Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ερωτική Λογοτεχνία 

Φλωράκης Ηλίας: ΜΑΡΑΜέΝΑ ΤΡΙΑΝΤάΦΥΛΛΑ

 

     Ήταν ένα από κείνα τα σπάνια, φθινοπωρινά απογεύματα, που ο Τζακ έπαιρνε την τσούλα του και πήγαιναν βόλτα, τριγυρίζοντας άσκοπα στους δρόμους της πόλης, χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους. Ήθελε τη παρέα της δίπλα του, αλλά ήταν από τις συμφωνημένες, σπάνιες βόλτες που αυτή θα έπρεπε να κρατήσει το στόμα της κλειστό.
     Το ψιλόβροχο είχε σταματήσει εδώ και ώρα, κάνοντας την περιπλάνηση του βλέμματός του, πιο μαλακή κι άνετη. Στα αφτιά του αντηχούσε ο ήχος της πόλης και μια παράξενη, εσωτερική μελωδία που δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει τη προέλευσή της. Και μέσα από το καυσαέριο, μπορούσε, όταν η γωνία του αέρα του το επέτρεπε, να μυρίσει το άρωμά της, χωρίς όμως να του φέρνει και τη συνηθισμένη διέγερση. Ήταν κάτι πιο ονειρικό, αυτές οι βόλτες. Σαν τις αναζητήσεις μυθικών θησαυρών και χαμένων πόλεων από χρυσάφι κι ελεφαντόδοντο. Ακόμα κι οι γνωστές καταστάσεις, οι γνώριμες αισθήσεις, όλα αλλοιώνονταν κάτω από αόρατο πέπλο μυστικισμού και μαγείας.
     Ήταν από τα ελάχιστα πράγματα που μπορούσε πια να κάνει και να χαθεί στην μαγεία τους. Τα τελευταία χρόνια ήταν λίγο σκληρά μαζί του, προσγειώνοντας το άλλοτε ελεύθερο πνεύμα του, σε μια πεζή πραγματικότητα, γεμάτη ωμότητα, μίσος και κακία.
     Κρατούσε αγκαλιά τη κοπέλα και τη χάιδευε ασυναίσθητα, όχι τόσο γιατί ήθελε τη συντροφιά της στα ταξίδια του, αλλά για να τον προστατεύει από τους κινδύνους της πραγματικότητας. Εξάλλου, αυτή δεν ήταν σε θέση να καταλάβει  την ανάγκη του. Δεν υπήρχε και λόγος, αφού δεν θα κρατούσε αυτή η σχέση περισσότερο ώστε να χρειαστεί να της εξηγήσει. Ήξερε μόνο τα άκρως απαραίτητα. Δεν θα μιλήσεις καθόλου. Δεν θα ρωτήσεις τίποτα. Από την άλλη, ούτε και αυτή ενδιαφερόταν να μάθει πολλά για τις ιδιαιτερότητες του γκόμενού της. Ήταν μια σχέση που στηριζόταν καθαρά στο σεξ. "Θα είμαστε μαζί, όσο μας αρέσει να είμαστε μαζί. Όταν κάποιος βαρεθεί, θα σηκωθεί να φύγει, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς εξηγήσεις". Κι ήταν κι οι δύο ικανοποιημένοι. Αν και μέσα στους δύο μήνες που γνωρίζονταν, είχαν δοκιμάσει σχεδόν τα πάντα, γνώριζαν καλά ο ένας τον άλλον κι είχαν αρχίσει να ...βαριούνται. Απλώς δεν είχε βρεθεί ακόμα κάτι καινούργιο να τους κινήσει το ενδιαφέρον.
     Η στοργή κι η τρυφερότητα, ήταν δύο από τα συναισθήματα που είχε ξεγράψει εδώ και καιρό από τις σχέσεις του. Καμιά δεν ήταν τόσο ρομαντική ώστε να του θυμίσει αυτές τις καταστάσεις. Και όσες ήταν, σιγά σιγά ξεχνούσαν αυτό το παιχνίδι, ανακαλύπτοντας το sex. Τελικά, οι γυναίκες ήταν ερωτευμένες μαζί του μόνο και μόνο για να μπορούν να πηδιούνται μαζί του ελεύθερα.
... ... ...
     Το ταξίδι του εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα, τον οδήγησε έξω από γηροκομείο. Μια έρημη, βρεγμένη αυλή πίσω από την βαριά καγκελόπορτα, θύμιζε ορφανοτροφείο της εποχής των "Αθλίων" του Ουγκώ. Ο ψηλός, πέτρινος τοίχος που περιτριγύριζε το κτίριο, με μιας πλάκωσε τη ψυχή του. Ένιωσε ...παγιδευμένος απ' έξω. Κοντοστάθηκε στη καγκελόπορτα. Μύρισε το φρεσκολουσμένο γρασίδι που άλλοτε προσπαθούσε να επιβιώσει κάτω από τη πίεση των αναπηρικών καροτσιών, τα μπαστούνια και τις αργές, ανούσιες βόλτες των γέρικων παιδιών και σύντομα απ' τη κακοκαιρία και το κρύο. Κοίταξε τα παράθυρα του πενταόροφου κτηρίου που έχασκε επιβλητικά πάνω από την αψίδα της εξώπορτας. Παράθυρα σφραγισμένα, με κλειστές τις κουρτίνες ή τα πατζούρια, κρύβοντας τον κενό, γεμάτο αναμνήσεις, κόσμο των ενοίκων του.
     Και τότε ήταν που ...περισσότερο ένιωσε παρά είδε, εκείνο το βλέμμα. Ήταν το τρίτο παράθυρο, στον τρίτο όροφο. Έπεφτε πάνω του από τη παραμερισμένη κουρτίνα. Ήταν ζεστό και κουρασμένο.
... ... ...
     Τον παρακολουθούσε πάνω από το δωμάτιό της. Ήταν νέος κι όμορφος, αγκαλιασμένος με κείνη τη μικροκαμωμένη κοπελίτσα. Πόσο θα ήθελε να είναι πενήντα χρόνια νεότερη και στη θέση εκείνης της κοπελίτσας. Λίγο πιο μεγαλόσωμη και γεματούλα, αλλά το ίδιο όμορφη, θα μπορούσε να γευτεί τις χαρές του έρωτα. Και τώρα, παγιδευμένη στο γέρικο αυτό σώμα, με τις ορέξεις, μακρινή ανάμνηση, να τριγυρίζουν το μυαλό της. Τα χέρια τρέξαν αργά πάνω στο σώμα της, κλαίγοντας σιγανά για τη κατάντια της. Το βράδυ δε μπόρεσε να κοιμηθεί ήσυχα. Ενώ οι επόμενες μέρες ήταν το ίδιο βασανιστικές καθώς οι αναμνήσεις περιγελούσαν τη μορφή της. Κι ο πόνος της σούβλιζε τη καρδιά. Πόσο θα ήθελε να κάνει έρωτα για τελευταία φορά.
... ... ...
     Ήταν στο επισκεπτήριο του Σαββάτου, όταν τα γέρικα μάτια της συνάντησαν για μια ακόμα φορά τα δικά του. Ένιωσε σα παιδούλα, ερωτευμένη κι ίσως λίγο αναμμένη, αν θα μπορούσε να το μολογήσει μέσα της.
     Ήταν στο επισκεπτήριο του Σαββάτου, που πήγε εκεί, ασυναίσθητα, τυφλά, οδηγημένος από την μοίρα του. Τα νεανικά του μάτια, συνάντησαν τα δικά της κι είδαν μια παιδούλα μέσα της και μιαν αγνή λάμψη πόθου που είχε καιρό να συναντήσει στα μάτια των κοριτσιών που πηδούσε.
     Η καρδιά της έτρεμε, σαν στο χορό των  αποφοίτων που περίμενε τον Μπομπ να έρθει να της ζητήσει να χορέψουν. Ο καλός της ο Μπομπ. Παντρεμένοι σαράντα χρόνια, την είχε αφήσει πρόπερσι, ολομόναχη στο δωμάτιο ν' αναπολεί και να μονολογεί.
     Η καρδιά του χτυπούσε ήρεμα. Γοητευτικός και γεμάτος αυτοπεποίθηση τη πλησίασε και της φίλησε το χέρι. Ένιωθε τόσο ρομαντικά. Σαν τους ήρωες των ιστοριών, που πλησίαζαν τη πριγκίπισσα με το θάρρος του τυχοδιώκτη κυνηγού και το τακτ ενός κυρίου, για να κερδίσουν τη καρδιά της. Πήγανε στο δωμάτιό της και κλειδώθηκαν. Γδύθηκαν και ξάπλωσαν στο κρεβάτι σιωπηλά. Τα χέρια του χάιδεψαν το γέρικο κορμί της. Ακούμπησε το κεφάλι του στο μαραμένο στήθος της. 'Ακουσε τη καρδιά της που χτυπούσε όλο και πιο γρήγορα. Ένιωσε τα χέρια της που χάιδεψαν το όργανό του, τρυφερά σα κάτι πολύτιμο κι εύθραυστο. Μπήκε αργά μέσα στο μαραμένο τριαντάφυλλό της, που η θύμηση προσπαθούσε να το υγράνει, στραγγίζοντας τις τελευταίες του σταγόνες. Τα χέρια της του χάιδεψαν τα μαλλιά με πάθος και ταυτόχρονα με μητρική στοργή. Είχαν χρόνια να πάρουν κάτι.
     'Ακουγε τη καρδιά της να χτυπά όλο και πιο γρήγορα, εκπληρώνοντας τον τελευταίο της πόθο. Κι ο Τζακ, κοιτούσε μέσα στα μάτια της, το βλέμμα και την ψυχή της να χάνονται όλο και μακρύτερα απ' αυτόν, όλο και κοντύτερα προς τον παράδεισο ...και τον Μπομπ. Και μετά ...έσβησε.
... ... ...
     Κάθε Σάββατο ήταν κι ένα διαφορετικό γηροκομείο. Μια διαφορετική αγάπη γεννιόταν και πέθαινε. Κάθε Σάββατο ήταν κι ένας διαφορετικός πόνος που άφηνε το γλυκό φιλί του, καθώς έσβηνε η στοργή μέσα στην ευτυχισμένη αγαπημένη του.
... ... ... 
     Ήταν Σάββατο, όταν η κοπελίτσα με τα γλυκά μάτια, τη μίνι, καρό φουστίτσα και τα ξανθά κοτσιδάκια πήρε το καρότσι του και τ' οδήγησε στο δωμάτιό του. Κάθισε στην αγκαλιά του και τον αγκάλιασε τρυφερά. Τον φίλησε στο στόμα κι η καρδιά του άρχισε να χτυπά όλο και πιο δυνατά. Ήταν πάνω από εικοσιοχτώ χρονών, αλλά τα γέρικα μάτια του δε μπορούσαν ν' αναγνωρίσουν πια ηλικίες. Την έκανε δεκαεφτά-δεκαοχτώ.
     Χάιδεψε το κεφάλι της, γεύτηκε το άρωμά της, χούφτωσε το νεανικό στήθος της. Δε πρόλαβε ν' ακουμπήσει τα υγρά χειλάκια της που κανένα βρακάκι δε τα κάλυπτε. Όταν το άσπρο χεράκι της κατέβηκε στο παντελόνι του, ξεκουμπώνοντας το φερμουάρ, όταν γέμισε τη χούφτα της με το γέρικο κι άψυχο όργανο του Τζακ, η λύτρωση είχε ήδη έρθει.

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers