-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

':

    Βιογραφικ

     Πεζογρφος, θεατρικς συγγραφας, δημοσιογρφος. Γεννθηκε 16 Φλεβρη στο Ναπλιο απ γονες Κυνουριτες το 1907. Ο πατρας του, τανε δμαρχος και βουλευτς απ τον γιο Πτρο κι η μητρα του απ τα Δολιαν Κυνουρας.  Το 1915 εγκαταστθηκε με την οικογνει του στην Αθνα. Το 1929 πρε το πτυχο του στα Νομικ στο Πανεπιστμιο Αθηνν κι εξσκησε το δικηγορικ επγγελμα μνο 2 τη. Το 1940 πολμησε στο Αλβανικ Μτωπο και κατγραψε τις εμπειρες του σε κποια απ τα διηγματ του και κυρως στο βιβλο του "Απρλης". Μετ τον πλεμο συνχισε την ενασχλησ του με τα γρμματα: γραφε ρθρα για πολλ χρνια στην εφημερδα Το Βμα, σα φιλολογικς συνεργτης κι απ το 1948 θεατρικς κριτικς. Επσης υπρξε διευθυντς του περιοδικο Εποχς. Το 1959 ταξδευσε σε Ρουμανα και Ρωσα.
     Στο χρο των γραμμτων εμφανστηκε το 1925 με τη συλλογ διηγημτων "Ο Ξεχασμνος" κι κτοτε ασχολθηκε συστηματικ με την πεζογραφα και το θατρο που πρωτοεμφανστηκε το 1936 με το ργο του "Αυτοκρτωρ Μιχαλ" που ανβασε τον διο χρνο το Εθνικ Θατρο. λλα σημαντικ ργα του: "Του ρωτα Και Του Θαντου" (1943), "Δεσμτες" (1932), "Η Πριγκηπσσα Ιζαμπ" (1945), "Μυστικ Ζω"  (1957), "Γαμλιο Εμβατριο" (1937), "Ο Σταυρς Και Το Σπαθ" (1939), "Εξουσιαστς" (1942), "Ελωτες" (1942), "Ο Ζηλιρης" (1943), "Το Μεγλο Παιχνδι" (1944), "Αγν"(1949), "Ο Θρλος Του Μυστρ" (1950), "Θεοφαν" (1956) -Βυζαντιν τραγωδα που θεωρεται το καλτερο θεατρικ του ργο- "Νχτα Στη Μεσγειο" (1956), "Τα Λτρα Της Ευτυχας" (1956), "Θωμς Ο Δψυχος" (1962), "Ο Πργονος" (1970), "Η Θυσα Του Ισακ" (1977) κ.. χει επσης εκδσει δοκμια και μελτες, πως ο "Προσανατολισμς Του Αινα" (1963). χει επσης να πλοσιο μεταφραστικ ργο.
     Η πνευματικ του δραστηριτητα εκτενεται και στον τομα της κδοσης περιοδικν. Το 1929 εκδδει τα περιοδικ, Πνο, Λγος, εν αργτερα, το 1963 θα διατελσει διευθυντς του περιοδικο Εποχς. Το 1936, παντρετηκε τη Λουζα Βογσαρη. Διετλεσε, κατ περιδους απ το 1937, Γεν. Γραμματας του Εθνικο Θετρου Ελλδας, καλλιτεχνικς διευθυντς, Γεν. διευθυντς, κυβερνητικς επτροπος και διευθυντς δραματολογου και διευθυντς της Δραματικς του Σχολς, θεατρικς κριτικς σε εφημερδες και φιλολογικς συνεργτης απ το 1947 και γενικς διευθυντς του Δραματολογου το 1954.
     Το 1939 τιμθηκε με το Κρατικ Βραβεο Θετρου, το 1958 με το Α' Κρατικ Βραβεο Μυθιστορματος. Το 1964 παρνει το βραβεο Δοκιμου των "Δδεκα". Το 1966 διορστηκε Μορφωτικς Σμβουλος Υπουργεου Εξωτερικν και το 1969 με το Αριστεο Γραμμτων και Τεχνν της Ακαδημας Αθηνν. Το 1974 εξελγη μλος της Ακαδημας Αθηνν.
     O γγελος Τερζκης υπρξε λληνας λογοτχνης της γενις του '30 και δοκιμιογρφος. γραψε διηγματα, μυθιστορματα και θεατρικ ργα, εν ιδιατερα αξιλογο εναι το δοκιμιακ του ργο. Μαζ με τον Θεοτοκ, αποτελον τους κριους εκφραστς του θεωρητικο προβληματισμο και των αναζητσεων της ανανεωτικς γενις του '30.
     Πθανε στην Αθνα στις 3 Αυγοστου του 1979.
     Ξεκνησε τη λογοτεχνικ πορεα του κατ τη δεκαετα του '20 με 2 συλλογς διηγημτων, "Ο Ξεχασμνος" (1925) και "Φθινοπωριν Συμφωνα" (1929). Στα ργα αυτ δεν φανεται τσο το προσωπικ του φος, σο οι διφορες λογοτεχνικς επιδρσεις απ λλους συγγραφες. Κατ τη δεκαετα του '30 στρφηκε στο μυθιστρημα, πως κι λοι οι λογοτχνες της γενις του, χωρς μως να εγκαταλεψει τα διηγματα.
     Τα μυθιστορματ του, μ' εξαρεση τα: "Πριγκηπσσα Ιζαμπ" και "Το Ταξδι Με Τον σπερο", εναι αστικ μυθιστορματα που απεικονζουν την ελληνικ κοινωνα του Μεσοπολμου. Χαρακτηριστικ λων εναι το καταθλιπτικ κλμα, η ασφυκτικ ατμσφαιρα, οι ρωες-δσμιοι της οικονομικς στεντητας και των κοινωνικν προκαταλψεων κι η απαισιοδοξα.
     Το "Πριγκηπσσα Ιζαμπ" θεωρεται σως το καλτερο ργο του κι να απ τα καλτερα μυθιστορματα της νεοελληνικς λογοτεχνας. Εναι ιστορικ μυθιστρημα εμπνευσμνο απ την περοδο της Φραγκοκρατας. Αναφρεται στην εξγερση των Ελλνων και Σλβων το 1293, που οδγησε στην κατληψη του φργκικου κστρου της Καλαμτας κι ο κεντρικς ξονας του ργου εναι ο ρωτας ανμεσα στην Ιζαμπ, κρη του Γουλιλμου Βιλλαρδουνου, και τον ηγτη της εξγερσης Νικηφρο Σγουρ.

                   Πλρης Εργογραφα:

Μυθιστορματα:

Δεσμτες (1932)
Η παρακμ των Σκληρν (1933)
Η μενεξεδνια Πολιτεα (1937)
Η πριγκηπσσα Ιζαμπ (1945)
Ταξδι με τον σπερο (1946)
Το λυκφως των ανθρπων (1947)
Δχως Θε (1951)
Η μυστικ ζω (1957)
Το Μυθιστρημα των Τεσσρων (με Καραγτση, Μυριβλη, Βενζη) 1958 

Συλλογς διηγημτων:

Ο ξεχασμνος (1925)
Φθινοπωριν συμφωνα (1929)
Του ρωτα και του θαντου (1943)
Απρλης (1946)
Η στοργ [νουβλα] (1944)

Θεατρικ ργα:

Αυτοκρτωρ Μιχαλ (1936)
Γαμλιο Εμβατριο (1937)
Ο σταυρς και το σπαθ (1939)
Ελωτες (1939)
Ο εξουσιαστς (1942)
Το μεγλο παιχνδι (1944)
Αγν (1949)
Θεοφαν (1956)
Νχτα στη Μεσγειο (1957)
Τα λτρα της ευτυχας (1959)
Θωμς ο δψυχος (1962)
Ο πργονος (1970)

---------------------------------------------------------------------

                                       Μια Παρτδα Σκκι

     Τα σπτια τους ταν αντικριστ, κι μως δεν τυχε ποτ να γνωριστονε. Κπου δεκαπντε χρνια θα κθονταν κι οι δυο τους στον διο τοτο δρμο, ο Βριλκος στη μεσημβριν πλευρ, ο Μπερεκδης στη βοριν. Κθε πρω, τον καλν καιρ σαν νοιγε ο Βριλκος το παρθυρ του, σκορα και τζαμιλκια, για να πρει τις βαθις ανσες που του εχε συστσει ο γιατρς, θα ‘βλεπε τον Μπερεκδη με τα μανικοπουκμισα να πηγαινορχεται στην κμαρ του και σγκαιρα να ρχνει κλεφτς, πονηρς ματις αντκρυ. Μλις νιωθε πως τον κοταζε ο Βριλκος, λξευε, κρυβταν πσω απ’ τη χοντρ στφα της βυσσινις κουρτνας κι απ κει, ασλευτος με το ρουφηγμνο μοτρο του ισκιωμνο, παραμνευε.
     Παρξενος νθρωπος μα την αλθεια, τοτος ο Μπερεκδης. λη η γειτονι το λει. Και να πεις πως ταν καννας τυχαος! Συνταξιοχος τραπεζιτικς, δχως παιδι, δχως σκυλι, δυο ξερ κορμι με τη γυνακα του, που κι αυτ του ’φερε στον καιρ της υπολογσιμη προκα, κπου εκατ χιλιδες γερς δραχμς, τα μισ σε μετοχς, να λιοστσι στην πατρδα της, κμποσα χρυσαφικ που τα ’κλαιγαν ακμη χρες και γεροντοκρες, σακουλιασμνα σπυρ σπυρ απ το μακαρτη τον πατρα της, το χτηματα και τοκογλφο. Αυτ πια, ταν πρματα γνωστ, περιττ να τα ξαναλμε. λα μως που ο Μπερεκδης ζοσε κλειστ ζω! Διαβολεμνα, ενοχλητικ κλειστ ζω! Κι η γυνακα του, να ξερακιαν εκε, κιτρινιρικο πλσμα, με μτη σουβλερ σαν καρφ στραβωμνο πνω σε παλοκι, σπνια δρασκλιζε το κατφλι της πρτας. Και ττε πλι, θα την βλεπες να ξεμακρανει γοργ στο πεζοδρμιο, με το κουρδισμνο, αυτοματικ βδισμ της, δχως να ρχνει μια ματι δεξι ζερβ. Δε χαιρετοσε καννα, δεν βλεπε καννα. ταν πολ ακατδεχτη.
     λ’ αυτ ο Βριλκος, νθρωπος κοινωνικς κι ανοιχτομτης, τα συλλογιζτανε δχως να το θλει, τα πρωιν που νοιγε το παρθυρ του. Αθλητα εκε που παιρνε τις τρεις βαθις του ανσες, σγκρινε τον εαυτ του με τον αντικριν, το μαγκοφη κι μενε -αληθιν- πολ ικανοποιημ­νος. Συγχαιρτανε τη μορα του που τον πλασε τσι διαφορετικ. Γιατ, αυτουνο, μ’ λα τα πενηνταοχτ του χρνια, τα μγουλ του ανθζανε ρο­δαλ σαν του μωρο παιδιο, η ραχοκοκαλι του μενε στητ, ντορα, και τα κφια του μποροσανε να συναγωνιστον φοβα τις παλαβομρες του μικρο του γιου, του φοιτητ της χημεας. Αγαποσε το καλ φα, τ διαλεχτ κρασ, ο Βριλκος δεν λεγε χι, ακμα και τρα, για τις νστιμες, τις πεταχτς γυναικολες. Η δικι του, το τελευταο τοτο το εχε κρυφ μαρζι, μως, εκενος, συχν το ’νιωθε πως, βαθι της, τον καμαρνει σαν τ’ λογο το ατθασο, που δεν παρνει χαλινρι. Τον αγαποσε ερωτικ, ακμα και τρα τον ντρα της με τη βασανισμνη την προσλωση του θηλυκο που δεν νιθει ποτ σγουρο τ’ αρσενικ του.
     Κτι προδοτικς αππειρες της ηλικας να του συκοφαντσουμε τρα την κορμοστασι, ο Βριλκος τις πολεμοσε με φανατισμ, στη ρζα. Κθε πρω προτο ξεκινσει για το ασφαλιστικ του γραφεο θ’ νοιγε το παρθυρο του, θα ’παιρνε τις τρεις βαθις του ανσες με «τας χερας επ τα ισχα», θα ‘κανε μερικς κμψεις, δυο τρεις κλσεις, στερα, σιγοτραγου­δντας, καλκεφα, θα βουτιτανε στο μπνιο του. Γεμτος φροντδα ωστσο μετροσε προτο ντυθε, την κοιλι του, να γρω την περιφρεια, μ’ να μτρο κορδλα του ρφτη. Σημεωνε τους πντους στην ατζντα του, προσεχτικ. Τα πρματα πηγανανε -δξα να ’χει ο Θες- πρμα, βοηθντας τρα τελευταα και η κποια πολεμικ εγκρτεια σε λιπαρ. «Ουδν κακν αμιγς καλο», λεγε στη γυνακα του συχν. Υπονοντας τους αναγκαστικος περιορισμος που εχε επιβλει η κατοχ στο διαιτολγιο της οικογνειας.
     Και να που η Κατοχ -«ουδν κακν αμιγς καλο»- το ’φερε να λυθε ο πγος ανμεσα στους Μπερεκδηδες και στους Βριλκους. Μια μρα εκοσιου περιορισμο μες στα σπτια, που το ντουφεκδι μνιαζε κτω στα κντρα, η κυρα Βριλκου βρθηκε σε πολ δσκολη θση, αληθιν. Ο ντρας της γρευε επμονα καφ, να τονσει την καρδι του, που απασχολοσε, στερα απ την κοιλι, τον κριο γκο των φροντδων του. Κι η κυρα Βριλκου θα ’δινε τη ζω της την δια για να τον ευχαριστσει. Με κτι ττοιες λλωστε μικροφροντδες τον κρατοσε κοντ της. μως ο καφς δεν ταν αλεσμνος, ο μλος εχε χαλσει απ το σιτρι που κβανε δυο χρνια τρα πληγορι για τις υπηρτριες. πρεπε να δανειστον να μλο, μως απ πο; Τα σπτια γρω, ταν αδικριτα, φλαρα, Αν παργγελνε η κυρα Βριλκου, πως θλει το μλο για να κψει στρι -συνηθισμνη στη γει­τονι πρφαση- δε θα της τον δνειζαν, απ φβο μπως τους τον χαλσει. Να πει πλι πως τον θλει να κψει καφ; Θα βοιζε η γειτονι με το σκνταλο. «Οι μουστσες αυτς, συλλογιζτανε πεισματωμνη η κυρα Βριλκου, το δικ τους τον καφ τον χουν αλεσμνο. μως λα που δεν μπορ κι εγ ν’ αρνηθ τη χρη στον ντρα μου! Εναι φανερ πως ανησυχε γι’ αυτ το βρωμπαιδο το μικρ μας, που δε γρισε ακμα σπτι, με ττοιο κακ που γνεται κει κτω».
     Ττε εναι που της ρθε η φαειν ιδα, μπνευση πραγματικ: «Απ την αντικριν, την Μπερεκδη, θα στελω να τον ζητσω!», επε ξφνου μσα της. «Αυτ δεν χει σχση με τις λλες εδ γρω. Επομνως, κουβντα δεν πρκειται να γνει. Η δια πλι, ας υποθσει ,τι θλει. Λγο με νοιζει. Σγουρα που θα ’χει κι αυτ κομμνο καφ...». Κι στειλε και τον ζτησε. Κι η Μπερεκδη τον δωσε πρθυμα το μλο της, δχως να κνει καμιν απολτως αδικριτη ερτηση στη δολα.
 -"Πντα μου το ’λεγα", δλωσε κατενθουσιασμνη στερ’ απ’ αυτ, η κυρα Βριλκου στον ντρα της, "πως οι αντικρινο εναι καθς πρπει νθρωποι. Οι καλτεροι της συνοικας..."
 -"Να σου πω την αλθεια, κι εγ εχα μια ττοια υποψα", βεβαωσε αδσταχτα ο Βριλκος. "Εναι γεγονς τι τους χουν συκοφαντσει τος ανθρπους. Κατ βθος εγ, πστευα πντα πως εναι αριστοκρτες".
     Την λλη μρα το πρω ανογοντας το παρθυρ του για τις τρεις ανσες, ο Βριλκος χαμογλασε χαιρετιστρια στον Μπερεκδη. Κι ο Μπερεκδης απντησε με το γλυκτερο του χαμγελο, εγκρδια μαζ και τυπικ. τσι εναι που λθηκε ο πγος. Απ τη μρα κενη, ταχτικ κθε πρω, οι δυο νδρες αντλλαζαν τα χαμογελ τους, χαιρετινταν με κλση ελαφρ του κεφαλιο, κοντοστκονταν κποτε, σα να θελαν να πουν ο κα­θνας στον λλο λγες λξεις. Η κυρα Βριλκου το λογριαζε στα σοβαρ τρα, σα μικρτερη που ταν, ν' αποπειραθε μιαν επσκεψη στην κυρα Μπερεκδη. ρχιζε κι λας να θαμποβλπει στο μλλον να διακεκριμνο, πολ εκλεκτ σνδεσμο με τους αντικρινος, μια φιλα που θα ξεχριζε στη συνοικα και θα ‘κανε τους λλους, τους αποκλεισμνους απ ττοιαν αυστηρ συναναστροφ να λυσσνε απ φθνο.
     Η γενικ κατσταση λλωστε βοηθοσε. Τα πρματα σο πγαιναν και χειροτρευαν. Κλεσιμο νωρς στα σπτια, μπλκα, ταραχς. Οι κρυφς δυ­νμεις της αντστασης δεν λεγαν να καθσουν φρνιμα, λο και συδαλιζαν τη θρκα, δημιουργοσαν αδικοπα μπελδες στους φιλσυχους.
 -"Απελπισα", δλωσε να πρω απ το παρθυρ του ο Βριλκος στο Μπερεκδη υστρα απ τις ανσες, την κλση της κεφαλς και το χαμγελο. Κι αυτς ταν οι πρτες, οι αξιομνημνευτες λξεις, που αντλλαξαν μεταξ τους οι δο νδρες. "Θα 'ρθει μια μρα, προβλπω, που δεν θα κοτμε πια να ξεμυτσουμε".
 -"Φρκη!" συμφνησε υποχρεωτικτατα κι ο Μπερεκδης.
 -"Δεν κθονται στ’ αβγ τους, λω 'γ!" παρατρησε αγαναχτισμνος ο Βριλκος.
     Την λλη μρα το μεσημρι, θλησε η μορα να συναντηθον οι δυο τους στο δρμο, μπροστ στις πρτες τους. Ζγωσαν ο νας τον λλον εντελς αυθρμητα, κρατντας την πετογια του καθνας στο χρι, και τα επαν πρχειρα στο πδι.
 -"Πς να περσουν οι ατλειωτες αυτς απογευματινς ρες, σας παρακαλ;" αναστναξε ο Μπερεκδης πολ δυστυχισμνος. "Γιατ εγ, να σας πω την αλθεια μου, δεν βγανω πια καθλου τ’ απογεματα".
 -"Οτε κι εγ"!
 -"Αλθεια, μπως κατ τχη παζετε σκκι";
 -"Και ββαια που παζω"!
 -"Δξα να ’χει ο Θες! Εμνα εναι το πθος μου, ξρετε. Μνο που δεν βρσκω εκολα συμπαχτη. Τ θα λγατε αν δοκιμζαμε κπου κπου, μερικς ρανκντρ";
 -"Δε ζητ τποτα καλτερο".
 -"Λαμπρ! Αμ’ πος λοιπν, αμ’ ργον". Δσαν τα χρια εγκρδια κι ο Βριλκος δλωσε πως θα ’ρθει το διο απγεμα, ν’ αρχσουν.
     Η θε του φθνου, που επιβουλεεται πντα την ευτυχα των διαλεχτν, θλησε το ιστορικ εκενο απγεμα ν’ αδιαθετσει ο Μπερεκδης. Κποιο μικροκρυολγημα εχε πθει -παργγειλε η κυρα- λγο πυρετ, πρεπε να μενει στο κρεβτι. Παρακαλοσε πολ ν’ αναβληθε το σκκι. Ν’ αναβληθε. Τ να γνει; μως, για να μιλσει καννας με κθε ειλικρνεια, αυτ δεν του ρεσε και πολ του Βριλκου. να μικροκρυολγημα, κρεβτωμα, μερικ δκατα, σμφωνοι. Αλλ κατ τ αυτ εμπδιζε μια παρτδα σκκι; Σμπως δεν μποροσε ο Μπερεκδης, να παξει κι απ το κρεβτι του; μπως συνβαινε κτι λλο, κτι πολ πιο βαθ κι ποπτο; Μπως δηλαδ, εχε μετανισει για την πρσκληση που κανε, σε μια στιγμ ενθουσιασμο;
 -"Οπωσδποτε εγ θα περιμνω", δλωσε στη γυνακα του ο Βριλκος. "Τρα εναι η σειρ του να ’ρθει. Αν δεν το κνει, εγ θα κρατσω την αξιοπρπει μου, δεν θα τον προσκαλσω. Με ξρεις. Δεν εμαι απ κενους που ρχνουνε το εγ".
     Το επε και το κρτησε. Δυο μρες, τις κατοπινς, δε φνηκε στο παρθυρ του ο Μπερεκδης. Κθε που ο Βριλκος νοιγε το δικ του πρω-πρω, ριχνε μερικς ματις αντκρυ, φευγαλες, παιρνε τις ανσες του και τραβιταν αμσως πλι, για να μην υποτεθε τι περιμνει εκε σα λιμασμνος για παρα. Την τρτη μρα, που ξαναφνηκε ο Μπερεκδης, τα πρματα πρανε τη συνηθισμνη τροπ τους, την τυπικ... χαμγελο, κλση της κεφαλς, ευχς για την υγεα. Τποτ’ λλο. η συνντηση στθηκε μεμπτη αλλ κπως αδιρατα ψυχρ.
     Κι η κατσταση λο και ζριζε, ζριζε, ξεκινοσες πρω απ το σπτι σου και δεν σουνα καθλου σγουρος αν θα γυρσεις το μεσημρι. Ο Βριλκος ρχιζε να προβλπει την εποχ που, χι μνο τ’ απογματα, μα και τα πρωιν θα ταν φρνιμο να μνεις κλεισμνος στο σπτι. Για ττοιες στιγμς, τι καλτερο απ μια διαλεχτ συντροφι πρχειρη, εκε δυο βματα απ την πρτα σου! Μονχα το δρμο θα εχες να διασχσεις απ το να πεζοδρμιο στ' λλο. Κι ο δρμος τοτος ταν συχος, μλλον απκεν­τρος, οτε διαδηλσεις περνοσαν απ δω, οτε περπολοι καν στις απαγο­ρευμνες ρες. Ας ταν αυτς ο Μπερεκδης μια στλα αλλιτικος ν­θρωπος, χι τσο μονχνωτος, χι τσο κλειστς! Γιατ ραγε, ας πομε, να μην ξεκινσει να ’ρθει για το σκκι; Μπως αυτς δεν τανε που το ματαωσε; ρα, το χρωστοσε. Εξν πια αν η δειλα του φτανε σε ττοιο σημεο που να διστζει, να φοβται μπως εκτεθε. Μπως θα ’πρεπε να τον ενθαρρνει λιγκι ο Βριλκος;
     Και τον ενεθρρυνε γενναιφρονα, σο πιο πολ μποροσε, βγκε στο παρθυρο του και του χαμογλασε πολ εγκρδια, του κανε φιλικ νημα με το χρι. φτασε σαμ’ εκε! Να του κνει φιλικ νημα με το χρι. Τρεις φορς στη σειρ, ολοφνερα, δειξε ο Μπερεκδης πως χει κτι να πει. μως δεν το επε -πανθεμ τον!- δεν το επε. Και τα τζαμιλκια σφαλστηκαν πλι στο κεν, βουβ.
 -"χω την εντπωση", επε να πρω στη γυνακα του ο Μπερεκδης, "πως αυτς ο αντικρινς μας εναι νθρωπος υπερβολικ στενοκφαλος. Τον κλεσα μια μρα να ’ρθει για σκκι, αρρστησα, κι αυτς θεωρε, φανε­ται, τον εαυτ του προσβλημνο. Περιμνει τρα να τον παρακαλσω, να δεξω πως χω ξελιγωθε για την παρα του! Αμ’ δε! Ττοια χρη δε θα του την κνω. Ας με καλσει τρα κι αυτς".
     Και δεν του κανε τη χρη, μ’ λο που κι αυτς καιγτανε για μια παρ­τδα σκκι. Μρες, βδομδες, νοιγε το πρω το παρθυρο του, χαιρετιτανε με το Βριλκο, απμενε λγα λεφτ να τον κοιτζει με το στμα ανοιχτ. Μα δεν λεγε λξη. Λξη. Κι ο λλος το διο. Τποτα.
     Κπου να μνα αργτερα, κποιο πρω, ο Βριλκος ανογοντας το παρθυρο του, κανε το στραβ, δε χαιρτησε το Μπερεκδη. "Η υπομον και η υποχωρητικτητα" -εχε πει στη γυνακα του- "χουνε τα ρι τους. Αν χει ο Μπερεκδης μια φορ αξιοπρπεια, εγ χω δκα, εκοσι φορς! Κι εννο να την περιφρουρσω".
     Ο χαιρετισμς κπηκε αμσως, φυσικ, κι απ μρους του Μπερεκδη με το μαχαρι. Για δυο-τρεις ημρες καναν κι οι δυο τους το στραβ, απφευγαν. σπου, υστρα απ δεκαπντε μρες, ο νας τους ριξε, απερφραστα τρα, μια ματι εχθρικ στον λλον. Ο δετερος, δχως να σαστσει, απντησε μ’ ανλογη ματι. Και σ’ επμετρο, για να διατρανσει καλτερα την υπεροχ της αξιοπρπεις του, κλεισε το παρθυρο με βρντο.
     Δεν χει εξακριβωθε ποιος απ τους δυο πρτος κλεισε τσι το παρθυρο, στα μοτρα του αλλουνο. Φυσικ, αν δεν ταν ο Βριλκος, θα ταν ο Μπερεκδης. Ο καθνας τους μια φορ, ισχυριζτανε στερα, μ’ επιμον και υπερηφνεια, πως αυτς το εχε κνει.

------------------------------------------------------------------------------

     λλη μια ανρτηση που την οφελω εξ ολοκλρου στον εξαρετο φλο και ... "συνεργτη" Χρστο Σωτηρπουλο! Τον ευχαριστ πρα πολ και δημσια!

                                                             14/6/09         Π. Χ.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers