-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Pavese Cesare:



                               Βιογραφικ

     Ο Τσζαρε Παβζε ταν Ιταλς ποιητς, μυθιστοριογρφος, λογοτεχνικς κριτικς, μεταφραστς και συγκαταλγεται μες στους σημαντικτερους συγγραφες του 20ο αινα στη χρα του.
     Γεννθηκε στο Santo Stefano Belbo, στην επαρχα Cuneo, στις 9 Σεπτμβρη 1908. τανε το χωρι που κι ο πατρας του γεννθηκε και πο η οικογνεια επστρεφε για καλοκαιρινς διακοπς κθ' τος. Ξεκνησε τη στοιχειδη εκπαδευση στο San Stefano Belbo, αλλ το υπλοιπο της εκπαδευσς του τανε στο Τορνο. Νεαρς δειξεν ιδιατερο ενδιαφρον για την αγγλικ λογοτεχνα κι ανλαβε στο Πανεπιστμιο του Τορνο, διατριβ για τη ποηση του Walt Whitman και μετφρασε Αμερικανος και Βρετανος συγγραφες, που 'ταν νεοεμφανιζμενοι στο ιταλικ κοιν.
     Φανατικς αντιφασστας, συνελφθη το 1935 και καταδικστηκε για κατοχ επιστολν απ πολιτικ κρατομενο. Μετ μερικος μνες στη φυλακ, εστλη στο Confino, εξριστος στη Nτια Ιταλα, συνθης καταδκη για ενχους μικρν πολιτικν εγκλημτων. Ο Carlo Levi, επσης απ το Τορνο -συγγραφας του "Ο Χριστς Σταμτησε Στο μπολι"-, εστλη ομοως στο Confino. 1 χρνο μετ επστρεψε στο Τορνο κι εργστηκε για τον αριστερ εκδτη Einaudi, ως συντκτης και μεταφραστς. τανε στη Ρμη ταν κλθηκε απ το φασιστικ στρατ, αλλ λγω του σθματς του πρασε 6 μνες σε στρατιωτικ νοσοκομεο.
     ταν επστρεψε στο Τορνο, τα γερμανικ στρατεματα καταλβανε τις οδος κι οι περισστεροι απ τους φλους του εχανε φγει για ν' αντισταθον ως αντρτες. Φυγαδετηκε στους λφους γρω απ το Serralunga Di Crea, κοντ στο Casale Monferrato και δε πρε μρος σε καμμιν νοπλη προσπθεια που 'γινε σε κενη τη περιοχ. Μετ τον πλεμο προσχρησε στο ΚΚΙ κι εργστηκε στην εφημερδα L' Unita. Προς το τλος της ζως του, επισκφτηκε συχν το Langhe, περιοχ που γεννθηκε, που βρκε μεγλη παρηγορι. Εντοτοις, ερωτικ απογοτευση (Constance Dowling) και πολιτικ απομυθοποηση, τον οδγησανε στην αυτοκτονα, απ υπερβολικ δση βαρβιτουρικν, στις 27 Αυγοστου 1950, τος που κρδισε το Βραβεο Strega για το "
La Bella Estate", που περιλμβανε 3 νουβλες: "La Tenda" (1940), "Il Diavolo Sulle Colline" (1948) και "Tra Donne Sole"  (1949).
      Πρτη δημοσιευμνη δουλει του ταν "Η Δουλει Κουρζει"  (Lavorare Stanca) το 1936. (ακολουθε παρακτω).Το περιστατικ της αυτοκτονας του, που 'γινε σ' να δωμτιο ξενοδοχεου, περιγρφεται στη τελευταα σκην του "
Tra Donne Sole", το προτελευταο βιβλο του. Τελευταο τανε το: "La Luna Ε Ι Falο", που δημοσευσε στην Ιταλα το 1950 και μετφρασε στ' αγγλικ ως "Φεγγρι & Φωτι".
     Χαρακτηριστικς πρωταγωνιστς στο ργο του, εναι ο μοναχικς ντρας, -ετε εξ επιλογς, ετε λγω περιστσεων. Οι σχσεις του με τους ντρες και τις γυνακες τενουν να 'ναι προσωρινς κι επιφανειακς. Μπορε να επιθυμσει να 'χει περισστερη αλληλεγγη με τους λλους ανθρπους, αλλ καταλγει συχν προδομνος απ ιδανικ κι απ φλους.
     Το Langhe, η περιοχ που περνοσε τις καλοκαιρινς διακοπς του ως αγρι, εχε μεγλην επδραση πνω του. Εναι χωρι γεμτο λφους κι αμπελνες, μια περιοχ που αισθνθηκε κυριολεκτικ σα σπτι του, αλλ' αναγνριζε τις σκληρς και βασανιστικς συνθκες διαβωσης των φτωχν αγροτν, για να μπορσουνε να βγλουνε τα προς το ζειν, απ τη γη. Πολλς στρατιωτικς επιχειρσεις λαβαν χρα στη περιοχ, μεταξ Γερμανν και παρτιζνων. Αυτ ο τπος χει γνει μρος της προσωπικς μυθολογας του.

----------------------------------------------------------------------------------------------

                                    Η Δουλει Κουρζει

οι θαλασσες του νοτου

                                                                (στον Α. Μντι)

     Περπατμε να βρδυ στη πλαγι ενς λφου σιωπηλ. Στη σκι του δειλινο που προχωροσε, ο ξδερφς μου φαντζει σα γγας ντυμνος στα λευκ, που προχωρ ρεμος, ηλιοκαμνος στο πρσωπο, σιωπηλς . Η σιωπ εναι αρετ μας. Κποιος πργονς μας τανε σγουρα λιγομλητος -νας ντρας ανμεσα σ' ηλθιους νας θλιμμνος ανητος- για να μας διδξει ττοια σιωπ. Ο ξδερφς μου μλησε απψε. Με ρτησε αν θ' ανβαινα μαζ του στη κορφ, απ' που τις ξστερες νχτες, ο μακρινς φρος του Τορνο, καθρεφτζεται στον ουραν.
 -"Συ που μνεις Τορνο...", επε "...χεις δκιο. Tη ζω πρπει να τη ζσουμε μακρυ απ το χωρι: προκβεις, χαρεσαι και μετ, ταν επιστρφεις, σαν εμνα στα σαρντα σου τα πντα χουν αλλξει. Οι Λγκε δε χνονται".

     Μιλ τη διλεκτο αργ, που πως οι πτρες αυτο του λφου, εναι τσο τραχι και σκληρ που εκοσι χρνια ιδιωμτων και διαφορετικν ωκεανν δε την αλλξανε. Περπατ στην ανηφρα ανσυχος με σκληρ βλμμα που θυμμαι απ παιδ να 'χουν οι αγρτες, ταν εναι λιγκι κουρασμνοι. Εκοσι χρνια ταξδεψε στον κσμο. μουνα παιδ ταν φυγε, σ' αγκαλις γυναικν και τον εχανε για νεκρ. 'Ακουσα μετ να μιλνε γι' αυτν οι γυνακες, πως στα παραμθια μερικς φορς, μως οι ντρες τον ξχασαν.

     να χειμνα στον πατρα μου, που 'χεν δη πεθνει, φτασε μια κρτα μ' να μεγλο πρσινο γραμματσημο, με καρβια σ' να λιμνι κι ευχς για καλ τργο. ταν μεγλη κπληξη, αλλ ο μικρς που 'χε πια μεγαλσει, εξγησε με ζλο πως η κρτα ερχταν απ να νησ που το λγανε Τασμανα, που τη κυκλνει γαλζια θλασσα, γρια με καρχαρες, στον Ειρηνικ, ντια της Αυστραλας  και πρσθεσε πως ο ξδερφος χωρς αμφιβολα ψρευε μαργαριτρια. Και ξεκλλησε το γραμματσημο. Καθνας επε τη γνμη του, αλλ λοι συμπραινανε πως, αν δεν ταν νεκρς, σντομα θα πθαινε. Κατπιν τονε ξεχσανε και πρασε πολς καιρς.

     Ω! απ πτε χω να παξω τους πειρατς της Μαλαισας, πσος καιρς πρασε. Απ τη τελευταα φορ που κατβηκα να βουτξω σε κενο το θανσιμο σημεο

ακολουθντας να παιδ που παζαμε μαζ κι ανβηκα πνω σ' να δντρο σπζοντς τα ωραα του κλαδι, χτυπντας το κεφλι πνω σ' ναν αντπαλο, πση ζω πρασε. 'Αλλες μρες, λλα παιχνδια, λλα τινγματα του αματος μπροστ σε πιο πουλους αντιπλους: τις σκψεις και τα νειρα. Η πλη με δδαξε ατελεωτο φβο. να πλθος, νας δρμος με κναν να τρμω, μερικς φορς να βλμμα βγαλμνο απ να πρσωπο. Ακμα νιθουν τα μτια μου το περιπαικτικ φως απ' τα χιλιδες λαμπινια που παζουνε στο σρσιμο των ποδιν.

     Ο ξδερφς μου επστρεψε στο τλος του πολμου, γγας, ανμεσα σε ννους. Και με χρματα. Οι συγγενες λγανε σιγ:
 -"Σ' να χρνο το πολ
θα τα 'χει φει λα και θα περιπλανιται πλι. τσι πεθανουν οι απελπισμνοι".

     O ξδερφς μου με το αποφασιστικ πρσωπο αγρασε στο χωρι να ισγειο και το μεττρεψε σε τσιμεντνιο γκαρζ με μια λαμπερ χρωματιστ αντλα για να δνει βενζνη και πνω στη στροφ, στο γεφρι, στησε μια μεγλη διαφημιστικ πινακδα. βαλε κει να μηχανικ για να παρνει το χρμα κι αυτς γρισε λους τους λφους, καπνζοντας. Στο μεταξ παντρετηκε μια κοπλα απ το χωρι αδνατη και ξανθι πως οι ξνες, που θα 'χε ββαια συναντσει σ' λλους τπους. μως βγκε και πλι μνος του. Ντυμνος στα λευκ, με τα χρια πσω απ τη πλτη, με ηλιοκαμνο πρσωπο. Το πρω γριζε στα πανηγρια και με πονηρ φος παζρευε λογα. Μετ μου εξγησε, ταν το σχδιο ναυγησε, πως ο σκοπς του ταν ν' απομακρνει λα τα ζα απ τη κοιλδα και ν' αναγκσει τον καθνα ν' αγορσει μηχανς απ' αυτν.

 -"μως" λεγε, "το πιο χοντρ ζο απ' λα, μουν εγ που το σκφτηκα. πρεπε να το ξρω πως εδ νθρωποι και βδια εναι λοι τους μια ρτσα".

     Περπατμε πνω απ μισ ρα. Η κορφ εναι κοντ και συνεχς μεγαλνει γρω μας το θρισμα και το σφριγμα του ανμου. Ο ξδερφς μου σταματ ξφνου και γυρνντας μου λει:
 -"Φτος
θα γρψω στην πινακδα: -Το Σαν Στφανο ταν πντα πρτο στις γιορτς της κοιλδας του Μπλμπο- κι ας λνε αυτο απ' το Κανλι". Μετ ξαναπρε την ανηφρα. ν ρωμα απ χμα κι αρα μας τυλγει στο σκοτδι, κποιο μακριν φως, αγροικες, αυτοκνητα που μλις ακογονται κι εγ σκφτομαι τη δναμη που μου 'δωσεν αυτς ο νθρωπος τραβντας την απ τη θλασσα, απ τις μακρινς χρες, απ' αυτ την ησυχα που διαρκε.

     Ο ξδερφς μου δε μιλ για τα περασμνα ταξδια. Λει ξερ πως ταν σ' αυτ στο λλο μρος και σκφτεται τις μηχανς του. Μνον να νειρο απμεινε στο αμα του: Ταξδευε κποτε ταν τανε θερμαστς σ' να ολλανδικ ψαρδικο κι εδε να πετνε τα βαρι καμκια στον λιο, εδε να φεγουνε φλαινες ανμεσα σ' αφρος απ αμα, να τις κυνηγ και να σηκνουνε τις ουρς και να παλεουν με τα καμκια.

Μου το αναφρει καμι φορ. Αλλ ταν του λω πως εναι τυχερς που 'δε την αυγ στα πιο μορφα νησι της γης, στη θμηση χαμογελ κι αποκρνεται πως ο λιος αντειλε την ρα που η μρα τανε γρια γι' αυτος.

                                                                          7-19 Σεπτμβρη-Νομβρη 1930
προγονοι

     Σαστισμνος απ τον κσμο, φτασα στην ηλικα που ριχνα μεγλες γροθις στον αρα κι κλαιγα μονχος μου. Εναι μικρ χαρ ν' ακος τις κουβντες των αντρν και των γυναικν χωρς να ξρεις να απαντσεις. μως κι αυτ η εποχ πρασε. Δεν εμαι πια μνος κι αν δε ξρω να πω, ξρω να το κνω λιγκι. Βρκα φλους βρσκοντας τον εαυτ μου. Ανακλυψα τι πριν να γεννηθ, ζησα πντα με σκληρος ντρες, αφεντικ του εαυτο τους και κανες δεν ξερε τι να πει κι λοι τανε σιωπηλο.

     Δυο κουνιδοι νοιξαν να μαγαζ -η πρτη τχη της οικογνεις μας- κι ο ξενομερτης τανε σοβαρς, συμφεροντολγος, αμελικτος, μικροπρεπς: μια γυνακα. Ο λλος ντρας, ο δικς μας ντρας, στο μαγαζ συνθιζε να διαβζει μυθιστορματα -στο χωρι αυτ ταν αρκετ- κι οι πελτες που μπαναν ακογαν να απαντ μ' απτομες κουβντες τι η ζχαρη και τ' αλτι εχαν εξαντληθε. Αργτερα λοιπν αυτς ο δικς μας ντρας βοθησε τον κουνιδο που χρεωκπησε.

     Το να σκφτομαι αυτν τον κσμο νιθω πιο δυνατς απ το να κοιτ στον καθρφτη σηκνοντας τις πλτες, σουφρνοντας τα χελη σε μεγαλοπρεπς χαμγελο. νας απ τους παπποδες μου ζησε, πολ καιρ πριν, εξαπατθηκε απ να συγχωριαν του και ττε αυτς σκαψε το αμπλι -κατακαλκαιρα- για να δει τη δουλει να γνεται καλ. τσι ζησα πντα κι χω πντα τμιο πρσωπο πληρνοντας τοις μετρητος.

     Στην οικογνει μας οι γυνακες δεν υπολογζονται. Θλω να πω, πως οι δικς μας γυνακες μνουνε σπτι και μας φρνουνε στον κσμο και δεν μιλνε δεν υπολογζονται διλου και δε τις θυμμαστε. Κθε γυνακα μας ενσταλζει στο αμα κτι καινοριο, αλλ λες σκοτνονται στη δουλει και μεις, τσι ανανεωμνοι εμαστε οι μνοι που αντχουν. Εμαστε γεμτοι ελαττματα, ιδιοτροπες και φβους -εμες, οι νδρες, οι πατερδες- κποιος σκοτθηκε, ποτ δεν γνωρσαμε ντροπ, δεν υπρξαμε ποτ γυνακες, ποτ δολοι σε καννα.

     Βρκα μια γη βρσκοντας τους συντρφους, μια κακ γη, που εναι προνμιο να μη κνεις απολτως τποτα και να ονειρεεσαι το μλλον. Γιατ η δουλει δεν εναι αρκετ καλ για τους φλους μου και μνα. Εμες ξρουμε να τσακιζμαστε απ τον κπο, αλλ το πιο μεγλο νειρο των γονιν μου τανε πντα να μη κνουνε τποτα, σα τους μγκες.
 
    Γεννηθκαμε για να περιπλανιμαστε πνω σ' αυτος τους λφους δχως γυνακες βζοντας τα χρια πσω απ' τη πλτη.

                                                                                  'Ανοιξη 1932

χαμενος κοσμος

     Πρα πολ θλασσα. Εδαμε πολ θλασσα. Αργ το σορουπο που το νερ απλνεται τονο και ξεθωριασμνο στο τποτα, ο φλος μου το κοιτ επμονα, εγ κοιτ το φλο μου και κανες δε μιλ. Το βρδυ καταλγουμε στο βθος μιας ταβρνας μες στους καπνος μνοι μας, να πνουμε παρα. Ο φλος μου χει τα νειρα του (εναι λιγκι μοντονα τα νειρα, στο βουητ της θλασσας) που το νερ ανμεσα στα νησι δεν εναι παρ ο καθρπτης των λφων που 'ναι διστικτοι απ καταρρκτες κι αγριολολουδα. Το κρασ του εναι σαν τα νειρ του. Βλπει, κοιτντας το ποτρι, ν' ανεβανει πρσινους λφους στη πεδιδα της θλασσας. Οι λφοι μου αρσουνε και τον αφνω να μιλ για τη θλασσα -το νερ εναι τσο διφανο που φανονται τα βτσαλα.

     Βλπω μνο λφους και μου γεμζουνε τον ουραν και τη γη με τις σταθερς γραμμς των μακρινν και κοντινν πλαγιν. Μνον οι δικο μου εναι γριοι κι αυλακωμνοι με κουρασμνα αμπλια πνω στη καμνη γη. Ο φλος τους δχεται και τους θλει ντυμνους στα λουλοδια και στ' γρια φροτα για ν' ανακαλψει γελντας, κορτσια πιο γυμν απ τα φροτα. Αυτ δεν εναι απαρατητο: στα πιο σκληρ νειρ μου δε λεπει το χαμγελο.

     Αν αριο το πρω πηγαναμε προς τους λφους, θα μποροσαμε να συναντσουμε στ' αμπλια κποια μελαχριν, ηλιοκαμνη κοπλα και πινοντας κουβντα, να φμε λγα απ τα σταφλια της.

                                                                          1933

δυο τσιγαρα

     Κθε βρδυ εναι λευτερι. Κοιτς τις αντανακλσεις της ασφλτου πνω στους δρμους που ανογουνε διπλατα, λμποντας στον νεμο. Κθε περαστικς χει να πρσωπο και μιαν ιστορα. Αλλ' αυτ την ρα δεν υπρχει πλον κοραση: τα χιλιδες λαμπινια εναι λα για ποιο δε μπορε ν' ανψει να σπρτο. Η φλογτσα σβνει στο πρσωπο της γυνακας που μου ζτησε το σπρτο. Ο αρας σβνει τη φλγα. Απογοητευμνη η γυνακα μο ζητ ν λλο που σβνει κι αυτ: η γυνακα γελ σιγαν.

     Εδ μπορομε να μιλμε φωναχτ και να φωνζουμε, αφο κανες δε μας ακοει. Σηκνουμε τα μτια στα πολλ παρθυρα -μτια σβηστ που κοιμονται- και περιμνουμε. Η γυνακα σφγγει τις πλτες και παραπονιται πως χασε τη χρωματιστ της εσρπα που τη ζσταινε τη νχτα. Αλλ' αρκε να γερουμε στη γωνι κι ο αγρας δεν εναι πλον παρ να φσημα. Πνω στη κατεστραμμνη σφαλτο υπρχει δη να αποτσγαρο. Αυτ η σρπα ρθε απ το Ρο, αλλ η γυνακα λει πως εναι χαρομενη που την χασε, γιατ συνντησε μνα. Αν η σρπα ρθε απ το Ρο, πρασε τη νχτα πνω απ τον φωτισμνο ωκεαν με το μεγλο υπερωκενιο. Ββαια, νχτες μ' αγρα σα κι αυτ. Εναι το δρο ενς νατη του. Ο νατης δεν υπρχει πλον. Η γυνακα μου λει σιγ πως αν ανβω μαζ της, θα μου δεξει το πορτρατο του με τα σγουρ μαλλι και μαυρισμνον απ τον λιο. Ταξδευε πνω σε βρμικα βαπρια και καθριζε τις μηχανς: εγ εμαι πιο ωραος.

     Πνω στην σφαλτο υπρχουν δυο αποτσγαρα. Κοιτμε στον ουραν: Το παρθυρο κει ψηλ -μου δεχνει με το δχτυλο η γυνακα- εναι το δικ μας. Αλλ κει πνω δεν υπρχει θερμστρα. Τη νχτα πσω απ τα βαπρια που περννε, λμπουνε λγα φτα μνο τ' αστρια. Πιασμνοι αλαμπρατστα διασχζουμε την σφαλτο, παζοντας για να ζεσταθομε.
                                                                                1933

μιαν εποχη

     Κποτε το σμα αυτς της γυνακας τανε σφιχτ, να σρκα: ταν ταν γκυος, κρυβτανε και μελαγχολοσε μoνχη της. Δεν της ρεσε να βγανει σχημη στο δρμο. Τον υπλοιπο καιρ (ταν να και χωρς να το θλει κανε πολλ παιδι) περνοσε στο δρμο με σγουρο βμα κι ξερε να χαρεται κθε λεπτ. Τα φορματα ανεμζανε τα βρδια του Μρτη και στριμχνονταν και κυματζανε γρω απ τις γυνακες που διαβανανε. Το γυναικεο της κορμ κινιτανε σγουρο στον αγρα που 'σβηνε, αφνοντς το ακνητο. Δεν εχε τποτε λλο καλ πνω της παρ κενο το κορμ, που τρα εναι εξαντλημνο απ τα τσα παιδι.

     Τα βρδια με τον αγρα απλνεται, μια μυρωδι υγρασας, η μυρωδι που 'χε το σμα πως ττε που ταν να κτω απ κενα τα ροχα. Γεση νοτισμνου χματος, που κθε Μρτη επιστρφει. Ακμη και κει που στη πλη δεν υπρχουνε δρμοι και δε φτνει με τον λιο η ανσα του αγρα, το κορμ της ζοσε, αναδδοντας αναστατωμνους χυμος ανμεσα στους πτρινους τοχους. Με τα χρνια κι αυτ που 'χε τασει λλα σματα, τσακστηκε και λγισε. Δεν εναι ωραο να τη κοιτς, χασε κθε δναμη· αλλ, απ τα πολλ της παιδι, μια κρη γυρζει για να περσει το βρδυ, απ τους δρμους και να δεξει στον νεμο κτω απ τα δντρα, το σμα της που ζει, φρσκο και δυνατ. Υπρχει ακμη κι νας γιος που γυρν και ξρει να στκεται μνος και να διασκεδζει μνος. Του αρσει να κοιτ τις αντανακλσεις στα παρθυρα, ευχαριστημνος, για τον τρπο που κρατ αγκαζ τη κοπλα του. Του αρσει, παζοντας με τα μπρτσα, να τη πλησιζει, αυτ ν' αντιστκεται κι αυτς να τη φιλ στο λαιμ. Πνω απ' λα του αρσει, αφτου κανε ρωτα με τη γυνακα αυτ να την αφνει να μελαγχολε κι αυτς να γυρν στον εαυτ του. ν αγκλιασμα τον κνει μνο να γελ, νας γιος θα τον κανε να θυμσει.
     Το κορτσι το ξρει
κι εναι τοιμη να κρψει την σχημη κοιλι, μως χαρεται μαζ του και θαυμζει τη δναμη κενου του κορμιο που χρειζεται για να κνει τσα λλα πργματα.

                                                                               1933

atlantic oil

     Ο μεθυσμνος μηχανικς εναι ευτυχισμνος, πεσμνος σ' να χαντκι. Το βρδυ απ τη ταβρνα, σε πντε λεπτ μσα απ το λιβδι κποιος εναι σπτι: αλλ πριν, υπρχει η φρεσκδα του χορταριο για να φχαριστηθε κι ο μηχανικς κοιμται μχρι να 'ρθει η αυγ. Δπλα, στο λιβδι, υψθηκε η κοκκινμαυρη πινακδα: ποιος πλησιζει πολ, δε μπορε να τη διαβσει, γιατ εναι μεγλη. Αυτ την ρα εναι ακμα νοτισμνη απ τη δροσι. Ο δρμος τη μρα, τη σκεπζει με σκνη, πως σκεπζει τα βτα. Ο μηχανικς κτω, σαλεει στον πνο του. Απλυτη σιωπ. Σε λγο στη θαλπωρ του λιου, θα περσουνε τ' αυτοκνητα χωρς σταματημ, ξυπνντας τη σκνη. Απρσμενα στη κορφ του λφου, επιβραδνουνε λιγκι και μετ ρχνονται προς τα κτω απ την στροφ. Κποιο σταματ στη σκνη, μπρος στο γκαρζ για να βλει βενζνη.

     Οι μηχανικο το πρω, θα 'ναι λιγκι ζαλισμνοι καθισμνοι πνω στα μπιτνια, περιμνοντας για δουλει. Εναι ωραο να περνς το πρω καθισμνος στη σκι. Εδ η βρμα των λαδιν ανακατεεται, με τη μυρωδι του πρσινου, του καπνο και του κρασιο κι η δουλει ρχεται να τους βρει ακριβς στη πρτα τους. Πτε-πτε γνεται κτι για να γελσουνε: χωριτισσες που περννε και κατηγορνε, για τα ζα και για τα φοβισμνα κορτσια, το γκαρζ για τη κνηση· χωριτες που λοξοκοιτζουν. Ο καθες τους, κθε τσο, κατεβανει στα γργορα στο Τορνο και γυρζει πιο δειος. Μετ ανμεσα στα γλια και στο πολημα της βενζνης, κποιος σταματ: αυτ τα χωρφια, να τα κοιτς μνον, εναι γεμτα σκνη απ το δρμο κι αν κθεσαι στο χορτρι η σκνη φεγει.

     Ανμεσα στις πλαγις υπρχει πντα να αμπλι που αρσει σ' λες τις λλες:

κι η ιστορα θα τελεισει ταν ο μηχανικς παντρευτε το αμπλι που του αρσει και τη κοπλα που αγαπ. Θα βγει να σκψει κτω απ τον λιο και θα γυρσει με το σβρκο μαυρισμνο και θα πιει το κρασ του, που το 'στιψε τις νχτες του φθινοπρου, στο υπγειο.

     Το βρδυ περνν αυτοκνητα ,αλλ πολ πιο συχα, τσο που δε ξυπνσανε τον μεθυσμνο που κοιμται στο χαντκι. Τοτη τη νχτα η κνηση δε σηκνει πολ σκνη. Στο φως των φαναριν μπορες να δεις καθαρ τη πινακδα στο λιβδι, πνω στη στροφ.

     Την αυγ τ' αυτοκνητα κινονται προσεχτικ και δεν ακογεται θρυβος, παρ μνο το δροσερ αερκι. Και φτνοντας στη κορφ, χνονται στη πεδιδα, καθς βυθζονται στο σκοτδι.

                                                                             1933

η δουλεια κουραζει

     Το πρασμα ενς δρμου για να το σκσει απ το σπτι, εναι κτι που το κνει μνον ν αγρι, αλλ' αυτς ο ντρας που γυρν λη μρα στους δρμους, δεν εναι πια ν αγρι και δε το σκει απ το σπτι. Υπρχουνε καλοκαιριν απογεματα που ακμα κι οι πλατεες εναι δειες, απλωμνες κτω απ τον λιο που γρνει κι αυτς ο ντρας που φτνει απ μια λεωφρο ανφελων δντρων, σταματ.

     Αξζει τον κπο να 'σαι μνος, για να 'σαι πντα πιτερο μνος; Αν το μνο που κνεις εναι να περιπλανισαι στους δρμους και τις πλατεες, θα τους βρσκεις πντα δειους. Πρπει να σταματσεις μια γυνακα να της μιλσεις και ν' αποφασσεις να ζσετε μαζ. Διαφορετικ, κποιος μιλ μνος του. Γι' αυτ μερικς φορς τη νχτα στο σκοτδι, νας μεθυσμνος μιλ στον κσμο και τους διηγεται τα σχδια μιας ολκερης ζως.
    
Δεν εναι σγουρο τι περιμνοντας στην ρημη πλατεα, θ' ανταμσεις κποιον, αλλ ποιος γυρν στους δρμους κθε τσο σταματ. Αν τανε δυο, γυρνντας στους δρμους, το σπτι θα 'ταν εκε που βρισκταν εκενη η γυνακα και θ' ξιζε τον κπο.

     Τη νχτα η πλατεα επιστρφει ρημη κι αυτς ο ντρας, που περν, δε βλπει τα σπτια ανμεσα στ' ανφελα φτα, δε σηκνει πια τα μτια: ακοει, μνο το λιθστρωτο, που το φτιξαν λλοι νθρωποι με ροζιασμνα χρια, πως τα δικ του. Δεν εναι σωστ να μνει κανες στην ρημη πλατεα. Θα περσει ββαια κενη η γυνακα απ το δρμο που με προσευχς, θα 'θελε να δημιουργσει οικογνεια.
                                                                                                            1934

οδυσσεας

     Εναι νας απογοητευμνος γρος, γιατ γννησε το γιο του πολ αργ. Κοιτζονται κθε τσο στα μτια μα κποτε φτανε να χαστοκι. Ο γρος βγανει ξω και γυρζει με το γιο του που σφγγει τη πλτη και δε σηκνει πια τα μτια. Τρα ο γρος κθεται ως αργ τη νχτα, μπρος σ' να μεγλο παρθυρο, αλλ κανες δεν ρχεται κι ο δρμος εναι ρημος. Σμερα το πρω το αγρι το 'σκασε και θα επιστρψει απψε. Θα γελ ειρωνικ. Σε καννα δε θα θλει να πει αν φαγε χι το μεσημρι. σως θα 'χει τα μτια του κουρασμνα και θα πει στο κρεβτι σιωπηλς: δυο λασπωμνες αρβλες.
     στερα απ να μνα βροχς
το πρωιν τανε γαλζιο. να πικρ ρωμα φλλων χνεται απ το ανοιχτ παρθυρο. μως ο γρος δε κουνιται στο σκοτδι, δεν χει πνο το βρδυ και θα 'θελε να κοιμηθε για να τα ξεχσει λα, πως κποτε ταν επστρεφε μετ' απ μακριν πορεα. Κποτε για να ζεσταθε, φναζε και χτυπιτανε μνος του. Το αγρι που θα γυρσει σε λγο, δε δχεται πια τα χαστοκια. Το αγρι αρχζει να γνεται ντρας και κθε μρα κτι ανακαλπτει και δε μιλ σε καννα. Δεν υπρχει τποτα στο δρμο που να μη το γνωρζει καθισμνος σ' αυτ το παρθυρο. μως το αγρι περπατ στο δρμο λη τη μρα. Δε ψχνει για γυνακες, χι ακμα, οτε παζει με τα χματα. Κθε φορ επιστρφει.

     Το αγρι χει τον τρπο του να βγανει απ το σπτι, που ποιος μνει μσα, νιθει τι δε μπορε να κνει πλον τποτα.

                                                                              1935

γυναικες του παθους

     Οι κοπλες το γλυκοχραμα, κατεβανουνε στο νερ ταν η θλασσα απλωμνη ησυχζει. Στο δσος το κθε φλο ανασκιρτ εν δισταχτικς προβλλουνε πνω στην αμμουδι και κθονται στην ακρογιαλι. Ο αφρς κνει τα δικ του ζωηρ παιχνδια. Οι κοπλες φοβονται τα φκια που 'ναι θαμμνα κτω απ τους σκιους, που τους αρπζουν τα πδια και τις πλτες, ταν το σμα εναι γυμν. Βιαστικς ανεβανουνε στην ακτ και φωνζουνε τα ονματ τους, κοιτντας τριγρω. Ακμη κι οι σκις στο βυθ της θλασσας, στο σκοτδι, εναι τερστιες και φανονται να κινονται διστακτικς, αββαιες, σα να γοητεονται απ τα σματα που περννε.
     Το δσος
εναι να συχο καταφγιο, στον λιο που γρνει, αλλ' αρσει στις μελαχρινς κοπλες να κθονται στο παιθρο, στο σεντνι. Κθονται λες σταυροπδι σφγγοντας το σεντνι στα πδια και κοιτνε την απραντη θλασσα, πως να λιβδι το χραμα. Μια τους θα τολμοσε να ξαπλσει γυμν σ' να λιβδι; Απ τη θλασσα θ' αναπηδοσανε τα φκια, που ακουμπνε τα πδια, για ν' αρπξουνε ξαφνικ και να τυλξουνε σφιχτ το σμα που τρμει.
    
Υπρχουν μτια στη θλασσα που κποιες φορς λμπουν. Η γνωστη κενη ξνη, που τη νχτα κολυμποσε μνη και γυμν στο σκοτδι ταν λλαζε το φεγγρι, χθηκε μια νχτα και δε θα γυρσει ποτ πια.

     ταν ψηλ και θα 'πρεπε να 'ναι λευκ εκτυφλωτικ, τσι πως τη προφτσανε τα μτια μες απ της θλασσας τα βθη.

                                                                      15 Αυγοστου 1935

η πουτανα αγροτισσα

     Ο απναντι τοχος γρω απ την αυλ χει συχν μιαν αντανκλαση ενς μικρο λιου που θυμζει τον αχυρνα. Και το δωμτιο, ακατστατο κι ρημο στο πρωιν, ταν το κορμ ξυπν, γνωρζει τη μυρωδι του πρτου αδξιου αρματος. Ακμα και το σμα, μπερδεμνο στο σεντνι εναι το διο των πρτων χρνων, που η καρδι χρευε ανακαλπτοντας. Τρα κενη ξυπν μνη, στο κλεσμα του πρωινο, τις πρτες ρες κι αναδεται στο βαρ μισοσκταδο, η εγκατλειψη ενς λλου ξυπνματος: ο αχυρνας της παιδικς ηλικας κι η βαρι κοραση του ζεστο λιου που λμπει στ' αδιφορο νοιγμα της πρτας. ν ρωμα πτιζε απαλ το συνηθισμνο ιδρτα των μαλλιν και τα ζα το νιθανε. Κρυφ, το σμα χαιρτανε το γλυκ χδι του λιου σα να 'ταν μια επαφ.

     Τρα στην εγκατλειψη του δειου κρεβατιο, τα πδια της εναι αδναμα κι εξασθενημνα. Κοντ, κοντχοντρα πδια, σα του μικρο κοριτσιο. Το πειρο κοριτσκι μριζε το ρωμα του καπνο και του χυρου τρμοντας στο εφμερο

γγιγμα του ντρα: της ρεσε να παζει. Μερικς φορς παιζε ξαπλωμνη με τον ντρα μες στο χυρο, αλλ ο ντρας δε μριζε τα μαλλι: ψαχνε μες στο χυρο τα σφιγμνα πδια της πιζοντας με τον τρπο που 'κανε ο πατρας της. Το ρωμα τανε λουλοδια πεταμνα πνω στους βρχους.

     Τρα, καθς ξυπν αργ απ τον πνο, συνεχζει να επιστρφει απ το παρελθν αυτ η χαλασμνη μυρωδι των λουλουδιν, του αχυρνα και του λιου. Δεν υπρχει ντρας που να ξρει τ' απαλ χδι κενης της στυφς ανμνησης. Δεν υπρχει ντρας που να βλπει πρ' απ το ξαπλωμνο σμα, κενη τη παιδικ ηλικα που πρασε μες στη πιο αδξια λαχτρα.

                                                                    11-15 Νομβρη 1937

το ενστικτο

     Ο γρος νδρας, απογοητευμνος απ' λα, στκεται στο κατφλι του σπιτιο του στον αδναμο λιο, κοιτ το σκλο και τη σκλα ν' ακολουθνε το νστικτ τους. Στο φαφοτικο στμα του κυνηγιονται μγες. Η γυνακα του χει πεθνει απ καιρ. Κι αυτ σαν λες τις σκλες δεν θελε να ξρει τποτε γι' αυτ, αλλ εχε το νστικτο. Ο γρος νδρας αισθαντανε -δεν ταν ακμη φαφοτης- η νχτα ερχτανε, πφτανε στο κρεβτι. ταν ωραο το νστικτο.
    
Αυτ που αρσει στο σκυλ εναι η μεγλη λευτερι. Απ το πρω ως το βρδυ γυρζει στους δρμους· μερικς φορς τρει, μερικς φορς κοιμται, μερικς φορς καβαλ τις σκλες. Δε περιμνει μχρι το βρδυ. Σκφτεται πως μυρζει κι οι μυρωδις που νιθει εναι δικς του.

     Ο γρος ντρας θυμται πως μια φορ που 'κανε ρωτα σα σκυλ σ' να χωρφι με σιτρι. Δε ξρει πια με ποια σκλα, αλλ θυμται τον μεγλο λιο και τον ιδρτα και την επιθυμα να μη σταματσει ποτ. ταν πως στο κρεβτι. Αν γιντανε και πλι νος, θα 'θελε να το κνει πντα σ' να χωρφι με σιτρι.

     Μια γυνακα κατεβανει στο δρμο και σταματ για να κοιτξει· ο παπς περν και γυρζει. Στη δημσια πλατεα μπορες να κνεις οτιδποτε. Ακμη κι η γυνακα, που ντρπεται να γυρσει για να κοιτξει τον ντρα, σταματ.

     Μνον ν αγρι δεν αφνει το παιχνδι και τους πετροβολ. Ο γρος ντρας θυμνει.

                                                                     Γενρης 1936

πατροτητα

     'Αντρας μνος αντκρυ στην ανφελη θλασσα, περιμνοντας το βρδυ, περιμνοντας το πρω. Τα παιδι παζουν, μα ο ντρας αυτς θα 'θελε να 'χει να παιδ και να το βλπει να παζει. Μεγλα σννεφα φτιχνουν να παλτι στο νερ που κθε μρα καταστρφεται και ξαναγνεται και βφει τα παιδι στο πρσωπο. Πντα θα υπρχει η θλασσα. Το πρωιν πληγνει. Σ' αυτ την υγρ αμμουδι σρνεται ο λιος, πιασμνος σε δχτυα και σε πτρες.

     Βγανει ο ντρας στον θολ λιο και περπατ κατ μκος της θλασσας. Δε κοιτ τους μουσκεμνους υγρος αφρος που βρχουνε την ακτ και δεν ησυχζουνε πια ποτ. Αυτ την ρα τα μωρ λαγοκοιμονται ακμα στη θαλπωρ του κρεβατιο. Αυτ την ρα λαγοκοιμται στο κρεβτι μια γυνακα, που θα 'κανε ρωτα αν δεν ταν μονχη της. Ο ντρας γδνεται αργ και γυμνς πως κι η γυνακα που λεπει, κατεβανει στη θλασσα.

     Κατπιν τη νχτα, που η θλασσα ξεθυμανει, ακοει το μεγλο κεν που υπρχει κτω απ τα αστρια. Τα παιδι μες στα κοκκινισμνα σπτια σκουντουφλνε απ τη νστα και κποιο κλαει. Ο ντρας, κουρασμνος απ την αναμον, σηκνει τα μτια στ' στρα που δε νιθουνε τποτα.

     Υπρχουνε γυνακες που αυτ την ρα ξεντνουν να παιδ και το κοιμζουν. Υπρχει κποια σ' να κρεβτι αγκαλιασμνη μ' ναν ντρα. Απ το σκοτειν παρθυρο μπανει να βραχν λαχνιασμα που κανες δεν ακοει, παρ μνον ο ντρας που ξρει λη την ανα της θλασσας.

                                                                                 Οκτβρης 1935

το πρωινο αστερι

     Ο μοναχικς ντρας σηκνεται ταν η θλασσα εναι ακμα σκοτειν και τ στρα τρεμοπαζουν. Μια θαλπωρ αναπνος σηκνεται απ την ακρογιαλι, που εναι το κρεβτι της θλασσας και γλυκανει την ανσα. Αυτ εναι η ρα που τποτα δε πρκειται να συμβε. Ακμη κι η ππα ανμεσα στα δντια κρμεται σβηστ. Νυχτερινς εναι κι ο σιγανς παφλασμς.

     Ο μοναχικς ντρας ναψε δη μια μεγλη φωτι απ κλαδι και τη κοιτ που κοκκινζει το χμα. Ακμα κι η θλασσα σε λγο θα 'ναι σα τη φωτι, πυρακτωμνη. Δεν υπρχει τποτα πιο πικρ απ την αυγ μιας μρας κατ την οποα τποτα δε θα συμβε. Δεν υπρχει τποτα πιο πικρ απ το ανφελο. Στον ουραν κρμεται κουρασμνο να χλωμ αστρι, σαστισμνο απ την αυγ. Βλπει τη θλασσα να 'ναι ακμα σκοτειν και τη κηλδα της φωτις που ο ντρας, για να κνει κτι, ζεστανεται και πφτει να κοιμηθε ανμεσα στα σκοτειν βουν, που υπρχει να κρεβτι απ χινι. Το αργ πρασμα της ρας εναι αδστακτο για κενον που δε περιμνει πλον τποτα.

     Αξζει τον κπο να σηκωθε ο λιος απ τη θλασσα και να ξεκινσει η ατλειωτη μρα; Αριο θα ξανρθει η αδιφορη αυγ με το διφανο φως και θα 'ναι πλι πως χτες και τποτα δε θα συμβε .

     Ο μοναχικς ντρας θα 'θελε μονχα να κοιμηθε.

     ταν το τελευταο αστρι θα σβσει στον ουραν, ο ντρας ετοιμζει αργ-αργ τη ππα του και την ανβει.

                                                                                    9-12 Γενρη 1936
-------------------------------------------------------------------------------------------
Cesare Pavese
"Lavorare Stanca" (1936)

Μετ: Γιννης Η. Παππς
-------------------------------------------------------------------------------------------


Ο Θνατος Θα 'Ρθει Και Θα 'Χει Τα Μτια Σου

Ο θνατος θα 'ρθει και θα 'χει τα μτια σου

ο θνατος που 'ναι μαζ μας

απ' το πρω ως το βρδυ, ξγρυπνος,

φωνος σα τη παλι τψη

κποιο πθος ανητο.
Τα μτια σου
θα 'ναι μια μταιη λξη,

μια πνιγμνη κραυγ, μια σιωπ.

Σαν κι αυτ που κθε πρω

βλπεις, ταν σκβεις μονχη

πνω απ' τον καθρφτη.

Ω αγαπημνη ελπδα,

κενη τη μρα που κι οι δυο θα μθουμε

πως εσαι ζω και τποτα.

Ο θνατος χει να βλμμα για λους.

Ο θνατος θα 'ρθει και θα 'χει τα μτια σου.

Θα 'ναι σα να παρατς να πθος,

σα να βλπεις να νεκρ πρσωπο

ν' αναδεται απ' τον καθρφτη,

σα ν' ακος χελη κλειστ να μιλνε.

Θα κατβουμε στην βυσσο βουβο.

         Χρα

Εσαι σα κποια χρα
που ποτ κανες δεν ονμασε.
Τποτε δε περιμνεις
παρ μνο τη λξη
που θ' αναβλσει απ τα βθη
σα τον καρπ ανμεσα στους κλνους.

Εναι νας νεμος που σε προφτανει.
Πργματα στεγν, ξαναπεθαμνα
σου φρζουνε το δρμο,
τα παρνει ο νεμος.
Μλη και λξεις αρχαες.
Τρμεις μες στο καλοκαρι.

     Συ Δε Ξρεις...

Συ δε ξρεις τους λφους

εκε που χθηκε το αμα.

λοι μας φεγαμε,

λοι μας ρξαμε το πλο
και τ' νομ μας.

Μια γυνακα,
μας κοιτοσε που φεγαμε.

νας μονχα απ μας

στθηκε κει με σφιγμνη γροθι,

εδε τον δειο ουραν,

σκυψε το κεφλι και πθανε

μπροστ στον τοχο, σωπανοντας.

Τρα, να αιμτινο κουρλι και τ' νομ του.
Μια γυνακα μας περιμνει στους λφους.


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers