-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

Tolstoy Leo Nikolaevich:


             Ο Τολστι σε διφορες φσεις της ζως του. Στη τελευταα κι η Σνυα

                                     Βιογραφικ

     Ο Λο Νικολγιεβιτς Τολστι γεννθηκε στις 28 Αυγοστου 1828 στο οικογενειακ κτμα τους, στη Γιασνγια Πολινα (Yasnaya Polyana). Στα 2 του χρνια χνει τη μητρα του κι τσι δε μπορε να διατηρσει απ' αυτ, καμιν ανμνηση. Τη μητρικ του φροντδα, αναλαμβνει πλον η θεα του. Στα 7 του, ο αδερφς του Νικολι του ξεφουρνζει παραμθι, πως χει γρψει το μυστικ, για το πως να γνουν λοι οι νθρωποι ευτυχισμνοι, σ' να μικρ πρσινο ραβδ και πως το 'χει θψει κπου στο δσος του Καφκζ. Πολ αργτερα, θα ζητσει ο διος, να θαφτε στο διο μρος στω εκε κπου κοντ.
     Το 1837 χνει τον πατρα του κατ τη διρκεια της μετακμισς τους στη Μσχα, που η οικογνεια εχε νοικισει σπτι. Η θεα πλον -αδερφ του πατρα του- αναλαμβνει εξ ολοκλρου τη κηδεμονα του μικρο. Σντομα χνει και τη γιαγι του που την αγαποσε πρα πολ κι αυτς οι τσο πολλς και μεγλες απλειες σε τσο σντομο χρονικ διστημα, τονε κνουνε να σκεφτε πολ σοβαρ για την ευτυχα και τον θνατο. Στα 16 του πεθεται να ξεκινσει σπουδς σχεδν με το ζρι. Αποτυγχνει τη πρτη φορ να μπει στο Πανεπιστμιο του Καζν, μα το κατορθνει τη δετερη. Εναι μτριος μαθητς. Την δια χρονι, με την αρωγ του αδερφο του, χνει τη παρθενι του σ' να πορνεο κι αυτ το συμβν, τσι τραυματικ πως συνβη, χει μεγλην επδραση πνω του, για λη την υπλοιπη ζω του. Λγεται πως ο νεαρς Λο, κλαψε μετ τη πρξη.
     Τα χρνια στο πανεπιστμιο τανε δσκολα. Πρε κμποσους μνες στη θεα του να τονε πεσει να δσει εξετσεις. Τελικ εκε, ενδιαφρθηκε πιτερο για τις ... κοινωνικς συναναστροφς και προεκτσεις, παρ για την ακαδημακ μρφωσ του. Δυστυχς γι' αυτν μως κι εκε τα πρματα τανε δσκολα. Τα δασδη φρδια, η μεγλη μτη και τα μεγλα χελια του, σχηματζαν σχημην οπτικν εικνα και του προσδδανε πολ βλοσυρ βλμμα. Στη ζω του εχε λιγοστος φλους και λγα ... κορτσια. Υπρξεν μως εξαιρετικ ευφυς και μεγλος δημιουργς.
     3 χρνια μετ, παρατ το πανεπιστμιο, χωρς να πρει πτυχο κι επιστρφει στο 4.000 ακρ, κτμα τους στη Γιασνγια Πολινα. Την δια χρονι ξεκιν να μεγλο ταξδι. Προς το τλος του ταξιδιο βρσκεται πλι στη Μσχα κι εκε εθζεται στον τζγο. Το 1849 πηγανει στην Αγα Πετροπολη για να δσει εξετσεις στη νομικ, μα χνει εκε στον τζγο, να σεβαστ ποσ κι αναγκζεται να πουλσει μρος του πατρικο κτματος, για να καλψει το χρος. Την επμενη χρονι επιστρφει στη Μσχα. Συνεχζονται οι απλειες συνεπεα τζγου. Αδυνατε να ζσει τη ζω που λαχταρ, αδυνατε να ξεφγει απ το πθος κι τσι περν τις νχτες του πνοντας και παζοντας. Πουλ τα δση του και το ρολι του χεριο του.



     Το 1952 μπανει στο στρατ και με τον αδερφ του Ντιμτρι, μεταφρονται στον Κακασο. Ξεκιν να γρφει τη "Παιδικ Ηλικα". 2 χρνια μετ, ολοκληρνει το ργο του. Μαζ με τον αδερφ του μετατθενται στη Σεβαστοπολη κι εκε πεθανει ο Ντιμτρι απ φυματωση, το 1856. Ο Λο δοκιμζει ν' απελευθερσει τους δουλοπαροκους του μα κενοι καχποπτοι αρνονται. Το 1859, επιστρφει στη πατρικ εναπομενασα γη και συνπτει σχση με μια παντρεμνη χωρικ, που του χαρζει να γιο, τον Τμοθι. Ιδρει μια σχολ που εναι ρυθμισμνη πνω στα δικ του παιδαγωγικ ιδεδη. 3 χρνια μετ, παντρεεται τη Σνυα Μπερς την οποα χει ερωτευτε σφοδρ, εν κενη εναι μλις 17 (!) ετν. Μρος τοτου του ρωτα, ανακλ σε μερικ σημεα, στην "'Αννα Καρνινα".
     Τον Ιονιο του 1863 αποκτ ναν ακμα γιο, απ τη Σνυα τοτη τη φορ. Ξεκιν να γρφει το "Πλεμος & Ειρνη". Την επμενη χρονι αποκτ τη πρτη του κρη, Τνυα και 2 χρνια μετ γεννιται ο τρτος του γιος λια. Το 1869 τελεινει το "Πλεμος & Ειρνη" -6 χρνια απ τη στιγμ που το ξεκνησε- κι αποκτ να γιο ακμα τον Λο. Το 1871 γεννιται το 5ο του παιδ, μια να κρη η Μαρα κι να χρνο μετ, ο νος γιος του Πτια, μα τοτος εναι τυχος, πεθανει 18 μνες μετ τη γννα. Το 1873 ξεκιν να γρφει την "'Αννα Καρνινα". Στα επμενα 2 χρνια γεννινται ακμα 2 παιδι, με δεν επιζονε για πολ μετ τη γννα τους. Το 1877 ολοκληρνει την "Καρνινα" κι αποκτ ναν ακμα γιο, τον Αντρι.



     Το 1878 αποφασζει να βαφτιστε χριστιανς σ' ηλικα 50 ετν πια. Οι περισστεροι μελετητς του ργου του, το διαχωρζουνε σε προ- και μετ- της αλλαγς της θρησκευτικς του πστης. 3 χρνια μετ αποκτ ακμα να γιο, τον Αλεξι και το 1884 μιαν ακμα κρη την Αλεξνδρα. Το 1886 το ζεγος θβει το 4ο παιδ του, καθς ο μικρς Αλεξι πεθανει ξαφνικ. 2 χρνια μετ αποκτονε τον Ιβν, το 12ο(!) και τελευταο παιδ τους. Το 1891 σε μια κρση ...επιχειρε να χαρσει τη γη του στους δουλοπαροκους του, μα βρσκει σθεναρ αντσταση απ τη Σνυα και τα παιδι τους και συμφωνε να φτιξει διαθκη, που θ' αφνει τη πατρικ περιουσα σ' αυτος. Το 1895 χνει και τον Ιβν και το 1899 συναντ τη Λου Σαλομ-Αντρας και τον ποιητ Ρινερ-Μαρα Ρλκε.
     Το 1901 για ν' αναθερμνει το ενδιαφρον του λαο προς την εκκλησα, συντσσει να δικ του θρησκευτικ πρτυπο και πολλο τον ακλουθνε. Την επμενη χρονι προειδοποιε τον τσρο για την επερχμενην επανσταση, εκτς κι αν ο τσρος λευτερσει τη Ρωσα. Το 1908 συντσσει μια να διαθκη, πσω απ τη πλτη της Σνυα, που αφνει κληρονμο στο ργο του κποιο φλο του, τον Τσρκοφ. Δυο χρνια μετ, για να γλυτσει την οργ της, προσπαθε να διαφγει με τρανο μα αρρωστανει βαρι και κατεβανει αναγκαστικ σε κποιο χωρι, το Αστποβο. Εκε, λγες μρες μετ πεθανει και θβεται κε που 'χε ζητσει: στο πιθαν μρος που ο αδερφς του Νικολι εχε... θψει το πρσινο μικρ ραβδκι με το γραμμνο μεγλο μυστικ της ευτυχας των ανθρπων. 'Ηταν 82 ετν.


 
                                    Ο Τολστι νεκρς (1910)


==========================


                               
Ο Αλισα Το Τσουκλι

     Ο Αλισα ταν ο μικρτερος αδερφς. Τονε φναζανε Τσουκλι γιατ η μνα του τον στειλε κποτε να πει να τσουκλι γλα στη γυνακα του δικου κι αυτς σκνταψε κι σπασε το τσουκλι. Η μνα του τον δειρε και τα παιδι ρχισαν να τον πειρζουν «Τσουκλι». Του 'μεινε απ ττε το παρατσοκλι «ο Αλισα το Τσουκλι».

     Ο Αλισα ταν αχαμνς, ξερακιανς, αφτις, τ' αφτι του πετοσανε σα φτερογες κι η μτη του ταν μεγλη. Τα παιδι τον κοριδευαν: «Του Αλισα η μτη ξεχωρζει σαν την καλαμι στον κμπο». Το χωρι εχε σχολεο, μως ο Αλισα δεν παιρνε τα γρμματα και δεν εχε και χρνο για μαθματα. Ο μεγλος του αδερφς μενε και δολευε σ' ναν μπορο στην πλη κι ο Αλισα απ πολ μικρς ρχισε να βοηθ τον πατρα του. ταν ξι χρονν και με την αδερφολα του βγαζε στη βοσκ τα πρβατα και την αγελδα κι ταν ακμη αγορκι ταν ρχισε να φυλγει τ' λογα μρα και νχτα. Απ δδεκα χρονν ργωνε και κουβαλοσε πργματα με το κρο. Δεν ταν δυνατς, ταν μως επιδξιος. Πντα ταν εθυμος. Τα παιδι γελοσαν μαζ του κι αυτς πτε γελοσε πτε σπαινε. ταν ο πατρας του τον μλωνε, αυτς σπαινε κι κουγε. Κι ταν τελεωνε το μλωμα, χαμογελοσε και ξανπιανε τη δουλει που 'χε μλις αφσει.

     Ο Αλισα τανε δεκαεννα χρονν ταν πραν στρατιτη τον αδερφ του. Κι ο πατρας του τον βαλε να δουλψει στη θση του αδερφο του, εργτης στον μπορο. Δσανε στον Αλισα τις παλις μπτες του αδερφο του, το καπλο και το πανωφρι του πατρα και τον πγαν στην πλη. Ο Αλισα δε μποροσε να μη χαρεται με τα ροχα αυτ μα ο μπορος δυσαρεστθηκε απ την εμφνιση του Αλισα.

 -"Νμισα πως θα μου 'στελνες κανονικ νθρωπο στη θση του Συμεν", επε ο μπορος κοιτζοντας τον Αλισα απ πνω ως κτω, "κι εσ μου φρνεις εδ να μυξιρικο. Τι μπορε να κνει τοτος δω";

 -"Τα πντα μπορε. Και να ζεει και να τρχει δω κι εκε και δουλεει σα σκυλ, μνο στην ψη μοιζει με καλμι, στη πραγματικτητα εναι λος νερο".

 -"Μου φανεται πως αυτ θα το δω μνος μου".

 -"Και το σπουδαο εναι πως δεν αντιμιλ. Δουλεει με ζλο".
 -"Τ να σε κνω; 'Αφησ τον".

     Κι ο Αλισα ρχισε να μνει στον μπορο. Η οικογνεια του εμπρου δεν ταν μεγλη: η νοικοκυρ, η γρι μνα του, ο μεγλος γιος, παντρεμνος, με στοιχειδη μρφωση, τανε στη δουλει μαζ με τον πατρα του κι ο λλος γιος, μορφωμνος,

τελεωσε το Γυμνσιο και πγε στο Πανεπιστμιο μα τον διωξαν απ κει και καθτανε στο σπτι κι ακμα ταν κι η κρη, κοπελτσα του Γυμνασου.

     Στην αρχ ο Αλισα δεν τους ρεσε. Παραταν χωριτης κι σχημα ντυμνος και τρπους δεν εχε, μιλοσε σ' λους στον ενικ. Μα σντομα τονε συνθισαν. Τους υπηρετοσε καλτερα κι απ τον αδερφ του, δεν αντιμιλοσε ποτ, τονε στλνανε σ' λες τις δουλεις και τα 'κανε λα πρθυμα και γργορα χωρς να σταματ απ τη μια δουλει στην λλη. Κι πως στο σπτι του, τσι και στου εμπρου, λες οι δουλεις εχανε πσει στον Αλισα. σο πιο πολλ κανε τσο περισστερα του φρτωναν. Η νοικοκυρ, η μνα του αφεντικο, η κρη του αφεντικο, ο γιος του αφεντικο, ο επισττης, η μαγερισσα τονε στλναν μιαν εδ και μιαν εκε και τον βαζαν να κνει μια το 'να μια τ' λλο. 'Ακουγες μνο: «Τρχα αδερφ» «Αλισα, καννισε αυτ. Τι γινε, Αλισα, ξχασες μπως; Κοτα μην ξεχσεις, Αλισα». Κι ο Αλισα λο τρεχε, καννιζε, κοταζε και δε ξεχνοσε, κι λα τα προλβαινε κι λο χαμογελοσε.

     Τις μπτες του αδερφο του γργορα τις χλασε και το αφεντικ του τα 'ψλε που γυρνοσε με τρπιες μπτες και τα δχτυλα ξω και τον πγε στο παζρι και τον βαλε ν' αγορσει καινοριες μπτες. Οι μπτες ταν καινοριες κι ο Αλισα τις χαιρταν, μως τα πδια του ταν τα παλι και το βρδυ τον πονοσαν απ' το τρξιμο και θμωσε με τις μπτες. Ο Αλισα φοβταν μπως ο πατρας του θμωνε ταν ρθει να πρει τα λεφτ επειδ ο μπορος κοψε απ' το μισθ του για να πληρσει τις μπτες.

     Το χειμνα ο Αλισα σηκωνταν προτο φξει, κοβε τα κοτσουρα, μετ σκοπιζε την αυλ, τιζε τη γελδα, πτιζε τ' λογα. Μετ ναβε τη φωτι, καθριζε τις μπτες, τα ροχα των αφεντικν, ναβε τα σαμοβρια, τα καθριζε, μετ τονε φναζεν ο επισττης για να βγλει το εμπρευμα ετε η μαγερισσα τον βαζε να ζυμσει να πλνει τις κατσαρλες. Μετ τον στελναν στην πλη για να πει να σημεωμα σε κποιον για να πει τη κρη του αφεντικο στο Γυμνσιο για ν' αγορσει καντηλλαδο για τη γρι. «Πο χνεσαι, ανθεμ σε;», του λγανε πτε ο νας πτε ο λλος. «Γιατ να πτε οι διοι, θα τρξει ο Αλισα. Αλισκα! Ε, Αλισκα!» κι ο Αλισα τρεχε.

     τρωγε πρωιν στο πδι και σπνια προλβαινε να δειπνσει με τους λλους. Η μαγερισσα τον βριζε που 'τρεχε παντο, μως τονε λυπτανε κιλας και του φηνε ζεστ φαγητ το μεσημρι και το βρδυ. Ιδιατερα πολλ δουλει πεφτε κοντ στις γιορτς και μες στις γιορτς. Ο Αλισα χαιρταν με τις γιορτς πολ, γιατ του δνανε χαρτζιλκι, αν και λγο -εχε μαζψει εξντα καπκια-, μως παρολαυτ τανε τα δικ του χρματα και μποροσε να τα ξοδψει πως θελε. Τον μισθ του δε τον βλεπε στα μτια του. Ο πατρας ερχταν, παιρνε απ τον μπορο τα χρματα και μνο γκρνιαζε στον Αλισα για το πσο γργορα χαλ τις μπτες του. 'Οταν μζεψε δυο ροβλια απ τα λεφτ του χαρτζιλικιο αγρασε, πως τον εχε συμβουλψει η μαγερισσα, μια κκκινη πλεχτ ζακτα κι ταν τη φρεσε δε μποροσε να πψει να χαμογελ απ ικανοποηση.

     Ο Αλισα μιλοσε λγο, πντα κοφτ κι απτομα κι ταν του δναν εντολ να κνει κτι τονε ρωτοσαν αν μπορε να κνει το 'να τ' λλο, ττε πντα και χωρς δισταγμ λεγε:
 -"λα μπορον να γνουνε". Και τα 'κανε
στη στιγμ.

     Προσευχς δεν ξερε καθλου. Αυτς που του 'χε διδξει η μνα του τις εχε λες ξεχσει μα παρολαυτ προσευχτανε πρω-βρδυ, προσευχταν με τα χρια, κανε το σταυρ του.

     τσι ζησε ο Αλισα ενμιση χρνο και ξφνου, το δετερο μισ του δετερου χρνου, του συνβη το πιο ασυνθιστο γεγονς της ζως του. Το γεγονς συνστατο στο τι με μεγλη του κπληξη μαθε πως εκτς απ τις σχσεις που προκπτουν μεταξ των ανθρπων λγω ανγκης υπρχουν κι λλες σχσεις, εντελς ιδιατερες, που δε χρειζεται να καθαρσεις τις μπτες κποιου να κουβαλσεις δματα να ζψεις τ' λογο, αλλ σχσεις ττοιες που παρλο που δεν χεις την ανγκη του λλου ανθρπου χρειζεται να τον υπηρετες, να τον χαδεεις και πως ο διος ο Αλισα εναι νας ττοιος νθρωπος. Αυτ το 'μαθε απ τη μαγερισσα την Ουστνια.
     Η
Ουστνια ταν ορφαν, να, και δολευε σαν κι αυτν. 'Αρχισε να λυπται τον Αλισα κι ο Αλισα αισθνθηκε για πρτη φορ πως κποιος νθρωπος χει την ανγκη αυτο του διου κι χι της υπηρεσας που προσφρει. ταν τον λυπταν η μνα του δεν το παρατηροσε, του φαινταν πως τσι πρεπε να 'ναι, πως εναι σαν να λυπται ο διος τον εαυτ του. Εδε μως τρα ξαφνικ πως η Ουστνια, που εναι μια τελεως ξνη, τονε λυπται και του αφνει στο τσουκλι χυλ με βοτυρο κι ταν αυτς το τρει, κενη, στηρζοντας το πηγονι της με το ξεμανκωτο χρι της, κθεται και τον κοιτ. Κι ταν αυτς σηκσει το βλμμα προς το μρος της, εκενη γελ και γελ κι αυτς.

     Αυτ ταν κτι τσο καινοριο και παρξενο που ο Αλισα στην αρχ τρμαξε. νιωσε πως αυτ τον εμποδζει να υπηρετε πως υπηρετοσε. μως, παρολαυτ, τανε χαρομενος κι ταν κοιτοσε το παντελνι του, που του το 'χε καρυκσει κενη, κουνοσε το κεφλι και χαμογελοσε. Συχν την ρα της δουλεις στο δρμο θυμταν την Ουστνια κι λεγε: «Αχ, ναι Ουστνια!» Η Ουστνια τονε βοηθοσε που μποροσε κι αυτς βοηθοσε κενη. Του διηγτανε τη μορα της, πως μεινε ορφαν, πως τη πρε η θεα της, πως τη δσανε στη πλη, πως ο γιος του εμπρου εχε προσπαθσει να τη πεσει για κτι ανοησες και πως αυτ τον βαλε στη θση του. Της ρεσε να διηγεται κι αυτς ευχαριστιταν που την κουγε. Εχε πρει τ' αφτ του πως στις πλεις συχν συμβανει κποιοι χωρικο που δουλεουν εργτες να παντρεονται μαγερισσες. Μια φορ τον εχε ρωτσει αν σκοπεουν να τονε παντρψουνε γργορα. Απντησε πως δε ξρει και πως δε θλει να παντρευτε στο χωρι.

 -"χεις βλει στο μτι καμι;" τονε ρτησε κενη.

 -"Εσνα θα σε παντρευμουνα. Δχεσαι";

 -"Για δες το τσουκλι πς τα καταφρνει ν' απαντ" επε κενη και του 'δωσε να χτπημα στη πλτη. "Γιατ να μη δχομαι";

     Τις απκριες ο γρος ρθε στη πλη για τα λεφτ. Η γυνακα του εμπρου εχε μθει πως ο Αλισα σκφτεται να παντρευτε την Ουστνια κι αυτ δεν της ρεσε, «Θα μενει γκυος και τι θα τη κνουμε με το μωρ» σκφτηκε. Το 'πε στον ντρα της. Το αφεντικ δωσε τα χρματα στον πατρα του Αλισα.

 -"Τι να; Καλ τα πει ο δικς μου;" ρτησε ο χωρικς. "Σου το 'πα πως δεν αντιμιλ".

 -"Δεν αντιμιλ μα σκφτεται ανοησες. Σκφτεται να παντρευτε τη μαγερισσα. Κι εγ δε σκοπεω να κρατσω παντρεμνους. Δε μας βολεει".

 -"Χαζς εναι, χαζς! Τ του πρασε απ' το μυαλ;" επεν ο πατρας. "Μη σε νοιζει, θα του πω να τ' αφσει αυτ". Πγε στην κουζνα ο πατρας και κθισε στο τραπζι να περιμνει το γιο του. Ο Αλισα τρεχε ξω για θελματα και γρισε λαχανιασμνος. "Εγ νμισα πως ξρεις το δρμο σου κι εσνα τ σου πρασε απ' το μυαλ;" του 'πεν ο πατρας.

 -"Εμνα; Τποτα".

 -"Πς τποτα; Θλησες να παντρευτες. Θα σε παντρψω ποτε θα 'ναι καιρς, θα σε παντρψω μ' αυτ που πρπει κι χι με μια πρνη απ τη πλη". Ο πατρας επε πολλ. Ο Αλισα στεκταν και κοντανσαινε. 'Οταν ο πατρας τελεωσε, ο Αλισα χαμογλασε.

 -"Και τ γινε λοιπν; Δε θα το συνεχσω".

 -"τσι μπρβο". 'Οταν ο πατρας φυγε κι μεινε μνος του με την Ουστνια (κενη στεκτανε πσω απ τη πρτα κι κουγε τι λεγε ο πατρας στο γιο του) της επε: "Η δουλει μας δε προχωρ, δε θα γνει. 'Ακουσες; γινε ξω φρενν, δε μ' αφνει". Κενη ρχισε να κλαει πνω στη ποδι της, χωρς να μιλ. Ο Αλισα κανε: "Τς τς τς. Πς να μην υπακοσω; Εναι φανερ πως πρπει να τ' αφσουμε".
     Το βρδυ, ταν η γυνακα του εμπρου τονε φναξε
να κλεσει τα παντζορια, του 'πε:

 -"Τ γινε, κουσες τον πατρα σου ν' αφσεις τις ανοησες";

 -"Φανεται πως τις φησα", επε ο Αλισα, γλασε κι στερα βαλε τα κλματα.

Απ ττε ο Αλισα δεν ξαναμλησε στην Ουστνια για γμο και ζοσε πως πριν.

     Τη Σαρακοστ, ο επισττης τον βαλε να καθαρσει τη σκεπ απ τα χινια. Αυτς σκαρφλωσε στη σκεπ, τη καθρισε κι ρχισε μετ να σπζει τον πγο απ τα λοκια. Τα πδια του μως γλυστρσανε κι πεσε με το φτυρι. Αλλ για κακ του τχη δεν πεσε στο χινι μα στη σιδερνια οροφ της εξπορτας. Η Ουστνια κι η κρη του εμπρου τρξανε κοντ του.

 -"Χτπησες, Αλισα";

 -"Ε, χτπησα, εντξει". Θλησε να σηκωθε μα δεν μπρεσε κι ρχισε να χαμογελ. Τονε κουβλησανε στο σπτι του φλακα. ρθε ο βοηθς του γιατρο, τον εξτασε και τον ρτησε πο πον. "Παντο πον αλλ εντξει. Μνο μη θυμσει ο νοικοκρης. Πρπει να το μθει ο μπαμπς μου".

     μεινε ξαπλωμνος δυο εικοσιτετρωρα ο Αλισα και τη τρτη μρα φωνξανε τον παπ.

 -"Τ γινε, δε πιστεω να σκοπεεις να πεθνεις;" ρτησε η Ουστνια.

 -"Και τ γινε; τσι κι αλλις, μπως θα ζσουμε; Αργ γργορα θα γνει", επεν ο Αλισα μιλντας γργορα πως πντα. "Σε 'φχαριστ Ουστιοσα που με λυπσουνα. Να λοιπν που 'τανε καλτερα που δε μας φησαν να παντρευτομε τελικ, γιατ δε θα οδηγοσε πουθεν. Τρα λα πγαν καλ".

     Προσευχθηκε μαζ με τον παπ, μως μνο με τα χρια και τη καρδι. Στη καρδι του πστευε πως πως εναι δω καλ ταν υπακος και δε πληγνεις κανναν τσι θα 'ναι κι εκε καλ.

     Μιλοσε λγο. Ζητοσε μνο να πιει νερ κι δειχνε να ξαφνιζεται με κτι.

     Ξαφνιστηκε με κτι, τεντθηκε και πθανε.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers