρτ μου σεργιαν,
βολτρει στους ατλειωτος μου στχους

Ω, Θε, ξρεις καλ τον πνο
που μου 'δωσες και τρα τ θα γνω;
Που χλμιανα, λυπσου λγο μνο,
το δκρυ απ' τα μτια μου που χνω.

Η αλυσδα στη καρκλα μου στριγκλζει,
κι λλες φτωχς καρδις στη φυλακ σου,
μαζ μου πλλονται. Τον ρωτα λυπσου,
που με κυκλνει και τη φρνηση κλονζει
πνω απ' λα κι η απελπισα τη βυθζει.
                                                                   Απολινναρ (μτφρ.: Γιργος Γεραλς)


                                  Giorgione: Αφροδτη Κοιμμενη

11.
                                          Σκψη...

     Σκεπτμενος, την Ωραα & Το Τρας, πως επσης παρλληλα, και τη ταινα Κινγκ-Κονγκ, που το τρας αγαπ τη πανμορφη κοπλλα που κρατ με προσοχ στη χοφτα του, κι εκενη αφημνη στα χρια του μ' εμπιστοσνη... Δεν μπορ να μη θαυμσω τις τσες μορφες -τραχες ωστσο- εικνες που μου γενν αυτ η σκην.
     Σκεφτετε, λει, να κακσχημο τερστιο τρας, που 'χει κοιμισμνη, στη πελρια αγκαλι του, μια νεαρ και πολ μορφη κοπλλα, που χει αφεθε εντελς, με πλρη εμπιστοσνη... λα πνω του εναι πελρια, η χοφτα, η αγκαλι, το πρσωπο, και κακσχημα. Εκενη ωστσο, δε δεχνει να το φοβται, τουναντον τα κοιτ με λατρεα... Παραλυμνη απ' τις δειλες, γαρμπες θωπεες του, στα μαλλι, στη ρχη, στα στθη, προσχοντας μη τυχν και τη πονσει κατ λθος... Εκενη δεν νιθει την αγωνα του, νιθει με την κρη των αισθσεων πως αγαπιται γαρμπα και το απολαμβνει. Δυο μεγλες σταγνες ιδρτα κυλνε στο μτωπ του, μαρτυρντας την ανασττωση που επικρατε στο νου του κι αυτ τις γλεφει ηρεμιστικ. Στα πδια της χαμηλ, αρχζει δειλ-δειλ το δρμο προς τα πνω, απροκλυπτα, η ξχειλη αγπη του κι αυτ την αγκαλιζει με τα πλματ της, με μια ξεκινημνη λαγνεα...
     στερα απ τον μχθο, τονε παρνει ο πνος κι αυτ, ξαπλωμνη στο τερστιο στρνο του, βρσκει το χρνο να ψασει την ευτυχα πνω στα πελρια -κι σχημα-, μλη του, χορττη και λιγκι πονεμνη, μχρι να τη πρει κι αυτν ο πνος, κρατντας, σα μπορε να χωρσει, μια μεγλη αγκαλι...
                                                                                                             Πτροκλος


                             Κλιμτ: Γυμν Ξαπλωμνη Κοπλλα

12.

  να Τραγοδι Αγπης

Αν το ψμμα της αρσει, ας διαλξει:
Ο Βκχος, ο Απλλων ο ρης,
μπως η κυρ της Μοσας;
Μεγλα ονματα στο κλασσικ
αρχακ βασλειο των γραμμτων.

Αλλ οι ποιητς θα ελευθερωθον
μνο με τους καλτερος τους.
Περιφρον να πω κτι,
αν δεν εναι αληθιν:

Καμμι ομορφι δεν θα λεηλατσω
χωρς την ενοι της.

χει ομορφις πολλς
πνω στην ομορφι της,

τσες που δεν μπορον να σε πληγσουν,
Θεραπεες χει για πονδοντο,
και για αφθδη πυρετ.
Τα δυ της χελη θελκτικ
και δντια χει λα λευκ,
Κι ,τι αρπξει το στμα της
μπορον να στο δαγκσει.
Μαρα κατμαυρα τα μτια της
μα εναι αξιοσημεωτο:,
Εναι κλειστ ταν κοιμται,
κι εναι τυφλ μες στο σκοτδι.

Τα αυτι της σμμετρα, στα μγουλα,
γιατ κθε πλευρ του κεφαλιο
πρπει να συνεργζεται στην ακο.
Το δρμα του λαιμο της
χνεται, ως οι θεατς,
που η αγπη, τους πιζει το κεφλι
και τις ωμοπλτες.

Η μση της τσο λεπτ
τσι μη χνετε τα λγια σας γι' αυτ.
Χτυπ η καρδι της μσα της,
οι διαμονς της μακρυ, χωρς αυτν.

Το στθη της ζευγαρωτ,
δο ττοια στθη ταν δεις,
θα ορκιστες τι καμμα της
δεν εχε γεννηθε με τρα.

Δεν μοιζει η φων της μ' αηδονιο,
χι! οτε και του καναρινιο,
δεν σφυρζουν φλαρες αηδες,
λοι οι γριοι μαχητς, σαν τοτη 'δω.

Οτε ποτ θα τη συγκρνω
με ργανα της μουσικς,
Πιθανν, αν δεν σουν κουφς,
μπορε να το καταλβαινεςς.

Τα πδια της εναι ικαν
να μεταφρουν το κορμ της.
Ζευγαρωμνη θα 'ναι,
παντρεμμνη, ευτυχισμνη.
Αν κι ο γμος πολλκις
χωρζει τους καλτερους φλους.

Ο σζυγς σου σ' εξυπηρετε
αν κνεις στην κρη τα ανοσια.
Οτε πολ ψηλς, οτε κοντς,
αλλ θα τολμσω να πω,
εναι μεγλο τοτο το σμα
αν το καλοσκεφτες
περπου, με μετριοφροσνη.

Ε -ναι, εναι - εναι τα πντα λα,
αλλ κι εγ εμαι λθος,
λο δικ της, δεν μπορ να πω,
γιατ χω τραγουδσει πια
λο μου το τραγοδι.

                             Anonymous (Songs, Comic, & Satyrical, μτφρ.: Πτροκλος)


                                     Ingres: Οδαλσκη Με Σκλβο

13.

Μια Γυνακα Με Περιμνει...

Μια γυνακα με περιμνει,
τα 'χει λα, τποτα δεν λεπει,
ωστσο, λα θα λεπανε
αν λειπε το σεξ,
και η "odor di femina",
o σωστς νθρωπος λειπε.

Το σεξ χει τα πντα, σματα, ψυχς,
νοματα, αποδεξεις, αγντητα, λιχουδις,
αποτελσματα, ανακοινσεις,
τραγοδια, εντολς, υγεα, περηφνεια,
το μητρικ μυστριο, του σπρματος το γλα,
λες τις ελπδες, τις ευεργεσες, τις δωρες,
λα τα πθη, τις αγπες
και τις ομορφις,
τις απολασεις τοτης της γης.

λες οι κυβερνσεις, δικαστς, θεο,
βαδσανε σαν πρσωπα της γης.
Αυτ περιχονται στο σεξ,
ως μρη του, λλοθι για την παρξ του.
Χωρς ντροπ, εκενος που μ' αρσει
γνωρζει και ομολογε
τη νοστιμι του φλου του.
Χωρς ντροπ, εκενη που μ' αρσει
γνωρζει κι αποδχεται το δικ της.

Τρα θα διξω απ' τη ζω μου
λες τις παθιασμνες τις γυνακες,
θα πω μαζ του που με περιμνουν,
εκενες οι γυνακες τις θερμαιμες
κι επαρκες για μνα,
βλπω τι με καταλαβανουν,
δεν με αρνονται.
Βλπω πως εναι ξιες για μνα,
θα εμαι στιβαρ ο σνευνος
σε κενες τις γυνακες.

Δεν εναι διλου μακρυ μου.
Μαυρζουνε στο πρσωπο
απ' το λαμπρ τον λιο

κι ταν φυσν οι νεμοι,
η σρκα τους θα χει
τη παλι, τη θεα ευλυγισα
και δναμη.
Ξρουνε κολμπι, κωπηλασα, ιππασα, πλη,
ρχτε τους, τρξτε, χτυπστε,
υποχωρον, προχωρον, αντιστκονται, αμνονται,
εναι καλς σαν εναι μνες
ρεμες, καθαρς,
γεμτες με τον εαυτ τους.

Σε τραβω κοντ μου, γυνακα.

Δεν μπορ να σε αφσω,
δεν θα σου κανε καλ.
Εμαι για σνα κι εσαι για μνα!
χι μνο για χρη μας,
αλλ και για χρη των λλων.

Τυλιγμνη κοιμσαι,
με τους πιο μεγλους ρωες και βρδους.
Αρνεσαι να ξυπνσεις στο γγιγμα,
οποιουδποτε ντρα αλλ εγ...
Εμαι σες οι γυνακες
κι ανογω το δρμο μου.
Αυστηρς, σκληρς, μεγλος, ακαταμχητος,
αλλ σε αγαπ.
Δεν σε πληγνω πιτερο
απ' σο σου χρειζεται.

Χνομαι, για να γεννσω γιους και κρες.
Σε πιζω ελαφρ με αγεν μυ.
Ετοιμζομαι αποτελεσματικ,
χωρς ν' ακοω παρακλια.
Δεν τολμω να τραβηχτ
μχρι να καταθσω λο αυτ
που 'χει μαζευτε μσα μου τσο καιρ.

Μσα σου αποστραγγζω
τα μαζωμνα ποτμια του εναι μου,
Μσα σου τυλγω χλια χρνια μετ.
Πνω σου μπολιζω
τα μοσχεματα τα πιο αγαπημνα
εγ και λη η Αμερικ.
Οι σταγνες που σου στζω
θα γνουν γρια κι αθλητικ κορτσια,
νοι καλλιτχνες, μουσικο, τραγουδιστς.
Τα μωρ που σας φυτεω
θα πρπει να γεννσουνε
λλα μωρ με τη σειρ τους.

Θα γυρψει τλειες γυνακες κι ντρες,
το ξδι της αγπης μου.
Θα περιμνω ν' αλληλεπιδρον με λλους,
πως εγ κι εσ!
Διεισδω τρα.
Θα βασιστ στους καρπος
των νερν που αναβλζουν
απ' αυτος, πως κι εγ,
υπολογζω στους καρπος
των νερν που αναβλζουν...
Δσ' το μου τρα!
Θα ψξω για καλ γη,
να καλλιεργσω με αγπη,
γννηση, ζω, θνατο, αθανασα...
Αυτ φυτεω με τση αγπη τρα!
                                                                            Γουτμαν (μτφρ.: Πτροκλος)


                                           Courbet: Βακχς

14.
                     5η Ελεγεα

Στη ζστα του καλοκαιριο, στην κρη της ημρας,
να ξεκουρσω το κορμ, σ' να κρεβτι πλγιασα.
Το 'να παρθυρο κλειστ, τ' λλο ανοιχτ στεκταν,
που λγο φως εσκρπιζε, η ανταγεια στο ξλο,
και στο λυκφως δοντας, μια αναλαμπ ο λιος,
η νχτα στο ξεκνημα κι η μρα που χανταν.
Ττοιες ντροπιρες κοπελλις, σκοτδι πρπει να 'ναι,
τι χουν αθλητικ κορμ και γνωστες σου δεχνουν.

Μετ ρθ' η Κορνα μ' ελαφρ, μακρ, χιτνα,
τον σπρο κλυπτε λαιμ, η τρσα που κρεμταν,
σαν δκαιη Σεμραμις που πγαινε για πνο,
σαν Λαδα που 'τρωγε τους εραστς για δεπνο.
Της τραβηξα το φρεμα: λιαν, μα δεν με νοιζει,
ωστσο το προσπθησε να καλυφθε λιγκι.

Και προσπαθντας μταια να κρψει τα γυμν της,
τη πρδωσε η λαγνεα της κι αφθηκε σε μνα.
Εστθη εντελς γυμν στα μτια μου μπροστ
και φωνος δε πρφταινα να δρπω με τα μτια.

Αχρταγα κοιτζοντας παντο, χρια και μους δραξα!

Πως ταριαζε το στθος της στις πεινασμνες χοφτες!
Στο κντρο, λεα μια κοιλι κτω απ τα στθη της,
πσο μακρ το πδι της, τ ποθητς μηρς!
Μη τα πολυλογ, μας ρεσε, περσαμε καλ,
τα δυο κορμι μας κολλητ κι αφθη να πλαγισει.

Κρνε μονχος τα λοιπα. Στο τλος κουρασμνη,
θολ, με φλησε γλυκ, γυμν, στην αγκαλι μου.

Στλνε μου πιτερα, ω Ζε! ττοια γλυκ απβραδα!

                 
Οβδιος (μτφρ.: Christopher Marlowe 1602, ελλ. μτφρ Πτροκλος)


                                   Felicien Rops: Αναδεια (~1878)

15.
                                       Παρακλαυσθυρον*

Με κοιν μας επιλογ και σμμαχο την αγαπημνη Αφροδτη, γναμε ταρι.
Πον σα θυμμαι που με φιλοσες επμονα, σκορπζοντας στο κορμ μου τσο γλυκι σγχυση, εν εχες σκοπ να με παρατσεις και να διαλσεις την αγπη μας.
Δεν αντιμχομαι πια τον ρωτα που νιθω.
Αγαπημνα στρα και νχτα δσποινα, γλυκιο συνεργο, σφαλτα στελτε με σ' αυτν, που κι η δια η Αφροδτη, ρμαιο μ' οδηγε, εκε, που ο μεγλος ρωτας περιμνει να με τυλξει στα δεσμ του.
Συνοδοιπρος μου η μεγλη φλγα που καει τα σωθικ μου.
Ο λογοπλνος μαυλιστς του νου μου, αυτς που απ πντα του μεγαλοπιανταν,
αγνησε την αγπη μου δχως να φρει βαρι την αδικα που μου 'κανε.
Αυτ ειν' δικο για με και με πεθανει.
Οργζομαι! Τρελλανομαι! Καγομαι, μονχη μου!
Αφντη του νου, της καρδις και του κορμιο μου, χρωμτισε πλι την δεια μοναξι μου!
Δξου με, που σου ζητ διακας και με χαρ, να 'μαι δολα σου και μη με παραμερζεις καρδα!
Μεγλη οδνη χει ο μανιασμνος, χωρς ανταπκριση, ρωτας κι οδηγε στη τρλα.
Γιατ πρπει να υπομνει, να καρτερ και να ψνεται στις πρινες γλσσες της ζλειας.
Μθε πως σου 'χω απραντη κι ακατανκητη οργ!
Τρελλανομαι σα πλαγιζω ολομναχη στο κρεβτι μας, εν εσ αλλο δνεις και παρνεις χαρ!
μως δεν εναι σωστ να μαλλσουμε, γιατ θα πρπει να χωριστομε.
χουμε φλους να κρνουν και να μας συμβουλψουνε για δκιο κι δικο.
λα μαζ να τους μιλσουμε, χαρ μου, τμια, ξια, σωστ και λογικ, -αν κι ο ρωτας δεν χει λογικ!
Δες ρχοντ μου, πως μ' χεις καταντσει, αν και καλ και πιστ θα σ' υπηρετοσα!
Τρα πια δε μπορ μτε λιγκι στω να σε πλησισω, να σ' αγγξω!
Πς με παρατς τσι κρι μου, συ που πρτος και τσον επιδξια με γετηκε;
Που πρτος διβης τις πλες του νου και του κορμιο μου;
Ζηλεω και τους δολους ακμα που σε πλησιζουν, ,τι κι αν σκφτεσαι μ' αυτ!
Ανητα παραξενεεσαι που λω πως θαυμζω κενες που γνονται χαλκι στα πδια των αγαπημνων τους!
Αρρστησα! Χζεψα! Κι εσ αφντη κι ρχοντ μου, με πετς στην κρη!
Παρ' λο που σε σνα πρτο, για τη ψυχ μου σου μλησα... 

  * Σημ: Πρκειται για θρηνητικ τραγοδι που λεγταν παρ τη θρα του προσπου που παρατοσε το ταιρι του, απ το διο το ταρι κι ταν να (κατ τα λεγμενα) σνηθες φαινμενο κατ την αρχαιοτητα! Αυτ, αν το εν λγω τομο δε μποροσε, παραγγελταν σε κποιον κποια ποιτρια της εποχς! Το πρωττυπο κεμενο θα το 'γραφα κι αυτ και μλιστα με χαρ μου, μα απαιτε ειδικ γραμματοσειρ που εδ δεν υπρχει και σγουρα πια δε την χω μτε γω. Εναι να πολ πλοσιο κεμενο με τρομερς εικνες και λξεις και για τη μετφραση-παρφραση-απδοσ του, ευθνομαι μνον εγ. Σε πολλ σημεα υπερβην τα εσκαμμνα για να 'χει μια κποια λογικ και κπως σημεριν ρο κι σως να μη τα κατφερα καλα. Σε κποια λλα επσης, υπρχαν κεν κι αναγκστηκα να τα ..."γεμσω" προσπαθντας να κρατηθ στην υφ, στη χροι και στο στυλ του κειμνου.
     Τ το σημαντικ βρσκω και γιατ το αναρτ; Θα μποροσε να 'ναι απλ συνηθισμνο (κατ κποιο τρπο) ραβασκι πως τσα και τσα λλα, μα δεν εναι, κατ τη προσωπικ μου γνμη. Και τοτο γιατ το πθος, η εναλλαγ, οι εικνες, οι επικλσεις, οι φοβρες, η γλυκτητα κι εν γνει ,τι μα ,τι επικαλεται αυτ η γνωστη, αρχαα ποιτρια, μαρτυρ το ερωτικ πθος μ' να τρπο θαυμαστ. Τονε βρζει, τονε κατηγορε, τον εκλιπαρε, τον νοσταλγε, ζητ βοθεια, ζητ να γνει χαλ, θλει να τον... "σκοτσει", επιχειρηματολογε, κατεβζει Θεος και... δαμονες και... και... και... Κυκλοθυμικτητα, κατθλιψη και σχεδν στρεη θλψη, ρει σε κθε μα κθε φρση σα δκρυα ασταμτητα κι απαρηγρητα! Λγοντς του λο αυτ, αδειζει μ' λα σα λει και στο τλος αφνει τη φων της να σβσει, ξροντας πως δε πρκειται να καταφρει κτι και το σβσιμο αυτ μου ακογεται σαν νας λυγμς που πνγεται...

                                                     γνωστη αρχαα ποιτρια (απδ.: Πτροκλος)


                          Van Gogh: Γυμν Πλαγιασμνη Γυνακα

16.

                 Ειδλλια, Κμος ΙΙ

Για την Αμαρυλλδα μου θα πω να τραγουδκι
κι οι γδες βσκουν στο βουν, ο Ττυρος τις βσκει.
Βσκε τες γδες, Ττυρε, και φρε τες στο ρμα
κι χε το νου στο Λιβυκ και στο βαρβτο τργο,
τον τργο τον ξανθμαλλο, να μη σε κουτουλσει.

Πς δεν προβλλεις στη σπηλι να με καλσεις ν ᾽ρθω;
Μ᾽ εχθρεεσαι το δστυχο, γλυκι μου Αμαρυλλδα,
μπως τχα απ κοντ με βρσκεις πλατομτη;
Αμαρυλλδα αγπη μου, με κνεις να μαδσω
τ᾽ ολδροσο στεφνι αυτ που ᾽'χω για σνα πλξει
μ᾽ ευωδιασμνα σλινα και με μπουμποκια κστου*.

Αλμον μου! δε μ᾽ ακος; τ χω να πθω ο μαρος!
Ν, δκα μλα σου ᾽φερα· τα ᾽κοψα κει που μου ᾽πες·
ν, δκα μλα, και ταχι θενα σου φρω κι λλα.
Αχ! κοταξε τον πνο μου: Πς θελα να γνω
βομβολαλοσα μλισσα και ν ᾽ρθω στη σπηλι σου,
μες στον κισσ σου να χωθ, στη φτρη που σ᾽ ισκινει.

Τρα τον ρωτα νιωσα· σκληρς θες· λιοντρι
τον βζαξε κι η μνα του τον θρεψε στο λγγο.
Βαθι-βαθι ως τα κκαλα με κατακαει εκενος.
σο η ματι σου εναι γλυκι, τσο η καρδι σου πγος·
αχ! μαυροφρδα δξου με κι να φιλκι δσ᾽ μου.
Και τα φιλκια μοναχ χουν κι εκενα γλκα.

Θα βγλω τη φλοκτη μου στα κματα να πσω
απ το βρχο που ο ψαρς παραμονεει τνους·
κι αν δεν πεθνω, μως κι αυτ θενα σ᾽ ευφρνει εσνα
Το ξρω πως δε μ᾽ αγαπς· θλοντας να το μθω,
κρουσα μες στη φοχτα μου της παπαρονας φλλο
κι εκενο απομαρθηκε χωρς να κνει κρτο.

Μα κι η κοσκινομντισσα η σταχολγα η Γραω
κι αυτ που την ερτησα αληθιν μου το ᾽πε
πως εμ᾽ εγ τρελς για σε και συ δε με λογιζεις.
Φυλω για σνα κτασπρη και διπλομνα γδα,
που την ζητ η μελαχριν του Μρμνωνα δουλετρα·
σαν δε με καταδχεσαι σ᾽ αυτν θα τη χαρσω.

Παζει το μτι μ᾽ το δεξ· μπως την ανταμσω;
Θα γερω δπλα στη φτελι και θενα τραγουδσω
κι σως γυρσει να με δει· δεν εναι δα απ πτρα.
Την Αταλντη θλοντας να πρει ο Ιππομνης,
παρβγηκε στο τρξιμο κι εχε στα χρια μλα,
κι ευθς τον ερωτεθηκε μλις τον εδ᾽ εκενη.

ταν στην Πλο ο Μλαμπος φερε το κοπδι
απ την θρυ, γειρε στην αγκαλι του Βα
η ωραα Πειρ, της γνωστικς Αλφεσιβοας μνα.
Και μπως τχα ο δωνις, μες στα βουν τσοπνης,
δε μγεψε τσο τρελλ την μορφη Αφροδτη
που και νεκρ στον κρφο της σφιχτ τον εκρατοσε;
Μα και τον Ενδυμωνα ζηλεω που εκοιμθη
τον πνο τον αξπνητο, και τον Γιασων᾽ ακμα,
που απλαψε σα δεν μπορον οι αμθευτοι ν᾽ ακοσουν.

Πονε μου εμνα η κεφαλ κι εσνα δε σε μλει.
Θα πψω το τραγοδι μου και θενα πσω χμω
ν ᾽ρθουν οι λκοι να με φαν για να χαρε η καρδι σου.
Μέλι σου γίνει ο χαμός, γλυκό-γλυκ, στο στόμα.
                                                                                Θεκριτος (μτφρ.: Πτροκλος)


                                                Moreau: Αθην

17.
                Ελεγεες

Ι.

Επιτλους ρθ' ο ρωτας κοντ μου,
που θα ντρεπμουν πιτερο να κρψω,
παρ σε κποιον να αποκαλψω.
Η Κπρις απ' τις Μοσες μ' ηττημνη
τον εναπθεσε στην αγκαλι μου.
Κενη εκπλρωσε τις υποσχσεις της.
Ας σχολιζει τη δικ μου ευτυχα
ποιος δε γνρισε ολοδικ του.
Δε θα 'θελα' να στελω σφραγισμνη τη γραφ του,
μη τη διαβσει λλος κανες πριν απ' αυτν.
Μα πολ χαρομαι που χω κνει λθος,
διο με κουρζουνε της καλς φμης προσωπεα.
Ας μαθευτε: ξια γυνακα μ' ξιον ντρα χει πθος.

ΙΙ.
Πλησιζει η γενθλια γιορτ μου, φτος μισητ.
Πρπει χωρς τον Κρυνθο, στην ανιαρ εξοχ
να τη περσω μνη κι ρημη, θλιμμνα.
Τ 'ναι γλυκτερο απ' τη πλη; Και πς πει σε μνα,
τ' Αρτσο παγωμνος ποταμς και κατοικι εξοχικ μου;
Μεσσλλα κηδεμνα μου, που ανησυχες πολ για 'μ,
ηρμησε. Δεν εναι πντα ωραα τα ταξδια, αγαπητ.
Ψυχ κι αισθματα θ' αφσω 'δω, αν φγω μακρυ,
αν και στους ορισμος σου δε μετρ γνμη δικ μου.

ΙΙΙ.
Τα 'μαθες; Πταξε και πει τ' αθλητο ταξδι
κι η θλψη απ' τη καρδι του κοριτσιο σου.
Στη Ρμη θα 'ναι τρα στα γενθλι του.
Ας εορτσετε μαζ τη μρα της χαρς του,
δρο απρσμενο του πεπρωμνου του δικο σου.

ΙV.
Σ' ευχαριστε τσο πολ που ξεμακρανεις
και δεν σε νοιζει αν κνω καμμι τρλλα;
Σε νοιζουν πρνες; γναια που παρνεις
κι χι εγ, του Σρβιου η κοπλλα.
Ανησυχον σοι θα λυπηθον πολ για μνα
αν μθουνε πως αγαπ καττερ μου: εσνα!

V.
Κρυνθε, νοιζεσαι το κορτσι σου στ' αλθεια,
τρα που πυρετς με καει στο σμα και στα στθεια;
Α! Δε θα ευχμουνα την θλια να νικσω νσο
παρ αν ξερα πως θελες κι εσ το διο τσο.
Και πς θα μ' ωφελοσε να νικοσα με χαρ,
αν εσ την υποφρεις με απρθυμη καρδι;

VI.
Να μη γνομαι δικ σου, φως μου, με τη φλογερν
κι δια γνοια, πως μουν μλις λγες μρες πριν.
Αν στο παρελθν μου διπραξα μι' ανοησα
που γι' αυτνε μετανινω, μολογ με παρρησα,
εναι για εχθς τη νχτα που σ' αφκα μοναχ,
γιατ θλησα να κρψω, αχ!, το πθος το κρυφ!
                                                                                   Sulpicia (μτφρ.: Πτροκλος)


                           Delacroix: Γυνακα Με Λευκς Κλτσες

18.
                                            Φωτεινο ρωτες

     Δε  θα μποροσα ποτ να ξεχσω το ξενοδοχεο Thistle.
     Δε θα μποροσα να ξεχσω ποτ κενη τη παρξενη χειμωνιτικη νχτα.
     Της εχα ζητσει να δειπνσουμε κι πειτα να πμε στην περα. Το δωμτι μου ταν απναντι απ το δικ της. Επε τι θα 'ρχταν αλλ -θα μποροσα να κουμπσω το πνω μρος του δαντελνιου νυχτικο της, που σκλωνε ψηλ στη πλτη; Πολ καλ!
     Το φως της ημρας δεν εχε δσει ακμα τη θση του στη νχτα, ταν χτπησα τη πρτα της και μπκα. Φορντας τα εσρρουχ της απ καθαρ μετξι, πλεντανε σφουγγζοντας το πρσωπο και το λαιμ της. Επε πως κντευε να τελεισει κι αν θελα να καθσω λιγκι στο κρεβτι να τη περιμνω.
     Εχα την ευκαιρα να περιεργαστ τριγρω το θλιβερ δωμτιο. να βρμικο παρθυρο βλεπε στο δρμο. Μποροσε κανες να δει το γεμτο σκνη παρθυρο του πλυσταριο απναντι. Απ πιπλα, εχε να χαμηλ κρεβτι ντυμνο με κτρινο κλυμμα, κουρτνες με σχδια κληματαρις, μια καρκλα, ντουλπα μ' να κομμτι του καθρφτη ραγισμνο, να νιπτρα. Αλλ η ταπετσαρα με πνεσε φριχτ. Λωρδες της ξεκολλημνες, κουρελιασμνες κρεμντουσαν απ τον τοχο. Στα μρη που η ζημι τανε κπως μικρτερη, μποροσα να διακρνω αχν, τριαντφυλλα -μπουμποκια κι νθη- κι η μπορντορα να συνηθσμνο κι απλ σχδιο με πουλι, που μνον ο καλς Θες ξερε τ εδους. Κι αυτ ταν λο κι λο που πρλαβα να δω.
     Τη πρσεχα παραξενεμνη. Φοροσε το μακρ, λεπτ καλσν της, βλαστημντας ταν δε πετχαινε τα κουμπματα κι αισθνθηκα με σιγουρι πως τποτα μορφο δε θα μποροσε ποτ να συμβε σε κενο το δωμτιο και για κενην νιωσα λιγκι περιφρνηση, μικρ ανοχ, κατανηση και ναι... λγον οκτο. να θαμπ, γκρζο φως πλανιτανε πνω απ' λα και φνηκε να τονζει τη λεπτ γυαλδα των ροχων της και τη ζω της ολκερη και την κανε να δεχνει θαμπ, γκρζα και κπως κουρασμνη. Και κθισα στο κρεβτι και σκφτηκα:
     "Με τον ερχομ των γηρατειν ξεχν το πθος. Μνω πσω στη χρυσ πομπ της Νιτης. Τρα βλπω τη ζω, σαν απ καμαρνι θετρου".
     τσι δειπνσαμε κπου και πγαμε στην περα. ταν αργ, ταν βγκαμε στο πολυσχναστο δρμο, αργ, κι η νχτα εχε ψχρα. Μζεψε ψηλ τη μακρι φοστα της. Σιωπηλ πραμε το δρμο πσω στο ξενοδοχεο Thistle, με τα στολισμνα πατματα με μορφους χρυσος κρνους και τα σκαλοπτια απ αμθυστο.
     "Εναι η Νιτη νεκρ; Εναι η Νιτη νεκρ";
     Καθς περπατοσαμε στο διδρομο προς το δωμτι της, μου 'πε πως ταν ευτυχισμνη που 'χε πσει η νχτα. Δε ρτησα γιατ. μουνα κι εγ το διο ευτυχισμνη. Φνηκε σα μυστικ μεταξ μας. τσι πγα μαζ της στο δωμτι της να ξεκουμπσω λα κενα τα ενοχλητικ κουμπι. ναψε να μικρ κερ πνω σε κποιο κηροπγιο απ σμλτο. Το φως πλημμρισε το σκοτειν δωμτιο. πως να νυσταγμνο παιδ γλστρησε ξω απ το φρεμ της κι πειτα ξαφνικ, γρισε προς το μρος μου και τλιξε τα χρια της γρω στο λαιμ μου.
     Κθε πουλ πνω στη μπορντορα της ταπετσαρας ξσπασε σε τρλιες. Κθε τριαντφυλλο νθισε πνω στη κουρελιασμνη ταπετσαρα. Ναι! Ακμα κι η κληματαρι πνω στη κουρτνα, πταξε παρξενες φυλλωσις και γιρλντες που τυλιχτκανε γρω απ τα κορμι μας, σα πρσινη αγκαλι και μας κρατσαν ενωμνες με χλια κορδονκια.
     Κι η Νιτη δεν ταν νεκρ!
                                                        Mansfield (Leves Amores, μτφρ.: Πτροκλος)


                                               Ingres: Τουρκικ Λουτρ

19.

  To Ποημα Του Ντα

Εσαι δηλητηριδης, τοξικς,
κακς για την υγεα μου.
Εσαι πληστος, πονηρς, και κλφτης.
Με πληγνεις, με χρησιμοποιες,
με κακομεταχειρζεσαι,
καταχρντας την αγπη μου.
Αλλ τα γεμτα συγγνμη μτια σου,
καθς λες τα ψμματ σου,
με τρβανε ξαν πσω
και συγχωρ κθε αμαρτα σου.

Σε παρνω πσω ξαν.
Η αγπη σου εναι ρωγμ
στη πανοπλα μου.

Εμαι ββαια μαζοχστρια
Εσαι ο προσωπικς μου τρομοκρτης.
Ο βασανιστς μου.
Ο εραστς μου.
Ο ντας μου.
Ο φλος μου...

                                          Penelope Douglas (Bully Poem, μτφρ.: Πτροκλος)


                Αννυμος: Η Αγαπημνη Του Μαχαραγι (τλη 19ου)

20.

          Ελεγεα ΙΙΙ

Σκφτομαι το φλο σου.

Η καρδι μου αναστατνεται,
Σκφτομαι το φλο σου,
της ριμης κρης της μρας.

Αγγζω το μπουμποκι της χαρς,
εναι στην εποχ του
κι να αρχαο συνασθημα πεθανει,
εκφυλισμνο στον εγκφαλο.

Σκφτομαι το φλο σου,
αυλκι πιο γνιμο
κι αρμονικ απ τη κοιλι της σκις,
αν κι ο θνατος
κυοφορεται και φρεται,

απ τον διο τον Θε.

Ω συνεδηση,
Σκφτομαι, ναι,
για το ελεθερο θηρο,
που απολαμβνει .τι θλει,
που μπορε.

Ω, σκνδαλο! το μλι του λυκφωτου...
Ω, βουβς βροντς.
Μουγκρζω*...

 * Odumodneurtse (Βουβς βρυχηθμς, μογκρισμα.
Ο ποιητς εδ χρησιμοποιε τη estruendo mudo, ανποδα)

                                                                  Κασαρ Βαγιχο (μτφρ.: Πτροκλος)


                            Αννυμος: Φωτογραφα Νο 555 (~1890)

21.

                           Σοννττο

Εμ' η πιο δκαιη, μορφη, πρ' απ' τη πεθυμι.
Και κθε κνηση ρει απ' το νστικτο σωστ:
Ξρω πολ καλ, τ' γγιγμ μου καει σαν φωτι,
πως η φων μου τσιμπ τον νου σαν λρα που λαλ.
Εμ' η βασλισσα της αισθησιακς απλαυσης ξαν.

Το παρελθν στη δναμ μου, σφραγισμνο,
στα πδια μου, διχνει αγοραστς χλωμ παρν.
Το κρεββτι μου, με ρωμα απαλ, 'ναι μυρωμνο
Κι να παρξενο λυκφως ανθε σ' αγρα τρομερν.

Προσθστε σ' λ' αυτ, πως μοναχ μου ψλλω,
της σειρνας τα τραγοδια, να λυγσουν οι ψυχς
μες στη λεπτ, γλυκει, μελωδικ παγδα, θλλω.
Θες μ' κανε, θλιβερ, να κεντρ αγπης, χτες.

                    George Moore (Λουλοδια του Πθους, 1878, μτφρ.: Πτροκλος)


                     Henri Monnier: Χρωματισμνη Λιθογραφα (~1835)

22.

    Αληθιν Γυνακα

Μια κορμιο ομορφι πιο αποδεκτ,
απ την αψδα του γριου ρδου,
που στεφαννει τη πτση.
Να εναι ουσα πιο τυλιχτικ,
απ' το χυμ που 'χει στραγγσει στο κρασ,
μια συναρπαστικ εξασια μουσικ,
πιτερη απτο παθιρικο παλμ της Φιλομλας,
για να φωλισουν λ' αυτ
κτω απ να απαλ στθος.

Αυτ εναι το λουλοδι της ζως:
πσο περεργο πργμα!
Πσο περεργο να εναι αυτ
που μπορε να γνωρζει ο νθρωπος,
Αλλ σαν ιερ κρατ, κλεισμνο μυστικ!

Η δικ του θα του Ουρανο,
κρβει το πιο αγν βθος της ψυχς της
και τη πιο μορφη λμψη,
που απορρφθηκε στεν,
πως λα τα πιο αρατα.

Ο ερωτικς χυμς σε κματα,
το σχμα της καρδις, σφραγδα πρσινου.
Αυτ σκζει τον στρωμνο πγο,
κτω απ το χινι...
                                        Rossetti (Το Σπτι Της Ζως 1881 μτφρ.: Πτροκλος)


                                 Titian: Αναδυομνη Αφροδτη

23.

Μλισσα Μυριλευκ Μου Εσ

Μλισσα μυριλευκ μου ἐσ
πο ζουζουνζεις, μεθυσμνη ἀπ' τ μλια,
γρω στη ψυχ μου
κι ὅλο στροβιλζεσαι
μ τς νωχελικς μαζ τολπες τοῦ καπνοῦ…

Εἴμαι ὁ χωρς ἐλπδα ἐκεῖνος,
εἶμαι μι λξη εἶμαι χωρς ἦχο,
αὐτς πο ὅλα τ ’χει χσει
κα πο ὅλα τ κατχει.

Κι ἐσ εἷσαι ὁ στερνς μου κβος,
ὅπου στενζει μσα του ὁ στερνς μου φβος.
Στν ἔρημη γῆ μου εἶσαι τ ρδο τ στερν.

Ἄχ, σιγαλιν μου ἐσ!

Ἔλα! Κλεῖσε τ τρσβαθ σου μτια. Πεταρζει ἡ νχτα ἐκεῖ.
Ἔλα! ξντυσε τ περτρομο ἄγαλμα τοῦ κορμιοῦ σου.

Ἔχεις τρσβαθα μτια κα πεταρζει ἡ νχτα ἐκεῖ.
Ὁλδροσα ἔχεις ἄνθινα χρια κα ἀγκαλι ἀπ τριαντφυλλα.

Τ στθη σου μοιζουν μ κατλευκα ὄστρακα.
Ἦρθε στν κοιλι σου κι ἀποκοιμθηκε ὁ ἥσκιος
μιᾶς πεταλοδας.

Ἄχ, σιγαλιν μου ἐσ!

Κα ν ἡ μοναξι ἐδῶ, πο λεπεις ἐσ.
Βρχει. Κα ὁ μπτης ἔχει στρσει στ κυνγι
τος ἀδσποτους γλρους.

Τ νερ πλατσουρζει ξυπλυτο
στς λσπες τοῦ δρμου.
Κι ἐκεινοῦ ἐκεῖ τοῦ δντρου βογγοῦν,
σ ν 'ν' ἀνμπορα, τ φλλα.

Μλισσα μυριλευκ μου ἐσ κα ἀπμακρη,
ζουζουνζεις ἀκμα
γρω στν ψυχ μου. Ζουζουνζεις.
Ξαναγεννισαι μ τῶν χρνων τ γυρσματα,
περκομψη κα σιγαλιν.

Ἄχ, σιγαλιν μου ἐσ!
                                                                                                  Neruda


         Alexis Gouin: Γυμν Γυνακα Ανακαθισμνη (~1850 δαγκεροτυπα)
                                                 
24.

                  μνος

Στη πολυαγπητη, στη πιο μορφ μου
που φως γεμζει μου τη καρδι,
στο αθνατο εδωλο, στο σεραφεμ μου,
να μου "χαρε" παντοτιν!

Δροσοξεχνεται μες στη ζω μου
σαν να αγρι θαλασσιν
και την αχρταγη φρνει ψυχ μου,
σ' αθανασας πθο τραν.

Σα μυροφρι πντα σκορπζει
στην ατμσφαιρα γλυκι ευωδι,
σα θυμιατρι κρυφ καπνζει
λησμονημνο μες στη νυχτι.

ρωτα αμλυντε πως να σου γρψει
ο νους τις χαρς της αληθιν;
Σπρος του μσχου 'ναι που 'χουνε θψει
μσα στου τφου μου τη σκοτεινι

Στη πολυαγπητη, στη πιο μορφ μου
που 'ναι η χαρ μου κι λη μου η υγει,
στο αθνατο εδωλο, στο σεραφεμ μου,
να μου "χαρε" παντοτιν!
                                                                                                             Baudelaire


                               Αννυμος: Γυμν Γυνακα (~1895)

25.

χω Ανγκη Μια Μουσικ

χω ανγκη μια μουσικ
π' αμχανα θε να κυλει
στα ακροδχτυλ μου
αισθσεις σαν να οφελει
π' στα πικρ και μολυσμνα,
τρεμμεν ωχρ μου χελη,
βαθει, καθαρια μελωδα,
κι τσι ρευστ, αργ να πει.

Ω, παλι και χαμηλφωνη,
θεραπευτικ να με κουνει
τραγουδιο τραγουδισμνου
ν' αναπασει κουρασμνο νεκρ,
τραγοδι που να πφτει στο κεφλι μου
πνω σαν το νερ,
στ' ανατριχιασμνα κρα,
νειρο ξαναμμνο να φεγγοβολει.

Υπρχει να μαγικ
που 'ναι φτιαγμνο απ μελωδα
να ξρκι ανπαυσης
κι αθρυβης ανσας
και καρδι γαλνης,
που να βουλιζει
μες απ ξθωρα χρματα, βαθι,
μσα στην υποβρχια
την ηρεμα της θλασσας,
κι αρμενζει πντοτε
στο φεγγαρσιο πρσινο μιας λμνης
πιασμνη στου ρυθμο
και στου υπνο την αγκαλι.
                                                                                                                  Bishop


                          Peter Fendi: Μια Ιδιατερη Σκην (1835)

26.

   Ο Κπος Του ρωτα

Στον κπο του ρωτα επγα,
Και εδα κενο που δεν εχα ξαναδε:
να Ξωκλσι εχε χτιστε καταμεσς,
Εκε που παιζα συχν πνω στη χλη.

Και στο Ξωκλσι οι πρτες τανε κλειστς,
Κι "Απαγορεεται" γραφε πνω στη πλη
Κι τσι επστρεψα στου ρωτα τον Κπο
Που εχε πολλ υπροχα λουλοδια,

Και τον βρκα κατμεστο απ μνματα
Και ταφπλακες εκε που περμενα λουλοδια
Και Ιερες με μαρα ρσα περπατοσαν,
Και δνανε τους πθους μου και τις χαρς μ' αγκθια.
                                                                                                                     Blake


                             Gauguin: Aha oe feii? (Τ; Ζηλεεις;) 1892

27.

          Σερεντα
(αφιρωμα στο Λπε Ντε Βγκα)

Στου ποταμο τις χθες
λοζεται η νχτα
και στης Λολτας
τα στηθκια
απ ρωτα πεθανουν τα κλαρι

Γυμν η νχτα τραγουδ
στου Μρτη τα γεφρια
λοζει η Λολτα το κορμ της
με νρδους κι αλμυρ νερ
κι απ ρωτα πεθανουν τα κλαρι

Η νχτα απ γλυκνισο κι ασμι
φεγγοβολ στις στγες
ασμι απ ρυκια και καθρφτες
γλυκνισο απ' των μηρν της την ασπρδα 
κι απ ρωτα πεθανουν τα κλαρι...
                                                                                                                   Lorca



                      Guglielmo Plüschow: Φωτογραφα Νο 11664 (~1895)

28.

 Δωσ' Μου Τα Χελη Σου

Δωσ' μου τα χελη σου:
σαν λικο καρπ του Παραδεσου
που ξνοιξε πριν φρξουνε τις Πλες
και κανε τη ματι μου,
σαν τα πορφυρ εκενα νθη
που στζουνε διακριτικ, γλυκ φαρμκι,
σα στολδια κκκινα, σκληρ και κρα,
που τρυγημνα στη λαχτρα μου,
θα λυσουν με φωτι και με κρασ,
κρασ κρασιν, οπο μετρ το γινο χρνο,
φωτι απ' τις φωτις πιο δυνατ,
σε ουραν με στρα υπρλαμπρα γεμτο.

Δως μου τα χελη σου:
σαν γγιξες τα χελη μου με το χρυσ σου στμα
χωρς προσχδιο και οτε γιατρικ,
οτε κερθρα που γλυκ το μλι στζει,
οτ' λος βουλιαγμνο κτω απ' τον ρημο ουραν,
οτε το πρσινο, πικρ κρασ των θαλασσν,
οτε σταλτσες Παραδεσου Λθης,
οτ' λ' αυτ, μα οτε και το να,
θα προυν απ πνω μου τις φλγες, το κρασ,
π' αφσανε τα χελη σου απνω στα δικ μου.
                                                                                    Smith (μτφρ.: Πτροκλος)


                             Renoir: Λουμενη Με Μακρι Μαλλι

29.
                 Ο Αινιος Διλογος

Κι ο ντρας επε: πειν. Κι η γυνακα του’ βαλε ψωμ
στο τραπζι.
Κι ο ντρας απφαγε. Κι η γυνακα τον κοταζε πντα.
Κι η γυνακα επε: εσαι δυνατς, μα δε σε τρομζω.
Κι ο ντρας επε: εσαι μορφη κι μως φοβμαι.
Κι ο ντρας δειξε το κρεββτι τους.
Κι η γυνακα ανβηκε, σαν τοιμη για θυσα.
Κι ο ντρας επε: διψ. Κι εκενη σκωσε, σαν πηγ, το
μαστ της.
Κι ο ντρας την γγιξε. Κι η γυνακα επληρθη.
Κι η γυνακα ακομπησε ταπειν το κεφλι της στα πλευρ
του. Και κενος κοταζε πρα, πολ μακρι.
Κι ο ντρας επε: θα’ θελα να’ μαι θες. Κι η γυνακα επε:
θα γεννσω σε λγο.
Κι η γυνακα αποκοιμθηκε. Κι ο ντρας αποκοιμθηκε.
Και μια μρα καινορια ξημρωσε.
                                                                                         Λειβαδτης


                                               Goya: Γυμν Μγια

30.

       Η Αγκαλι

Θλω να σε χορψω
Να σε κρατσω αγκαλι
Να κλεσω τα χρια μου γρω απ το κορμ σου
Σε χορ θεκ
Κι ταν οι χτποι της καρδις σου
να θα γενον με τους δικος μου
Θα πεθνουμε πνω στο φιλ
Αινιοι εραστς αυτο
Που δεν αποκτσαμε ποτ.
                                                                                                     Πτρος Πτρου


                                             Rembrandt: Δανη
31.
                   ρωτας

Να σου γλεψω τα χρια, να σου γλεψω τα πδια –
η αγπη κερδζεται με την υποταγ.
Δεν ξρω πς αντιλαμβνεσαι εσ τον ρωτα.
Δεν εναι μνο μοσκεμα χειλιν,
φυτματα αγκαλιασμτων στις μασχλες,
συσκτιση παραπνου,
παρηγορι σπασμν.
Εναι προπντων επαλθευση της μοναξις μας,
ταν επιχειρομε να κουρνισουμε
σε δυσκολοκατχτητο κορμ.
                                                                                         Χριστιανπουλος


                          Anonymous: Γυμν Γυνακα Προκαλε (~1850)

32.

   Langueur d' Αmour
    (Η Γλσσα Της Αγπης)

Αχ, να φιλοσα τα δυο χελη σου,
τα πορφυρ σου χελη, τσο,
τσο τρελ και τσο αχρταγα,
που απ' τα φιλι να τα ματσω...

Να τα ματσω τα δυο χελη σου!
Τα χρια να σου πλξω γρω
και μες στα βθη τα ολοσκτεινα
των μαρων σκιων να σε σρω...

Και να μου λες: "Μη τα χειλκια μου!
Μην τα ματνεις, τι σου φτανε;
Αχ, μου πονσαν τα χειλκια μου!
Σνει, γλυκ μου αγαπημνε!...".

Και να περννε τα μεσνυχτα,
οι αυγολες, οι βραδις, οι χρνοι,
και να σου λω: "Ακμα, αγπη μου,
ακμα, αγπη μου... Δε σνει!...".
                                                                           Λαπαθιτης


                Anonymous: Σκεπτικ Γυμν (δαγκεροτυπα ~1885)

33.

                                                 Φαντασα ... ;

     Κποτε, η φλη μου διηγθηκε μια παρξενη ιστορα... Εχε χσει το δρμο της -λλειψη προσανατολισμο λγεται κι εναι σνηθες φαινμενο σε κορτσια- κι πεσε πνω σ' γνωστο δρμο. Βρισκτανε σ' να δσος, τσι σταμτησε το αυτοκνητο, σβησε τη μηχαν και βγκε ξω να ρξει μια ματι μπας και βρει κρη για το που βρισκτανε. Κοταξε στο ρολι της κι εδε την ρα: τανε 5'.18'' κι πως τανε χειμνας, εχε αρχσει να βραδυζει. Δεν κλωσε καθλου -κι αυτ μου κανε μεγλη εντπωση- αντθετα μλιστα, η περιργει της κρωσε. Πρσεξε να μην απομακρυνθε πολ και χσει το δρμο, αλλ ρριξε μια καλ ματι ολγυρα.

     Δυο τερστιοι γπες, τη παρακολοθοσανε προσεχτικ χωρς να τους χει πρει χαμπρι εξ αρχς. Αυτο οι γπες εχαν ανθρπινα σματα, μου επε, και τη πλησισανε θαρρετ. Της συστηθκανε κανονικ, με ονματα που ξχασε μετ, γνωστα σε κενη -και σε μνα, να πω την αλθεια- κι ευγενικ της πρανε τα χρια και περπατσανε μαζ. Κανες απ τους δυο, δεν κανε κτι πρεπο να δεξει λλειψη σεβασμο. Ο νας την γγιζε ευγενικ, εν ο λλος της μιλοσε με σεβασμ, κι εναλλξ. Ττε, ξαφνικ, οι δυο γπες, γεμζανε το κορμ της τρυφερ φιλι, στο λαιμ, στη πλτη, ακμα και στα δχτυλα των ποδιν της κι αυτο οι δυο ντρες τανε πανμορφοι, με ολχρυσα μτια, με γλυκει ερωτικ φων που τη συνεπρε ολτελα κι εντελς διοι. Πρτη φορ στη ζω της εχε δυο τσον μορφους ντρες, που να περιποιονται τσο γλυκ το κορμ της συγκλαδοκορμρριζα και να τη κλενουνε παντοθε. νιωσε να δρπεται παντο κι απ παντο, χωρς μως πανικ, αντθετα, η κψα στο κορμ της σο πγαινε και μεγλωνε. νιωθε μαγεμνη, κλεισμνη, παγιδευμνη, φυλακισμνη εντελς, μσα στις τρυφερς αγκαλις τους κι η κψα της αντ να σβνει, μεγλωνε συνεχς. σπου, διαλυμμνη, σκορπισμνη καθς ταν, πως μου επε, γινε να κμα ολκερο, μια πρινη λβα φωτις που 'βγαινε απ παντο στο κορμ της...
     Οι δυο γπες, χορτασμνοι, τη πισαν απ τα χρια ξαν, πρθυμοι να την οδηγσουνε πσω, μη τυχν και χαθε. νιωθε να 'χει δρεφτε μχρι σταγνας, ευτυχισμνη και χορτασμνη κι αυτ, χαμογελντας, οτε κατλαβε πως βρθηκε ξαν στο αμξι της. Σκωσε το κεφλι απ' το τιμνι και κοταξε ξαν το ρολι της: εχε πει 5'.21''.βαλε μπρος τη μηχαν κι εγκατλειψε το δσος. Το χαμγελ της μως εχε μενει!
     Δεν φυγε, παρ πολ-πολ αργτερα...
                                                                                                          Πτροκλος



                               Rembrandt: Μπνιο Στη Βηθεσδ

34.

        Ωδ Στη Μελαγχολα

Μη! χι μη! Στη Λθη να μη πας
και μη γουλι τ' ακνιτου να πιεις αναζητς.
Στο γαλαν σου μτωπο ποτ να μη δεχτες
πικρ Φιλ του Στρχνου και ας εναι δα,
δρο λικο, της Περσεφνης και της γης.
Θα φτιξεις κομπολι με του Στμου τους καρπος;
Αλθεια της θλιμμνης σου ζως;
Μα πς αντχεις χροντα τριζνι να τη δεις,
πεταλοδα νεκρικ στης Θλψης τη πλαγι;
Το μοιρολι του γκινη να 'χεις συντροφι;
Φυλξου! Για' θα 'ρθει αχνς σκιος στη σκι.
για να σου πνξει την αναη αγωνα της ψυχης...

Μα σαν σκεπσει ο ζφος τη μελαγχολα σου
και ξφνου ψληλαθε νφος απλσει δακρυσμνα
σκεπζοντας, πταλα ανθν τα λιποθυμισμνα,
και λφους πρσινους, νεκρικ σεντνι τ' Απριλιο,
ττε τη θλψη χρτασε, με δρσο ρδου πρωινο,
στο ουρνιο τξο που με κμα σπει, τ' ακρογιαλιο,
στη παινια π' στου πλοτου του βασιλικο
κι αν θυμωμνη 'ναι μια μρα η λατρεα σου,
το χρι της φυλκισε και ας λυσσομαν
και πιες λη τη φλγα που τη καει βαθι
μσα στα σμαραγδνια μτια τα θολ!

Μσα στην Ομορφι, Μελαγχολα βλαστνει,
την Ομορφι που πρπει πντα να πεθνει
και πντα η Χαρ εν' τοιμη να πει το "Γει".
Εκε κι ο πθος Ηδονς, σε δηλητριο γυρν,
εν αχρταγα το στμα το μελρρυτο ρουφ.
Ω, ναι! Κει μες στης ηδονς το θαυμαστ να,
πεπλο φορντας μαρο, το δικ της ιερ,
αθατη απ' λους η Μελαγχολα χει στσει.
Εκτς κι αν κποιου αδμαστη γλσσα τολμσει
και Χαρς σταφυλ ημπορσει να σπσει
πνω στον ουρανσκο του αν το θελσει.
Μα ττε η πανσχυρη η Θλψη θ' αναρπσει
τη θαρραλα του ψυχ, καταμεσς εκε ψηλ
στ' αραχνιασμνα τρπαι της να κρεμσει.
                                                                                    Keats (μτφρ.: Πτροκλος)


         Toulouse-Lautrec: Ποθητ Μαρη, Η Αφροδτη Της Μονμρτρης

35.
                                                    φις & Κρνο
(αποσπ.)
   ...νας πθος γλοιδης σρνεται μσα μου και ζητ να μθει λα τ' σεμνα λγια που ξρεις. Θλω να ιδ να βεβηλνονται μοvαχ των τα χελη Σου τα ντροπαλ. Να μη κοκκινσεις καθλου, να μη διστσειs, νχεις πολξερο το στμα και τολμηρ το βλμμα κι σεμνη τη στσn. Ν' ανεβον λοι Σοu οι ακθαρτοι στοχασμο κι οι ακλαστες καμπuλτητες των γραμμν χεροπιαστς και λγνες σε λιτανεiαν αναιδ μπροστ στο γαλμα της Ασταρθ. Θχομε τα Πριπεια της αγπης μας, ω Δστυχη. Θμαι ακνnτος μπροστ Σου και θα Σε κοrrζω μσα στα μτια. Να μη μου κρψεις τποτε! Να μη μοu κρψεις τποτε και να μου φτσεις λα τ' σεμνα λγια που ξρεις. σως και μπορσεις να με κμεις vα νοισω κποια καινοργια κι γνωστη ηδον. Την ηδον της περιφρνησης και της αηδας και τnς βεβλωσης μιας αγπης. Θα Σε σφξω ττε με τον εναγκαλισμ των ζων μσα στη νχτα των οργασμν. Και θα νοιωσω να σπαρταρ στα χρια μου μσα κτι δικ μου, να δημιοργημα του πνου μου -vα κορμ που το διπλασα εγ και το διφθειρα εγ- ργαvo σρκινο της ανας μου και της βαθεις αγιτρευτης διαφθορς του voυ μου. Θα Σε σφξω λη γιατ θσαι λη δικ μου και θα νοισω επ τλους απνω σου τον θραμβο τον μεγλο που νοιθουν λοι οι μεγλοι Κατακτητα κι οι μεγλοι Καταστροφες και οι Δημιουργο...
                                                                                                         Καζαντζκης


                     Auguste Belloc: Νφη Στη Γαμλια Νχτα (~1855)

36.

Μ' Aρσει Tο Σμα Mου ταν Εναι Με Το Σμα Σου

Μ' αρσει το σμα μου
ταν εναι με το σμα σου.
Εναι κτι εντελς πρωτοφανς.
Μες καλλτεροι και νερα περισστερα.
Μ' αρσει το σμα σου.
Μ' αρσει αυτ που κνει,
Πς το κνει.
Μ' αρσει να νιθω
τη σπονδυλικ σου στλη
και κθε κκκαλο του σματς σου
και την τρεμουλιαστ
σφιχτ-απαλτητα
και αυτν που θα φιλσω,
μ' αρσει να φιλ αυτ,
κι εκενο πνω σου,
μ' αρσει, να χαδεω αργ
το ανασηκωμνο χνοδι
της ηλεκτρικς σου γονας
κι αυτ που ρχεται
μσα απ σρκα που ανογει…
Και μτια μεγλα ερωτοψχουλα
κι σως μ' αρσει η συγκνηση:
κτω απ μνα εσ πρωτοφανς.
                                                                                                     E.E Cummings


       Gauguin: Aïta tamari vahine Judith te parari (ννα Η Χαβανζα)

37.
             
    Απολογα

Δεν χω παξει γι' ευγενστερην αγπη
απ 'σ, με το λαγοτο απ νεφρτη.
Οτε σε κενο το υπροχο φαγκττο,
το φτιαγμνο απ κρατα Κενταρου
και καλοκουρδισμνα τα κομμτια του
με διφανα του φεγγαριο πετρδια.

Αυτ που λευτερσανε τα παιδικ μου χρια,
πεσε σ' να ιερ κι γιο μρος
και π' στη πιο μελωδικ του ντα,
βγκ' απ' το δντρο μια καφετι δρυδα
και τσορμο ρθαν τα χλωμ βαμπρ με χρια,
γλυκτερα απ' τους λωτος τους πατημνους.

Δεν χω κνει ττοιες μελωδες,
αυτς που λνε ξρκια μαγικ,
αλλ θα πλξω κποια φθινοπρου μρα,
τραγοδι, να 'χει τη δικ σου ομορφι,
φτιαγμνο μ' χι μυστικος σχεδιασμος
κι απογοτευσης παθιρικες χορδς.

Να πω, μ' χι συνηθισμνα λγια
για δυο πουλι του φθινοπρου
που 'χαν οδηγηθε σε ξεχασμνους ουρανος
κι εχανε δρψει σπνιους αστρες
π' απ' το γρασδι πρβαλλαν, σαν τα μαλλι σου,
να κλψουνε το μπλε, απ τα δυο μτια σου.
                                                                                Smith (μτφρ.: Πτροκλος)


                                  Degas: Γονατισμνη Γυνακα

38.

                  Η Ψυχικ Αυγ

ταν το φως της ρχνει η αυγ το λευκορροδισμνο
στους γλεντοκπους και γροικον σαν τψη το Ιδεδες,
κτι το εκδικητικ και το μυστηριδες,
ν' γγελο στο κτνος τους, ξυπν, το ναρκωμνο.

Των ψυχικν ττε ουρανν τ' φθαστο γαλαν,
για κενον που ρεμβζει ωχρς και που υποφρει ακμα,
ανογεται και τον τραβ καθς βαρθρου στμα.
τσι, γλυκι Θε μου, αγν Πλσμα και φωτειν,

στα καπνισμνα ερεπια των ηλιθων γλεντιν,
πιο φωτειν, πιο ρδινη, πιο ωραα η θυμησ σου,
αδικοπα στα εκστατικ μτια μου φτερουγζει.

Ο λιος εσκοτενιασε τη φλγα των κεριν·
τσι νικτρα πντοτε, μοιζει η σκι η δικ σου
με τον αθνατο λιον, ω ψυχ, που φως σκορπζει!
                                                                                                              Baudelaire


                                     Degas: Μετ Το Μπνιο

39.

      Η Απουσα Της Μοσας


Ω!, Μοσα, πο χασομερς;
Μπως σε κθε γη του Κρνου,
Που τη φωτζουνε φεγγρια και νοφαρα;

Σε ποια μητρπολη ψηλ στον ρη, τχα,
Ν' ακος τα γκονγκ της τρομερς, απκρυφης εντολς,
Και τις σλπιγγες να παζουν απ' το γιαλ, τον γνωστο γιαλ
Ηπερων που κατατροπθηκαν στους παλαιος πολμους
Που ξεκνησαν αρχαοι βασιλιδες;

στις αμμοσρτεις
Απ τις θλασσες στην Αφροδτη
Που αποτραβιονται απ' την μμο
Tου θρυμματισμνου μργαρου με τα χλια χρματα;

Συ ραγε μαδς τ' νθη του πορφυρο φυκιο
Και τα τριαντφυλλα απ τα μπλε κορλλια,
Για τα μαλλι σου;

Μπως τχα, χοντας φγει πρα
Απ το βρυχμενο ζωδιακ,
Μεταφρζεις την ιστορα των γινων νων
Και τα γινα τραγοδια τους
Στους τραγουδιστς του Βωμο;
                                                                 Smithτφρ.: Γιννης Καραγιαννκης)


                                      ModiglianiΓυμν Γυνακα

40.

Η Κατρα Των Ερτων

Πρνη αγπη
κθε φορ πιο πσω
πιο φτωχς κθε φορ
μγισσα κι πιστη
στον ομφαλ του χους
τα ξρκια περισσεουν
ρπουν οι γλσσες της φωτις
στα πδια των ερτων
κατρα στους ρωτες!

μνο να κανε
μνο να γλεφουν πτρες
να σρνονται στους λιους
και να παλεουν για νερ
και να μη βρσκουν
και να γλιστρον
να πνγονται στον δρω τους
ειρωνικ στο πριν
στο γλιο αθα
στη λθη βιαστικ
κατρα!
να φεγουν
κορμοι να τρμουν
να τρμουν και να χαρονται, κατρα!
να μην αντχει να τους δει
κρη ματιο
να μη βαστει το βρος τους το χμα
να σπνε
να μοιρζονται
σε δυο
σε χλια
σε πειρα
ν' ανατριχιζουν πρους ανοιχτος
φακιρικ να γρνουν
να κοιμονται
γρυπνο πνο
ατθασο
στιγμς να μη γνωρζουν
να πλουν σε φλβες κοφτερς
κατρα των ερτων
φβο να μη γνωρζουν
μνο ηδονς και λισιμο
βορς να γνονται
στ' αγγγματα ν' αντχουν
τους ανυπτακτους αυτος
τους μοιρους
να τους ορζουν μορες
να τους δωρζουν μορες
μορες θνητς
αυτος, τους ημιθους
καταραμνους ρωτες...
                                                                                    Παναγιτα Πετροπολου


                                       Mario Tauzin: τιτλο (~1928)

41.

                  Στη Ναταλα

Πολεμιστς, μπροστ στον πνο γονατζω·
μπροστ στον βρχο τον ασντριφτο σωπανω·
τη σκψη μου στα μαρα γκατα βυθζω
και βλπω, Κρη, να φιλς τον Ματωμνο.

Και λες: "Το πρσωπ του πντα ψηλαφζω
και στον αρα της νυχτις τον ανασανω
τον 'Αγγελο του ρωτα και πλι σφζω
απ' της Αγπης τον παλμ τον μακρυσμνο
".

Κι εγ στην πτρα κποιος πντα που σκαλζει
το οργισμνο της Αγπης σου το κμα
καθς ξεσπ κι υψνεται κι αφρζει

στο πντα αταριαστο για τις Αγπες μνμα...
... Σιωπ... Μια θρμη απλνεται -και σε καλπτει-
απ την αδιαπραστη της Μορας κρπτη...
                                                                                               Θεοδσης Βολκφ


               Feodor Rojankovsky: Σκην Απελπισας (λιθογραφα 1948)

42.

      Για Την ννυ
 
Ευχαριστ τον Ουραν!
Κρση και κνδυνος εναι πια παρελθν
Η νσος μου η παρατεταμνη
τελεωσε και ο πυρετς
λγεται πλον "ζωντανς"
και η πορεα του πετυχημνη.

Δυστυχς πλον τρα λογαριζω
και λυπημνος απ' τη δναμ μου,
μηδ κινντας οτε μυ μου
κθε που ψμματα αραδιζω,
αλλ δεν χει σημασα, τελικ.
Επιτλους εμαι τρα πια καλ.

Τρα που ξεκουρζομαι ρεμα,
βλπω απ' το κρεββτι μου
σαν νας παρατηρητς,
να μοιζω πλον με νεκρ
και λω και ν' αρχσω,
σαν να με σκφτομαι νεκρ.

Η γκρνια και το βογκητ
οι στεναγμο, το δκρυ,
συχσαν τρα πια τελεως.
Με το φριχτ χτπημα αυτ
-αχ, στη καρδι ταν φριχτ-
και καρδιοχτπι τρομερ.

Η αρρστια, η ναυτα
κι ο θλιος ο πνος,
πψανε με τον πυρετ μου.
Μου τρλλαινε τη σκψη
αυτς o "ζωντανς" ο πυρετς,
καψε το μυαλ μου.

Κι απ' λα μου τα βσανα,
αυτ ταν χειρτερο
κι χει υποχωρσει -τρομερ
το βσανο της δψας
για το ποτμι ναφθαλνης
του πθους του καταραμνου-,
εγ πινα πολ νερ
που σβνει αυτ τη δψα.

να νερ που ρει
με χο νανουριστικ
απ πηγ σε λγα μτρα
κτω απ την επιφνεια της γης,
σε μια σπηλι, χι μακρυ,
και κτω απ' το δαφος.

Κι αχ! μη τ' αφσετε ποτ,
επε, να εν' ανητο τσο,
γιατ το δμα θλιβερ
και το κρεββτι μου στεν,
γι' αυτν που δεν κλεισε μτι
ποτ σε διαφορετικ
και πρπει, για να κοιμηθες,
πντα τον πνο να καλες
σε τοτο το κρεββτι.

Το πνεμα μου ξεγελασμνο
και ρεμα αναπαυμνο,
ξεχνντας ποτ να μη λυπται
τα ρδα του -τις ταραχς του-,
τριαντφυλλα και τις μυρτις του.

Και τρα εν' σω συχα,
ψμματα θα φαντζεται,
μια πιο γερ οσμ
για τοτα, με πανσδες,
μια μυρωδι δενδρολιβνου
-με τον πανσ, συνδυασμ-
μ' απγανο κι υπροχους
πουριτανος πανσδες.

Κι τσι βρσκεται ευτυχς
να κολυμπει σε πολλ,
σε νειρο αληθιν
-κι η ομορφι της ννυ-
μες στο λουτρ πνιγμνος,
στις ννυ τις κοτσδες.

Γλυκ-γλυκ με φλησε,
με χιδεψε μ' αγπη,
κι στερα γειρα απαλ
να κοιμηθ στο κρφο της.
Βαθι αποκοιμθηκα
στους παραδεσους των μαστν της.

ταν εσβστηκε το φως,
με τλιξε ζεστ
και προσευχθηκε σ' αγγλους,
να με κρατσει ασφαλ.
Ζτησε απ' των αγγλων τη βασλισσα
να με φυλξει απ κακ.

Και κετομαι τσο ρεμα
τρα στο κρεββτι μου,
(ξροντας την αγπη της),
να με φαντζεται νεκρ
κι αναπαομαι ευτυχς,
τρα στο κρεββτι μου
(με την αγπη της στο στθος).
Να με φαντζεται νεκρ
και να ριγ κοιτντας με,
στη σκψη της, νεκρς.

Μα η καρδι πιο φωτειν
μου εν' απ' λα τ' λλα.
Στον ουραν τ' αστρια
λμπουνε με την ννυ.
Λμπουν μ' λο το φως της,
της ννυ την αγπη-
στη σκψη του φωτς της,
στης ννυ μου τα μτια.
                                                                                       Poe: (μτφρ.: Πτροκλος)


                            Picasso: Ερωτικ Σκην

43.

              Το Τραγοδι Της Γιασοντρα

Τα κκκινα, ιερ γυμν του πλματα κοσμε τλειος τροχς*
Τα μακρι του πδιλα με φωτειν σημδια κοσμημνα.
Τα πδια του με διφορα σημδια διδαχς διακοσμημνα.
Πργματι, αυτς εν' ο πατρας σου, των νθρωπων λιοντρι.
Εν' νας πργκηπας ευασθητος, της Σκυα καμρι.

Το σμα του γεμτο με σημδια: στχος η ευημερα.
Πργματι, αυτς εν' ο πατρας σου, των νθρωπων λιοντρι.
Σαν τη πανσληνο εν το πρσωπο του, σα φεγγρι.
Σ' ανθρπους και θεος πντοτε εν' αγαπητς.
Βδισμα μορφο, του ελφα ευγενν φυλν, με ηρεμα.

Πργματι, αυτς εν' ο πατρας σου, των νθρωπων λιοντρι.
Εν' ευγενς, βαστ γερ απ γενι πολεμιστ.
Τα πδια του απ θεος κι ανθρπους χουν τιμηθε.
Στο νου του συγκεντρνεται ηθικ, ο ιερς σκοπς.
Αυτς εν' ο πατρας σου, των νθρωπων λιοντρι.

Μακρι κι μορφη η μτη του, καλοσχηματισμνη χρη.
Μεγλα κι μορφα, σαν μιας δαμλας, βλφαρα δια.
Τα μτια του σκουρχρωμα, ουρνιο τξο, σκορα φρδια.
Πργματι, αυτς εν' ο πατρας σου, των νθρωπων λιοντρι.
Λεος και στργγυλος, καλοσχηματισμνος του ο λαιμς.

Σαγνια χει δυνατ σαν το λιοντρι.
Κορμ χρυσ, σαν των θηρων βασιλι.
Αυτς εν' ο πατρας σου, των νθρωπων καμρι.
χει βαθει φων, γλυκει και μαλακι.
Η γλσσα του εναι πορφυρ πως το κινναβρι.

Τα δντια του λευκ σε κθε τους σειρ, σαν το μαργαριτρι.
Αυτς εν' ο πατρας σου, των νθρωπων καμρι.
Σκουρχρωμο και μορφο μαλλ και λαμπερ.
Το μτωπ πλατ, σα καλογυαλισμνο πιτο εναι χρυσ.
Η τοφα μες στα φρδια του, ωραα σαν στρο πρωιν.

πως το πλθος αστεριν, λ' ακλουθν φεγγρι,
τσι και ο πατρας σου των νθρωπων λιοντρι,
το μονοπτι τ' ουρανο ακολουθ σωστ
και γρω αστρκια οι μοναχο, ακολουθν πιστ.
Αυτς εν' ο πατρας σου, των νθρωπων καμρι.

* Ντρμα=dharma, κκλος γνσης/διδαχς.
Εδ μιλ στο γιο της, για το σζυγ της και πατρα του,  τον Βοδδα.
                                                                           Yasodharā (μτφρ.: Πτροκλος)


               Munch: Η Rosa Meissner Στο  Ξενοδοχεο Rohn (φωτ. 1907)

44.


       13 Αρχαα + 1 Επιγρμματα:

1
Στα κορφοβονια τα ψηλ, πολλς φορς,
εκε ποποτε χαρονται θεο και οι θες,
κρατντας μαλαμτινο στο χρι αγγεο,
-τραν σαν κενο που 'χουν οι βοσκο-,
ρμεξες μνη, λιονταρσιο γλα απ κει,
κι φτιαξες χλωροτρι, μορφο και θεο.

2
Ω! πια δε μου βαστον τα γνατ μου λλο,
γλυκλαλες, μελρρυτες παρθνες, πως πρτα,
θα 'θελα να 'μουν αλκυν στο κμα το μεγλο,
να γλεφω πνω τον αφρ ξυστ λαφροπετντα',
με τ' λλα αλκυονπουλα κι τρομος στη καρδι μου,
την νοιξη να προμην στα ροδογλαζα φτερ μου.
                                                                                          Αλκμν (μτφρ.: Πτροκλος)
3
Προτο σε κλνη, ο Γργιππος, να δει γυνακας σμα,
τη Περσεφνη αντμωσε, βαθι στο μαρο χμα.
                                                                                      Αννυμος (μτφρ.: Πτροκλος)
4
Εξντα πια η Χαριτ, μα χρνια δε μετρνε,
κορκου κμη και βυζι, χει που σε κεντνε,
απ τη σρκα της σταλ, μρο και αμβροσα
και δρμα ατσαλκωτο, χαρτων πανδαισα.
Εσες λοιπν που θλετε να δσετε παρδες
σπεστε και μη μετρσετε των χρνων τις δεκδες!
                                                                                        
5
Κποια Παφιτισσα Δημ ηρσθην, -τι ερωνεα
μετ μα Σαμιτισσα Δημ, -χωρς αστεα,
τρτη, απ' τις Υσις Δημ, -πγωσα σαν την εδα
και μια τταρτη Δημ, απ την Αργολδα.
Οι Μορες κτι ξρανε και δσαν τ' νομ μου:
Φιλ-δημος! Κποια Δημ θα παρνει τα μυαλ μου!

6
Με λγνο βλμμα, σμα με γλυκει φων
και της Ξανθππης η φωτι, σε σιγοψνει.
χου ψυχ μου! Θα σε κψει σα καμνι.
Δε θα γνωρζεις πς, πτε. τ και γιατ
και θα τα μθεις ταν στχτη θα 'χεις γνει.
 
                                                                                    Φιλδημος (μτφρ.: Πτροκλος)

7

Λουζταν κι πεφτε νερ στου κοριτσιο τα στθια,
που σλευαν, μλα χρυσ, στο γαλατνιο σμα.
Πς οι γλουτο της τρβονταν και μοιζανε, αλθεια,
να εναι πιτερο υγρο κι απ’ το νερκι ακμα...
Φουσκνει το μουνκι της, μπροστ το χρι βζει,
μα σο και να το 'θελε, λο δεν το σκεπζει.

8
Μαλλνανε τρεις κοπελις, ποι το 'χει πιο ωραο:
Η Ροδπη, η Ροδκλεια και η Μελτη αντμα.
Και στθηκαν διες θες, γυμνολες να τις κρνω.

Της πρτης λαμπε ακριβ στο μσο, το μηραο,
σαν κκκινο τριαντφυλλο που τρμει στο αγιζι.

Της δετερης λαμπριζεν υγρ κι λο αντρα,
σαν το γλυπτ που τλειωσε και σε να σταλζει.

(της Μελτης λεπει...)

Αλλ εγ γνωρζοντας του Πρι τη λαχτρα,
βρβευσα, μοια και τις τρεις, με το δικ μου κρνο!
                                                                                      Ρουφνος (μτφρ.: Πτροκλος)

9
Μες στου δσους τη σκι στον πνο δοσμνο,
διο Κπρης, ροδομγουλο γιο πλαγιασμνο.
Βλη, τξα, φαρτρα, στο κλαρ κρεμασμνα,
εδα, με χαρομενα ρδα τριγρω ανθισμνα,
κοιμισμνος γελοσε. Κι απ πνω μελσσι,
να γλυκνει τα χελη του, μλι εχε χσει.

Σαν στρο λαμπες τ'ς αυγς
πριν κατεβες στον δη.
Κι Αποσπερτης στων νεκρν
πια φγγεις το σκοτδι.
                                                                                       Πλτων (μτφρ.: Πτροκλος)

10
Προτιμ Φιλννα τις ρυτδες σου, απ της βης τους χυμος,
μες στις παλμες μου τα στθια σου κι χι νεανικος μαστος.
Το Φθινοπρι σου καλλτερο απ' τις νοιξες των κοριτσιν
και ο Χειμνας σου θερμτερος, απ λων των Καλοκαιριν.

                                                                 Παλος Σιλεντιριος (μτφρ.: Πτροκλος)

11
Ανθζει τρα ολλολευκος, μορφος μενεξς,
κι ο νρκισσος που λαχτραει τη βροχ,
τα κρνα ανθζουνε στων λφων τις πλαγις.
Κι η Ζηνοφλα, σα το ρδο της Πειθος κι αυτ,
ανθζει ηδυπαθς σαν νθος μσα στ' λλα.
Τι καμαρνετε αγρο για τ' ανθισμνα σας μαλλι;
Μες στα υπροχα νθη σας καλλστη η κοπελλι.

12
Βλε κρασ και πες ξαν: "στη 'γει σου Ηλιοδρα",
σμξε το απθανο πιοτ με το γλυκ ονομ της,
Το στφανο, -το χτεσιν- λουσμνο στ' ρωμ της,
φρα το συ και λα μου, κενη να μου θυμζει,
αχ! δες το ρδο του ρωτα, για κενη πως δακρζει,
που μακρυ, σ' λλη αγκαλι, τη βλπω να 'ναι τρα.

13
Στης Τιμαρου τη φρεγτα, το κουπ της,
-κποτ' ωραα- δε ξεκουν, της Αφροδτης.
Κυρτσανε οι μοι της, σαν το σαθρ κατρτι,
και τ' ασημι της τα μαλλι, σα ξεφτισμνοι κβοι
και χαλαρ, σαν τα πανι, της κρμονται τα στθη,
Μπρα θαρρες χει αυλακσει τη κοιλι της.
Μπζει το σκφος τα νερ, πρρα και πρμνη,
τα γνατ της τρζουνε, πλημμρισε τ' αμπρι.
Αχ! δυστυχς που καρβι σπιο πρει
και ζωντανς περν τ' Αχροντα τη λμνη.
                                                                              Μελαγρος (μτφρ.: Πτροκλος)
+1
Κρβει τα δυο της τα βυζκια, η αγπη μου
και μου γελ μ' αυτ τα μτια τα μεγλα.
Νιθει καλ, γιατ δε ξρει το μερκι μου,
πως κενα θα 'πρεπε να κρβει κι χι τ' λλα!
                                                                                                           Πτροκλος


                           Anonymous: τιτλη Φωτογραφα (~1890)

45.

      Το Εγκμιο Της Ινννα

Ω ∆σποινα λων των ∆υνµεων, αγλα
γυν φωτοπερχυτη, καλ!
Σε αγαπον ο ουρανς κι η Γη.
Σαν ρνεο πετς τη χρα να ραµφζεις.

ρµς με καταιγδας τη μορφ, 
σα θελλα βρυχσαι, μανιασμνη,
αστρφτεις μ' ατραποβροντ
και μ' νεμους κακος αγκαλιασμνη.

Τα πδια σου αδικοπα κινονται. 
Την ρπα των λυγμν αυτ κινες
 ν' αρχσει να θρηνε, την οδηγες,
Ω ∆σποινα της χρας ψιστη εσ!
Ποις σου αρνθηκε ποτ τη δξα, τη τιµ;

Ω των βασιλων βασλισσα,
θεων ∆υνµεων η κτητρισσα!
Σκις ζυγνουνε το φως, στ' αγιζι,
γρω µου η µρα σκοτεινιζει…
                                                                    Eν Χεντο' ννα (μτφρ. Πτροκλος)


                        Toulouse-Lautrec: Γυμν Γυνακα Στκεται

46.

    Τα Τνγκα Της

Nα μου γρφεις συχν,
ως οι αγριχηνες γρφουν στα νφη
με τα βουρτσισμνα φτερ τους
τραβντας για το βορι.
Μη σταματς να μου γρφεις.

Καθς η ζω τραβ εμπρς,
ποις τχα θα της διαβσει
ετοτο το μνημορι,
που η ανμνησ του
δε θα σβσει ποτ;

Προσπθησα να σε ξαναδ,
το θελα να σε συναντσω
πριν καν το πω, εχες χαθε
πσω απ τα σννεφα, θωρντας
το φεγγρι του μεσονυχτιο.

Παγδα και λαχτρα
κοιτντας το φεγγρι
στις θλασσες της δσης
να βουτ, εναι καιρς
για δκρυα, τποτ' λλο.

σο σβνει το τραγοδι
των γρλλων στο φρχτη,
δεν μπορ να σταματσω
τον αποχαιρετισμ του φθινοπρου,
πσο λυπηρ... αλλ κι εγ...

Μηνματα στα δυτικ
'κλουθντας το φεγγρι,
γιατ να ξεχσω;
Για να στελεις να
με τα παιγνιδιρικα νφη;

Αν εναι να χαθ
μπορες να ρθεις
φωνζοντας τ' νομ μου
ψχνοντς με
ακμα και στον τφο;

Βαθι, στων μακρυνν λφων
τη δροσι, γνονται λικα

τα φλλα του σφενδμου.
Πως θθελα να σου δεξω
το χρμα στα μανκια μου...
                                                             
Shikibu (απδ.:Πτροκλος)


             Schiele: Γυμν Με Μαρες Κλτσες (Valerie Neuzil)

47.

Το Μεγλο Μπρετν-Λαι (Πρλογος)

Αυτς, που ο Θες του χει δσει
το δρο της γραφς και της λαλις,
δεν πρπει σε βαρλι να το χσει,
αλλ στα ξω να το βγζει μονομις.

Σαν ο καθες ακοσει για καλ,
ττε αυτ ανθζει χαρωπ
κι ταν το επαινονε δυνατ,
τοτο το νθος δνει και καρπ.

Ο Πρσκιαν γρφει πως οι Αρχαοι
σκπιμα γρφουν στα κιτπια τους
πργματα ωφλιμα, που οι νοι
θα βρουν και θα τα κμουνε κομμτια τους.

Οι πριν φιλσοφοι πεισμνοι
πως η αλθεια λευτερνει
κι καστος πρπει να τη ψχνει
'κε ακριβς που 'ναι κρυμμνη.

Δεν ωφελοσε να κρατσουν γνση
για πρτη τους, ττοιο χρυσφι
ο κσμος να το 'ξαργυρσει
και να προσθσει, και να μθει.

Αυτο οι νιοι αναγνστες κνουνε
παλι γραπτ να ξαναλμπουνε,
βζοντας το δικ τους μερδικ
βελτινοντς το με καινοριο υλικ.

Γι' αυτ ποιος θλει ασφαλς να μενει
απ τον κσμο, να 'βρει μια να ασχολα.
Να ψξει και να μθει, ,τι κι αν γνει,
και να κινσει γρφοντας βιβλα.

Ττε το πρβλημα αυτ παραμερζει,
σαν το κακ το γετονα. Και πρτη εγ
τη θλψη διχνω, και αμσως ξεκιν
μιαν ιδα που πολ με τριγυρζει.

Να μεταφρσω απ' τα λατινικ μια καλ
που 'χα ακοσει, ιστορα ρομαντικ
μα σκφτηκα πως μταιον εναι επειδ
την εχαν γρψει πριν απ εμ πολλο.

Ττε σκφτηκα τρουβρους και τα λαι τους
που κουγα μικρτερη και μου αρσαν τσο.
Για μνα γρφτηκαν και για τη μνμη
κι εγ σ' ενα μπρετν-λαι θ' αποδσω.

Δεν εχα πια καμμιν αμφιβολα:
και κενοι ακοσανε κπου την ιστορα
και τηνε τραγουδσανε στο κσμο,
να μαθευτε, να ακουστε κι εγ θα μετανισω,

αν δεν τη στσω αφο την αποδσω.
χω ακοσει μρια, και λω μοναχ μου,
να τα 'πιστρψω ζωνταν στο κσμο,
αφο τους βλω και τη ρμα τη δικ μου.

Πολλ, ο νας ο μινστρλ και για πολλς ημρες
στ' αυτ μου ψαλλε γλυκ, τα λαι της στρτας.
Κι εγ λοιπν τα φκιασα, τους βαλα και ρμα
κι ας τρεμοπαζαν τα κερι στου ξενυχτιο τη λμα.

Γιατ μποροσα! Τα 'κανα στη κμαρ μου μνη,
τα πσχισα, τα δολεψα, ξαγρπνησα για 'κεινα,
μη σβσουνε στα τρστρατα, στης λησμονις τη σκνη,
παρ ν' ανθσουνε κι αυτ σαν τα λευκ τα κρνα.

Και λ' αυτ για σνα Βασιλι μου ευγεν
που η ισχς σου κνει τον κσμο ν' αντηχε.
Κι απ τη διτα σου λες πηγζουν οι χαρς
και στη μεγλη σου καρδι φωλιζουν αρετς.

Για 'σ ανλαβα το λαι, να το συνθσω,
να στο προσφρω δρο ρυθμικ μου.
Απραντη χαρ μου θα προσθσω,
αν το δεχτες το δρο το δικ μου,

θα 'μαι χαρομενη για πντα και μια μρα!
Κι χι δεν εν' η παρση, αμαρτα μου,
Μα δες! Τα λαι ξεκνησαν για πρα,
μενε κοντ κι κου την ιστορα μου...
                                                                Μαρ Ντε Φρανς (μτφρ.: Ελνη Παππ)


                                 Matisse: Γυμν Με Λευκ Πετστα

48.
           Σοννττο ΧVΙΙΙ

Φλα με πλι, φλα με ξαν, ξαν και πλι:
Δσ' μου το απολαυστικτερο φιλ σου
Το πιο ερωτικ σου δσε μου φιλ σου,
καυτ θα στο γυρν κρβουνο σε μαγκλι.

Κουρστηκες στη θλψη; Θα σε ξεκουρσω,
ανταλλσσοντας σου δκα μεθυσμνα μου φιλι
και δνοντας και δκα ακμα πιο γλυκ φιλι.
Δρψε με απολαυστικ κι εγ μες στη χαρ θα σ' απολασω.

Ττε για μας τους δυο θα 'ρθε ζω διπλ.
Καθνας για τον διο και το ταρι του, θα ζει.
σε με αγπη μου, να στοχαστ σκοπα σαν τρελλ:

Πντα νιθω δυσρεστα, ζντας περιορισμνη
και δε μπορ, δε δναμαι, να εμαι ευτυχισμνη,
ξω απ’ τα ρι μου, να λμα αν δεν βγανει.
                                                                           Λουζ Λαμπ (μτφρ.: Πτροκλος)


                                Feodor Rojankovsky: τιτλο (~1930)

49.

           Μανιφστο

Απεταξμην, μια γυν, εγ,
του φλου μου τα σμβολα εδ:
τ' αργαλειο σατες, καλθια και κλωστς.

Τον με χαρ γεμτο, Παρνασσ,
ολνθιστο με τα γιορντνια, αγαπ.
λλες γυρεουν λλα, οι γυνς,
εγ μως αυτ που πεθυμ,
εν' η περφνεια μου κι οι ηδονς.
                                                   Ολυμπα Φολβια Μορτα (μτφρ.: Πτροκλος)


                              Rivera: Γυμν Της Φρντα Κλο

50.

Ι
Καμμα κλαση δεν εναι χειρτερη,
απ τη λανθνουσα ηθικ ελευθεριτητα.
Η ζω εναι νας θνατος σκληρς, χωρς εσνα.
Η ευτυχα μου μετριται σε... ντσες: 2, 4, 6, 8...
           Γιατ λατρεω τσο τα... παποτσια!

ΙΙ
Αισθνομαι τσο γλυκει, λαχταριστ,
σαν εμαι στο κρεβτι μ' ναν ντρα,
που νιθω, να μ' αγαπ και να με δρπει,
γιατ η απλαυσ μου ξεπερν κθε χαρ,
κι αν, πριν, ο κμπος τ' ρωτα φαιντανε σφιχτς,
στερα σφγγεται ακμα πιο πολ...

ΙΙΙ
Χορψαμε τα νιτα μας σ' ονειρεμνη πλη:
Παραδεισνια Βενετι! Περφανοι κι ωραοι.
Ζοσαμε για τον ρωτα και πθο για ομορφι,
διασκδαση, απλαυση, το μνο μας καθκον.

Δο φορς γυρισαμε τη γη, τον ουραν
κι απ το κφι το πολ, η βλογημνη μθη,
που ττε λγαμε πως θα κρατσει αινια.
Η δξα μας σφραγστη απ' τη πννα του Θεο.

Μα πντα ο παρδεισς μας εναι εθραυστος:
κντρα στους φβους των ανθρπων, πντα χνει.

ΙV
Αν εμαστε σπουδαγμνες κι οπλισμνες

μπορομε υκολα να πεσουμε τους ντρες,
πως χουμε κι εμες χρια και πδια
και μια καρδι σαν τη δικ τους.

Παρλο που 'μαστ' απαλς κι ευασθητες
-και ορισμνοι ντρες εναι κι εναι δυνατο,
κι λλοι τραχες μα και σκληρο, εναι δειλο-
γυνακες, ακμα δεν το χετε συλλβει
γιατ αν αποφασσετε να δρσετε,
μπορετε να τους πολεμσετε ως το τλος.

Για ν' αποδεξω τι λω την αλθεια,
ανμεσα σε τσες σας γυνακες,
θα 'μαι η πρτη απ' αυτς που θα ενεργσουν
δνοντας το παρδειγμα κι λλες ν' ακολουθσουν.
                                                                  Βερνικα Φρνκο (μτφρ.: Πτροκλος)


                                  Hopper: Κοριτσστικο Σου

51.

         Σονντο 146

Κσμε, ω! γιατ με κυνηγς;
Πς βλπτω αν μνο πεθυμ
να ομορφνω το μυαλ,
μη το χαρσω μας φροδας ομορφις;

Πλοτη και θησαυρος δεν εκτιμ
κι τσι εμαι πντα ευτυχισμνη.
Πλουτζω μνο το μυαλ,
κι χι σε θησαυρος δοσμνη.
                                                                              Sor Juana (μτφρ.: Πτροκλος)


                                   Munch: Μοντλο Σε Ψθινη Καρκλα

52.

            Ελεγεα

Τσαμπ, γεμτο με του Δινυσου χυμ,
μες στον κοιτνα αναπαεσαι της χρυσς Αφροδτης.
Κι οτε πια η μητρα σου μπελος
θα σ' αγκαλισει με κλμα ερσμιο,
μτε θα βγλει φλλα που ευωδιζουνε
νκταρ απ' το κεφλι σου απνω.

Ανιγριδες νμφες, κρες του ποταμο,
που τοτα τα βθη ξοχες με ρδινα
πδια πντοτε βαδζετε, χαρετε
και τον Κλενυμο σζετε, που τοτα
τα ωραα σε σας αφιρωσε
αγλματα κτω απ' τα πεκα.
                                                                                                                    Μοιρ



                    Modigliani: Κοιμισμνη Με Ανοιχτ Χρια

53.

Μικρ Σουτα Σε Κκκινο Μεζον

Ι.
Πλθος λεμνια
επνω στο τραπζι
στις καρκλες
στο κρεβτι
κτρινες λμψεις
τρχουν το σμα σου
μ' αρσει που βρχει
νχτα με χλια λεμνια
και ξαφνικ ο φακς του δασοφλακα
να σταματει τους βρεγμνους λαγος
στα πισιν τους πδια.
                                        Διακοφτ 18.11.80
ΙΙ.

Ω αλνθαστο σμα
πσα και πσα λθη
μ' να μικρ διαβατικ φεγγρι
στα γυμν δντρα του πεζοδρομου
αδειοχοι στρατιτες καπνζουν
κτω απ' το υπστεγο
βρχει λη μρα
ακοω το νερ να κυλει ατλειωτο
απ' τα λοκια στο δρμο
παρτι το ξρω
αυτ το εισιτριο
εναι εκπρθεσμο πι.
                                        Αθνα 18.11.80
ΙΙΙ.

Το σμα -λει-
στη γενικ: του σματος
και γενικ το σμα
λλη λξη πυκντερη δεν χω
παρνω τη νλον σακολα
μπανω στα λακ εστιατρια
μαζεω ψαροκκαλα
για τις γριες γτες της γειτονις
στα διαλεματα -λει-
κουβεντιζω με τους μουσικος
στα σκοτειν παρασκνια-
τι απραντη απσταση διανω
απ' το σμα σου
ως το σμα σου.
                                        Αθνα 19.11.80

                                                                                    Ρτσος


                   Schiele: Γυμν Γυνακα Με Μαρες Κλτσες

55.

                    Αγκθι

Η ψυχ μου εναι τριαντφυλλο
        κι εμαι πνω της αγκθι...
        Μην το πετε και τ' ακοσουνε
        η καλ μου μη το μθει...

Θε ναρθε γλυκι κι υπροχη
        την αυγολα κποιου Απρλη
        με χαμγελο στα μτια της,
        μ' ομορφι πνω στα χελη.

Θαμπωμνη απ την κκκινη,
        καταματωμνη μου ψη,
        με τ' αργ της το βημτισμα,
        θα σιμσει να με κψει.

Μα το κτασπρο χερκι της
        που αγαπ και τρμω τσο
        θα χαρ -χαρ περφανη-
        με κακα να τ' αγκυλσω.

Και μια στλα απ' το αμα πφτοντας
        πταλ μου ματωμνα
        θα χαθε μσα στο χρμα σας
        θα γενε μαζ σας να...
                                                            Pushkin (απδ.: Γιννης Αηδονπουλος)


                    Schiele: Γυμν Με Ολνοιχτα Πδια

56.

        Ατθδα

Σαν νεμος μου τναξε
ο ρωτας τη σκψη
σαν νεμος που σε βουν,
βελανιδις θα στρψει.

ρθες, καλ που καμες,
που τσο σε ζητοσα
δρσισες τη ψυχολα μου,
φωτι σε λαχταροσα.

Απ το γλα πιο λευκ
απ' το νερ πιο δροσερ
κι απ το ππλο το λεπτ,
πιο απαλ.

Απ το ρδο πιο αγν
απ' το χρυσφι πιο ακριβ
κι απ τη λρα πιο γλυκει,
πιο μουσικ...

Πλι και πλι ο ρωτας`
ο ρωτας με παιδεει
και πς να τον παλψω
Ατθδα μου, που αυτς
με τα φαρμκια του
το τρας και τις γλκες
τα πατα μου κβει;

Κι εσ πια με βαρθηκες,
κνεις φτερ το ξρω,
κι η Ανδρομδα χαρει.
Μα ποι ειν' αυτ
που σε ξετρλλανε,
η χωρικι που μτε
πς να κρατσει καν
απ' τον αστργαλο επν'
τη φοστα της δε ξρει;
                                                                                       Σαπφ (μτφρ.: Ελτης)


                                        Klimt: Αμα Ψαριο

57.

         Rêve

Η Εα πθανε μια μρα του Μρτη,
ξημερματα
Ακολοθησε τον Αδμ στο ταξδι του
Η ανσα του δεν θα ζεστανει τις νχτες της
Τα χελη του δεν θα γρφουν
διαδρομς ανθικες στο κορμ της

Το σμα του δεν θα ενωθε ξαν με το δικ της
ψχνοντας το χαμνο του πλευρ.

Εκενη γεννθηκε ξαν,
σε χρια καινοργια,
σ' ανσα διαφορετικ
ψαξε το πλευρ της...

...νιωθε το βλμμα του,

απαιτητικ κι επιβλητικ,
να χαδεει αδικριτα το κορμ της.
Παγιδευμνη στη ματι
παραδθηκε στο αρατο γγιγμα του.
Βυθστηκε στη μυρωδι του κορμιο του.
Αφθηκε αμαχητ στη πολιορκα του,
χι αδναμη,
ση προς σο.
Πρσφερε το μυαλ της,
δρο ακριβ,
στον κατακτητ του κορμιο της

Κι εκενος,
σεβμενος τη προσφορ,
γγιξε το κορμ της.
Γετηκε τα χελη της.
φησε την ανσα του,
βαρει και καυτ καθς ταν,
ν' αναστατσει τη σρκα της.
Γετηκε τους καρπος της.
πιε νερ απ' τη πηγ της.
δωσε τη μχη του μσα της.
Πολιορκητς και κατακτημνη,
ενωμνοι χαμογλασαν.
κλεισαν τη στιγμ
στην αγκαλι και στο φιλ...

...Σαν λλη Ελνη παραδθηκε
στα χρια του Πρη
ζντας τον πλεμο
του Πριν και του Μετ!

                                                                                                        Ελνη Παππ


                                    Hopper: Καλοκαιριν Εσψυχα

58.

    Το Τραγοδι Της Πλλυ Πτσαμ

Κποτε νμιζα, ταν μουν ακμα αγν
-αγν ναι, πως σουν κι εσ-
σως ρθει και σε μνα κποιος μια φορ
Και θα πρπει να ξρω τι να ειπ.
Κι αν χει λεφτ
Κι αν εναι κριος
Κι αν ο γιακς του εναι πντα καθαρς
Κι αν ξρει λα σα θλει μια κυρα
Θα του πω "χι"!
Κρατει ττε κανες το κεφλι ψηλ
Και μνει ολτελα αδσμευτος.
Ββαια, λη τη νχτα λμπει το φεγγρι
Ββαια, το βαρκκι δνεται στην χθη
μως λλο τποτα.
Ε δε γνετ' τσι σκτα να ξαπλνεσαι!
Ναι, σκληρς κι καρδος να 'ναι κανες.
Ναι, μποροσαν τσα να γνουν.
Μα αχ, ττε μονχα το "χι".

Ο πρτος που ρθε ταν απ' το Κεντ
Κι ταν πολ καθωςπρπει.
Ο δετερος εχε τρα καρβια αραγμνα
Κι ο τρτος χαμνο το νου του για μνα.
Κι αν εχαν λεφτ
Κι αν ταν κριοι
Κι αν ο γιακς τους ταν πντα καθαρς
Κι αν ξεραν λα που θλει μια κυρα
Εγ μως τους επα: "χι".
Κρατει κανες το κεφλι ψηλ.
Κι μεινα ολτελα αδσμευτη.
Ββαια, λη τη νχτα το φεγγρι
Ββαια, το βαρκκι δθηκε στην χθη.
μως λλο τποτα.
Ε δε γνετ' τσι σκτα να ξαπλνεσαι!
Ναι, πρεπε σκληρ κι καρδη να 'μαι.
Ββαια, μποροσανε τσα να γνουν!
Ττε μως μονχα το "χι".

Αλλ μια μρα, με γαλζιο ουραν
ρθ' νας, χωρς παρακλια
Κρεμει το καπλο στο καρφ στη κμαρ μου
Και δεν ξερα πια τι να ειπ.
Κι αν δεν εχε λεφτ
Κι αν κριος δεν ταν
Κι ο γιακς του οτε τις σκλες καθαρς
Κι αν δεν ξερε σα θλει μια κυρα
Σ' αυτν δεν επα "χι".
Ττε ψηλ δε κρατς το κεφλι
Οτε μνεις λλο πια αδσμευτη.
Αχ, λαμπε λη τη νχτα το φεγγρι
Και το βαρκκι λθηκε απ' την χθη.
Κι οτε μποροσε να γνει κι αλλοις.
Ττε πια, τι να κνεις, ξαπλνεσαι.
Δε μπορες να 'σαι σκληρ, οτε καρδη.
Αχ, πσα πολλ ταν να γνουν
Ττε "χι" δεν υπρχε πια...
                                                                                                               Μπρεχτ


            Schiele: Γυμν Μελαχροιν Με Σηκωμνο Φρεμα

59.

         Πολυξνη

Bρυκλακες αλαλζοντες
και σιδηροπαγες αραι
μο φεραν χτες,
περ το μεσονκτιον,
μεσουρανοντος του ηλου της δικαιοσνης,
και του Παναγ του Kουταλιανο.

H πκρα μου στθηκε μεγλη!
Mχρι της στιγμς εκενης επστευα
εις τα προφητικ ορματα των τορναδρων,
πρσμενα τους χρησμος
των αλλοφρνων ιππων,
προσδοκοσα τας μεταφυσικς
επεμβσεις των αγαλμτων.
Mε γαλνευε η ιδα του πτματς μου.
 
H μνη μου χαρ
ταν οι πλκαμοι των μαλλιν της.
σκυβα ευλαβικ και φιλοσα
την κρη των δακτλων της.
Παιδ ακμα, στην δσιν του ηλου,
τρεχα ωσν τρελλς
να προφτσω να κλψω, πριν νυχτσει,
τα λησμονημνα σκιχτρα
μες απ' τα χωρφια.

Kαι μως την χασα,
μπορ να πω μες απ' τα χρια μου,
ωσν να μην ταν ποτ
παρ να απατηλν ραμα,
παρ να κοιντατο σφυρ.
 
Στη θση της βρθηκε
μονχα νας καθρπτης.
Kι ταν σκυψα να δω
μσα σ' αυτν τον καθρφτη,
δεν εδ' λλο τποτε
παρ μνο δο μικρ λιθρια:
 
το να ελγετο Πολυξνη,
και το λλο,
Πολυξνη επσης.
                                                                                                       Εγγονπουλος


                                Munch: Γυμν Γονατιστ (ννα)

60.
                                   Μια Ερωτικ Υπθεση

     Ο μεγλος ρωτας του Πραξιτλη ταν η Φρνη, μια πρσφυγας απ τις Θεσπις που ζοσε στην Αθνα. Η ερωτικ αυτ σχση ξεκνησε το 367-366 π.Χ. Ποι ταν μως η Φρνη; Το πραγματικ νομ της ταν Μνησαρτη κι εχε γεννηθε στις Θεσπις, γρω στο 385 π.Χ.. τανε κρη του πμφτωχου Επικλ κι βγαζε τα προς το ζην, μαζεοντας και πουλντας κπαρη. μως, οι φιλοδοξες της νεαρς την οδγησαν στην Αθνα, που χτισε τη λαμπρ της καριρα. Ξεκνησε να εργζεται ως αυλητρδα κι η ομορφι κι η γοητεα της πολ γργορα την καναν να ξεχωρσει. ταν γινε εταρα*, λλαξε το νομ της σε Φρνη κι τσι χει μενει γνωστ μχρι σμερα. Το νομα "Φρνη" προερχταν απ τους μικρος βατρχους, που εναι σχεδν διφανοι ταν γεννιονται. Το δρμα της ταν εξσου λευκ κι αψεγδιαστο. πως και πολλς λλες εταρες, φημιζτανε για τις υψηλς τιμς της. Μα νχτα μαζ της κστιζε μα μνα, δηλαδ 100 δραχμς. Το ποσ τανε τερστιο, αλλ κανες δεν μεινε παραπονεμνος (και κανες δεν σε ‘βαζε με το ζρι! Λω εγ).
     Λνε πως λλαζε τις τιμς, ανλογα με τη συμπθεια που τρεφε για τον κθε πελτη της. Γι' αυτ προσφερε δωρεν της υπηρεσες της στον φιλσοφο Διογνη, που τον εκτιμοσε πολ. Φανεται πως εχε μεγλη πραση στις γυνακες. Αντιθτως, ταν αντιπαθοσε κποιον, αρνονταν να τον δεχτε σαν πελτη, σα χρματα κι αν της δινε (μεγλη μαγκι, ξαναλω εγ). Κποια στιγμ, τη προσγγισε ο ρτορας Ευθας κι αυτ απρριψε λες του τις προτσεις, γιατ τονε θεωροσε πολ σχημο κι αγεν. Ο Ευθας θχτηκε (Ε! Ευθας & εθικτος… λογικ θα μου πετε, τριτοξαναλω εγ) κι αποφσισε να τιμωρσει την αυθδη εταρα. Τη κατηγρησε τι προσπαθοσε να εισγει στην Αθνα μα θρησκεα απ' τη Θρκη, που θα 'βλαπτε τα θη των νεαρν κοριτσιν. Αυτ ταν σως η πιο συνηθισμνη κατηγορα στην αρχαα Αθνα. Την συρε στο δικαστριο, που την εκπροσπησε ο πρην εραστς της, Υπερεδης.
     Παρ το ανυπστατο της κατηγορας, η δκη δεν εξελισσταν αισως. Οι δικαστς φανονταν να χουν πειστε απ' το κατηγορητριο και πστευαν τι ο Υπερεδης ταν επηρεασμνος απ’ τη σχση του με τη Φρνη. Λγο πριν παρθε η τελικ απφαση, ο Υπερεδης τρβηξε την εταρα στο κντρο του δικαστηρου, για να μπορον να τη δουν λοι. Χωρς να πει κουβντα, σκισε τα ροχα της κι αποκλυψε στον κσμο, το εκθαμβωτικ μορφο κορμ της. Οι δικαστς τα χσανε. Νμισαν τι βλεπαν μπροστ τους την δια τη Θε Αφροδτη. Οι φμες για το απαρμιλλο κλλος της εταρας αποδεχθηκαν αληθινς. Την εποχ εκενη, ο κσμος πστευε τι η σωματικ ομορφι εχε σχση με το θος και την ενοια των Θεν. ταν οι δικαστς αντκρισαν τη τελειτητα της Φρνης (!!!), πεστηκαν τι αν καταδκαζαν αυτ τη γυνακα, καταδκαζαν την αγαπημνη των Θεν. Η εταρα αθωθηκε κι η φμη τι ταν η επγεια Θε Αφροδτη εξαπλθηκε. Η Φρνη τανε πλον απ’ τις διασημτερες εταρες της αρχαας Ελλδας. Εχε συγκεντρσει τσα πλοτη, που προσφρθηκε να ξαναχτσει τα τεχη της Θβας, που 'χε καταστρψει ο Μ. Αλξανδρος το 336 π.Χ. Το μνο που ζτησε σαν αντλλαγμα, ταν να προστεθε μα επιγραφ που θα λεγε: "Καταστρφηκαν απ τον Αλξανδρο, επισκευστηκαν απ τη Φρνη την εταρα". Οι Θηβαοι απρριψαν τη πρτασ της, απ φβο μπως προσβλλουν τον Αλξανδρο.
     Ο Πραξιτλης λοιπν την εδε πρτη φορ στη διρκεια μιας γιορτς. Η Φρνη φρντιζε να μη δεχνει ποτ το γυμν κορμ της δημοσως, για να διατηρε την αγλη της. μως σε κενη τη γιορτ, χωρς καμμα ντροπ, λυσε τα μαλλι, βγαλε το χιτνα της και βοτηξε αμριμνη στη θλασσα. Οι παρευρισκμενοι πστεψαν πλι, πως βλεπαν μπροστ τους την Αφροδτη. Πολ γργορα, ο Πραξιτλης γινε νας απ’ τους πιο αφοσιωμνους εραστς της. Λγεται πως ταν ο μνος που αγπησε πραγματικ η εταρα. γινε η μοσα του και με πρτυπο εκενη, φτιαξε 3 αγλματα. Το 1ο το αγρασαν οι Κνδιοι κι γινε ξακουστ ως η Αφροδτη της Κνδου. Το 2ο ταν απ πεντελικ μρμαρο κι ο Πραξιτλης το δρισε στη γεντειρα της Φρνης, στις Θεσπις. Το 3ο ταν ολχρυσο και στθηκε στους Δελφος. Η Φρνη, παρ τον ρωτ της, δεν χανε ευκαιρα να αποκομσει δρα απ' τον Πραξιτλη. Κποια στιγμ της επε, τι θα της δινε τι του ζητοσε. Εκενη θελε το μεγαλτερο αριστοργημ του. Ττε ο Πραξιτλης της απντησε, τι δεν μποροσε να ξεχωρσει ανμεσα στα ργα του, σως για να αποφγει να της δσει το αγαπημνο του. Η πανοργα Φρνη δεν τον πστεψε. βαλε ναν υπηρτη του Πραξιτλη να φωνξει μες στη μση της νχτας, τι εχε πρει φωτι το εργαστρι του γλπτη. Ο Πραξιτλης ντρομος, ζτησε να βγλουν ξω το γαλμα του ρωτα. Η Φρνη, που τανε ξαπλωμνη δπλα του, χαμογλασε πονηρ και τον ενημρωσε τι το εργαστριο δεν κινδνευε. Εκενη εχε στσει λο το σχδιο, για να μθει ποιο τανε το αγαπημνο του ργο.
 -"Τον ρωτα θα μου δσεις", του επε κι ο Πραξιτλης δεν μπρεσε ν' αρνηθε.

     Η Φρνη εχε βλει στοχημα, τι κανες ντρας δεν μποροσε να αντισταθε στα κλλη της. Επλεξε ως θμα το φιλσοφο Ξενοκρτη, μαθητ του Πλτωνα και δσκαλο του Δημοσθνη. Πγε στο σπτι του και ζτησε να διανυκτερεσει εκε, με τη δικαιολογα τι τη κυνηγοσανε ληστς. Ο Ξενοκρτης τη φιλοξνησε. Τη νχτα, η Φρνη μπκε κρυφ στο δωμτι του και ξπλωσε δπλα του. Ο φιλσοφος δεν ενδωσε στον πειρασμ. Της ζτησε να επιστρψει στο δωμτι της κι αυτ υπκουσε απογοητευμνη. Την επμενη μρα, ταν γνωστοποιθηκε η αποτυχα της, η Φρνη προσπθησε να δικαιολογηθε λγοντας:
 -"Στοιχημτισα να νικσω νθρωπο, χι γαλμα".

     Η εταρα συνχισε να ασκε το επγγελμ της ακμα και σε μεγλη ηλικα. Ο αισθησιασμς κι η γοητεα της δεν εξασθνησαν με τη προδο του χρνου. Υπολογζεται τι πθανε γρω στα 310 π.Χ. Ο Πραξιτλης φιλοτχνησε να γαλμα ρωτα προκειμνου να εκφρσει τη δικ του κατσταση ως σκλαβωμνου απ αγπη προς τη Φρνη, δηλνοντας απερφραστα το μνυμα αυτ σ' επγραμμα που χαρχτηκε στη βση του αγλματος. Δρισε το γαλμα αυτ στη Φρνη κι εκενη το αφιρωσε στο ιερ του ρωτα στις Θεσπις. Ο ρωτας αυτς βρισκτανε στ' αριστερ του θεατ μας τριδας αγαλμτων, που περιλμβανε το πορτρατο της Φρνης στο μσο και την Αφροδτη στα δεξι. Η Φρνη δοξστηκε ως ο καλλτερος τρπος για τον επγειο κσμο να γνωρσει τη θεκ αγπη (ρωτα) και τη θεκ ομορφι (Αφροδτη). Σζεται να απσπασμα μας επιστολς της Φρνης προς τον Πραξιτλη με το σχλι της για τη τριδα των Θεσπιν. Ο Πραξιτλης δημιοργησε την Αφροδτη της Κνδου χρησιμοποιντας τη Φρνη ως μοντλο για το σμα της θες. Επιπλον, η γυνακα αυτ ταν επσης το μοντλο για το χλκινο γαλμα μιας εθυμης εταρας που δημιοργησε.
_______________
   * Ο ρος "εταρα" στην Αρχαα Ελλδα δεν εχε τους σημερινος ηθικος φραγμος και φυσικ δεν ταν πρνη. Οι πρνες (ττε, πως και σμερα) προσφρανε δημσια σεξουαλικς υπηρεσες στο σνολο του αντρικο πληθυσμο, εν η εταρα τανε μακροχρνια ερωτικ σντροφος ενς ανδρς. Οι εταρες αποτελοσανε τις μοναδικς γυνακες στην αρχαα Ελλδα, με εξαρεση τις Σπαρτιτισσες, που απολμβαναν την ανεξαρτησα τους και μποροσαν να διαθτουνε προσωπικ περιουσα.
_______________


                            Léon Bakst: Η Κτρινη Σουλτνα (1916)

61.
                 να Ποημα

Θα 'θελα να 'μουνα φωλι,
                                  αν σουνα μικρ πουλ.

Θα 'θελα να 'μουνα φουλρι,
                                  αν σουνα λαιμς και κρωνες.

Αν σουνα η μουσικ,
                                  θα μουνα εγ τ' αυτ.

Αν σουνα εσ νερ,
                                  θα μουν το ποτρι.

Αν σουνα εσ το φως,
                                  θα μουνα το μτι.

Αν σουν να πδι,
                                  θα μουνα μια κλτσα.

Αν σουνα ωκεανς,
                                  θα μουν αμμουδι.

Αν σουνα η θλασσα,
                                  θα κολυμποσα μσα σου σα ψρι.

Αν σουνα τ' αλτι,
                                  θα 'μουνα το μαρολι, εν αβοκντο,
        αλλις να τηγανητ αυγ.

Αν σουνα συ το αυγ,
                                  θα μουν μια φτα απ ψωμ.

Αν σουνα συ το ψωμ,
                                  θα 'μουν η μαρμελδα.

Αν σουν μαρμελδα,
                                  θα μουν ροδκιν της.

Αν σουνα ροδκινο,
                                  θα 'μουνα το δεντρ σου.

Αν σουν εσ το δεντρ,
                                  θα μουν οι χυμο σου,
για να κυλ στα χρια σου,
                                  σαν τις σταγνες αμα.

Κι αν μουν αμα,
                                  θα ζοσα στη καρδι σου!

                                       Claudio Bertoni Lemus (11/2/1946 -, Santiago, Chile)


                                Klimt: Ημγυμνη Ξαπλωμνη Πσω

62.
               Κορνα

τ κρμα να τη λεν κορνα

ταν ο λιος χαμογελ στα Κρνα
κι οι Λξεις θυμο-νις τσαλαβουτνε
στο λοκι του θνητο ονματς της
μια Στλλα που πια δε τη ζητνε
μιαν Ανθ που κορφολγησεν Ιππτης
μια Μαρι με το ξεπρθενο τσεμπρι
μια Βαγγελι χωρς καλ χαμπρι

μως στ' αλθεια, θα 'σαι η κορνα,
που μτωσε πνω στις χθες του κλαβι,
που μτρησεν επ-ακριβς τη θει-Σελνει
και που τη βρκε λγει... ω!, κορνα!
χωρς εδ, χωρς εκε κι αν(επ)εσθτος,
ενσταξεν ο λιος δχως Λξεις,
που θυμονις σκασμνες απ δψα,
πνγονται μες στο κρμα σου, κορνα
                                                                                    Πτροκλος  (Μρτης '07)


                   Feodor Rojankovsky: Χωρς Ττλο (1925)

63.

Κι αν ρθει
αυτ που λνε
"τλος"
ας εναι ρα
πρωιν
μετ απ' τον καφ
την ρα που γυρν ξαν
μες τα σεντνια
να σου πω
"μη σηκωθες
για τη δουλει
χουμε ακμη
δυο λεπτ
να κνουμε
πως τχα
γνωριστκαμε".
                                                                                            Αγγελνα Ρωμανο


                   Feodor Rojankovsky: Χωρς Ττλο (1930)

64.

ταν Σε Δαγκνω

ταν σε δαγκνω,
το αμα σου
ρχεται στο στμα μου·
κι πειτα
εξανεμζεται

στις γαλζιες σου φλβες.
                                                                   Λρκα (μτφρ.: Αγαθ Δημητροκα)

Στου Βελονιο Την κρη

Στον αγρα - στον αγρα παν
της αγπης μου οι στεναγμο
στον αγρα - στον αγρα παν
και στα μτια μου φρνουν βροχ.

Σταλαγματι το δκρυ
κι εσ που καρτερ
στου βελονιο την κρη
στης νχτας το φτερ.

Στον αγρα - στον αγρα παν
οι ελπδες μου σαν τα πουλι
στον αγρα - στον αγρα παν
μα δε βρσκουν να χτσουν φωλι.
                                                             Λρκα (απδ.: Λευτρης Παπαδπουλος


                         Klimt: Καθιστ Γυνακα Με Ανοιχτ Πδια

65.
             Ο Πρτος ρωτας

ταν νας ντρας αγαπει μια γυνακα
Την παρνει καταρχ στα γνατ του
Φροντζει να της βγλει τη φουσττσα
στε το πανταλνι του να μη καταστραφε
Γιατ το φασμα πνω στο φασμα
Φθερει το φασμα.
Κατπι με τη γλσσα του
κοιτει αν της γινε

Σωστ η αφαρεση αμυγδαλν
Αλλιτικα υπρχει φβος μλυνσης.
Μετ, για να μη μνουνε τα χρια του αδραν
Ψχνει βαθι, σο μπορε βαθτερα
Ωστου ανακαλπτει την ουρ
Απ 'ναν σπρο ποντικ
Που 'χει βαφτε στο αμα
Και μαλακ τραβει τη κλωστ
Να φτσει ως το ταμπν...
                                  Μπορς Βιν (μτφρ.: Φωστιρης & Θαν. Νιρχος)


                             Schiele: Βλποντας να νειρο

66.

Με νερε
εκ του νερ
κι αυτς ελφι
μ' να παν στους μους
σα νφη εγγαστρμυθος
και στοπ εδ
μα το υπογστριο
Α, αυτ το υπογστριο
Αγουστος με βασιλι
διρυγα στο δντι ενς
βρωμλογου
σταλαγματε
μοσχοκαρφνεται
κι αυτς εκε
ενπνιος
βαθι περν τα δκτυλα
μες τα μαλλι και
συνεχνεται...
                                                                                          Αγγελνα Ρωμανο


                           Feodor Rojankovsky: Ο Ματκιας

67.
           Ουρανα

Πο τρχει ο λογισμς σου
ολονυχτς, απ' το παρθυρο
στο καναπ του σαλονιο
κι απ' το τραπεζκι της κουζνας,
στ' στρα.

Δεν κουρστηκες να κλθεις
την δια πυζμα
με τα λουλουδκια,
που μζευες μικρ,
πριν τον μαστρο.


Σε κοιτζω και δακρζει η ψυχ μου,
η παρστασ σου τσον ρτια.
Μη λογαριζεις λλο χειμνα,
στις πτρες.

Καιρς να τυλιχτες στις φλγες
και να επιστρψεις φθαρτη,
χραντη κι πως παλι,
ξαν στο πατρικ σου.
                                                                                        Πτροκλος (Ιονης '07)


                             Schiele: Γυμν Γυνακα

68.
                    Ηλακτη
(
απσπ.)
Απ’ τ' σπρα σου τια πήδηξες με λμα τρελό

μες στου βυθο της θλασσας  τ’ πειρο κμα:
"Σ' έπιασα!", δυνατ φωνζω, αχ! Βαυκδα μου.
μουν η μνα ‘γ του παιχνιδιο και συ σουν η χελνα
που πνω-κτω πδαγες  στο χρτο της αυλς μας.

Για λα, καημνη μου, βαρι στενζω και θρην,
μες στη καρδι, χνρια ζεστ βρσκονται ακμα,
μως εκενα που ‘διναν χαρ, λα ‘χουν γνει στχτη.
Κοριτσκια μικρ, σα μεγλες κυρες ντυμνα,
στη κμαρ μας χαρωπ που παζαμε μικρ
ξνοιαστα τις κουκλτσες μας κρατντας γελαστ,
νωρς εχ’ ρθει η μνα να μοιρσει το μαλλ
στις πιστς υπηρτρες και ζητοσε απ σνα
το φρσκο κρας να παστσετε μαζ.

Θυμσου τι φβο, η Μορμ μς γεννοσε
εχ’ αυτι μυτερ και στρεβλ περπατοσε,
συνεχς με γκριμτσες φριχτς λλαζ’ ψη.
Μα σε κλνη ανδρς μλις πεσες, λα μικρ,
παιδολα ακμα, στο κρφο της μνας
 τα ξχασες πια, λα σ’ κουγες κει.

Αχ, Βαυκδα, καλ μου, λησμονι στη καρδι
η θε Αφροδτη  κρυφ σου ‘χε βλει.
Μα πικρ τρα κλαω, τη κηδεα σου αφνω,
δε βαστνε τα πδια να βγω απ’ το σπτι,
δε βαστ το κορμ σου νεκρ ν' αντικρσω
δε μπορ να θρην με λυτ τα μαλλι μου
ολοπρφυρο πνθος μο διαλε τη καρδι μου.
 …
δικα πν’ τα κλιμματα απ εδ, ως τον δη
Σιγ σκεπζει τους νεκρος , τα μτια τους, σκοτδι.

           Επγραμμα Στη Βαυκδα

στλη και σειρνες μου και συ, που κρβεις τρα
μσα σου, κσα πνθιμη, μια φοχτα μου σποδ,
σ’ σους στο μνμα μ’ ρχουνται, πετε καλ τους ρα,
ετε δημτες λγονται ξνοι ρθαν εδ,
και πως ο τφος με βαστ -πετε το- και νυφολα
και πως Βαυκδα μ' λεγαν και πως γενι κρατ
απ τη Τνο -να το δουν - και πως η αδερφολα
η ριννα, το επγραμμα μο ‘χει χαρξει αυτ.
                                                                                                                  ριννα 


                                Modigliani: Γυμν Με Ξπλεκα Μαλλι

69.

       Κκνειον σμα

Το κκνειον σμα με γοτευε ανκαθεν
περισστερο απ' τον κκνο.
Επικτερο του πους
λυρικτερο της βιλας
λβα που πγωσε απτομα
σπασμς για πντα
γρανιτνιος.

Αλλ ο κσμος δεν πεθανει καθς το θλει ο ποιητς
οτε με κρτο οτε με λυγμ πνιχτ
μα διολισθανει
πρτα απ' τα μτια κι στερα απ' τα λαιμ.
Τα σπλχνα μνο κρατνε την ανμνηση
που βγανει σχημα σε νσο
αυτονοσο.
                                                               Σταυρολα Αντζουλκου (Μνα)


                                    Klimt: Η Αλληγορα Του Γλυπτο

70.
                  σμα Ασμτων
                         (απσπ.)
Αυτ:
λη τη νχτα στο κρεββτι μου,

ποθοσα τον, που αγαπ η καρδι μου.
Τον αναζτησα παντο μα δεν τον βρκα.
Θα σηκωθ τρα να πω στη πλη,
στους δρμους, στις πλατεες, στα σοκκια
και θα γυρψω τον, που λαχταρ.
τσι, τον ψαξα παντο μα δεν τον βρκα.

Με βρκανε οι φλακες
που κνανε τη γρα τους στη πλη.
"Βρκες αυτν που λαχταρ η καρδι σου";
Ποτ δεν τον ξεπρασα,
σαν βρκα αυτν που αγαπ η καρδι μου.
Τον κρτησα και δεν τον φησα να φγει,
μχρι που τον φερα μαζ μου,
στο σπτι της μητρας μου.
Σ' αυτ το δωμτιο που μ' πιασε.

Κρες της Ιερουσαλμ, σας εξορκζω,
που σα γαζλλες τρχαλατε γρα:
Μη μου ξυπντε την αγπη μου
μχρι να με χορτσει σο πεθυμ.

Ποι εναι αυτ που φανεται
να βγανει απ την ρημο
ψηλ σαν στλη απ καπν,
αλατισμνη με θυμαμα και μρο
φτιαγμνο μ' λα τα μπαχαρικ
αρωματισμνη με μρο και θυμαμα,
φτιαγμνο απ' λα τα μπαχρια τ' εμπορου;

Δες! Εν' η μαξα του Σολομντα,
με συνοδει εξντα μαχητν,
του Ισραλ ο πιο ευγενικς,
λοι φοροσαν το σπαθ,
λοι μπειροι στη μχη,
κι αυτς με το σπαθ στο πλι,
σαν τοιμος για της νυχτις τη μχη...

Ο Βασιλας Σολομν την μαξα
για μας την κανε
με Λβανου το ξλο.
Τις θσεις της απ ασμι,
τη βση της απ χρυσ,
το κλυμμ της πορφυρ,
το μσα της επιστρωμνο με αγπη.

Κρες της Ιερουσαλμ, βγετε ξω,
και δστε σεις, οι κρες της Σιν,
τον Βασιλα Σολομντα που φορ,
το στμμα που στεφνωσε η μητρα,
του γμου μας τη μρα,
τη μρα που τον χρηκ' η καρδι μου.

Αυτς:
Τ μορφη που εσαι, αγπη μου!
Ω, πσον μορφη, η αγπη μου!
Τα μτια σου πσω απ' το ππλο
εναι σαν δυο περιστρια.
Τα μαλλι σου, να κοπδι κατσκες
που κατεβανουν απαλ
απ τους λφους της Γαλαδ.

Τα δντια σου να κοπδι αρνι
που μλις βγκαν απ τη κουρ
κι απ το πλσιμο.

Καθνα τους χει το δδυμο του,
καννα τους δεν εν' μνχο.
Τα χελη σου εν' αιμτινα,
σαν μα λικη κορδλα,
το στμα σου εναι υπροχο.

Οι μαστο σου πσω απ' το ππλο
εναι σαν φρεσκοκομμνα ρδια.
Ο λαιμς σου υψνεται κυκνσια
σαν τον πργο του Δαβδ,
που 'ναι χτισμνος με πτρες,
κι επνω κρμονται χλιες ασπδες,
λες ασπδες πολεμρχων.

Το σαγηνευτικ σου στθος
εναι σα δυο λαφνες.
Σα δδυμες γαζλλες
που τρχουνε ανμεσα στα κρνα.
Μχρι να ξημερσει η μρα
και οι σκις της νχτας να 'χουν φγει,
θα παω στου μρου το βουν
και στο βουν του λιβανιο.
Ω! Πσον μορφη, η αγπη μου,
χωρς οτε μικρ να ψεγδι.

λα μαζ μου απ το Λβανο, ταρι μου,
λα μαζ μου απ το Λβανο.
Κατβα απ της Αμνα τη κορφ,
απ' τη κορφ του Σενρ, τη κορφ του Ερμν,
απ' τα κρησφγετα των λιονταριν,
που στοιχεινει λεοπαρδλεις.
Μου 'κλεψες τη καρδι, ταρι μου κι αδελφ.
Μου 'κλεψες τη καρδι,
με μια ματι στα μτια σου,
με να κσμημα απ' το κολι σου.

Πσο γλυκει εν' η αγπη σου,
αδελφ και ταρι μου!
Γλυκτερη απ' το κρασ
εν' η αγπη σου,
και η οσμ του αρματς σου
πιτερη κι απ μπαχαρικ!
Τα χελη σου στζουνε μλι
στα χελη, νφη μου,
Σταλζει απ' τη γλσσα σου,
το γλα και το μλι.
Η μυρωδι των ροχων σου
εναι σαν ρωμα Λιβνου.

Εσαι νας κπος κλεισμνος,
αδελφ και νφη μου.
Εσαι σαν να σφραγισμνο σιντριβνι.
Το φυτ σου εναι περιβλι με ρδια,
και φροτα επιλογς,
με χννα, νρδο και σαφρν,
κλαμο και κανλλα,
με κθε εδος λιβανιο,
με μρο και αλη
και τα καλλτερα μπαχαρικ.
Εσ' να συντριβνι στον κπο,
πηγδι με νερ που ρει,
κατεβανοντας απ τον Λβανο.

Αυτ:
Ξπνα βορι κι λα νοτι,
φυστε ανμοι δυνατ!
Φυστε στον κπο μου,
στε τ' ρωμ του ν' απλσει παντο.
Αφστε τον αγαπημνο μου
να μπει στον κπο μου
να δοκιμσει ποια φροτα διαλξει.

Αυτς:
Ξανρθα στον κπο σου,
ταρι μου κι αδελφ.

χω μαζψει το μρο σου
με το μπαχαρικ μου.

χω φει τη κηρθρα
και το μλι μου.

χω πιει το κρασ
και το γλα σου.

Φλοι:
Φτε, και πιετε φλοι.

Πιες την αγπη σου.

Αυτ:
Κοιμθηκα μα η καρδι μου ξπνια.
Ακοω! Ο αγαπημνος μου χτυπει:
"νοιξ μου, αδερφ μου, αγπη μου,
περιστρι μου, αψεγδιαστο".

Το κεφλι μου λοζεται στη δροσι,
και τα μαλλι μου στζουνε
απ της νυχτις την υγρασα.
χω βγλει τη ρμπα μου,
πρπει να τη ξαναφορσω;
χω πλνει τα πδια μου,
πρπει να τα ξαναλερσω;

Ο αγαπημνος μου σπρωξε
το χρι του στο μνταλο!
Η καρδι μου ρχισε
να φτεροκοπ στο στρνο μου γι' αυτν.
Σηκθηκα ν' ανοξω στην αγπη μου,
και τα χρια μου στζανε μρο,
τα δχτυλ μου, ρωμα που ρει,
στις λαβς του πρτας.

νοιξα στην αγπη μου,
αλλ εκενος εχε φγει.
Βολιαξ' η καρδι μου στη φυγ του.
Τον ψαξα παντο, μα δεν τον βρκα.
Τον φναξα μα δεν απντησε.

Με βρκανε οι φλακες
που κνανε τη γρα τους στη πλη.
Με χτπησαν, με χλασαν,
μου πραν τον μανδα,
αυτο οι γριοι φλακες των τειχν!
Κρες της Ιερουσαλμ, σας εξορκζω:
Αν βρετε την αγπη μου,
τι θα του πετε;
Πετε του πως χω λαβωθε
βαρι, απ αγπη.

Φλοι:
Πς εναι ο αγαπημνος σου,

απ τους λλους ο καλλτερος;
Συ, η ομορφτερη των γυναικν;
Πς εναι ο αγαπημνος σου
καλλτερος απ τους λλους
και μας πιστνεις τσο πολ;

Αυτ:
Ο αγαπημνος μου εναι λαμπρς
και κατακκκινος σαν αμα.
Ξεχωρζει ανμεσα σε δκα χιλιδες.
Το κεφλι του εναι το πιο αγν χρυσφι.
Τα μαλλι του εναι κυματιστ
και μαρα σαν κορκου.
Τα μτια του σαν περιστρια
δπλα στη πηγ,
πλυμμνα στο γλα,
σαν κοσμματα, στημνα.
Τα μγουλ του εναι σα θρνοι μπαχαρικν
και βγζουν ρωμα.
Τα χελη του εναι σαν κρνα
που στζουν μρο.
Τα χρια του εναι ρβδοι χρυσο
τοπζινο σετκι.

Το σμα του εναι
σαν καλογυαλισμνο ελεφαντδοντο,
διακοσμημνο με lapis lazuli.
Τα πδια του εναι
δυο μαρμρινες κολνες,
στηριγμνες σε βσεις
απ καθριο χρυσ.
Η θρεια του εναι
σαν τους κδρους του Λιβνου.

Το στμα του εναι
η δια η γλκα.
Εναι υπροχος τελεως.
Αυτς εναι ο αγαπημνος μου,
αυτς εναι ο φλος μου,
ω! κρες της Ιερουσαλμ!
                                                                   Σολομντας (απ' το σμα Ασμτων)


                    Feodor Rojankovsky: Ελεθεροι Στχοι (1936)
______________

                                                  Επλογος

     Λοιπν, πς σας φνηκε; Εγ απ μρους μου, θα κρψω τις εντυπσεις και το τ μου προξνησαν λα τοτα, θα πω μονχα τοτο και να το σκεφτετε πολ-πολ, πρα πολ καλ: λα τα μοντλα, που υπρξανε πλαι ποτ, χρμα οφθαλμν καθς κι οι περισστεροι καλλιτχνες, εναι πια στο χμα και τα κορμι τους τα γευτκανε τα δια σκουλκια. Δεν χω κτι να προσθσω -καλ να 'στε σο εμαστε ζωντανο λοι μας και ρει στις φλβες μας γοργ αμα.
     Ως την επμενη φορ, που θα τα ξαναπομε. Γιατ... να 'στε σγουροι, θα τα ξαναπομε...

                                 Πτροκλος Χατζηαλεξνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers