ÐåæÜ

Ðïßçóç-Ìýèéá

Ï Dali & Åãþ

ÈÝáôñï-ÄéÜëïãïé

Äïêßìéá

Ó÷üëéá-Áñèñá

ËáïãñáöéêÜ

ÅíäéáöÝñïíôåò

ÊëáóóéêÜ

Áñ÷áßá Åëë Ãñáìì

ÄéáóêÝäáóç

ÐéíáêïèÞêç

ÅéêáóôéêÜ

Ðáãê. ÈÝáôñï

Ðëçñ-Ó÷ïë-Åðéêïéí.

Öáíôáóôéêü

Åñ. Ëïãïôå÷íßá

Ãëõðô./Áñ÷éô.

ÊëáóóéêÜ ÉÉ

 
 

ÊëáóóéêÜ 

Ñþôáò Âáóßëçò: Ôñõöåñüò Ëüãéïò ÐïëõðñÜãìùí

Βιογραφικü

     Ο Βασßλης Ρþτας Þταν ¸λληνας λüγιος, ποιητÞς, συγγραφÝας, θεατρικüς συγγραφÝας, ηθοποιüς, σκηνοθÝτης, κριτικüς, μεταφραστÞς, θεατρþνης και στρατιωτικüς. Εßναι γνωστüς για τις μεταφρÜσεις των ΑπÜντων του Γουßλιαμ Σαßξπηρ, για το ποßημÜ του Το ΧριστινÜκι, που μελοποßησε ο ΓιÜννης Σπανüς κι Ýγινε Ýνα απü τα εμβληματικÜ τραγοýδια του ΝÝου Κýματος, καθþς και για τους στßχους του ¾μνου Του ΕΑΜ.
     ΓεννÞθηκε 23 Απρßλη 1889 στο Χιλιομüδι Κορινθßας, üπου τελεßωσε τη βασικÞ εκπαßδευση του. Φοßτησε στο γυμνÜσιο της Κορßνθου και αποφοßτησε απü το Α' ΒαρβÜκειο ΓυμνÜσιο Αθηνþν. Σποýδασε φιλολογßα στο ΠανεπιστÞμιο Αθηνþν και θÝατρο στη ΔραματικÞ ΣχολÞ του Ωδεßου Αθηνþν (1906-1910). Το 1910 φοßτησε στη ΣχολÞ ΕφÝδρων Αξιωματικþν ΚÝρκυρας. ΠολÝμησε στους Βαλκανικοýς ΠολÝμους (1912-1913) σαν ανθυπολοχαγüς, στις μÜχες Κιλκßς, ΝαλμπÜγκιοú, ΤζουμαγιÜ, ΟυρÜνοβο, ΣÝτε Βρατς, ΣτενÜ της ΚρÝσνας, Σιμιτλß. Στη διÜρκεια του Α' Παγκ. Πολ., το 1916, υπηρετοýσε ως αξιωματικüς στο Δ' Σþμα Στρατοý, στην ΚαβÜλα. Ολüκληρο το Δ' Σþμα Στρατοý αιχμαλωτßστηκε ΓκÝρλιτς και του Βερλ, σε μια ιδιüτυπη αιχμαλωσßα, μÝχρι το 1919. ΠÞρε μÝρος στη ΜικρασιατικÞ Εκστρατεßα (1921-22) υπηρÝτησε ως στρατιωτικüς ακüλουθος στην ελληνικÞ πρεσβεßα του Βερολßνου. Το 1921 νυμφεýτηκε τη παιδικÞ του φßλη Κατερßνα Γιαννακοποýλου κι απÝκτησαν 3 παιδιÜ: τον γιατρü ΡÝνο Ρþτα, την ηθοποιü και συγγραφÝα Μαροýλα Ρþτα (απεβßωσε το 1996) και τον συνθÝτη και μουσικοπαιδαγωγü Νικηφüρο Ρþτα (1929-2004). Αποστρατεýτηκε το 1926 με το βαθμü του συνταγματÜρχη κι απü τüτε αφοσιþθηκε στη λογοτεχνßα, τη μετÜφραση και το θÝατρο. 
     Στη διÜρκεια της ΚατοχÞς εντÜχθηκε στο Εθνικü Απελευθερωτικü ΜÝτωπο και πÞρε μÝρος στην ΕθνικÞ Αντßσταση. Απü το τÝλος της 10ετßας του '40 συντρüφισσÜ του Þταν η συγγραφÝας Βοýλα ΔαμιανÜκου (1914-2016), με την οποßα Ýζησε απü το 1954 στη Ν. ΜÜκρη ΑττικÞς. Απü τüτε και μÝχρι το τÝλος της ζωÞς του αφοσιþθηκε στη λογοτεχνßα και το θÝατρο. Την ßδια εποχÞ ξεκßνησε το μεγαλεπÞβολο σχÝδιü του να μεταφρÜσει στα ελληνικÜ τα Üπαντα του Σαßξπηρ, στüχο που ολοκλÞρωσε στη διÜρκεια της δικτατορßας με τη βοÞθεια της συντρüφου του Βοýλας ΔαμιανÜκου.
     ΠÝθανε 30 ΜÜη 1977 στην ΑθÞνα σε ηλικßα 88 ετþν.



     Το 1908 πρωτοδημοσßευσε ποιÞματÜ του στο ΝουμÜ κι ßδρυσε μαζß με Üλλους φοιτητÝς το 1910 τη ΦοιτητικÞ ΣυντροφιÜ. ¢ρθρα, διηγÞματα, κριτικÞ θεÜτρου και μαρτυρßες του δημοσιεýθηκαν στον παρÜνομο τýπο στη διÜρκεια της κατοχÞς, τα Ελεýθερα ΝÝα, τη ΒραδυνÞ, την Πρωßα, την Εστßα και στο περιοδικü ΘÝατρο (1961-1965) και στον Λαúκü Λüγο (1965-1967). ΥπÞρξε βασικüς συνεργÜτης του περιοδικοý ΕλληνικÜ ΓρÜμματα.
ΥπÞρξε επßσης ιδρυτÞς του Λαúκοý ΘεÜτρου Αθηνþν (1930-1937), που üμως Ýκλεισε με την επιβολÞ της δικτατορßας του ΜεταξÜ. Στη διÜρκεια της γερμανικÞς κατοχÞς οργÜνωσε το Θεατρικü ΣπουδαστÞριο με συνεργÜτες τον ΜÜρκο ΑυγÝρη, τη Σοφßα ΜαυροειδÞ-ΠαπαδÜκη, τον Τσαροýχη, τον Αντþνη ΦωκÜ, τον ΜÜνο ΚατρÜκη κ.Ü. και διεýθυνε το Θεατρικü ¼μιλο ΕΠΟΝ Θεσσαλßας, στα βουνÜ της Ελεýθερης ΕλλÜδας και στο θεσσαλικü κÜμπο (1944, με τη συνεργασßα ηθοποιþν, λογοτεχνþν και μελþν της ΕΠΟΝ) κι Ýδωσε θεατρικÝς παραστÜσεις στο βουνü και σε χωριÜ της Θεσσαλßας. Δßδαξε επßσης στην ΕπαγγελματικÞ ΣχολÞ ΘεÜτρου και στη ΔραματικÞ ΣχολÞ του Ωδεßου Πειραιþς. Εκτüς απü ποιÞση και θÝατρο ασχολÞθηκε και με τη μετÜφραση. Στην ιστορßα του νεοελληνικοý θεÜτρου πÝρασε και για τις μεταφρÜσεις των Ýργων του Σαßξπηρ. Επßσης ιστορικÞ Ýμεινε η μετÜφρασÞ του της κωμωδßας του ΑριστοφÜνη ¼ρνιθες για τη παρÜσταση του 1959 απü το ΘÝατρο ΤÝχνης του Καρüλου Κουν.
     Ο Βασßλης Ρþτας δεν επηρεÜστηκε τüσο απü τα αισθητικÜ ρεýματα της εποχÞς του üσο απü τη λαúκÞ παρÜδοση και το δημοτικü τραγοýδι, αλλÜ κι απü τα λαúκÜ παραμýθια και τον Καραγκιüζη. Η στÜση του αυτÞ εκφρÜζει και την ÜποψÞ του üτι "δημιουργüς, καταλýτης κι αποδÝκτης των πÜντων εßναι ο λαüς". Επßσης μεγÜλη επιρροÞ στο Ýργο του εßχε η σαιξπηρικÞ δραματουργßα και το αρχαßο ελληνικü δρÜμα. Σε πολλÜ Ýργα του ακολοýθησε τη μορφÞ και τη δομÞ της ελληνικÞς τραγωδßας (üπως στα ΕλληνικÜ ΝιÜτα, 1946), των ιστορικþν δραμÜτων του Σαßξπηρ (ΡÞγας ΒελεστινλÞς, 1936,  Κολοκοτρþνης, 1955) και του ΘεÜτρου Σκιþν (Καραγκιüζικα, 1955).
     ΥπÞρξε βασικüς συνεργÜτης στο περιοδικü του ΚωστÞ ΜπαστιÜ ΕλληνικÜ ΓρÜμματα κι ιδρυτÞς του Λαúκοý ΘεÜτρου Αθηνþν (1930-1937), που Ýκλεισε η δικτατορßα ΜεταξÜ. Στη διÜρκεια της γερμανικÞς κατοχÞς εντÜχθηκε στο ΕΑΜ  κι οργÜνωσε και το ΘÝατρο Στο Βουνü το 1944, σε συνεργασßα με μÝλη της ΕΠΟΝ. ¸γραψε τους στßχους του ¾μνου Του ΕΑΜ πÜνω στη μουσικÞ του γνωστοý τραγουδιοý Κατιοýσα, που συνÝθεσε το 1938 ο ρþσος συνθÝτης ΜατβÝι ΜπλÜντερ. Δημοσßευσε -πριν και μετÜ τον πüλεμο- ποιÞματα, διηγÞματα και θεατρικÜ Ýργα, ενþ κατÝχει ξεχωριστÞ θÝση στην ιστορßα του νεοελληνικοý θεÜτρου για τη μετÜφραση των απÜντων του ΣÝξπιρ. ΙστορικÞ Ýμεινε η μετÜφραση της κωμωδßας του ΑριστοφÜνη "¼ρνιθες", που ανÝβηκε τον καλοκαßρι του 1959 απü το ΘÝατρο ΤÝχνης και προκÜλεσε σÜλο για τη σκηνοθετικÞ ματιÜ του Καρüλου Κουν. ¢ρθρα του, χρονογραφÞματα, κριτικÞ θεÜτρου και μαρτυρßες δημοσιεýτηκαν στον παρÜνομο τýπο της ΚατοχÞς, στα περιοδικÜ "ΚαλλιτεχνικÜ ΝÝα", "Ελεýθερα ΝÝα" και "ΝεοελληνικÜ ΓρÜμματα", στις εφημερßδες "ΒραδυνÞ", "Πρωßα", και "Εστßα", καθþς και στα περιοδικÜ "ΘÝατρο" του Κþστα Νßτσου (1961-1965) και "Λαúκüς Λüγος" (1965-1967).


                               Με τη 2η σýζυγü του ΔαμιανÜκου

     Γüνος φτωχÞς οικογÝνειας χωρßς σταθερü εισüδημα, γεννÞθηκε στο Χιλιομüδι, το 1889 η οικογÝνειÜ του μετακομßζει στη Κüρινθο και το 1903 εγκαθßσταται οριστικÜ στην ΑθÞνα. Τελεßωσε με Üριστα το ΒαρβÜκειο, Ýχοντας απü νωρßς ξεχωρßσει ως ιδιαßτερη προσωπικüτητα μεταξý των συμμαθητþν του, καθþς η μεγÜλη του αγÜπη για την ευρýτερη μελÝτη αλλÜ και η αντισυμβατικÞ του συμπεριφορÜ εßχαν εκδηλωθεß απü νωρßς. Το 1ο του ποßημα το Ýγραψε στην Α' Δημοτικοý και το 1ο του διÞγημα στην Β' Γυμνασßου. Η επιθυμßα του παρÜ την απαγüρευση απü τον πατÝρα, Þταν να σπουδÜσει ΙατρικÞ. ¸τσι γρÜφτηκε κρυφÜ στην ΙατρικÞ ΣχολÞ και στη συνÝχεια στη ΦιλοσοφικÞ ΣχολÞ του Πανεπιστημßου Αθηνþν üπου φοßτησε ως το 1910. Εκεß γνωρßστηκε και συνδÝθηκε με βαθιÜ φιλßα με τους ΒÜρναλη και ΜÜρκο ΑυγÝρη. Το 1917 με το ψευδþνυμο Βασßλης Κορßνθιος κυκλοφüρησε τη 1η του ποιητικÞ συλλογÞ Το Τραγοýδι Των ΣκοτωμÝνων - Κρυφüς Καημüς και το 1924 κυκλοφüρησε η 1η του μεταφραστικÞ εργασßα, η ¢ννα ΚαρÝνινα του Τολστüι
     Οι πρþτες επιρροÝς του Βασßλη Ρþτα προÝρχονταν απü τα λαúκÜ πανηγýρια, των οποßων τον κοινωνικü ρüλο διαπßστωσε απü νωρßς, καθþς παρατÞρησε üτι σε αυτÜ οι τσακισμÝνοι απü τη φτþχεια και τις δυσκολßες Üνθρωποι, Ýστω σε εκεßνες τις þρες, με τον χορü και το τραγοýδι σαν να Ýβγαζαν φτερÜ. Ταυτüχρονα με τις μελÝτες του για τη λαúκÞ παρÜδοση και το Ýργο του, στη συνÝχεια, θωρÜκιζε την παρÜδοση, üχι για να την κλεßσει σε κÜποιο σεντοýκι, αλλÜ βλÝποντÜς την ως τη 1η πηγÞ δημιουργßας κοινωνικÞς συνεßδησης καθþς σε αυτÞν Ýβλεπε Ýνα θησαυρü αξιþν του εργαζüμενου λαοý. Η δεýτερη επιρροÞ του Þτανε το οικογενειακü του περιβÜλλον που απÝπνεε μια πνευματικüτητα και δεν εßναι τυχαßο üτι και τα 5 παιδιÜ της οικογÝνειας ασχολÞθηκαν με τα γρÜμματα και τις τÝχνες. Τρßτη επιρροÞ Ýρχεται απü το ευρýτερο κοινωνικü του περιβÜλλον, απü τις σπουδÝς του στο ΠανεπιστÞμιο και απü το ευρýτερο λογοτεχνικü και πνευματικü περιβÜλλον της εποχÞς του. Λατρεýει το δημοτικü τραγοýδι, τη βυζαντινÞ και κλασσικÞ μουσικÞ που Ýχει σπουδÜσει, ψÝλνει υπÝροχα, αποδßδει θαυμÜσια Üριες των Μüτσαρτ και ΒÜγκνερ, τραγουδÜ ξÝνα λαúκÜ τραγοýδια, μαθαßνει μüνος του ξÝνες γλþσσες και χορεýει, καθþς üπως εßπε ο ΜÜνος ΚατρÜκης "ο Ρþτας χορεýει σαν αητüς". ΥπÜρχει üμως κι Üλλη μια επßδραση στη προσωπικüτητÜ του που Ýπαιξε τερÜστιο ρüλο στη διαμüρφωσÞ του κι αυτÞ Þταν το Ýργο του ¢γγλου δραματουργοý Ουßλιαμ Σαßξπηρ το οποßο μετÝφρασε στο σýνολü του. ΠÝρα απü την μετÜφραση του Σαßξπηρ, μετÝφρασε και μια σειρÜ Ýργων Üλλων μεγÜλων δημιουργþν, απü 4 γλþσσες.


                                              Στο Βουνü

     Η θεατρικÞ καρριÝρα του Ρþτα ξεκßνησε πριν ο 20ος αι. συμπληρþσει 1η 10ετßα. Στα παιδικÜ του χρüνια, οι θεατρικÝς του εμπειρßες Þταν ελÜχιστες. ΥπÞρχε üμως το ΘÝατρο Σκιþν, ο Καραγκιüζης. Απü μικρü παιδß Üρχισε να φτιÜχνει φιγοýρες και να δßνει παραστÜσεις. ΥπÞρχε üμως και κÜτι Üλλο: Η απαγγελßα ποιημÜτων που απαιτεß ορθοφωνßα και κÜποια θεατρικüτητα. Εßχε Ýμφυτο ταλÝντο στην απαγγελßα και μÜλιστα δßδασκε και τους συμμαθητÝς του στο σχολεßο. Αξιοσημεßωτο εßναι το γεγονüς üτι η πενταμελÞς οικογÝνεια του Ρþτα μÝνει μÝσα στο θÝατρο και πρÝπει να εßναι μοναδικÞ περßπτωση στην ιστορßα του θεÜτρου μας. Την περßοδο 1906-10  σπουδÜζει θÝατρο στη ΔραματικÞ ΣχολÞ του Ωδεßου Αθηνþν, στη ΣχολÞ ΚαλησπÝρη και στη ΔραματικÞ ΣχολÞ του Ωδεßου Λüττνερ. ΘαυμÜζει πολý τον δÜσκαλü του Κωνσταντßνο ΧρηστομÜνο κι ο θαυμασμüς του γßνεται κßνητρο για να μÜθει αγγλικÜ, γαλλικÜ, γερμανικÜ και ρωσικÜ εντελþς μüνος του. Το 1910 μαζß με δημοτικιστÝς και προοδευτικοýς συμφοιτητÝς του ιδρýουνε τη ΦοιτητικÞ ΣυντροφιÜ, που αποτÝλεσε Ýνα πυρÞνα ζýμωσης του πιο προοδευτικοý τμÞματος της νεολαßας, ζýμωσης γýρω απü μια σειρÜ καυτÜ ζητÞματα της εποχÞς, κοινωνικÜ, πολιτικÜ και πολιτιστικÜ.
     Απü το 1926 και μετÜ διδÜσκει στην ΕπαγγελματικÞ ΣχολÞ ΘεÜτρου και στο Ωδεßο Πειραιþς. Το 1930 ιδρýει και λειτουργεß στο ΠαγκρÜτι το Λαúκü ΘÝατρο Αθηνþν. Αυτü το θÝατρο Þτανε το üνειρü του. Δημιοýργησε μßα σκηνÞ üπου οριοθÝτησε την ιδεολογßα του για το τι σημαßνει λαúκü. Πιστεýει πως το λαúκü θÝατρο εßναι μια υπüθεση δημοκρατικÞ που αφορÜ την πνευματικÞ ανýψωση κι εξÝλιξη του λαοý, των εργαζομÝνων κι επιθυμεß να αναπτυχθεß μÝσα στο λαü, για το λαü με εθνικÜ και ταξικÜ χαρακτηριστικÜ, προβÜλλοντας νÝα θÝματα συνδεδεμÝνα με τη κοινωνικÞ πρÜξη των απλþν ανθρþπων και να αντιπαρατßθεται στην αστικÞ δραματουργßα και τη θεματολογßα της. Το 1935 παραχþρησε το θÝατρο στο ΚΚΕ για να κÜνει τη προεκλογικÞ του συγκÝντρωση. Απü τüτε Üρχισε να τον παρακολουθεß η ΑσφÜλεια. Με πρüσχημα τη μη επαρκÞ πυρασφÜλεια του κτιρßου, η δικτατορßα του ΜεταξÜ Ýκλεισε το θÝατρο. Στις 30 Οκτþβρη 1940 πÞρε πρωτοβουλßα για συγκρüτηση πολεμικοý θιÜσου, που üμως απÝτυχε. Στις 9 Νοεμβρη με επιστολÞ του στο ΓΕΣ ζÞτησε Ýγκριση κι υποστÞριξη για την δημιουργßα ενüς θιÜσου που θα Þταν κοντÜ στη 1η γραμμÞ του μετþπου, αλλÜ και στα χωριÜ, καθþς και στα νοσοκομεßα. Η αßτηση απορρßφθηκε.



    Το καλοκαßρι του 1942 με τη σýμφωνη γνþμη του ΕΑΜ, ιδρýει το Θεατρικü ΣπουδαστÞριο με διοικητικÞ επιτροπÞ που αποτελοýν οι ΜÝμος ΜακρÞς, Κþστας ΖαÀμης και Βασßλης Ρþτας. Το ΣπουδαστÞριο -1η περßοδος λειτουργßας καλοκαßρι 1942 ως ΜÜρτιη 1944- στÜθηκε σχολεßο αγþνα, θÝατρο, φυτþριο της ΕΠΟΝ και καταφýγιο της σκλαβωμÝνης νεολαßας. Και μüνο η αναφορÜ στις δραστηριüτητες του Θεατρικοý Σπουδαστηρßου και στα πρüσωπα που πÝρασαν απü εκεß θα αρκοýσε για να γρÜψει κανεßς ξεχωριστü βιβλßο. Τον ΜÜρτη του 1944 ο Ρþτας μαζß με τον Νßκο Καρβοýνη ανÝβηκαν στα βουνÜ της Ελεýθερης ΕλλÜδας. Η πρüσκληση ερχüταν απü τη ΠΕΕΑ þστε να συμβÜλλει στη πολιτιστικÞ ανüρθωση των κατοßκων των χωριþν και στην εμψýχωση των αγωνιστþν. Το καλοκαßρι του 1944 συγκρüτησε τον Θεατρικü ¼μιλο ΕΠΟΝ Θεσσαλßας. To ΔεκÝμβρη του '44 βρßσκεται στην ΑθÞνα και παßρνει μÝρος στον αγþνα. Το σπßτι του στο ΠαγκρÜτι λεηλατεßται, ενþ ΕγγλÝζος αξιωματικüς οδηγημÝνος απü ¸λληνες συνεργÜτες του, κλÝβει το προσωπικü του ημερολüγιο με πρüσωπα και γεγονüτα απü την δρÜση των ανταρτþν στην Ελεýθερη ΕλλÜδα. Το 1945 ανεβαßνει στη Θεσσαλονßκη που εκδßδει και το περιοδικü Λαοκρατßα, ενþ το 1946 επαναλειτουργεß το Θεατρικü ΣπουδαστÞριο. Το 1950 παραπÝμπεται στο Στρατοδικεßο με το αßτημα της αποτÜξεως λüγω των ιδεþν του, ενþ το 1951 αθωþνεται απü το Στρατιωτικü Συμβοýλιο.
     Το 1959 το ΘÝατρο ΤÝχνης σε μετÜφρασÞ του ανεβÜζει τους ¼ρνιθες του ΑριστοφÜνη σε σκηνοθεσßα ΚÜρολου Κουν σε μια μüνο παρÜσταση στο Ηρþδειο, γιατß οι υπüλοιπες παραστÜσεις απαγορεýθηκαν με εντολÞ του υπουργοý Κωνσταντßνου ΤσÜτσου. Στη περßοδο 1961-1967 βοηθÜ με την εμπειρßα του τη προσπÜθεια για το Παιδικü ΘÝατρο του Γιþργου ΔÞμου και της κüρης του Μαροýλας Ρþτα. Ιδρýεται και λειτουργεß η ΠαιδικÞ Αυλαßα την οποßα αργüτερα οργανþνει και λειτουργεß ο ΓιÜννης Καλαντζüπουλος. Το 1963 στÝλνει επιστολÞ διαμαρτυρßας στην εφημερßδα Τα ΝÝα για τους εξüριστους και κρατοýμενους αγωνιστÝς. Το 1964 του αποδßδεται το δßπλωμα του Σωματεßου ΕλλÞνων Ηθοποιþν. Το 1967 συλλαμβÜνεται απü τη χοýντα κι εξορßζεται στη ΓυÜρο. ΕπιστρÝφοντας στη ΝÝα ΜÜκρη üπου μÝνει με τη Βοýλα ΔαμιανÜκου δßνει συνεντεýξεις σε ξÝνους δημοσιογρÜφους και στÝλνει δÝματα και χρÞματα στους κρατοýμενους της ΓυÜρου. Το 1974 ολοκληρþνει τη μετÜφραση üλων των θεατρικþν και ποιητικþν Ýργων του Σαßξπηρ, καρπüς τερÜστιας δουλειÜς σε συνεργασßα με τη ΔαμιανÜκου. Το εγχεßρημα αυτü ολοκληρþθηκε κι εκδοτικÜ το 1985.



     Μια επιπλÝον πτυχÞ του Ýργου του Ρþτα αποτελεß η συγγραφÞ των κειμÝνων 47 τευχþν απü τη περßφημη σειρÜ ΚλασσικÜ ΕικονογραφημÝνα με την οποßα πραγματικÜ μεγÜλωσαν παιδιÜ για 2 10ετßες περßπου, ενþ το εγχεßρημα δεν επανελÞφθη. ΥπÜρχουν μüνον οι επανεκδüσεις. Ο κομμουνιστÞς θεατρικüς συγγραφÝας, ποιητÞς, κριτικüς, πεζογρÜφος Βασßλης Ρþτας, Þτανε πÜνω απ' üλα Ýνας αγωνιστÞς. Το μεγÜλο σχολεßο για κεßνον Þταν η φτþχεια, αλλÜ μÝσα σ' αυτÞ δεν υπÞρχε μιζÝρια, υπÞρχε πνευματικüτητα και θÝληση για αγþνα. ΥπÞρχε επßσης η συνεßδηση του üτι το προζýμι για αλλαγÞ του κüσμου Þταν μüνο ο λαúκüς αγþνας. ¸νας αγþνας που εμπλουτßζεται καθημερινÜ απü τις εμπειρßες, τα βιþματα, τις ελπßδες και τα üνειρα του εργαζüμενου λαοý. Ο Ρþτας δεν ξÝκοψε ποτÝ απü αυτü και μÜλιστα θεωροýσε πως ο τελικüς αποδÝκτης και κριτÞς του Ýργου του εßναι ο λαüς.

¼ταν οι μÝρες θα γλεντÜν κι οι νýχτες θα χορεýουν
και τη χαρÜ θα τη μετρÜν μ' ολüγιομο φεγγÜρι,
τüτε να ζεις, αγÜπη μου, θυμÞσου με κι εμÝνα
θυμÞσου αν Þμουν üμορφος, αν Þμουν παλλικÜρι
τραγουδιστÞς και χορευτÞς και πρþτος στους αγþνες
θυμÞσου με αν δεν Ýγραψα με αßμα τ' üνομÜ μου
σε βρÜχους, σε καστρüπορτες, σε δρüμους σε πλατεßες
σε φαντασßες κοριτσιþν, σε στüματα αντρειωμÝνων...



     Με τα βιþματα που Ýφερνε απü πριν, με τις αρετÝς του και ιδιαßτερα με τις συμπÜθειες που Ýτρεφε πÜντα στους απλοýς ανθρþπους του λαοý, δÝχτηκε απü τους πρþτους το προσκλητÞριο μÞνυμα του ΕΑΜ, Ýκανε τους σκοποýς του τραγοýδι και Ýδωσε üλες τις δυνÜμεις στο Ýνδοξο κßνημα της ΕθνικÞς Αντßστασης. ΜετÜ την πρþτη προσφορÜ του στους αγþνες του λαοý της ΑθÞνας κατÜ του φασßστα επιδρομÝα βγÞκε στο βουνü κι εκεß Ýγινε ο εμπνευυστÞς κι ο κýριος οργανωτÞς του θεÜτρου της Αντßστασης.
     ΜετÜ την απελευθÝρωση, ο Ρþτας συμμετÝχει στο λαúκü κßνημα και με την πÝνα του αγωνßζεται για να γßνουν πρÜξη τα ιδανικÜ του ΕΑΜ. ΓρÜφει Üρθρα, ποιÞματα, διηγÞματα, θÝατρο, συνεχßζει τις μεταφρÜσεις των αρχαßων τραγικþν, του Σαßξπηρ κι Üλλων ξÝνων δραματουργþν.
ΙστορικÞ εßναι η συνεργασßα του Ρþτα με τον Μßκη ΘεοδωρÜκη. ΜουσικÞ για το κλασικü και το νεüτερο θÝατρο Üρχισε να συνθÝτει ο Μßκης ΘεοδωρÜκης νωρßς-νωρßς, το 1945. Επρüκειτο για το Ýργο ΘεατρικÞ Τραγωδßα του Βασßλη Ρþτα. Η προσπÜθεια üμως, λüγω και των γεγονüτων, Ýμεινε ημιτελÞς. ΜÝχρι το 1962 üμως. Τüτε με υποκινητÞ πÜλι τον, Ýστω και δευτερογενÞ, λüγο του Βασßλη Ρþτα ο Μßκης κατÝθεσε την πρþτη ολοκληρωμÝνη του μουσικÞ για το νεüτερο θÝατρο και θριÜμβευσε. Το Ýργο: «¸νας üμηρος» του Ιρλανδοý ΜπρÝνταν Μπßαν -ο Ρþτας εßχε κÜνει τη μετÜφραση. Τα περισσüτερα απü τα 16 θαυμÜσια τραγοýδια του Ýργου πÞγαν στα στüματα εκατομμυρßων ΕλλÞνων: «¹ταν 18 ΝοÝμβρη», «Το γελαστü παιδß», «¢νοιξε λßγο το παρÜθυρο», «Τον ΣεπτÝμβριο θυμÜμαι», «Εßμαι ¢γγλος νιος και τυχερüς», «Θα σου στεßλω μÜνα»… Το Ýργο πρωτοπαρουσιÜστηκε σε σκηνοθεσßα Λεωνßδα ΤριβιζÜ στις 12 Απρßλη του 1962 στο Κυκλικü ΘÝατρο της ΑθÞνας.
     ¼ταν ο Ρþτας “φεýγει” απü τη ζωÞ, στις 30 του ΜÜη το 1977, αφÞνει πßσω του Ýνα Ýργο που αποτελεß μüνιμη πηγÞ Ýμπνευσης για το λαü, για κÜθε Üνθρωπο της προüδου. Εκτüς απü τις ποιητικÝς συλλογÝς του κυκλοφüρησε τα Ýργα ΠαλιÝς ιστορßες (διηγÞματα) , το ιστορικü δρÜμα Κολοκοτρþνης, τα Καραγκιüζικα (θεατρικÝς κωμικÝς σκηνÝς με Þρωες “καραγκιüζικους”), τα ΔιηγÞματα, δýο τüμους με τα θεατρικÜ Ýργα ΡÞγας ΒελενστινλÞς, ΕλληνικÜ ΝιÜτα, Παραμýθι της ΑνÝμης, Ερωτüκριτος, Ο σýζυγος τρελαßνεται, Γραμματιζοýμενοι , ΠρομηθÝας και Üλλα.
Μια σειρÜ εργασßες üπως, Μνυμüσυνο, ΔραγÜτες ΠνευματικÞς Ελευθερßας κ.Ü. τις οποßες Ýγραψε σε συνεργασßα με τη Βοýλα ΔαμιανÜκου, τη σýντροφü του. Μαζß της επßσης πραγματοποßησε κατÜ αριστοτεχνικü τρüπο Ýναν τερÜστιο μεταφραστικü Üθλο. ΜετÝφρασε ολüκληρο το Ýργο του Σαßξπηρ, το θεατρικü και το ποιητικü. Δημοσßευσε επßσης ποιÞματα, διηγÞματα και θεατρικÜ Ýργα, ενþ ιστορικÞ Ýμεινε η μετÜφρασÞ του απü την κωμωδßα του ΑριστοφÜνη ¼ρνιθες. Το 1959 το ΘÝατρο ΤÝχνης σε μετÜφραση του Βασßλη Ρþτα ανεβÜζει τους «¼ρνιθες» του ΑριστοφÜνη σε σκηνοθεσßα ΚÜρολου Κουν και μουσικÞ ΜÜνου ΧατζιδÜκι σε μια μüνο παρÜσταση στο Ηρþδειο, γιατß οι υπüλοιπες παραστÜσεις απαγορεýθηκαν με εντολÞ του υπουργοý Κωνσταντßνου ΤσÜτσου. ΕπαναλÞφθησαν το 1961.



     Ο Βασßλης Ρþτας, ως αυθεντικüς λαúκüς Üνθρωπος, ως στοχαστÞς που θεωροýσε το λαü την υπÝρτατη αξßα, ως αγωνιστÞς που Ýθεσε τις δυνÜμεις του στην υπηρεσßα του λαοý, μÜς Üφησε Ýνα Ýργο στενÜ δεμÝνο με τη λαúκÞ δημιουργßα, με τη δημοτικÞ ποßηση και τα λαúκÜ μÝτρα, Ýνα Ýργο που πηγÜζει απü το λαü και σ’ αυτüν απευθýνεται. Γι’ αυτü και δßκαια μπορεß να ονομαστεß λαúκüς ποιητÞς και συγγραφÝας. Η λαúκüτητÜ του δεν εκφρÜζεται μüνο στο περιεχüμενο των Ýργων του, στους λαúκοýς τýπους και χαρακτÞρες του, αλλÜ και στην αξιοθαýμαστη γνþση και χρÞση της λαúκÞς γλþσσας. Απü τους στενοýς δεσμοýς του με το λαü, απü τη σπουδÞ του του λαúκοý λüγου διαμüρφωσε τη δικÞ του θαυμαστÞ γλþσσα -την απαλλαγμÝνη απü λογιοτατισμοýς- και το δικü του στοχασμü, τον ευλýγιστο και τον εýστοχο. Η σοφßα του και η ÝκφρασÞ της φτÜνουν συχνÜ στη λιτüτητα της λαúκÞς παροιμßας. Κι üλα αυτÜ που διαποτßζουν το Ýργο του κÜνανε το Γληνü να τον ονομÜσει “Κριλþφ της ΕλλÜδας” -μιας και ο Ρþσος αυτüς κλασσικüς εßναι κýρια γνωστüς για τους μýθους του- για το αθÜνατο αυτü βιβλßο της λαúκÞς σοφßας.
     Ο Βασßλης Ρþτας ως συγγραφÝας κι ως Üνθρωπος υπÞρξε μια καθαρÞ συνεßδηση. ¹ταν Ýνας αληθινüς λεβÝντης της ιδÝας, της τÝχνης, της πρÜξης. Γι’ αυτü και πριν ακüμη κοινωνÞσει τις επαναστατικÝς ιδÝες, οι οποßες εßχαν απλωθεß απü τη διÜρκεια του ¢ Παγκ. Πολ., διακρινüτανε για το λαúκü ανθρωπισμü του κι αμπνεüταν απü την ιδεολογßα της δοκιμασμÝνης λαúκÞς παρÜδοσης. Θα του ταßριζε ßσως και του ßδιου, το επßγραμμα που εßχε γρÜψει το 1947 για τον Νßκο Καρβοýνη:

Τη λευτεριÜ ζητþντας σε üρη και λαγκÜδια
την Þβρα στον αγþνα με πστοýς συντρüφους
μπÞκα μπροστÜ χορεýοντας και τραγουδþντας
Μην ψιχαλßσει δÜκρυ, αν Ýπεσα στη μÜχη
χαμογελþντας Ýπεσα, üπως πÝφτει ο Þλιος
μεγαλοσýνη ολüλαμπρη σταφανωμÝνη
με δÜφνες απ’ τα λεýτερα τα κορφοβοýνια
αυτÜ κι ας μολογÜνε την παλικαριÜ μου
μ’ Ýνα τραγοýδι κλÝφτικο, ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΒΟΥΝΗΣ,
να λÝει για λεβεντιÜ, για λευτεριÜ, γι’ αγþνα.

    ¼μως Ýχει να παρουσιÜσει Ýνα πολýπλευρο και πολυσÞμαντο Ýργο στην ποßηση, στην πεζογραφßα και πιο ιδιαßτερα Ýνα πλοýσιο μεταφραστικü Ýργο στην πεζογραφßα (του Τολστüι, ¢ννα ΚαρÝνινα, 1924, του Μßλλερ, ΘωμÜς ¸ντισον, 1956), στη δοκιμιογραφßα (της Ρυς Νταßβιντς, Βουδισμüς, 1931, του Βεντ, Αναζητþντας τον ΑδÜμ, 1957), στην Ιστορßα της Λογοτεχνßας (Τüμας -ΛÜλου, Ιστορßα της ΑγγλικÞς Λογοτεχνßας, 1931) στην ποßηση (üλα τα σονÝτα και τα υπüλοιπα ποιÞματα του Σαßξπηρ, παλιÝς σκωτσÝζικες μπαλÜντες, ποιÞματα του ΜπÜυρον και του Ουþλτ Ουßτμαν, το: ¸ργα και ΗμÝραι, 1998, του Ησßοδου, τον Δον ΖουÜν, του ΜολιÝρου, 1930, το: Μαρßα Στοýαρτ, 1932 και το: Δον ΚÜρλος, 1934, του Σßλλερ, το: Ρüζα Μπερντ και το: Η ΧανÝλα πÜει στον ΠαρÜδεισο, του ΧÜουπτμαν, 1955, τις ¼ρνιθες, 1960 και την ΕιρÞνη, 1964, του ΑριστοφÜνη, το: Ο ΔÞμαρχος, του Καλντερüν, 1965, το: Ο Δον Χιλ με το πρÜσινο παντελüνι, του Τßρσο ντε Μολßνα, 1966, το: Ο εχθρüς του λαοý, του ºψεν, 1968 και το: ¸νας ¼μηρος, του ΜπÞαν, 1973. 
     Στο σýνολο του συγγραφικοý του Ýργου, πρωτüτυπου και μεταφραστικοý, κυριαρχεß ο ιδιüμορφος δημοτικιστικüς λüγος του, εμπνευσμÝνος απü το δημοτικü τραγοýδι κι η λαúκÞ ρομαντικÞ κοσμοθεωρßα του. Ανιχνεýονται, επßσης, επιρροÝς απü το λαúκü θÝατρο του Καραγκιüζη, τη σεξπιρικÞ δραματουργßα και το αρχαßο ελληνικü δρÜμα. ΠοιÞματÜ του Ýχουν μελοποιÞσει, μεταξý Üλλων, ο Μßκης ΘεοδωρÜκης, ο ΜÜνος ΧατζιδÜκις, ο ΓιÜννης Σπανüς, ο ΧρÞστος ΛεοντÞς, ο ΜιχÜλης ΤερζÞς κι ο Αργýρης ΜπακιρτζÞς.

ΕΡΓΑ:

Ποßηση

Το τραγοýδι των σκοτωμÝνων – Κρυφüς καημüς. Gorlitz, Verlangsanstalt Gorlitzer Nachrichten und Anzeiger, 1917.
Το τραγοýδι του καμποýρη και Üλλα τραγοýδια. 1920.
ΑνοιξιÜτικο αγÝρι. Gorlitz, Verlangsanstalt Gorlitzer Nachrivhten und Anzeiger, 1923.
ΠαιδιÜτικα τραγοýδια. 1943.
ΤρελÞ πορεßα. ΑθÞνα, 1945.
Τραγοýδια της κατοχÞς πατριωτικÜ ηρωικÜ. ΑθÞνα, Ýκδοση του ποιητÞ, 1952.
ΚιθÜρα και γαροýφαλλο• ερωτικÜ και Üλλα ποιÞματα. ΑθÞνα, ºκαρος, 1953.
Μνημüσυνο. ΑθÞνα, 1961. (σε συνεργασßα με τη Βοýλα ΔαμιανÜκου).
…παρÜ προστÜτας νÜχωμεν. ΑθÞνα, 1974.
Βραδινü τραγοýδι. ΑθÞνα, 1974.
Βραδυνü τραγοýδιΒ´. ΑθÞνα, 1980.
Τραγοýδια της Αντßστασης. ΑθÞνα, 1981.

ΘÝατρο

Να ζει το Μεσολüγγι. ΑθÞνα, Ýκδοση των Μουσικþν Χρονικþν, 1927.
Ιησοýς δωδεκαετÞς εν τω ναþ• ΔρÜμα. ΜουσικÞ ΨÜχου. ΑθÞνα, ΔημητρÜκος, [1929].
Σε γνωρßζω απü την κüψη• ΔραματικÞ σκηνÞ. ΑθÞνα, 1928.
Σπιτßσιο φαÀ. ΑθÞνα, 1929.
Τα κορßτσια επαναστατοýν. ΑθÞνα, 1930.
Ο Καρδοýλας. ΑθÞνα, 1930.
ΜαξιλαριÝς. ΑθÞνα, 1931.
Ο χορüς των παιχνιδιþν. ΑθÞνα, 1931.
Οι ΜαξιλαριÝς. ΑθÞνα, ΔημητρÜκος, 1933.
Ο χορüς των παιχνιδιþν. ΑθÞνα, ΔημητρÜκος, 1933.
ΡÞγας ο ΒελεστινλÞς. ΑθÞνα, Γκοβüστης, 1936.[2]
Το πιÜνο• Κωμωδßα για κοýκλες. ΑθÞνα, 1943.
Γραμματιζοýμενοι• Κωμωδßα. ΑθÞνα, Ýκδοση του συγγραφÝα, 1943.
ΕλληνικÜ νιÜτα• Τραγωδßα. ΑθÞνα, Γκοβüστης, 1946.
Ο Þρωας. ΑθÞνα, 1947.
Το παραμýθι της ανÝμης• Κωμωδßα. ΑθÞνα, Ýκδοση του συγγραφÝα, 1953.
Καραγκιüζικα. ΑθÞνα, 1955.
Κολοκοτρþνης• Þ Η νßλα του ΔρÜμαλη• Ηρωικü δρÜμα σε τρεις πρÜξεις. ΑθÞνα, ανÜτυπο απü την Επιθεþρηση ΤÝχνης, 1955.
Αυγοýλα • ΤραγουδÜκια – Στιχοπαßγνια – Μýθοι. Με μουσικÞ Νικηφüρου Β. Ρþτα. Εικüνες Κατερßνας Νικ.Ρþτα. 1974.
ΘÝατρο για παιδιÜ. ΑθÞνα, 1975.
Καραγκιüζικα Β´. ΑθÞνα, 1978.

Πεζογραφßα

ΠαλιÝς ιστορßες• ΔιηγÞματα. ΑθÞνα, ºκαρος, 1955
Η περιουσßα και Üλλα διηγÞματα. ΑθÞνα, περ. "Λαúκüς λüγος", 1966
ΔÝκα παραμýθια. ΑθÞνα, 1981.

ΜελÝτες

Οδηγüς για σχολικÝς παραστÜσεις. 1931.
ΕισαγωγÞ στο θÝατρο του σχολεßου. ΑθÞνα, ΔημητρÜκος, 1933.
ΤεχνολογικÜ Α´. ΑθÞνα, 1951.
ΤεχνολογικÜ Β´. ΑθÞνα, 1952.
ΔραγÜτες πνευματικÞς ελευθερßας. ΑθÞνα, 1961.
ΔημοκρÜτες παραδημοκρατικοß. ΑθÞνα, 1965 (σε συνεργασßα με τη Βοýλα ΔαμιανÜκου).
Βßος και πολιτεßα (σημειþματα ημερολογßου). ΑθÞνα, 1980.
ΘÝατρο και Αντßσταση. ΑθÞνα, Σýγχρονη ΕποχÞ, 1981.
Ο αγþνας στα ελληνικÜ βουνÜ. ΑθÞνα, 1982.
Κριτικοß στοχασμοß πÜνω στην Οδýσσεια του ΚαζαντζÜκη. ΑθÞνα, 1983.
ΘÝατρο και γλþσσα 1-2. ΑθÞνα, Επικαιρüτητα, 1986.

ΜεταφρÜσεις

Τολστüι ΛÝων, ¢ννα ΚαρÝνινα• Πρüλογος Ε.Φ. – ΜετÜφρασις Βασ. Ρþτα Α´. ΑθÞνα, ΕλευθερουδÜκης, 1924.
Σαßξπηρ, ¢παντα. ΑθÞνα, 1927-1974 (και σε συνεργασßα με τη Βοýλα ΔαμιανÜκου).
Σßλλερ, Μαρßα Στιοýαρτ• ΔρÜμα σε πÝντε πρÜξεις• ΜετÜφραση Β.Ρþτα. ΑθÞνα, Ýκδοση των Μουσικþν Χρονικþν, 1932.
Φρειδερßκος Σßλλερ, Δον ΚÜρλος• Δραματικüν ποßημα εις 5 πρÜξεις• ΜετÜφρασις Β.Ρþτα. ΑθÞνα, 1933.
ΧÜουπτμαν, Η ΧÜνελε πÜει στον παρÜδεισο. ΑθÞνα, 1943.
ΧÜουπτμαν, Ρüζε Μπερντ. ΑθÞνα, 1953.
ΞÝνα λυρικÜ. ΑθÞνα, ºκαρος, 1955.
ΦρανσουÜ ΜιλλÝρ, ΘωμÜς ¸ντισον• ΜετÜφραση Βασßλη Ρþτα. ΑθÞνα, Δßφρος, 1956.
ΑριστοφÜνης, ¼ρνιθες (Πετοýμενα)• ΜετÜφραση, εισαγωγÞ & σχüλια Βασßλη Ρþτα. ΑθÞνα, Εταιρεßα Λογοτεχνικþν Εκδüσεων, 1960.
Μπ. ΜπιÜν, ¸νας üμηρος. ΑθÞνα, 1963 (σε συνεργασßα με τη Βοýλα ΔαμιανÜκου).
ΑριστοφÜνης, ΕιρÞνη. ΑθÞνα, 1964.
Τßρσο ντε Μολßνα, Δον Τζιλ με το πρÜσινο παντελüνι. ΑθÞνα, 1965.
Καλντερüν, Ο ΔÞμαρχος της ΚαλαμÝα.
Ησßοδος, ¸ργα και ΗμÝραι. (στον τüμο Η ελληνικÞ ποßηση ανθολογημÝνη).


==================


ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

                   Σ' Αγαπþ

Σ' αγαπþ, το λÝω και θÝλω να πεθÜνω.
ΚÜνω να ξεχÜσω και το νου μου χÜνω.
Σ' αγαπþ, το λÝω και τρÝμει το κορμß μου,
το διπλολογιÜζω, καßν' οι λογισμοß μου.

                 ΒουνÜ Για Χαμηλþσετε...

ΒουνÜ για χαμηλþσετε, κορφÝς, για τραβηχτεßτε,
να δοýμε κÜμπους πρÜσινους, πλαγιÝς λουλουδιασμÝνες,
λιβÜδια με τα πρüβατα, γιαλοýς με τα καρÜβια.
Και τραβηχτÞκαν οι κορφÝς, τα üρη χαμηλþσαν
κι εßδαμε κÜμπους με σταυροýς, πλαγιÝς με σκοτωμÝνους,
ανταριασμÝνες θÜλασσες που ξÝβραζαν κουφÜρια
και τα κορÜκια σýγνεφα και τα σκυλιÜ κοπαδια.

                              Ο ΧÜρος

Τη νιüτη εγþ τη χÜρηκα και χÜρο δε φοβÜμαι:
Καλþς να 'ρθει κι üποτε 'ρθει, μακÜρι απüχε κιüλα.
Λεν μαýρος εßν', μαýρα φορεß, μαýρο 'ν' και τ' Üλογü του
μα εγþ τον ξÝρω μερακλÞ, για χÜρη μου θ' αλλÜξει
κι Üσπρος θε ναν', Üσπρα θα φορεß κι Üσπρο θαν' τ' Üλογü του
μπροστÜ του θα 'χει τα διολιÜ, πßσω του τα τουφÝκια
και στ' Ýμπα του και στ' Ýβγα του, στ' αστραποφÝγγισμÜ του
χαρÜ θα παßζουν τα διολιÜ, θα ρßχνουν τα τουφÝκια...



                           Εωθινü

ΡοδοχαρÜζει χαραυγÞ, πÝτα κορυδαλλÝ μου,
πÝτα πουλß, μεσοýρανα, χαροýμενα λαλþντας,
κι απüψε ξενυχτÞσαμε στης λυγερÞς τον κüρφο:
στον ýπνο την αφÞσαμε τη πολυφιλημÝνη,
κοιμÜται ροδομÜγουλη και ξεπλεκομαλλοýσα
και μια γλυκοχαμογελÜ, μια γλυκαναστενÜζει
κι η νερατζοýλα πÜνω της τινÜζει τον ανθü της.

      Στ' Ανεμüβροχο...

Χορεýει
το κýμα στ' ανεμüβροχο
χορεýουν
οι γλÜροι στ' ανεμüβροχο
χορεýουν
τα πεýκα στ' ανεμüβροχο
χορεýει 
κι η ΕλÝνη στ' ανεμüβροχο
χορεýει
στα φýκια, στα ξεβρÜσματα,
και τρÝχει
στους κÜβους και στ' ακρüραχτα
γιατ' Þβρε
σημÜδι απ' τον Κþστα της
σημÜδι
στη πßπα που του χÜρισε,
την þρα
που μπÜρκαρε κι αρμÝνισε
την Þβρε
δαρμÝνη απ' τα κýματα...

           Το Γελαστü Παιδß

¹ταν πρωß τ' Αυγοýστου κοντÜ στη ροδαυγÞ
βγÞκα να πÜρω αÝρα στην ανθισμÝνη γη
βλÝπω μια κüρη κλαßει, σπαραχτικÜ θρηνεß
σπÜσε καρδιÜ μου εχÜθη το γελαστü παιδß

Εßχεν αντρειÜ και θÜρρος και αιþνια θα θρηνþ
το πηδηχτü του βÞμα το γÝλιο το γλυκü
ανÜθεμα την þρα, κατÜρα τη στιγμÞ
σκοτþσαν οι εχθροß μας το γελαστü παιδß

Μον' να 'ταν σκοτωμÝνο στου αρχηγοý το πλÜι
και μüνον απü βüλι ΕγγλÝζου να 'χε πÜει
κι απü απεργßα πεßνας μÝσα στη φυλακÞ
θα 'ταν τιμÞ μου που 'χασα το γελαστü παιδß

ΒασιλικιÜ μου αγÜπη μ' αγÜπη θα στο λÝω
για το ü,τι Ýκανες αιþνια θα σε κλαßω
γιατß üλους τους εχθροýς μας θα ξÝκανες εσý
δüξα τιμÞ στ' αξÝχαστο γελαστü παιδß.

   Το ΧριστινÜκι

Δþδεκα αγüρια του σκολειοý
κι η Χριστινιþ μια τÜξη
μη βρÝξει και μη στÜξει.

Τ' αγüρια τ' ορκιστÞκανε
στην παλικαροσýνη
να κλÝψουν το Χριστßνι.

Βαρκοýλα ξαρματþνουνε
με σταυρωτü πανÜκι
Χριστßνα - ΧριστινÜκι.

Ποιος εßδε πετροπÝρδικα
να παßζει με γερÜκια
στο πλÜι στα θυμαρÜκια;

Ποιος εßδε τη ξανθüμαλλη
γελοýσα και πανþρια
να παßζει με τ' αγüρια;

-¸μπα, καλÞ, στη βÜρκα μας
να πÜμε και να 'ρθοýμε
τραγοýδι που θα ειποýμε!

Τ' αστÝρια τρεμουλιÜζουνε
στου ΖÝφυρου το χÜδι
το üμορφο τοýτο βρÜδυ.

ΣπαρμÝνο χρυσολοýλουδα
το πÝλαγο λιβÜδι
το üμορφο τοýτο βρÜδυ.

¢λλοι ταιριÜζουν τα πανιÜ
κι Üλλοι κουπß τραβοýνε,
Χριστßνα, ο νους σου ποý 'ναι;

Το ΧριστινÜκι τραγουδεß
της βÜρκας κυβερνÞτης,
γλυκειÜ που εßν' η φωνÞ της!

Και λÝει τραγοýδι του Ýρωτα
και για τον πüθο λÝει,
για το φιλß που καßει.

Κι η βÜρκα εποθοφτÝρωσε
κι ορθοπηδÜ το κýμα
τραβþντας üλο πρßμα.

ΓÝλια, τραγοýδια σþπασαν,
τ' αγüρια συμπαλεýουν,
μοχτοýν, φιλß γυρεýουν.

ΧουγιÜζει ο αÝρας για φιλß,
βγÜζουν καημοýς και πÜθη
της θÜλασσας τα βÜθη.

Κανεßς δεν εßναι στο κουπß,
κανεßς και στο τιμüνι
λαχτÜρα που τοýς ζþνει.

Για το φιλß της Χριστινιþς
χυμÜν με χßλια χÝρια
νερÜ, βουνÜ κι αστÝρια.

Κι η βÜρκα η ποθοπλÜνταχτη
πÜει στων νερþν τα βÜθη
με του Ýρωτα τα πÜθη.

Κι εκεß σαλεýουν τα παιδιÜ,
ψÜχνουν να βρουν ακüμα
της Χριστινιþς το στüμα.

Δεν κλαßω τα δþδεκα παιδιÜ,
τους νιους, τους μαθητÜδες
τις δþδεκα μανÜδες,

μüν' κλαßω τα μÜτια τα γλαρÜ,
το λυγερü κορμÜκι,
τ' αγρßμι το λαφÜκι,

που Þτανε δþδεκα χρονþ,
-ΠαρθÝνα ΠαναγιÜ μου-
κι Ýλαμπ' η γειτονιÜ μου.

Το Τραγοýδι Του Ερωτüκριτου

Ψηλü κυπαρισσÜκι μου
χαμÞλωσ´την κορφÞ σου
ρßξε μου κλþνο να πιαστþ
και πÜρε με μαζß σου.

ΨηλÜ την Ýχεις τη φωλιÜ
ξαμþνω μα δε σþνω
με του καημοý το βÜσανο
βραδιÜζω ξημερþνω.

Δεν Ýχεις μÜτια να με ιδεßς
καρδιÜ να μ´ελεÞσεις
γλþσσα Ýνα λüγο να μου πεις
να με παρηγορÞσεις.

Εικüνα ανθοπερßπλεχτη
τριαντÜφυλλο του ΜÜη
ξýπνα ν´ακοýσεις τι καημüς
για σÝνα τραγουδÜει.

ΠετÜει λεýτερη η φωνÞ
μα τα φτερÜ δεμÝνα
κλαßει μακριÜ σου το πουλß
που χÜνεται για σÝνα.

Μα εγþ θα σχßσω τα βουνÜ
τα πÝλα θ´αρμενßσω
προσκυνητÞς στα πüδια σου
να ρθω να ξεψυχÞσω.

             ΣοννÝττο 114

ΚανÝνα εμπüδιο να ενωθοýν πιστÝς καρδιÝς
Εγþ δε δÝχομαι, δεν εßναι η αγÜπη αγÜπη,
Που αλλÜζει μ’ üλες του καιροý τις αλλαγÝς
Και ξεστρατÜει με κÜθε σκοýντημα, σαν τüπι

¼χι! εßναι Ýνα σημÜδι αιþνιο σταθερü
Που απαρασÜλευτο τις μπüρες αντικρýζει:
Του ναýτη το Üστρο που, κι αν Ýχει μετρημü
Πüσο μακριÜ ‘ναι, δε μετριÝται πüσο αξßζει

Δεν εßν’ η αγÜπη μπαßγνιο του καιροý,
Που αυτüς θερßζει ροδομÜγουλα και χεßλια,
Η αγÜπη δεν πηγαßνει με þρες και με μßλια.

Γιατß θα βρει την Üκρη, πÜντα και παντοý.
Αν τοýτο εßν’ πλÜνη κι αποδειχνεται σ’εμÝ
Οýτ’ Ýγραψα, οýτε αγÜπησε Üνθρωπος ποτÝ.
_____________________________

ΠΕΖΑ:


      Ο ΠασÜς Μαθαßνει Τον Καραγκιüζη Τß Εστß Πατρßς

Πρüσωπα: ΠασÜς, Καραγκιüζης, ΒεληγκÝκας

ΠΑΣΑΣ: Σ’ εκÜλεσα, Καραγκιüζη, να σου ομιλÞσω δια την ιερÜν υποχρÝωσιν που Ýχομεν üλοι να υπερασπßζομεν την πατρßδα μας και να θυσιÜζωμεν ακüμη και την ζωÞν μας δια την σωτηρßα, την προκοπÞν και το μεγαλεßον της.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Ωραßα! Τι ωραßα!
ΠΑΣΑΣ: ¸χεις ιδÝαν τι εστß πατρßς;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Ε, καλÜ σαι!
ΠΑΣΑΣ: Για εξÞγησÝ μου!
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Ε, ντε τεχνολογßα θες τþρα;
ΠΑΣΑΣ: ¼χι, πες μου, να ιδþ κατÜ πüσον αντιλαμβÜνεσαι τι εστß πατρßς.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Να πατρßς εßναι…
ΠΑΣΑΣ: ΜπρÜβο, πες το!
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Τüξερα, αλλÜ να, τþρα το ξÝχασα.
ΠΑΣΑΣ: Ας υποθÝσωμεν πως εγþ Ýρχομαι να σε πετÜξω Ýξω απ’ το σπßτι που κÜθεσαι να καθÞσω εγþ. Το θα κÜμεις;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Χου, χου! Να καθÞσεις εσý ο πασÜς στη καλýβα τη δικιÜ μου;
ΠΑΣΑΣ: Ναι, τι θα κÜμεις;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Χου, χου, δεν το λÝω, ντρÝπουμαι.
ΠΑΣΑΣ: ΠÝστο παιδß μου, διüτι ü,τι και να κÜμεις δια να υπερασπßσεις το σπßτι σου, εßναι συγχωρημÝνον.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: ¢μα θÜρθεις εσý να με βγÜλεις απ’ το σπßτι μου για να καθÞσεις εσý…
ΠΑΣΑΣ: Ναι, το θα κÜμεις;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Χου! Χου!
ΠΑΣΑΣ: ΠÝστο, μη ντρÝπεσαι.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: …Κι εγþ θα πÜω στο δικü σου το σπßτι, στο σαρÜι να ποýμε;…
ΠΑΣΑΣ: ¼χι, βρε, εσý θα μεßνεις χωρßς σπßτι, στον δρüμο!
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Και στο δικü μου το σπßτι ποιος θα κÜθεται;
ΠΑΣΑΣ: Εγþ!
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: ΑμδÝ!
ΠΑΣΑΣ: ΜπρÜβο, τι αμδÝ;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Δεν κÜθεσαι εσý οýτε τρεις στιγμÝς, γιατß απ’ την πρþτη στιγμÞ θα σε κÜνουνε οι ψýλλοι να πεταχτεßς üξω φωνÜζοντας «πυρκαγιÜ!»
ΠΑΣΑΣ: Αχ, ντιπ μπουνταλÜς, εßσαι ζÜβαλη. Ας ποýμε πως Ýρχεται Ýνας να σου πÜρει το σπßτι. Τι θα κÜμεις;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Ποιος θα ’ρθει να πÜρει το δικü μου σπßτι, πασÜ μου; ΣτραβομÜρα θα ’χει να πÜρει κανÝνα καλÞτερο, απü τα τüσα…
ΠΑΣΑΣ: Υπüθεσε, βρε, πως δεν υπÜρχουν Üλλα σπßτια, πως εßσαι στην ερημιÜ.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Στην ερημιÜ; Και τι θα τρþω;
ΠΑΣΑΣ: Υπüθεση κÜνουμε: Εßσαι στην ερημιÜ κι αυτÞ η ερημιÜ εßναι δικÞ σου κι Ýρχεται ο Üλλος να σε βγÜλει, για να μεßνει αυτüς. Τι θα κÜμεις;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Ποιος κÜθεται στην ερημιÜ, πασÜ μου, και μÜλιστα να ’ρθει κι Üλλος να τονε βγÜλει; Τι ’ναι η ερημιÜ, το σαρÜι σου να ’χει οýλα τα καλÜ;
ΠΑΣΑΣ: Λοιπüν, Ýστω: Εγþ εßμαι στον τüπο μου, στο σαρÜι μου, στην καλοπÝρασÞ μου κι Ýρχεται ο Üλλος και μου κÜνει πüλεμο να με βγÜλει εμÝνα, να με αιχμαλωτßσει, να με σκοτþσει και να πÜρει αυτüς να ’χει την περιουσßα μου και τις γυναßκες μου και τ’ αγαθÜ μου και τη δüξα μου! Ε, δεν πρÝπει ν’ αντισταθþ, να πολεμÞσω, γι να διαφεντÝψω το δßκηο μου;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: ¢κου λÝει!
ΠΑΣΑΣ: Ε, αυτü εßναι πατρßς.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Ποιο;
ΠΑΣΑΣ: Να, ο τüπος εδþ μ’ üλα τα καλÜ του. Το κατÜλαβες τþρα;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Πως, πως…
ΠΑΣΑΣ: Τι κατÜλαβες;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Να, πως πατρßς εßναι το σαρÜι σου, τα λεφτÜ σου, (οι γυναßκες σου), η καλοπÝρασÞ σου…
ΠΑΣΑΣ: ¼χι μüνο η δικÞ μου η καλοπÝραση, βρε, παρÜ κι η δικÞ σου. Εδþ εßμαστε üλοι μαζß.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Μαζß εßμαστε, αμÞ χþρια τρþμε. Εσý Ýχεις τα καλÜ κι εμεßς τα καλÜμια.
ΠΑΣΑΣ: ¸μα εßσαι πολý ζεβζÝκης και μπουνταλÜς. – Ε, ΒελÞ!
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ: (Μπαßνει) Πω-γιÜ, προστÜζει εφÝντη μ’ !
ΠΑΣΑΣ: ΠÜρ’ τον τοýτον εδþ τον ανüητον, να τον μÜθεις τι εστß πατρßς.
ΒΕΛΗΓΚΕΚΑΣ: Γκελ μπουρντÜ, πεζεβÝγκ!
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: (Ενþ τον βγÜζει Ýξω ο ΒεληγκÝκας με τις κλωτσιÝς) ωχ! ωχ! ωχ! Πατρßς εßναι η φτþχεια, το ξýλο κι ο Παρθενþνας! ωχ!

                       To ΓρÜμμα Του ΠνιμÝνου

     Εßχε κατÝβει ο Θεüς κÜτου, ο θαλασσüθεος και συντÜραζε τη θÜλασσα και σÜρωνε τον τüπο ημερüνυχτα. Οι Üνεμοι, ξαπολυμÝνοι, εδιþχνανε κι απ' το πÝλαγο κι απ' τη στεριÜ και πλεοýμενα και ανθρþπους και ζωντανÜ, ξερßζωναν δÝντρα και μπαßνανε και ως και μÝσα στα σπßτια και οýρλιαζαν. ΚÜποτε ο μαυροσýννεφος ο ΝοτιÜς πÞρε να ξεθυμÜνει, το βρÜδυ γλÜρωσε κι üλη νýχτα μüνο η θÜλασσα ανταρευüτανε ακüμη και βüγγαγε. Οι πρþτοι Üνθρωποι που βγÞκανε χαρÜματα στο γιαλü, βρÞκανε τον πνιγμÝνο τουμπανιασμÝνο πÜνω στα φýκια και στα κλαριÜ. Τα ‘χε üλα ξερÜσει το κýμα, που φοýσκωνε ακüμη και ξÝρναγε αφροýς, αν καλÜ ξελιγωμÝνο πια κι αποκαμωμÝνο.
     ¸νας πνιμÝνος στο ακρογιÜλι, σε μικρü χωριü, φÝρνει μεγÜλη ταραχÞ στους ανθρþπους. ΑμÝσως το μαθαßνουνε üλοι και συνÜζονται γýρω στο κουφÜρι, με περιÝργεια, θλßψη και συμπüνια. Ετοýτος φαινüτανε Üντρας μεσüκοπος, μα η θÜλασσα τον εßχε δεßρει πολý πριν τüνε πετÜξει Ýξω και του 'χε χαλÜσει τη μορφÞ, σε τρüπο που δεν Ýδειχνε πολλÜ σημÜδια γνþρας. Κι η φαντασßα τω χωριατþνε βÜλθηκε αυτÞ να τρÝξει μακριÜ για να πιÜσει το σουλοýπι, τη νιüτη, την αντρειÜ του πνιμÝνου και τις σχÝσεις του με τον κüσμο. Κι üπως üλοι τους Þτανε θλιμμÝνοι, κι απü δικÜ του ο καθÝνας απü το χαλασμü της κατοχÞς κι απü την πεßνα, γιατß ο πüλεμος δεν εßχε αφÞσει σπßτι που να μην το 'χει κÜψει στην καρδιÜ, οι φαντασιÝς με πολý μαýρα μÜτια εßδανε το Üγνωρο κουφÜρι που κειτüτουνε εκεß, πÜνω στα φýκια, ξεχαρβαλωμÝνο και φουσκωμÝνο σαν μεθυσμÝνο και αδιÜντροπο. Σα να βλαστÞμαγε τη ζωÞ. Σα να μοýτζωνε και τον ουρανü τον ολογÜλανο που Ýπιανε να τüνε χρυσþνει ο λαμπρüς ανοιξιÜτικος Þλιος και τη θÜλασσα που καταλÜγιαζε λιγοθυμισμÝνη, και το αγÝρι που κατÝβαινε απü τις κορφÝς τις γερÜνιες και τις πρÜσινες πλαγιÝς γýρω, μοσκοβολημÝνο απü θυμÜρι κι αγριοβιολÝτα, και τα πουλιÜ που πετοýσανε στο γλαρüν αθÝρα, και τους ανθρþπους γýρω του, που τüνε κοιτÜζανε με σκυμμÝνα μοýτρα και μÜτια ανÞσυχα και φοβισμÝνα.
     Επß τÝλους Þρθε κι ο χωροφýλακας κι üλοι του κÜνανε τüπο να περÜσει μπροστÜ. Κοßταξε πρþτα με προσοχÞ το κουφÜρι, απü το μπρουμυτισμÝνο κεφÜλι του ως τα ανακλαδισμÝνα κανιÜ του, ýστερα πρüσταξε δυο χωριÜτες να το γυρßσουν ανÜποδα. Η φορεσιÜ του Ýμοιαζε με στολÞ.
- Στρατιþτης Þτανε, εßπε ο χωροφýλακας, κι üλοι οι παραστεκοýμενοι αναστενÜξανε κι οι γυναßκες πιο πßσω λουχτοýκιασαν.
- Για ψÜχτε του τις τσÝπες, πρüσταξε πÜλι ο χωροφýλακας, κι οι δυο χωριÜτες που προθυμÞθηκαν να βÜλουνε χÝρι στον πνιμÝνο, αρχßσανε τþρα να τüνε ξεκουμπþνουνε, να χþνουνε τα χÝρια τους μες στις τσÝπες του, να τραβÜνε απü κει πρÜματα και να τα δßνουνε του χωροφýλακα.
- Το ρολüι του, εßπε Ýνας ξεθηλυκþνοντας Ýνα ρολüι απ' τον αρμü του πνιμÝνου. ΠÜλι λουχτοýκιασαν οι γυναßκες. Μα οι Üντρες και τα παιδιÜ γÝλασαν, γιατß αυτüς που ξεθηλýκωσε το ρολüι, πριν το παραδþσει στο απλωμÝνο χÝρι του χωροφýλακα, το 'βαλε στ' αυτß του, για ιδεß αν δουλεýει.
- Τι þρα λÝει; να βÜλουμε üλοι τα ρολüγια μας!! ρþτησε φωναχτÜ Ýνας χωρατατζÞς και το αστεßο του δεν Ýμεινε αναπÜντητο απü γÝλια.
     Δεν Üργησαν οι παλÜμες του χωροφýλακα να γεμßσουνε με πρÜματα, το ρολüι, Ýναν σουγιÜ, Ýνα μαντηλÜκι, μια φυλλÜδα διπλωμÝνη, Ýνα μολýβι, μια τσατσÜρα, Ýνα πορτοφüλι φουσκωμÝνο σαν τον ιδιοχτÞτη του και ξεκοιλιασμÝνο, που μισοφαινüντουσαν τα μÝσα του χαρτιÜ και τα χρÞματα, Ýνα μÜτσο γρÜμματα. Ο χωροφýλακας τ' Üδειασε üλα μÝσα σ' Ýνα σακßδιο που 'χε κρεμασμÝνο στο πλευρü του. ΚρÜτησε μüνο τα χαρτιÜ κι Üρχισε να τα εξετÜζει, ψÜχνοντας για την ταυτüτητα του πνιμÝνου. Ξεφυλλßζοντας τα μουσκεμÝνα γρÜμματα, διÜβαζε κιüλας φωναχτÜ:
   "ΑγαπητÞ μου Ελενßτσα…".

- ΓρÜμματα στην αγαπητικιÜ του, φþναξε ο χωρατατζÞς και γÝλασαν τα παιδιÜ.
     Ο χωροφýλακας ξεδßπλωσε το δεýτερο γρÜμμα και διÜβασε πÜλι : "ΑγαπητÞ μου Ελενßτσα…", ýστερα τρßτο, τÝταρτο, κι üλα Üρχιζαν με το "ΑγαπητÞ μου Ελενßτσα".
- ΔιÜβασε και παρακÜτω, ξεστüμισαν μερικοß. Ο χωροφýλακας κρÜτησε το τελευταßο να διαβÜσει και παρακÜτω. Και η δικÞ του πια η περιÝργεια και ολονþνε εßχε φουντþσει. Η φαντασßα του καθενοý εßχε πλÜσει απü το Üφαντο χÜος μια ξÝχωρη μορφÞ γι' αυτÞ την Ελενßτσα. ¢λλος την Ýβλεπε ερωμÝνη, Üλλος γυναßκα στεφανωτÞ, Üλλος ΕλενÜρα, Üλλος ΕλÝγκω. Ο χωροφýλακας διÜβασε φωναχτÜ ως το τÝλος το ακüλουθο γρÜμμα:

   "ΑγαπητÞ μου Ελενßτσα
     Σου 'χω γρÜψει γρÜμματα, παιδß μου, κÜθε μÝρα σου γρÜφω, χωρßς να σου στεßλω ακüμη κανÝνα, γιατß δεν τα κατÜφερα. κι η ελπßδα που εßχα να σου τα στεßλω, τþρα χÜθηκε ολüτελα, γιατß πιÜστηκα. ¼μως πÜλι σου γρÜφω το τελευταßο χαρτß που Ýχω κι ßσως βρω καμιÜ ευκαιρßα. Τþρα μας εβÜλανε στο πλοßο, για να μας πÜνε στα μÝρια τους. ¸τσι λÝνε πολλοß, μα κανεßς δεν ξÝρει για ποý ταξιδεýουμε. Τα αεροπλÜνα Ýρχονται ολοÝνα απü πÜνω μας και μας ρßχνουνε κι ολοÝνα οι καρδιÝς μας λαχταρßζουνε, τþρα θα μας βουλιÜξουνε. ΒλÝπουμε τη στεριÜ να φεýγει λßγο λßγο και να χÜνεται απ' τα μÜτια μας. Παιδß μου, Ελενßτσα μου, ο νους μου εßναι σε σÝνα που Ýμεινες μÜνα στο σπßτι, να κοιτÜξεις και τ' αδÝρφια σου κι εßσαι ακüμη τüσο μικρÞ. Απü την ημÝρα που 'λαβα το γρÜμμα σου το πικραμÝνο, που μου 'γραφες τη θανÞ της μητÝρας σου, μÝρα νýχτα εσÝνα συλλογßζομαι και κλαßω. Μüλις εßχα σκολÜσει τη μÜχη κι Þμουνα ζωντανüς ακüμη κι Üβλαβος κι Ýτρωγα ευχαριστημÝνος το ψωμß μου, Þρθε παιδÜκι μου το γρÜμμα σου με τη μαýρην εßδηση που με λÜβωσε κατÜκαρδα. Καλýτερα Ýλεγα να μ' εßχε πÜρει εμÝνα ο χÜρος, üπως τüσους και τüσους συντρüφους μας και χωριανοýς μας, πÜρα που πÞρε τη μητÝρα σου. Γιατß αυτÞ χρειαζüτανε σε σÝνα και τ' αδÝρφια σου που εßναι ακüμα μικροýλια και πþς να ζÞσουνε. Μου 'γραφες, παιδß μου, να κÜνω καρδιÜ και σπÜραξε η ψυχÞ μου, που 'δινες εσý θÜρρος, εσý το Üπλερο και μικρü κοριτσÜκι. ΠαιδÜκι μου, να τηρÜξεις τ' αδÝρφια σου και να τους σταθεßς εσý μÜνα πονετικιÜ. Να μη ζητÞσεις τη βοÞθεια κανενοý χωριστÜ, παρÜ üλου του χωριοý. Να μην εμπιστευθεßς, παιδß μου, οýτε τον παπÜ, οýτε τον πρüεδρο χωριστÜ να σε βοηθÞσουνε κι οýτε κανÝνα συγγενÞ, παρÜ να πÝσεις στο Ýλεος του χωριοý. Να βγεις, παιδß μου, στην εκκλησßα, μες στη μÝση, και να τüνε φωνÜξεις τον πüνο σου. Να 'χεις μαζß σου κι üλα τ' αδερφÜκια σου, να φωνÜξετε üλα μαζß και να πεßτε "Χωριανοß η μÜνα μας πÝθανε, ο πατÝρας εßναι στον πüλεμο, το χωριü να μας φροντßσει και μεις εδþ του χωριοý εßμαστε". ΜÝσα στην απελπισιÜ σου, εσý παιδÜκι που ‘δειξες μυαλωμÝνο και πονετικü, εσý εßσαι το μοναχü στÞριγμα της καρδιÜς μου, εσý εßσαι το μοναχü φως μÝσα στο σκοτÜδι που βρßσκομαι. Να πολεμÞσεις, παιδß μου, για τ' αδÝρφια σου. Να τηρÜξεις τους Üλλους, να μην τηρÜξεις τον εαυτü σου. Να μη ζηλÝψεις καθüλου τις χαρÝς και τις ομορφιÝς και τα στολßσματα για τον εαυτü σου και παρατÞσεις τ' αδÝρφια σου, που απü σÝνα κρÝμονται τþρα. Σου 'πεσε μεγÜλο βÜρος πουλÜκι μου, Ελενßτσα μου, πÜνω στις τρυφερÝς σου πλÜτες, το χρÝος της μÜνας μαζß και του πατÝρα. Να το νιþσεις, βασανισμÝνο, και να σταθεßς σ' αυτü το χρÝος πιστÞ, Ýτσι να ιδοýμε καλÞν αντÜμωση. Να μη γυρßσω, παιδÜκι μου, πßσω και σας βρω σκüρπια και ντροπιασμÝνα. Εγþ, απü δω που βρßσκομαι, εσÜς Ýχω ελπßδα για να παλÝψω και κÜθε πνοÞ μου θα παßρνει δýναμη απü σÝνα, Üπλερο πουλß μου, που θ' αγωνßζεσαι μÝσα σ' αυτÞ τη συφορÜ για το καλü και την προκοπÞ. Κι üταν ανταμωθοýμε üλοι μας χαροýμενα…".

     Εδþ σταμÜτησε το διÜβασμα, γιατß δεν εßχε συνÝχεια. Ο χωροφýλακας γýρισε τα μÜτια του στους παραστεκÜμενους κι üλοι κλαßγανε, οι γυναßκες γοερÜ, οι Üντρες σκυφτοß και σαν ντροπιασμÝνοι. Ως και τα παιδιÜ στεκüντουσαν συλλογισμÝνα. ΚÜποιος εφþναξε κι εßπε:
"Αυτüς ο πνιμÝνος εßναι δικüς μας, κι αυτÞ η Ελενßτσα και τα παιδιÜ τους τ' Üλλα, δικÜ μας εßναι! ΠρÝπει εμεßς να τα φροντßσουμε".
"Ναι, ναι", φþναξαν üλοι "να φροντßσουμε να τα βροýμε". Κι Üρχισε συζÞτησε σ' üλη τη σýναξη εκεß γýρω στον πνιγμÝνο. ¼λοι φωνÜζανε κι ο καθÝνας επρüσθετε κι απü μια γνþμη, πþς να κÜμουνε ν' ανακαλýψουνε το χωριü και το σπßτι του πνιμÝνου, πþς να στεßλουνε επßτηδες ανθρþπους μ' Ýξοδα του χωριοý τους, να ταξιδÝψουνε, üλη την ΕλλÜδα στην ανÜγκη, για να βροýνε αυτÞ την Ελενßτσα, να τη βοηθÞσουνε. ¢λλος επρüσθετε "να τα πÜρουμε αυτÜ τα παιδιÜ και να τα φÝρουμε εδþ στο χωριü μας, να τα κÜνουμε δικÜ μας". ¢λλος εßπε : "Να τα τυπþσουμε στην εφημερßδα, τα διαβÜσει üλος ο κüσμος".
     ¸τσι, με ταραχÞ και συγκßνηση και γενικÞ προθυμßα να εχτελÝσουνε τις εντολÝς του πνιγμÝνου, πÝρασαν οι χωριÜτες εκεßνη την ημÝρα τους. ¼μως τι κÜμανε, πþς τÝλειωσε αυτÞ η ιστορßα, αν το χωριü αυτü Ýβαλε σε πρÜξη την πρþτη ορμÞ που 'λαβε απ' το γρÜμμα του πνιμÝνου, Þ αν και το λεßψανü του και το γρÜμμα του πÞρανε το φυσικü τους δρüμο, εκεßνο για μιαν Üκρη στο νεκροταφεßο, κι εκεßνα για μιαν Üκρη στη ντουλÜπα της ανÜκρισης, δε μαθεýτηκε. ΠολλÝς εßναι οι Ýγνοιες κι οι λαχτÜρες της ζωÞς, Ýτσι που, ως να γßνει το ‘να περιστατικü, Üλλα απανωτÜ Ýρχονται και το πλακþνουνε, σαν τα κýματα στο γιαλü, που ως να ιδεßς καλÜ καλÜ το πρþτο κýμα, δεýτερο, τρßτο απü κοντÜ Ýρχεται και κουκουλþνει τ' Üλλα, και το μüνο που νιþθεις βαριÜ εßναι η αντÜρα και το Üφρισμα του πελÜγου.

                   

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers