Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Εκδοθέντες 

Φλώρακης Ηλίας: Ο Δικός Μας...

                                 Βιογραφικό 

     Γεννημένος το 1972 στη Φρανγκφούρτη, προγραμματιστής Η/Υ και μηχανικός ηλεκτρονικός, ο Ηλίας Φλωράκης πέρασε από πολλά βιοποριστικά επαγγέλματα. DJ και πωλητής κινητών κι Η/Υ, γραφίστας σε μεγάλες διαφημιστικές, μπάρμαν και καθηγητής πληροφορικής, τεχνικός ήχου και φώτων σε θεατρικές παραστάσεις αλλά κι ηθοποιός σε επαγγελματικές ομάδες. Όλα, για να στηρίξουν τα βήματά του στη συγγραφή διηγημάτων, θεατρικών και σεναρίων.
     Πρώτη του εκδοτική δουλειά "Το Μπαράκι Του Τσάρλι", εκδ. Καστανιώτη με 15 ιστορίες μαύρου χιούμορ. Διοργανώνει εκθέσεις φωτογραφίας και ζωγραφικής και περιμένει την ευκαιρία για την πρώτη του ταινία. Ερασιτέχνης φωτογράφος με συμμετοχή σε εκθέσσεις φωτογραφίας. Το 2001 παίρνει μία από τις 21 θέσεις στον πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού ELLE «20+1 Ιστορίες 2001» εκδ. Καστανιώτη  και το 2004 κερδίζει 1η θέση στον διαγωνισμό διηγήματος από τα ΖΩΓΙΑ. Τώρα, ζει κι εργάζεται στην Αθήνα σαν τεχνικός συντάκτης στο περιοδικό RAM.

 * Στα σχόλια φιλοξενείται παρουσίαση του βιβλίου του Ηλία "Το Μπαράκι Του Τσάρλυ" αλλά και για τον "Θεραπευτή" καθώς κι άλλες απόψεις, επίσημες και μη...
 * Τα παρόντα διηγήματα είναι μέρη του 2ου βιβλίου του με τίτλο "Ο Θεραπευτής" Εκδόσεις 'Αγκυρα (2006) της 3λογίας "Λεωφόρος".

----------------------------------------------------------------------


                  Περιμένoντας Ένα Αστέρι Να Πέσει

     Ήτανε Κυριακή βράδυ κι έκανα τη συνηθισμένη μου βόλτα στη παραλία. Έκανε αρκετή ψύχρα που διαπερνούσε το παλτό, ενώ η υγρασία έλουζε το πρόσωπό μου. Ο μουντός ουρανός κι η ομίχλη, περιορίζανε την ορατότητά μου σε μερικά μέτρα, δημιουργώντας μιαν ατμόσφαιρα για τα γυρίσματα θρίλερ.
     Τους τελευταίους μήνες κατέβαινα καθημερινά στη παραλία, μακριά από τους ήχους της πόλης και τη βαβούρα, αναζητώντας λίγη απόδραση στην μοναχικότητα της σιωπής και της απεραντοσύνης του τοπίου. Κουκουλωμένος πηγαινο-ερχόμουν, αφημένος στις σκέψεις να με συντροφεύουν στις μοναχικές στιγμές μου, όταν πρόσεξα τη μορφή στο παγκάκι. Μαυροντυμένος σα σκιά, καθόταν ακίνητος λίγα μέτρα πιο πέρα. Δε τον είχα προσέξει μέχρι τώρα στη βόλτα μου, αν κι είχα ανεβο-κατέβει τη παραλία αρκετές φορές, μέχρι τώρα. Μπορεί να βρισκόταν εκεί από νωρίς ή το πιο πιθανό, να 'χε έρθει λίγο νωρίτερα. Η σιλουέτα του μου φάνηκε γνωστή και διακριτικά, έβαλα μια μικρή γωνία στη πορεία μου για να πλησιάσω λίγο τον τύπο.
     Φτάνοντας στα δύο μέτρα από το παγκάκι, αναγνώρισα τον μαυροντυμένο τύπο. Ήταν ένας νέος, άγνωστος συγγραφέας με πολλά ψυχολογικά και συναισθηματικά προβλήματα. Είχαμε μιλήσει καμιά δεκαριά φορές στη παραλία και μου 'χε δώσει αρκετά από τα γραπτά του, να του πω την γνώμη μου. Καλό γράψιμο, αλλά μαύρο, βαρύ και ακαταλαβίστικο για την πλειοψηφία, που αναζητούσε κάτι ελαφρύ για να γεμίσει την ώρα και χοντρό για να μη χρειαστεί να ξαναπάνε στο βιβλιοπωλείο σύντομα. Ο τύπος είχε μια κλίση να παρουσιάζει το κακό με τόση γοητεία, που ερωτευόσουν τους ήρωες για τα παθήματά τους.
     Πλησίασα για ένα «γεια», αφού τα πόδια μου είχαν αρχίσει να παραπονιούνται πια. Έτσι προτίμησα να ταλαιπωρήσω λίγο τα αυτιά μου. Κάθισα δίπλα του απρόσκλητος. Κοιτούσα μπροστά, όταν μίλησα, πιστεύοντας ότι με είχε αναγνωρίσει.
 -"Δεν είναι το βράδυ σου σήμερα. Είν' άσκοπο να περιμένεις. Γιατί δε πας σπίτι σου και ξανάρχεσαι αύριο";
     Γύρισα να τον κοιτάξω, αφού για αρκετήν ώρα δε πήρα καμιάν απάντηση, πιστεύοντας πως ήταν χαμένος στις σκέψεις του, όπως συνήθως. Τότε αντίκρυσα ένα θέαμα που μόνο μέσα από τα μάτια των δικών μου ηρώων είχα ξαναδεί.
     Ένα μελαγχολικό πέπλο σκέπαζε το πρόσωπό του. Το ψυχρό βλέμμα του καρφωμένο στο άπειρο κι ένα παγωμένο δάκρυ, κολλημένο στο μάγουλό του, σα να 'χε σταματήσει ξαφνικά ο χρόνος. Ο τύπος είχε πεθάνει από το κρύο.
     Πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι να συνέλθω. Κάλεσα ασθενοφόρο από το κινητό και ξανά χώθηκα στη σιωπή, συντροφεύοντάς τον.
     Δεν είχε καταφέρει να εκπληρώσει το όνειρό του.
     Πριν τον γνωρίσω είχε μια σχέση, ίσως την καλύτερη της πορείας του. Μπορούσε και μιλούσε μαζί της, τον στήριζε ψυχολογικά, τον γέμιζε συναισθηματικά και στο κρεβάτι ήταν οι καλύτεροι εραστές. Μοιραζόντουσαν τα πάντα κι η σχέση τους κράτησε καιρό. Αλλ' αυτό τον εμπόδιζε να γράφει, αφού όλα ήταν υπέροχα στη ζωή του, χωρίς απρόοπτα ή καινούργιες εμπειρίες. Βολεμένος στην ασφάλεια της σχέσης τους, αντιμετώπιζε τη ζωή ήρεμα, πεζά, δουλεύοντας τα πρωινά, ενώ συνέχιζε τη μέρα με το ταίρι του.
     Πολλές φορές ταξιδεύανε νοητικά μαζί φτιάχνοντας σενάρια κι ιστορίες, κάνωντας όνειρα για το καλλιτεχνικό μέλλον, αλλά ποτέ δεν έγραφε, αφού ένιωθε γεμάτος. Το μόνο που 'κανε καμιά φορά, ήταν κάποιες ατελείωτες βόλτες στη παραλία, προσπαθώντας να βρει θέματα να γράψει. Αλλά δε τα κατάφερνε. Δε μπορούσε να μπει σε κατάσταση έμπνευσης αφού όλα του πήγαιναν καλά. Πώς να βασάνιζε τους ήρωές του.
     Δύο φορές, θυμάμαι μάλιστα, είχε δει να πέφτει αστέρι κι είχε ευχηθεί να γίνει διάσημος μέσα από το γράψιμο. Εκείνη τη περίοδο ήταν που τον είχα συναντήσει για πρώτη φορά. Συντροφεύαμε ο ένας τον άλλον στους περιπάτους μας, όχι πάντοτε με συζητήσεις. Ήμασταν ο ένας για τον άλλον, ο άγνωστος που μπορούσαμε να εκμυστηρευτούμε τις αδυναμίες μας. Κάτι σα να μιλάς στον καθρέφτη.
     Ώσπου μια μέρα άρχισε η πτώση. Αυτή είχε πάψει να 'ναι ερωτευμένη μαζί του. Είχε πάψει να 'χει το πάθος κι αυτό φαινόταν σ' όλες της, τις κινήσεις. Ο τρόπος που του μιλούσε, τον ακουμπούσε. Ακόμα και στο κρεβάτι, άρχισε να υπάρχει ρουτίνα. Σταμάτησαν τα παιχνίδια, τα χάδια, τα φιλιά. Απλώς ερεθιζόντουσαν και πάντα αυτή έπεφτε στα τέσσερα. Ήταν η στάση που την ερέθιζε σωματικά περισσότερο, υποβιβάζοντας τη πράξη σε κάτι σωματικό, αλλά ήταν κι η στάση που δε χρειαζόταν να τον κοιτάει στα μάτια.
     Ήταν εκείνο τον καιρό που της είχε ζητήσει να έρθουν σε διάσταση για λίγο καιρό, πιστεύοντας πως η απόσταση θα δυνάμωνε και θα φούντωνε τη σχέση τους. Κι είχε γυρίσει αυτή, κλαίγοντας πίσω. Αλλά δεν είχε διορθωθεί τίποτα.
Ήταν εκείνο το διάστημα που μέσα του πολλές φορές σκεφτόταν να χωρίσουν, αν και δεν είχε τη δύναμη ή τη θέληση για κάτι τέτοιο. Δε του πρόσφερε τίποτα πια.
     Πίστευε πως έτσι θα απελευθερωνόταν. Θα μπορούσε να κάνει παιχνίδι και να κυνηγήσει εμπειρίες και νέες γνωριμίες, διευρύνοντας λίγο το περιβάλλον του, δίνοντάς του ώθηση για νέες περιπέτειες κι ίσως ένα καινούργιο βιβλίο.
     Μετά από λίγο καιρό, του ζήτησε αυτή να χωρίσουνε. Τον αγαπούσε πολύ, αλλά δεν ήταν πια ερωτευμένη μαζί του. Έτσι του 'χε πει. Κι έφυγε. Φυσικά το γεγονός τον πήρε από κάτω, αλλά στην αρχή είχε τη δύναμη να το αντιμετωπίσει. Είχε τη δύναμη να ξεγελάει τον εαυτό του.
     Δούλευε περισσότερο, γνώρισε καινούργιες κοπέλες, έγινε πιο κοινωνικός. Αλλά τίποτα δεν τον γέμιζε. Γυρνούσε από τη δουλειά και δεν είχε κάποιον να τον περιμένει σπίτι. Ξυπνούσε μόνος του τη Κυριακή και στριφογύριζε στο κρεβάτι αναζητώντας την. Ώσπου η απουσία της άρχισε να γίνεται αισθητή. Καμιά κοπέλα δεν είχε το δικό της πάθος.
     Όλα αρχίσανε να περνάν απαρατήρητα από τη ζωή του σα φαγητό άγευστο κι άοσμο που κατεβαίνει στο λαρύγγι. Το διάστημα των γιορτών που δε δούλευε κιόλας, η κατάσταση χειροτέρευε. Κλεισμένος στο σπίτι, παρέα με μπουκάλια αλκοόλ, αναπολούσε και τρελαινόταν. Αλλά ακόμα δε μπορούσε να γράψει. Ώσπου έπαψε να προσπαθεί κι άρχισε να τριγυρνάει ξανά στη παραλία, μιας κι οι κλειστοί χώροι είχαν αρχίσει να γίνονται ανυπόφοροι.
     Μερικές φορές τότε, βρεθήκαμε τυχαία πάλι, αλλά οι αναφορές στη ζωή του ήταν περισσότερο διπλωματικά παραπλανητικές, οπότε τον άφηνα στην ησυχία του και στα σπάνια ξεσπάσματα των μονολόγων του. Σ' ένα απ' αυτά μου 'χε εξηγήσει και το λόγο που ερχόταν τα βράδια στη παραλία. Τον ξανακοίταξα, θέλοντας να αποτυπώσω τη μορφή του στο μυαλό μου. Και τότε πρόσεξα το χαρτί που 'ξείχε από τη τσέπη του. Το πήρα προσεχτικά στα χέρια μου. Ήταν νοτισμένο από την υγρασία και σκληρό από το κρύο. Απευθυνόταν ...σε μένα!
     «
Αναζητούσα τη μοναξιά και τον πόνο για να μπορέσω να ξαναγράψω. Ευχόμουν στ' αστέρια που πέφτανε να γίνω διάσημος. Κι όλα αυτά γιατί είχα μια σχέση που με κάλυπτε, αν κι η πορεία της με πλήγωνε το τελευταίο διάστημα. Το σβησμένο της πάθος με βασάνιζε. Ήταν δίπλα μου, αλλά δε την είχα. Όταν χωρίσαμε, στην αρχή προσπάθησα να το εκμεταλλευτώ. Αλλά καμιά δε μου 'δινε τίποτα. Δεν έβρισκα πουθενά το πάθος. Κι ήταν αυτό που μου 'λειπε. Μόνον εκεί έβρισκα αρκετή ενέργεια για να ζήσω. 'Ασχετα αν δε την εκμεταλλευόμουν σωστά καταναλώνοντάς τη στο γράψιμο. Έπρεπε να συνεχίσω χωρίς να 'χω κάποιον δίπλα μου. Με πλήγωναν όλ' αυτά που 'πρεπε ν' αφήσω πίσω. Και τώρα μόνος από τότε, τριγυρνάω κάθε βράδυ περιμένοντας. Περιμένοντας κάθε βράδυ να βρω ένα αστέρι να πέσει για να μπορέσω να ζητήσω μια καινούργια ευχή και ν' αλλάξω τη παλιά. Να ευχηθώ να γυρίσει πίσω και να νιώσω ξανά ευτυχισμένος. Τόσο καιρό ζητούσα να γίνω διάσημος γιατί ήταν δίπλα μου. Ήμουν ευτυχισμένος, στην αρχή τουλάχιστον. Είχα μια ασφάλεια, κάποια να με περιμένει σπίτι, να με ξεκουράζει με την παρουσία της. Και τώρα άρχισα να νιώθω χαμένος. Ο πόνος δε με βοηθάει καθόλου, ούτε στο γράψιμο, ούτε πουθενά. Κι είναι το μόνο που 'χω πια.
     Περιμένω μόνον ένα αστέρι, να πραγματοποιήσω τη μοναδική ευχή που θα 'πρεπε να θέλω. Θα μπορούσα να μάθω να γράφω διαφορετικά. Να εμπνέομαι από αλλού. Από τη παρουσία της. Αλλά μετά από τόσο καιρό, δε μπορώ να μάθω να ζω μακριά της
».
    
Έβαλα προσεχτικά το γράμμα στη τσέπη μου. Τώρα θα γινότανε διάσημος μέσα από το γράψιμο. Κάποιου άλλου, στη στήλη του αστυνομικού δελτίου, κάποιας εφημερίδας. Για μια μέρα τ' όνομά του θα γραφότανε παντού.

                              Ο Ήλιος, Η Σελήνη Κι Η Γη

Το τηλέφωνο χτύπησε αρκετές φορές, ταράζοντας την ηρεμία του σπιτιού. Ο Δόκτορας Λίο Φ. Συράκ, δυσκολεύτηκε να συνέλθει, αφού όλοι ξέρουμε ότι  παίρνει υπνωτικά χάπια, για να διευκολύνει τον εγκέφαλό του να κοιμηθεί. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Δοκίμασε την φωνή του. Ήταν λίγο βραχνή, αλλά αρκετά σταθερή για να συνεννοηθεί. Σήκωσε το ακουστικό.
"Παρακαλώ;"
Ήταν προετοιμασμένος να ακούσει δυσάρεστα νέα. Για ποιον άλλο λόγο θα τον ενοχλούσαν τέτοια ώρα. Την τελευταία φορά, του είχαν ανακοινώσει τον ακρωτηριασμό και των δύο ποδιών, από αυτοκινητιστικό, ενός πολύ κοντινού του συγγενή.
"Ορίστε;" ρώτησε γεμάτος έκπληξη. Όχι τόσο, γιατί το τηλεφώνημα ήταν υπεραστικό από κάποιο μικρό μέρος που το άκουγε για πρώτη φορά, όσο για το ότι κάποιος Σκωτσέζος ήθελε απλώς ένα ραντεβού μαζί του, για να μιλήσουν.
"Κύριε Μακ Γκουϊρ ... συγνώμη ... κύριε Μακ Γκουάιερ, αντιλαμβάνεστε φυσικά ότι είναι αρκετά αργά για να μου τηλεφωνήσετε σπίτι, για τέτοιο λόγο".
Η φωνή του παρέμενε σταθερή.
"Περασμένα μεσάνυχτα", σχεδόν ξεφώνισε, στην προσπάθειά του να τονίσει τον χρόνο.
Η φωνή στην άλλη γραμμή έδειξε ξάφνιασμα. Δεν είχε υπολογίσει την διαφορά ώρας. Εξάλλου, όπως απολογήθηκε, έπαιρνε και νωρίτερα, αλλά δεν τον έβρισκε ούτε στο γραφείο, ούτε στο σπίτι. Και επειδή θα ερχόντουσαν να τον βρουν, με τρένο από μακριά, χρειαζόντουσαν οπωσδήποτε ραντεβού μαζί του. Ήταν η τελευταία του ελπίδα, για κάτι που θα συζητούσαν από κοντά.
Ο Δόκτορας, αφού του είπε να κλείσει ραντεβού με την γραμματέα του, τον καθησύχασε ότι αυτός θα φρόντιζε να βρίσκεται εκεί στην ώρα του, όπως πάντα. Έκλεισε το ακουστικό, σημείωσε πρόχειρα το όνομα Μακ Γκάιερ και προσπάθησε να κοιμηθεί.
Την επόμενη μέρα, ήταν γεμάτος εκνευρισμό, αφού ο ύπνος του, όσος του είχε απομείνει, ήταν αρκετά ταραγμένος. Στην μέση της ημέρας, έδωσε στον εαυτό του αναρρωτική άδεια, για να αναπληρώσει της δυνάμεις του. Ευτυχώς δεν είχε ραντεβού το απόγευμα.
Την επόμενη, έλεγξε τα ραντεβού του. Κανένας Μακ Γκίρ δεν είχε κλείσει ραντεβού για κείνη την ημέρα. Είχε ήδη ενημερώσει την γραμματέα του για το επικείμενο ραντεβού, ώστε να μην έχει άλλο μετά. Έτσι θα μπορούσε να ασχοληθεί αποκλειστικά με τον ξενόφερτο επισκέπτη του.
 Είχε πάει πέντε η ώρα και ο Δόκτορας βρισκόταν στο γραφείο του. Ακόμα. Συμμάζεψε λίγο τα βιβλία που ήταν αραδιασμένα, έξυσε τα μολύβια του. Δεν βιαζόταν ιδιαίτερα. Έβαλε καφέ φίλτρου να ετοιμάζεται, έβαλε μια άδεια κασέτα στο μαγνητόφωνο, γυάλισε λίγο το αναπηρικό του καροτσάκι. Ήξερε πως το τρένο θα είχε κανένα μισάωρο καθυστέρηση. Αυτή ήταν η πρόβλεψη του σταθμάρχη. Υπήρχε κάποιο μηχανικό πρόβλημα και το τρένο είχε σταματήσει σε κάποιον προηγούμενο σταθμό. Το ίδιο του είπε και στις εξήμιση.
Γύρω στις εφτά και τέταρτο, χτύπησε η πόρτα. Πήγε και άνοιξε μόνος του, αφού η γραμματέας του σχολνούσε στις έξη.
"Συγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά ..."
"Παρακαλώ κύριε Μακ Γκουάιερ". Είχε κάνει αποστήθιση του ονόματος. "Περάστε. Όσο για την καθυστέρηση, έχω ενημερωθεί από τον σταθμάρχη. Θα θέλατε λίγο καφέ φίλτρου;"
Ευτυχώς που δεν είχε άλλα ραντεβού. Κάτι ήξερε από προηγούμενες περιπτώσεις.
"Ναι, παρακαλώ. Δύο κύβοι ζάχαρη, χωρίς γάλα".
Ο Μακ Γκουάιερ ήταν ένας επιβλητικός ασπρομάλλης, γύρω στα πενήντα πέντε - εξήντα. Φορούσε ένα ακριβό γκρίζο κουστούμι, τσαλακωμένο και ιδρωμένο, άβολο για ταξίδι με τρένο. Είχε μαζί του μια ακριβή βαλίτσα και έναν εξίσου ακριβό χαρτοφύλακα. Ήταν φανερό ότι θα περνούσε εκεί το βράδυ.
Η αναπαυτική πολυθρόνα που του προσφέρθηκε, ανακούφισε λιγάκι την μέση του που είχε καταπονεθεί στο τρένο. μετά τις πρώτες γουλιές και μια σύντομη περίληψη για την ταλαιπωρία του ταξιδιού, ο Μακ Γκουάιερ, μπήκε στο θέμα.
"Ξέρετε ..."
Όχι. Ο Δόκτορας δεν ήξερε και αυτό περίμενε να μάθει.
"... εγώ και η γυναίκα μου ... δεν μπορέσαμε να κάνουμε παιδιά.
Ο Δόκτορας σκέφτηκε ότι η γυναίκα θα είχε το πρόβλημα, ίσως λόγο της υγιέστατης εμφάνισης του Μακ Γκουάιερ, ίσως και λόγο αντρικού εγωισμού.
"Το πρόβλημα ... είχα πάθει ένα ατύχημα στα νιάτα μου. Τέλος πάντων. Αποφασίσαμε να υιοθετήσουμε ένα παιδί. Εκείνη την εποχή, ένας υπάλληλός μου ... έχω μια τοπική εφημερίδα στο Λιτλ Ροκ, εκεί μένω, έκανε ένα παιδί ... η γυναίκα του δηλαδή ... μόλις είχε γεννήσει. Είχαν ήδη τρία παιδιά. Το μωρό, ήταν προβληματικό. Δηλαδή όχι ακριβώς. Ήταν υγιέστατο. Ο Τζον ..."
"Το μωρό;"
"Όχι, ο υπάλληλός μου, δεν είχε λεφτά για να αναθρέψει ένα ακόμα παιδί. Είχε ήδη τρία. Σας το 'πα; Το εισόδημά του δεν του επέτρεπε να φροντίσει ένα ακόμα στόμα. Ακόμα και αν του έδινα αύξηση. Εξάλλου δεν θα είχε την ευχέρεια να προσφέρει στο γιο του ιατρική βοήθεια. Ήταν αγόρι. Το ανέφερα; Τέλος πάντων. Το παιδί ήταν πανέμορφο. Η γυναίκα μου το αγάπησε αμέσως. Και 'γώ. Δέχτηκα να το υιοθετήσουμε. Το πρόβλημα που είχε ήταν λίγο παράξενο. Ή μάλλον, όπως είπαν οι γιατροί, πολύ παράξενο. Το είχα πάει στους γιατρούς στην Ουάσιγκτον. Από 'κεί ήταν οι γιατροί. Το παιδί κοιμόταν ακριβώς 12 ώρες. Ο χρόνος δεν ξέφευγε ούτε λεπτό. Με το ίδιο ρολόι. Και μάλιστα αποδείχτηκε πολύ έξυπνο για την ηλικία του. Τώρα είναι 3 χρονών. Πρέπει να σας το είπα ξανά".
Ο Δόκτορας παρακολουθούσε αμίλητος καταγράφοντας την συζήτηση στο κασετόφωνο. Ο συνομιλητής του είχε μια περίεργη υπερένταση. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έφταιγε. Ίσως ο καφές να του έπεσε λίγο βαρύς.
"Χρόνια τώρα ..."
Τρία δηλαδή, σκέφτηκε ο Δόκτορας.
"... τρέχω από γιατρό σε γιατρό. Εκτός από αυτή την λεπτομέρεια που κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει, το παιδί μεγαλώνει φυσιολογικά.  Μέχρι που άκουσα για σας".
Και το παιδί έπαψε να μεγαλώνει φυσιολογικά; Ξανασκέφτηκε ο Δόκτορας απορώντας με τον εαυτό του. Πολύ παρέα με τον Ντας κάνω.
"Είχα χάσει κάθε ελπίδα. Θέλω την βοήθειά σας".
"Αφού το παιδί μεγαλώνει φυσιολογικά, γιατί θέλετε να επέμβετε σ' αυτή την ιδιαιτερότητά του;"
"Θέλω μια εξήγηση, σαν πατέρας. Θετός πατέρας, τέλος πάντων. Θέλω να κατανοήσω το γεγονός. Για να μην μας φοβίζει. Εμένα και την γυναίκα μου. Θέλω μια εγγύηση ότι στο μέλλον, δεν θα εξελιχθεί σε κάτι χειρότερο".
Καλό επιχείρημα.
"Κατάλαβα. Θα προσπαθήσω να μάθω κάτι για την περίπτωση του γιου σας".
Ο Δόκτορας ένιωσε σαν ντετέκτιβ.
"Βέβαια θα ανταμειφθείτε, με όσο μεγαλύτερη αμοιβή μπορέσω να βρω".
"Μην ανησυχείτε. Η πρόκληση και η ευτυχία σας, θα είναι η ανταμοιβή μου".
Πολλές φορές είχε μετανιώσει γι' αυτές του τις αντιλήψεις, αλλά τα πράγματα τώρα ήταν ειλικρινά. Δεν είχε ανάγκη τα λεφτά. Είχε αρκετά στην άκρη, που θα μπορούσε να αγοράσει την εφημερίδα του Μακ ... Μακ ... Μακ Γκουάιερ.
Οι μέρες περνούσαν. Ο Μακ Γκουάιερ είχε γυρίσει πίσω περιμένοντας νέα. Ο Δόκτορας σκάλιζε την συλλογή του, από το περιοδικό LIFE. Είχε την εντύπωση πως κάπου είχε διαβάσει κάτι παρόμοιο. Τέσσερις μέρες μετά, ο Δόκτορας βρήκε ένα άρθρο από κάποιον Τόνυ Εστεβέζ. Ο τύπος αυτός σε μια επίσκεψή του στο Νεπάλ, είχε συναντήσει κάποιον γκουρού, ο οποίος του μίλησε για ένα παιδί με ιδιαίτερο χάρισμα. Το παιδί λεγόταν Σώκρατες Τασέπι. Υπολογίζοντας βάση του τεύχους, το παιδί πρέπει να είναι τώρα γύρω στα ... τρία !!!
Την επόμενη μέρα, η γραμματέας του Δόκτορα, έστειλε δύο φαξ. Το πρώτο, προς τον κύριο Μακ Γκουάιερ, όπου ενημερωνόταν λιγάκι για την εξέλιξη των ερευνών. Το φαξ ήταν πολύ μικρό και είχε σταλεί κατευθείαν στα γραφεία της εφημερίδας του. Το δεύτερο φαξ είχε σταλεί στα γραφεία του LIFE όπου ο Δόκτορας ζητούσε στοιχεία για να έρθει σε επαφή με τον Τόνυ Εστεβέζ.
Η απάντηση του LIFE ήρθε μερικές ώρες αργότερα. Ο Τόνυ Εστεβέζ ήταν εξωτερικός, έκτακτος συνεργάτης. Με λίγα λόγια, έγραφε όταν έγραφε, τα έστελνε με φαξ και πληρωνόταν. Το περιοδικό είχε κάποια στοιχεία κατοικίας, τα οποία και του έστελναν, χωρίς να είναι σίγουροι αν ίσχυαν ακόμα. Η αμοιβή του Τόνυ, έμπαινε σε λογαριασμό τραπέζης που συνεργαζόταν το περιοδικό, αλλά φυσικά γι' αυτό το θέμα δεν μπορούσαν να του δώσουν άλλα στοιχεία. Σαν υστερόγραφο, του δίναν την πληροφορία ότι πριν λίγες μέρες είχαν παραλάβει από τον Τόνυ, ένα ακόμη άρθρο, με θέμα τα δάση του Αμαζονίου, αλλά δεν ξέρουν που θα μπορούσε να βρίσκεται.
Ο Δόκτορας δεν απελπίστηκε. Το πρόβλημα λύθηκε λόγω γνωριμιών και πολύ τύχης. Είχε ειδοποιήσει έναν γνωστό του σε μια δημόσια υπηρεσία, ο οποίος βρήκε ότι η αμοιβή από το τελευταίο άρθρο του Τόνυ Εστεβέζ, είχε εισπραχθεί από ένα υποκατάστημα της τράπεζας, σε μια πόλη της Λατινικής Αμερικής. Η τύχη είχε βοηθήσει αρκετά αφού ένα μέρος της αμοιβής είχε εισπραχθεί την προηγούμενη ακριβώς μέρα, μεγαλώνοντας την πιθανότητα ο Τόνυ να βρίσκεται ακόμα σε εκείνη την πόλη.
Μια δεύτερη αξιοποίηση των γνωριμιών του, έφερε τον Τόνυ Εστεβέζ σε τηλεφωνική επαφή με τον Δόκτορα. Το ότι ο Τόνυ έκανε τον κόπο να μιλήσει μαζί του, άκου σύμπτωση, ήταν γιατί ο Τόνυ ήταν φίλος του 'Aντριου Μακ Κέννα. Μαθητή και φίλο του Δόκτορα από το κολέγιο όπου δίδασκε. Ο Τόνυ και ο 'Aντριου ήταν μαζί στην ίδια συμμορία, όταν ήταν μικροί και είχε ακούσει  στις μετ' έπειτα επαφές του με τον 'Aντριου, πολλά πράγματα για τον Δόκτορα Λίο Φ. Συράκ. Αφού ενημερώθηκε για το ζήτημα, τηλεφωνικός, υποσχέθηκε να του στείλει από τα γραφεία του LIFE, τα στοιχεία από το συγκεκριμένο άρθρο. Και αυτό γιατί στο περιοδικό, δεν είχαν γράψει ολόκληρο το θέμα, αφού η στήλη ήταν πολύ μικρή. Δεν θυμόταν λεπτομέρειες από το συγκεκριμένο άρθρο, για να ενημερώσει τον Δόκτορα τηλεφωνικός. Θυμόταν όμως αρκετά πράγματα για την παιδική του ηλικία και τις περιπέτειές του με τον ¶ντριου. Πράγμα που κόστισε πολύ στον Δόκτορα αφού είχε δεχτεί το τηλεφώνημα του Τόνυ με δικιά του χρέωση!
Οι μέρες συνέχισαν να περνάνε, αλλά το φαξ δεν δεχόταν τίποτα. Ο Δόκτορας αφοσιωμένος και στις δικές του δουλειές και στα ήδη προγραμματισμένα ραντεβού, είχε αφήσει για λίγες μέρες, την έρευνά του. Η θύμηση στο γεγονός επανήλθε, όταν κάποια μέρα του ήρθε ένα συστημένο δέμα. Είχε το μέγεθος κουτιού από σοκολατάκια και στοιχεία αποστολέα, του Τόνυ Εστεβέζ. Επιτέλους.
Ξετυλίγοντας επανειλημένα χαρτάκια, ο Δόκτορας έφτασε στην καρδιά του δέματος, όπου βρήκε μια δισκέτα 3.5 ιντσών. Η δισκέτα έφτασε στα χέρια ενός μαθητή του Δόκτορα ο οποίος ανέλαβε αφιλοκερδώς να τυπώσει το περιεχόμενο της δισκέτας. Τελικά, η έρευνα του Τόνυ Εστεβέζ, η ολοκληρωμένη έκδοση, έφτασε στα χέρια του Δόκτορα.
Ο Τόνυ αναφερόταν σ' ένα γκουρού από το Νεπάλ, ο οποίος είχε πάρει υπό την προστασία του ένα παιδάκι. Το παιδί λεγόταν Σώκρατες Τασέπι. Το παιδί είχε ένα χάρισμα, όπως έλεγε ο γκουρού, αν και κανείς δεν είχε καταλάβει που του χρησίμευε. Αναπαυόταν ακριβώς 12 ώρες και 12 ώρες ήταν ξύπνιο. Μιλούσε για κάποιο όραμα που είχε δει ο γκουρού, για το πώς βρήκε το παιδί και το πήρα υπό την προστασία του. Το παιδί αναγνωρίστηκε από τα σημάδια του οράματος και μπλα μπλα μπλα... το βρήκε κάπου στην Αμερική, όπου έστειλε δύο βοηθούς του για να το εντοπίσουν και να το φέρουν. Το μέρος που βρισκόταν ο μικρός, ήταν εντελώς άγνωστο στον Δόκτορα. Κάπου στο τέλος αναφερόταν ότι το πραγματικό όνομα του παιδιού ήταν Σώκρατες Σάρτασεπ. Αλλά κρατήθηκε από τον γκουρού το Τασέπι, όπου ίσως ήταν πιο εύκολο στην προφορά.
Η επόμενη κίνηση του Δόκτορα ήταν να βάλει έναν φοιτητή του να βρει πού στο καλό βρισκόταν η τοποθεσία, όπου βρήκαν οι βοηθοί του γκουρού το παιδί. Η απάντηση ήρθε μετά από μία βδομάδα αναζήτησης.
"Έπρεπε να το φανταστώ", ξεφώνισε ο Δόκτορας. Αν η αναζήτηση είχε γίνει μέσω Μακ Γκουάιερ, θα είχε την απάντηση την ίδια στιγμή. Το μέρος ήταν κάποιο χωριουδάκι κοντά στο Λιτλ Ροκ, όπου έμενε ο Μακ Γκουάιερ.
Είχε έρθει η στιγμή για τον Δόκτορα, να ταξιδέψει για άλλη μια φορά. Η πρώτη του με το αναπηρικό καροτσάκι, πράγμα που δεν τον φόβιζε καθόλου.
Στον σταθμό του Λιτλ Ροκ, τον περίμενε ο Μακ Γκουάιερ.
"Η γυναίκα μου ετοιμάζει φαγητό. Θέλετε να περάσουμε πρώτα από το σπίτι;"
Είναι μια πολύ καλή ιδέα, σκέφτηκε ο Δόκτορας.
"Ναι, θα ήθελα να δω και τον μικρό".
"¶ ναι, τον Τζόρτζ. Έτσι τον βαφτίσαμε".
Το σπίτι των Μακ Γκουάιερ ήταν μια υπέροχη βίλα στα περίχωρα του Λιτλ Ροκ. Ο Δόκτορα γνώρισε την Νταϊάν, την γυναίκα του Μπιλ Μακ Γκουάιερ, είχε ξεχάσει μέχρι τώρα να αναφέρει το μικρό του, αν και ο Δόκτορας δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για μια τέτοια λεπτομέρεια, την Μπέτυ, την μαύρη οικονόμο τους, τον μικρό και πανέμορφο Τζόρτζ και φυσικά τον Σάιμον, το λυκόσκυλο. Για κάποια στιγμή ο Δόκτορας νόμιζε ότι έπαιρνε μέρος σε σαπουνόπερα του στυλ Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι.
Αφού φάγανε και ξεκουράστηκαν με έναν μεσημεριανό ύπνο, εκτός από την Μπέτυ που φύλαγε τον Τζόρτζ, που δεν είχε περάσει ακόμα το 12ωρό του, ο Δόκτορας ζήτησε πληροφορίες για το χωριό που αναζητούσε, όπου εντελώς συμπτωματικά ...
"Εκεί μένει ο υπάλληλός μου, ο Τζον Σάρτσαπ".
Ο Δόκτορας ζήτησε να πάει στο τοπικό μαιευτήριο του χωριού. Τελικά όμως το μόνο μαιευτήριο στην περιοχή ήταν αυτό του Λιτλ Ροκ.
Εκεί, με τα στοιχεία γέννησης του μικρού Τζόρτζ, ο Δόκτορας ανακάλυψε ότι εκείνη την ημέρα κάποια Μαίρη Σάρτσαπ είχε γεννήσει δίδυμα. Πράγμα που ξένισε και τον Μπιλ.
Χάρη στην φήμη του Μπιλ και λιγότερο στην ιδιότητα του Δόκτορα, του επετράπηκε η πρόσβαση στο αρχείο του ιατρικού ιστορικού της γέννας. Η Μαίρη Σάρτσαπ, ώρα τάδε, είχε γεννήσει δύο μωρά με διαφορά λίγων λεπτών. Η γέννα ήταν φυσιολογική, αλλά το ένα μωρό δεν ανταποκρίθηκε στα χτυπήματα των γιατρών. Το άνοιγμα των πνευμόνων του άργησε να γίνει. Τις πρώτες 12 ώρες το ένα μωρό, το πρώτο, ζούσε κανονικά, ενώ στο δεύτερο, δουλεύοντας μόνο οι φυσικές λειτουργίες. Το είχαν βάλει σε θερμοκοιτίδα για παρακολούθηση. Μετά το πρώτο 12ωρο, για ανεξήγητους λόγους, το πρώτο μωρό έπεσε σε λήθη, δουλεύοντας μόνο οι φυσικές του λειτουργίες, στα φυσιολογικά πλαίσια ενός κώματος, ενώ το δεύτερο παιδί ξύπνησε. Αυτό συνεχίστηκε και τα επόμενα 12ωρα, για μια βδομάδα, όπου στο τέλος οι γιατροί έδωσαν εξιτήριο στα μωρά, θεωρώντας την κατάστασή τους αλλόκοτη, αλλά σταθερά επαναλαμβανόμενη, χωρίς επικίνδυνες διαταραχές ή μεταπτώσεις που να έθεταν την ζωή των μωρών σε κίνδυνο.
Η επόμενη φυσικά επίσκεψη, ήταν στο σπίτι των Σάρτσαπ. Ένα μεγάλο καλύβι σ' ένα χωριουδάκι έξω από το Λιτλ Ροκ. Τρία κουτσούβελα παίζανε έξω. Η Μαίρη και ο Τζον Σάρτσαπ, πρόσφεραν την φιλοξενία τους στους νεοφερμένους επισκέπτες και γύρω από το τραπέζι όπου τους προσφέρθηκε καφές, ανοίχτηκαν τα χαρτιά.
Η Μαίρη και ο Τζον, απαντώντας στις ερωτήσεις του Δόκτορα, είπαν τα γνωστά περί γέννας, τα εν μέρη γνωστά περί υιοθεσίας του Τζορτζ από τον Μπιλ Μακ Γκουάιερ και τα καθόλου γνωστά μέχρι τώρα, της άτυπης υιοθεσίας του Σώκρατες από τους απεσταλμένους βοηθούς του γκουρού.
Οι αναμνήσεις έφεραν συγκίνηση στο ζεύγος, αλλά όχι δάκρυα. Ήταν σίγουροι ότι και τα δύο μωρά ήταν σε καλά χέρια. Οι ίδιοι δεν είχαν την δυνατότητα να μεγαλώσουν δύο ακόμα μωρά και μάλιστα με μια τέτοια ιδιοτροπία.
Μετά από αρκετή σκέψη, ο Δόκτορας συνειδητοποίησε ότι το επίθετο Τασέπι, όπου έβγαινε από το Σάρτασεπ, πρέπει να ήταν παρερμηνεία από την προφορά των βοηθών του γκουρού, για το Σάρτσαπ. Ή μπορεί να ήταν και μια ηθελημένη παραμόρφωση για ευνόητους λόγους. Αυτό που δεν κολλούσε ακόμα ήταν το γιατί να θέλει ο γκουρού το δεύτερο μωρό.
Ο Δόκτορας επέστρεψε στο γραφείο του μετά από δύο μέρες. Ήθελε να σκεφτεί. Κάτι του είχε διαφύγει στην όλη υπόθεση. Δύο μωρά που ζούσαν 12 ώρες το καθένα εναλλάξ. Το ένα με τον Μακ Γκουάιερ και το άλλο με τον γκουρού ... στο Νεπάλ!!! Κάτι έλειπε από το παζλ για να ολοκληρωθεί η εικόνα. Και τότε ...πήρε στα χέρια του την έρευνα του Τόνυ Εστεβέζ. Το όραμα του γκουρού. Μιλούσε για τον Ήλιο, το Φεγγάρι και την Γη. Όταν ήταν σε ευθεία με αυτή την σειρά και ένιωθε ο γκουρού σκοτάδι. Έκλειψη Ηλίου, σκέφτηκε ο Δόκτορας. Και μετά ήρθε το χάσιμο του Φεγγαριού, όταν η σειρά ήταν Ήλιος, Γη, Φεγγάρι και υπήρχε άπλετο φως. Έκλειψη Σελήνης, το Φεγγάρι ακριβώς αντίθετα με τον Ήλιο σε σχέση με την Γη. Και ακόμα στο όραμα, ο γκουρού ένιωθε χαρούμενος όταν η Γη λουζόταν από το φως και πολύ δυστυχισμένος, όταν η Γη βρισκόταν στο σκοτάδι. Πού κολλάει άραγε αυτό στην όλη υπόθεση; Ήλιος, Γη, Φεγγάρι, ευτυχία. Ήλιος, Φεγγάρι, Γη, δυστυχία.
Ο Δόκτορας είχε απελπιστεί. Όχι τόσο γιατί δεν έβρισκε τον συνδετικό κρίκο, όσο γιατί δεν μπορούσε να ταξιδέψει στο Νεπάλ. Στην άλλη άκρη της Γης.
"Στην άλλη άκρη της Γης. Αυτό είναι. Ήλιος το Λιτλ Ροκ, Γη, Φεγγάρι το Νεπάλ. Δύο σημεία ακριβώς αντίθετα. 12 ώρες διαφορά. Όταν στο ένα είναι 12 το μεσημέρι, στο άλλο είναι 12 το βράδυ. Ήλιος ο Τζόρτζ στο Λιτλ Ροκ, Φεγγάρι ο Σώκρατες στο Νεπάλ. Ευτυχία. Έτσι εντόπισε ο γκουρού το μωρό. Οι βοηθοί του έπρεπε να ψάξουν στο αντίθετο σημείο. Αλλά γιατί ευτυχία; Μα φυσικά. Γιατί έτσι και τα δύο μωρά θα ζουν το 12ωρό τους όσο επικρατεί μέρα. Αλλά ένα ερώτημα επικρατεί ακόμα. Το τελευταίο κομμάτι του παζλ. Γιατί τα παιδιά να ζουν από 12 ώρες το καθένα;"
Ο Δόκτορας ενημέρωσε τον Μακ Γκουάιερ για τα συμπεράσματά του. Το ερώτημα όμως που τον απασχολούσε, έμεινε αναπάντητο για πολύ καιρό. Ακόμα και η επαφή του με τον γκουρού μέσω δικών του απεσταλμένων, δεν είχε διαφωτίσει την υπόθεση. Ακόμα και ο γκουρού δεν είχε την παραμικρή ιδέα. Ήξερε απλώς πως κάποια στιγμή θα του ερχόταν κάπως, η απάντηση και συνέχιζε υπομονετικά το έργο στο οποίο είχε αφιερωθεί.
Στα έβδομα γεννέθλια των μικρών, το όραμα ξεκαθάρισε τον λόγο για τον οποίο γινόντουσαν όλα αυτά. Ο Δόκτορας είχε πάρει την απάντηση από τον γκουρού και την είχε μεταδώσει με την σειρά του στον Μακ Γκουάιερ, με απλούστερα λόγια.
Η Μαίρη ήταν να γεννήσει ένα μωρό. όμως μια ανωμαλία στην εγκυμοσύνη, διέσπασε το ωάριο δημιουργώντας δίδυμα. Η Ψυχή όμως που ήταν προγραμματισμένο να κατεβεί ήταν μία και μοναδική. Αλλά πολύ ισχυρή. Η Ψυχή λοιπόν αποφάσισε πριν την γέννα, να κρατήσει και τα δύο σώματα αφού είχαν μοιραστεί τις ικανότητες, που χρειαζόταν για να εξελιχθεί. Το ένα παιδί μάλιστα ήταν αριστερόχειρο, ενώ το δεύτερο δεξιόχειρο. Για να μοιράσει η Ψυχή τον χρόνο, έδωσε ζωή στα δύο σώματα ανά δωδεκάωρο, ταξιδεύοντας διαδοχικά μια στο ένα σώμα και μια στο άλλο. Για να μεγαλώσουν φυσιολογικά, έστειλε το ένα στην άλλη μεριά της Γης ώστε να ζούνε και τα δύο την ημέρα. Αν είχε ψάξει στην Ελληνική Μυθολογία θα έβρισκε νωρίτερα την απάντηση.
Ο Δόκτορας δεν έζησε αρκετά για να παρακολουθήσει την εξέλιξη των παιδιών. Τα παιδιά πρέπει να είναι τώρα γύρω στα 12 χρονών. Τα παρακολουθούν όμως κάποιοι πρώην μαθητές του Δόκτορα Λίο Φ. Συράκ. Κι η ισορροπία τους κρατιέται σταθερή, μέχρι να 'ρθει η ώρα τους...

                                     Παγιδευμένος

Όλα ξεκίνησαν με 'κείνα τα όνειρα.
Λευκό ... Για ώρες κοιτούσα κάτι που ήταν σαν λευκός τοίχος. Δεν ήξερα τι ήταν ακριβώς. Αλλά ήταν κατάλευκο.
Μαύρο ... Μετά ... ερχόταν το σκοτάδι. Σαν ένα μαύρο πανί, να κάλυπτε τα μάτια μου.
Ησυχία. Δεν άκουγα τίποτα. Ούτε ένιωθα.
Λευκό ...
Μαύρο ...
Λευκό ...
Μαύρο ...
Λευκό ...
Και τότε, ανάμεσα στο Λευκό και το Μαύρο, ήρθε το Χρώμα.
Παιδάκια μικρά. Γύρω από ένα τραπέζι. Με τα πολύχρωμα καπελάκια τους. Μια τούρτα με πέντε κεράκια. Δεν ακούω φωνές. Τα κεράκια πλησιάζουν ... σβήνουν ... εγώ τα φύσηξα, αλλά δεν ένιωσα τίποτα. Μετά ... κουτιά με δώρα ...
Μαύρο ...
Λευκό ... Μήπως είναι φως; Από πού;
Μαύρο ...
Παιδάκια. Πιο μεγάλα. Κάθονται σε σειρές. Και ένας μεγάλος. Ντυμένος στα μαύρα. Μιλάει ... αλλά δεν τον ακούω. Μια βέργα στα χέρια του. Βλέπω δυο χέρια μικρότερα. Τα δικά μου. Με χτυπάει ... αλλά δεν το νιώθω. Βλέπω όμως το κοκκίνισμα. Σίγουρα πονάει ... αλλά δεν το νιώθω.
Λευκό ...
Μαύρο ... Μήπως είναι νύχτα;
Ένα πιάνο. Καφέ σκούρο. Και το ίδιο ζευγάρι, μικρών, κοκκινισμένων χεριών, πάνω στα ασπρόμαυρα πλήκτρα. Και μια βέργα, αλλά σε διαφορετικά χέρια.
Λευκό ...
Μαύρο ...
Λευκό ... Τώρα είμαι ξύπνιος;
Μαύρο ... Τώρα κοιμάμαι; Έτσι πρέπει να είναι.
Ένα ρολόι τοίχου. Σταματημένο. Δεν βλέπω την ώρα που έχει σταματήσει. Είχε σταματήσει ακριβώς την στιγμή που σταμάτησε και η καρδιά του. Απόλυτη σιωπή. Κανένα συναίσθημα. Ήταν η μέρα που πέθανε ο πατέρας μου. Θυμάμαι.
Λευκό ... Ξύπνησα.
Κόκκινο φως, μπλε φως. Γυρίζουν εναλλάξ. Με τυφλώνουν. Ένα συναίσθημα. Πόνος!;
Μαύρο ... Πώς ονειρευόμουν στο Λευκό, αφού ήμουν ξύπνιος;
Λευκό ... Τί μου συμβαίνει;
Μαύρο ...
Σιδερένιες βέργες, σχηματίζουν τις ακμές ενός κουτιού. Πέντε μπίλιες κρέμονται στο κέντρο του, με λεπτές μεταλλικές κλωστές. Δύο μπίλιες φεύγουν αριστερά, γυρνάνε, χτυπάνε τις άλλες. Δύο μπίλιες φεύγουν δεξιά, γυρνάνε, χτυπάνε τις άλλες ... δεν ακούω θόρυβο, αλλά αυτό γίνεται συνέχεια.
Λευκό ...
Μαύρο ...
Λευκό ...
Δύο χέρια παίζουν πιάνο. Είναι μεγάλα χέρια. Τα δικά μου. Με κόκκινα σημάδια ... από βέργα. Χρυσά μανικετόκουμπα σε κάτασπρα μανίκια. Ένα μικρόφωνο.
Μαύρο ...
Κόκκινο φως, εναλλάξ με μπλε, με ζαλίζει. Νιώθω αναγούλα. Νιώθω!;
Λευκό ...
Μαύρο ... Πού βρίσκομαι;
Λευκό ... Πότε ονειρεύομαι; Πότε είμαι ξύπνιος;
Κόσμος. Μεγάλος κόσμος. Όλοι με κοιτάνε και χαμογελούν. Έρχονται καταπάνω μου και μου δίνουν το χέρι τους. Και λουλούδια. Πολλά λουλούδια. Και μια κοπέλα. Μόνο με κοιτάει. Την παρατηρώ. Αλλά ο κόσμος δεν μ' αφήνει ήσυχο. Μιλάνε συνέχεια ... αλλά δεν μπορώ να τους ακούσω. Δεν ακούω τίποτα.
Μαύρο ...
Λευκό ...
Μαύρο ...
Μαύρα παπούτσια. Κοιτάω κάτω. Μια τρύπα. Ένα φέρετρο. Κάτι στάζει. Δάκρυα; Ποιος είναι μέσα; Με κοιτάζει ένας άντρας ... και μου χαμογελάει. Μέσα από το φέρετρο. Ο πατέρας μου. Χαμογελάει!
Λευκό ...
Ένα κορίτσι. Εκείνο. Γυμνό. Κοιμάται. Είμαι μακριά του και το κοιτάω. Είμαι μπροστά στο πιάνο. Τα χέρια μεγάλα και σημαδεμένα ... χαϊδεύουν τα πλήκτρα. Λίγο πριν χάιδευαν το κορμί της.
Μαύρο ...
Λευκό ... Προτιμώ το Λευκό. Φέρνει φωτεινά όνειρα.
Μαύρο ... Βλέπω συνέχεια όνειρα. Γιατί;
Ένα γυναικείο χέρι. Έχει και αυτό κόκκινα σημάδια. Όχι σαν τα δικά μου. Μικρές κόκκινες τελίτσες στα μπλε ποταμάκια και μικρές λιμνούλες από μελανιές, πάνω στο λευκό της χέρι.
Λευκό ...
Μαύρο ...
Λευκό ...
Μαύρο ...
Ένα τεράστιο δωμάτιο. Σκοτεινό ... είναι νύχτα. Ένα πιάνο με ουρά. Το σκοτεινό περίγραμμα από ένα στερεοφωνικό. Ένα διπλό κρεβάτι. Πλούσιο δωμάτιο. Το δικό μου δωμάτιο. 'Αδειο κρεβάτι. Τα χέρια πάνω στα πλήκτρα.
Λευκό ...
Μαύρο ...
Λευκό ...
Μπλε και κόκκινα φώτα. Με ζαλίζουν. Νιώθω πόνο στο λαιμό μου. Πόνο!; Γιατί;
Μαύρο ...
Λευκό ... Βλέπω κάτι πάνω στο Λευκό. Σημάδια. Είναι τοίχος. Σίγουρα. Είναι ένας άσπρος τοίχος. Πού βρίσκεται όμως;
Μαύρο ... Τώρα δεν βλέπω τίποτα. Δεν διακρίνω κανένα σημάδι.
Λευκό ... Κάτι υπάρχει εκεί. Κάτι διακρίνω με την άκρη του ματιού μου. Κάτι άλλο, εκτός από τα άσπρα σημάδια του τοίχου. Αλλά δεν μπορώ να γυρίσω το κεφάλι. Πρέπει να εστιάσω με το μυαλό μου. Πρέπει.
Μαύρο ...
Ένα μπουκάλι άδειο. Είναι βότκα. Κι άλλο ... τεκίλα. Δεν μπορώ να κρατήσω το βλέμμα μου σταθερό. Όλα γυρίζουν. Πιάνο ... κρεβάτι ... πάτωμα ... πιάνο ... πάτωμα ... κρεβάτι ... ταβάνι ... σκοτάδι.
Λευκό ...
Κόκκινα και μπλε φώτα, αστράφτουν και με τυφλώνουν. Πλησιάζουν. Ακούω ήχους. Ακούω!; Πάλι αναγούλα. Και πόνος.
Μαύρο ... Σκοτάδι παχύρρευστο. Αν απλώσω τα χέρια μου θα χωθούνε μέσα του. Τα χέρια μου; Δεν τα νιώθω!
Λευκό ... Και 'κείνο το πράγμα στην αριστερή άκρη του ματιού μου. Εστιάσου ... συγκεντρώσου ... Γρήγορα, γιατί θα έρθει το
Μαύρο ...
Πάλι το πιάνο. Τα χέρια πάνω του. Τρέμουν. Κι άλλα μπουκάλια στο πάτωμα. Το κρεβάτι άδειο. Το δωμάτιο ακατάστατο. Τα χέρια χτυπάνε το πιάνο. Αλλά δεν το νιώθω.
Λευκό ... Είναι ... είναι λάμπα! Το πράγμα που έβλεπα ήταν μια σβηστή λάμπα. 'Αρα βλέπω το ταβάνι. Είμαι ξαπλωμένος. Πού βρίσκομαι; Γιατί;
Μαύρο ... Και αυτό είναι σκοτάδι. Πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος!
Λευκό ... Λάμπα ... Μέρα.
Μαύρο ... Νύχτα ... Σκοτάδι.
Και τα όνειρα; Πότε τα βλέπω; Γιατί δεν νιώθω τίποτα; Δεν αισθάνομαι; Εκτός από τα μπλε και κόκκινα φώτα. Μόνο τότε αισθάνομαι. Γιατί;
Λευκό ...
Μαύρο ...
Τα χέρια που τρέμουν. Πιάνουν μια καμπαρτίνα. Πόρτα που ανοίγει. Βήματα που παίζουν. Σκαλοπάτια. Ξύλινα που τρίζουν ... αν και δεν τα ακούω. Τρέχω ... ή τουλάχιστον προσπαθώ. Πού όμως; Οι εικόνες γυρίζουν. Πρέπει να έχω πιει πολύ. Κάτι συμβαίνει.
Λευκό ... Τα όνειρα. Εικόνες του παρελθόντος. Θύμισες. Αλλά όχι. Δεν είναι τόσο αναμνήσεις, όσο συγκεκριμένα κομμάτια από γεγονότα του μυαλού μου, καρφωμένα σαν σφήνες στο υποσυνείδητο.
Μαύρο ...
Πόνος. Πόνος διαπερνάει το κορμί μου και δεν είναι όνειρο. Νιώθω την πλάτη μου να πονάει ανυπόφορα. Δεν το αντέχω. Προτιμώ τα όνειρα. Θέλω να χαθώ.
Λευκό ... Είναι το ταβάνι. Δεν μπορώ να κουνηθώ. Αλλά ... κάτι μυρίζει. Γνωστή μυρωδιά. Πρέπει να είναι ...
Μαύρο ... νοσοκομείο.
Τα πόδια μου τρέχουν άτσαλα. Δεν μπορώ να τα ελέγξω. Κάτι μ' έχει ξεσηκώσει. Νιώθω τρομοκρατημένος. Μίλησα στο τηλέφωνο. Αλλά τί είπα; Αρχίζω να θυμάμαι. Είμαι πιανίστα και τραγουδιστής. Πλούσιος πια. Όλα τα όνειρα ήταν σκηνές της παιδικής μου ηλικίας. Όχι όνειρα ...
Λευκό ... βουτιές στα βάθη του μυαλού μου.
Πρέπει να ψάξω κι άλλο ... Έδινα ρεσιτάλ. Εκεί είχα γνωρίσει την κοπελίτσα με το λευκό δέρμα και τα μελανιασμένα χέρια. Την αγάπησα. Είχαμε όμως μαλώσει κάποια στιγμή. Την πίεζα να το κόψει. Ίσως με λάθος τρόπο. Είχε φύγει από κοντά μου. Και 'γώ ... άρχισα να πίνω. Έψαξα να την βρω, αλλά άδικα. Έπινα και έγραφα. Έβγαλα τον καλύτερό μου δίσκο. "Μπλε ποτάμια, Μοβ λίμνες". Αλλά με είχε πάρει η κατηφόρα.
Μαύρο ...
Πάλι πόνος. Ανυπόφορος. Αρχίζει από το κεφάλι και διαπερνάει όλο μου το σώμα, σουβλίζοντάς το. Αλλά δεν μπορώ να αντιδράσω ... να κουνηθώ. Τα χέρια μου. Δεν τρέμουν πια. Αλλά δεν κάνουν τίποτα.
Λευκό ... Κάτι είχε πάθει. Την βρήκανε. Ήταν σε κρίσιμη κατάσταση. Βρισκόταν σε κώμα. Έπρεπε να πάω κοντά της. Εγώ έφταιγα. Και το ποτό. Πήρα την καμπαρτίνα μου και πήγα να την βρω. Πιωμένος. Κατέβηκα τα σκαλοπάτια ... άτσαλα. Βγήκα στο δρόμο. Δεν πρόσεξα.
Μαύρο ... Μπλε και κόκκινα φώτα. Σειρήνα. Φρενάρισμα. Πρέπει να ήταν ασθενοφόρο. Ειρωνεία. Για κλάσματα δευτερολέπτου, ένιωσα μια αναγούλα. Πρέπει να συνήλθα κατευθείαν από το ποτό. Αλλά ήταν αργά. Το χτύπημα με πέταξε αρκετά μακριά. Πόνος. Στο πέσιμο, βρήκε το πίσω μέρος του κεφαλιού μου σ' ένα αμάξι παρκαρισμένο και μετά στο πεζοδρόμιο. Σουβλιές διαπέρασαν το σώμα μου, τρυπώντας το ανυπόφορα. Μετά σκοτάδι.
Λευκό ... Συνήλθα σ' αυτό το δωμάτιο. Όχι ακριβώς. Δεν μπορώ να κουνηθώ. Πρέπει να σηκωθώ. Να πάω κοντά της. Με χρειάζεται.
Κάποιος είναι από πάνω μου. Κοιτάζει μέσα στα μάτια μου. Με εξετάζει ένας γιατρός. Δεν μπορώ να του μιλήσω.
Μαύρο ... Πρέπει να σηκωθώ. Θα βάλω τα δυνατά μου.
Νιώθω ένα βάρος ... αλλά ... ναι ... τα καταφέρνω. Σηκώθηκα. Βρίσκομαι σε μια μεγάλη αίθουσα νοσοκομείου, με πολλά κρεβάτια στη σειρά. Μπορώ να κουνήσω τα χέρια μου. Πρέπει να βιαστώ για να την βρω. Κοιτάω τα χέρια μου. Δοκιμάζω τα δάχτυλα. Είναι βράδυ και πρέπει να κάνω απόλυτη ησυχία. Ακούω. Ναι ... ακούω τα πάντα. Βγαίνω στο διάδρομο. Διαβάζω την ταμπελίτσα πάνω από τις πληροφορίες. Βρίσκομαι στο ίδιο νοσοκομείο. Θα ρωτήσω τις νοσοκόμες. Σας παρακαλώ ... δεσποινίς ... Δεν με ακούει. Θα φωνάξω πιο δυνατά. Ρε μαλακισμένη χοντρή ... Δεν είναι δυνατόν. Ακούω την φωνή μου, αλλά αυτή η χοντροκώλα νοσοκόμα πίσω από το τζάμι, δεν μου δίνει σημασία, λες και δεν μ' ακούει. Τα χέρια μου. Πού είναι τα σημάδια που κουβαλάω τόσα χρόνια; Δεν είναι δυνατόν! Έχω βγει από το σώμα μου. Πρέπει να γυρίσω πίσω. Πρέπει να ξαναμπώ μέσα. Μια και είμαι εδώ, ας ρίξω μια ματιά στον πίνακα κατάστασής μου. Δεν είναι δυνατόν. Παράλυτος από το λαιμό και κάτω και κωματώδη κατάσταση, λόγω τραυματικού σοκ. Παράλυτος; Θέλω τα χέρια μου. Τουλάχιστον να παίζω πιάνο. Τι να το κάνω το σώμα μου, αν δεν μπορώ να το εκμεταλλευτώ; Δεν το χρειάζομαι έτσι. Δεν το θέλω.
Λευκό ... Για στάσου. Το φορείο που πέρασε από δίπλα μου ... είναι αυτή ... είναι πιο λευκή από το λευκό στα όνειρά μου. Είναι άσχημα. Θα πάω μαζί της. Μπήκανε στο χειρουργείο. Τους ακούω ανήσυχους. Η κατάστασή της είναι κρίσιμη.
Μαύρο ... Ακόμα. Τι της κάνουν; Επιτέλους. Βγάζουν τις μάσκες τους. Λοιπόν;;; Θα ζήσει! Ευτυχώς. Τα επόμενα δύο εικοσιτετράωρα θα είναι τα κρίσιμα. Μπράβο την κοπέλα μου. Θα τα καταφέρει. Το ξέρω. Το νιώθω. Εγώ όμως; Τι θα γίνει με μένα; Κι όταν σηκωθεί αυτή και μάθει για μένα; Όχι. Πρέπει να γυρίσω μέσα και να γίνω καλά. Μα ... το σώμα μου είναι ζωντανό. Κινείται το χέρι. Ποιος βρίσκεται μέσα στο σώμα μου;
Βγες έξω, όποιος κι αν είσαι. Απαρνήθηκα το σώμα μου; Ψέματα. Το θέλω πίσω. Δεν ήξερα. Θέλω το σώμα μου. Ακόμα και παράλυτο; Μα αφού κινήθηκε. Δεν με νοιάζει. Τώρα που ξέρω ότι η κοπέλα μου θα γίνει καλά, θέλω να είμαι μαζί της. Όχι, δεν μ' αρέσει να περιφέρομαι σαν φάντασμα. Θέλω υλική υπόσταση. Θέλω το σώμα μου. Δεν με νοιάζει, αν έτσι μπορώ να πηγαίνω όπου θέλω. Θέλω κάτι περισσότερο. Τα χέρια μου. Να παίζω πιάνο και να την ακουμπάω. Δεν μπορώ χωρίς αυτά. Θα είναι μαρτύριο για μένα να μην μπορώ να αισθάνομαι το σώμα της και τα πλήκτρα. Θέλω να δημιουργήσω. Να γράψω μουσική. Βγες από 'κεί. Αυτό είναι το σώμα μου και το θέλω. Δεν μπορείς να ζήσεις την δικιά μου ζωή. Εντάξει μπορείς. Αλλά δεν θα σε αφήσω. Τελευταία μου ευκαιρία; Ναι. Θέλω να μπω. Είπα έξω.
Επιτέλους. Τον ξεφορτώθηκα όποιος κι αν ήταν.
Λευκό ... Πρέπει να περιμένω τώρα. Πρέπει να ξεκουραστώ.
Μαύρο ...
Λευκό ...
Μαύρο ...
Λευκό ...
Μαύρο ...
Λευκό ... Ακούω κάποιους δίπλα μου. Πρέπει να είναι οι γιατροί. Γιατί δεν μπορώ να σηκωθώ; Πάλι το ταβάνι και η σβηστή λάμπα. Πιάνω κάτι κινήσεις, αλλά δεν μπορώ να διακρίνω καθαρά τις μορφές. Ένα πρόσωπο στο ορατό μου πεδίο. Είναι αυτή. Επιτέλους. Είναι καλά ... νομίζω. Αλλά πάντα λευκή. Κουνάει τα λεπτά χειλάκια της, αλλά δεν ακούω. Πρέπει να φωνάζει το όνομά μου. Γιατί δεν μπορώ να απαντήσω; Πρέπει να της μιλήσω, πρέπει να κουνηθώ. Μη ... μη φεύγεις ... σε παρακαλώ ... είμαι εδώ. Μη ...
Μαύρο ...
Λευκό ...
Μαύρο ...
Λευκό ...
Μαύρο ... Έφυγε. Για πάντα. Το ξέρω πως δεν θα ξαναγυρίσει. Γιατί άλλωστε; Και 'γώ; Εδώ παγιδευμένος σ' αυτό το άχρηστο σώμα. Παράλυτος. Κατατονικός. Και χτες, μια νοσοκόμα μου έκλεισε τα μάτια. Θα φαντάστηκε πως δεν υπήρχε λόγος να είναι ανοιχτά.
Μαύρο ... Παχύρρευστο σκοτάδι γεμίζει την ψυχή μου. Με εγκαταλείψανε και τα όνειρα. Ακόμα και ο πόνος δεν καταδέχεται να με επισκεφτεί. Και 'γώ προσπαθώ μάταια να κάνω βουτιές στην άβυσσο του μυαλού μου, αλλά δεν μπορώ ...
Μαύρο ...
Μαύρο ...
Μαύρο ...

                             Και Μη Χειρότερα...

Βρέθηκα με κάτι φίλους.
Γελούσαμε με τη καρδιά μας, καθώς τους εξιστορούσα τη προχτεσινή μου βραδιά.
Είχα ρίξει εκείνη τη κοκκινομάλλα, γαλανομάτα στο μπαράκι κι είχα κάνει καταπληκτική έξοδο, στοχεύοντας στην είσοδο.
Δεν άργησα να τη πάω σπίτι.
Όταν έβγαλε τα ψηλοτάκουνα και βρέθηκε στην αγκαλιά μου για να τη φιλήσω, συνειδητοποίησα πόσο κοντή ήταν.
Δε με πείραξε αφού ήξερα εναλλακτικές στάσεις για κάθε περίπτωση.
Η κόκκινη απόχρωση στο χέρι μου όμως με παραξένεψε.
 -"Μη σ' ανησυχεί. Είν' από το χρωμοζελέ. Δε θέλω να τα βάφω συνέχεια και το βάζω για αλλαγή. Αν σε ενοχλεί να πάω να το λούσω. Φεύγει εύκολα".
Πήγε.
Μέχρι να γυρίσει, προσπάθησα να μη δώσω σημασία και να κρατήσω τη διάθεση που 'χα, όταν την έφερα σπίτι.
 -"'Αργησα γιατί μου 'πεσε ο ένας φακός στο νεροχύτη. Τους έβγαλα για να μη μου πέσουνε στο κρεβάτι και τους χάσω. Είναι λίγο ακριβοί οι χρωματιστοί φακοί. Ήδη έχασα τους πράσινους".
Η καστανομάτα, μαυρομάλλα πλησίασε νιαουρίζοντας στο κρεβάτι βγάζοντας το πουκάμισό της.
Όταν έβγαλε και το σούπερ ενισχυμένο σουτιέν της, βρήκα τη πιο ηλίθια δικαιολογία της ζωής μου.
Δεν με πείραξε το μικρό της στήθος.
Τρελαίνομαι για μικρό στήθος με μεγάλες ρώγες.
Δε θα περίμενα, κατεβάζοντας τη φούστα της, να δω αν μου κρύβει κάτι ακόμα. 
Δεν είχα τίποτα με τη κοπέλα.
Ήταν πολύ γλυκιά στο σύνολο και θα συνέχιζα μαζί της αν τη γνώριζα έτσι. Αλλά δε μ' αρέσουν οι κακές εκπλήξεις.
Που βαδίζουμε;
Γιατί μας πείθουνε πως είναι καλύτερο να 'μαστε κάποιοι άλλοι;

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers