-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Thibault Jacques Anatol Francois ( ):

                  

                                Βιογραφικ

    Ο Ανατλ Φρανς (1844-1924) τανε Γλλος μυθιστοριογρφος και κριτικς λογοτεχνας, με διεισδυτικ πνεμα και κομψ φος. Γεννθηκε στο Παρσι 16 Απρλη και το πραγματικ νομα του ταν Ζακ Ανατλ Φρανσου Τιμπ. Μεγλωσε ανμεσα στα βιβλα κι ζησε μ' αυτ στο βιβλιοπωλεο του πατρα του, στον εκδοτικ οκο και στη βιβλιοθκη που εργστηκε αργτερα, καθς και στα διφορα ντυπα στις στλες των οποων γραφε κριτικ λογοτεχνας.
     Ο πατρας, Φρανσου Νολ Τιμπ, μ' ελλειπ παιδεα, εχε φιλοδξες για το γιο, γιαυτ τον στειλε για σπουδς στο Κολλγιο Στανισλς, που προοριζτανε γι' αριστοκρτες και μεγαλοαστος, το 1855. Στη διρκεια των σπουδν του, γινε δκτης πολλν αρνητικν σχολων κοινωνικο περιεχομνου κι η πκρα που του προκλεσαν αυτ αντικατοπτρστηκεν αργτερα στα ργα του.
     Το αρνητικ αυτ κλμα, σε συνδυασμ με τη πεση απ' τη πλευρ του πατρα του, που φιλοδοξοσε ο γιος του ν' ανβει κοινωνικ, φανεται πως τον οδγησαν απ τα 15 να γνει δημοκρτης κι θεος. Στη διαμρφωση των πολιτικν του πεποιθσεων επδρασε ντονα και το βιβλιοπωλεο του πατρα, που συγκντρωνε φυλλδια, εφημερδες και γενικ ντοκουμντα για τη Γαλλικ Επανσταση. Τελικ εγκατλειψε το Κολλγιο το 1862.
     Απ το 1867 ρχισε να δημοσιεει ποιματα σε φιλολογικ περιοδικ, εργστηκε για τον βιβλιοπλη Λεμρ κι γινε δεκτς στον κκλο των Παρνσσιων ποιητν. Στις εκδσεις του Αλφνς Λεμρ, εκδτη των ποιητν του «Παρνασσο», κανε διορθωτικ, βιβλιογραφικ και ταξινομητικ εργασα γραφε προλγους σ' εκδσεις κλασικν ργων. Συγχρνως, για να κερδσει κποια χρματα, εργστηκε σα «νγρος»  (Nègre ονμαζαν εκενη την εποχ τ' τομα που γρφανε π.χ. ν ρθρο που τελικ δημοσιευταν με τ' νομα λλου προσπου).
     Το 1876 γινε βοηθς βιβλιοθηκριου στη Γερουσα και παρμεινε ως το 1890, εξασφαλζοντας αρκετ ελεθερο χρνο για προσωπικ του πνευματικ ανπτυξη. Σ' αυτ τη περοδο στελνε τακτικ συνεργασες στα περιοδικ «Σφαρα» κι «Εικονογραφημνο Σμπαν». Το 1877, παντρετηκε τη Βαλερ Γκερν ντε Σοβλ κι απκτησε μια κρη. Μερικ χρνια αργτερα χρισε τη σζυγ του που θεωροσε τι τη παραμελοσε και ξδευε υπερβολικ ποσ σε βιβλα. Το 1886 ανλαβε λογοτεχνικς διευθυντς της καθημερινς εφημερδας «Οι Καιρο».
     Τον Σεπτμβρη του 1886 γνωρστηκε με τη μαντμ Αρμν ντε Καγιαβ, που το σαλνι της τανε κντρο της φιλολογικς ζως του Παρισιο. Δημοσευσε τα "Χρυσ Ποιματα" το 1873, μα το μυθιστρημα "Το γκλημα Του Σιλβστρου Μπονρ" (1881) τονε καθιρωσε στα γαλλικ γρμματα. Το 1887 αρχζει η σχση του με τη μαντμ Καγιαβ, που αποτλεσε τον μεγλο ρωτα της ζως του. Απ την νοιξη του 1893 ρχισε να γρφει ρθρα κοινωνικς κριτικς στην «Ηχ του Παρισιο» υπ τον ττλο "Οι Γνμες Του Κυρου Ζερμ Κουανιρ", μς απ' τα οποα ασκοσε αυστηρ κριτικ στους θεσμος κι εκδλωνε συμπθεια για τον κοιν καθημεριν νθρωπο. Οι επιθσεις αυτς κατ της Εκκλησας, του στρατο, της Δικαιοσνης και των ανλγητων μορφωμνων, τον καναν σντομα ν' αποκτσει σοβαρ πολιτικ δισταση.
     Το 1895 εξδωσε να βιβλο αφορισμν του με ττλο "Ο Κπος Του Επκουρου" (Le Jardin d' Épicure), μες στο οποο εξφραζε με μεγλην νταση τον αστικ σκεπτικισμ κι ηδονισμ, που διπνεε τη γαλλικ κουλτορα της εποχς αλλ εν γνει και το υπλοιπο συγγραφικ ργο του ιδου. Το 1896 γινε δεκτς στη Γαλλικ Ακαδημα και λγο μετ προσχρησε στο Σοσιαλιστικ Κμμα.
     Εξδωσε μυθιστορματα, διηγματα και κριτικ κεμενα. Μερικ απ τα κυριτερα ργα του εναι: "Το Ψητοπωλεο Της Βασλισσας Πεντκ (Χηνοπδαρης)" (1883), "Το Βιβλο Του Φλου Μου" (1885), "Θας"  (1890), "Το Κκκινο Κρνο" (1894), "Κρενκεμπιγ" (1903), "Το Νησ Των Πιγκουνων" (1908), "Ο Μικρς Πιρ" (1918), "Οι Θεο Διψον" (Les Dieux ont soif, 1912), "Η Ανταρσα Των Αγγλων" (La Révolte des anges, 1914) και μα βιογραφα της "Ζαν ντ' Αρκ" (1908). Εξαιτας του αντιθεοκρατικο πνεματος των ργων του, τα βιβλα του μπκανε στη Λστα (Index) Aπαγορευμνων Bιβλων (Libri Prohibiti) της Καθολικς Εκκλησας.
     Το 1920 παντρετηκε τη κατ 27 τη νετερ του μα Λαπρεβτ, πρην καμαριρα της μαντμ Αρμν ντε Καγιαβ. Το 1921 ταξδεψε στη Στοκχλμη που του απονεμθηκε το Νμπελ Λογοτεχνας και την επμενη χρονι δημοσευσε στην «Ουμανιτ» τον "Χαιρετισμ Προς Τα Σοβιτ", για να χσει μως λες τις ψευδαισθσεις του λγον αργτερα ταν οι Γλλοι διανοομενοι καταγγλθηκαν ως «ανεπιθμητοι ερασιτχνες» απ το 4ο Συνδριο της Κομμουνιστικς Διεθνος στη Μσχα.
     Πθανε στο Παρσι στις 12 Οκτβρη 1924, 6 μνες μετ απ τους εορτασμος της πλης για τα 80στ γενθλια του «τρομερο παιδιο» της. Το σνολο των ργων του εκδθηκε κατ τη περοδο 1925-35 σε 25 τμους.
     Ο Ανατλ Φρανς εμπνεστηκε απ τη Γαλλικ Επανσταση, την υπθεση Ντριφους, τους κοινωνικος αγνες, αλλ κι απ το μεγλο ρωτ του για τη κυρα ντε Καγιαβ. Εγραψε για τη θρησκεα, τη πολιτικ και τη δικαιοσνη με ιδεολογικ σκεπτικισμ και κοινωνικν ευαισθησα. Υπρξε μλος του γαλλικο σοσιαλιστικο κμματος για μικρ χρονικ διστημα. Καθς μως πντα η προτεραιτητα του ταν ο νθρωπος, ταν αντθετος σε κθε καθεστς που εμποδζει την ελεθερη σκψη. τσι εξφρασε δημσια την αντθεσ του στη συμπεριφορ της σοβιετικς κυβρνησης, παρμεινε πιστς στη Λγκα των ανθρωπνων δικαιωμτων κι σκησεν ντονη κριτικ στη Διεθν, κτι που του στρησε τη πρσβαση σ' λα τα κομμουνιστικ ντυπα. Στην υπθεση Ντριφους, στθηκε στο πλευρ του γαλλοεβραου αξιωματικο μαζ με τον Εμλ Ζολ και τον Ζαν Ζορς σε μια περοδο ντονου αντισημιτισμο στη Γαλλα.

     Μερικ αποφθγματ του:

* ,τι κανες αγαπ στη καλωσνη, αυτ δεν εναι η τιμ που κοστζει, εναι το καλ που κνει.

* ποιος ζει χωρς να ξρει τ να κνει με τη ζω του, επιθυμε μιαν λλη που να διαρκσει για πντα.

* νας νθρωπος εναι ευχαριστημνος τσο, σο μεγαλτερη γνοια χει.

* λες οι αλλαγς, ακμα κι οι πιο ποθητς, χουνε μια πκρα, γιατ αυτ που αφνουμε πσω εναι κομμτι μας. Πρπει να πεθνουμε σε κποια πργματα, για να μπορσουμε να γεννηθομε σε λλα καινορια.

*
Η αδιφορη φση δε κνει καμι δικριση μεταξ καλο και κακο. Μνον η συνθεια ρυθμζει τα θη.

* Για να πετχουμε θαυμσια πργματα, πρπει πρτα να τα ονειρευτομε σα να χανε πραγματοποιηθε.

* Παιδεα δεν εναι αυτ που σωρεουμε στη μνμη πσα μας εναι γνωστ. Εναι να μαστε σε θση να ξεχωρζουμε τη διαφορ μεταξ αυτν που ξρουμε κι αυτν που αγνοομε.

* λα τα ιστορικ βιβλα που δε γρφουνε ψματα εναι τρομερ ανιαρ.

* Το να γνωρζεις δεν εναι τποτα, το να 'χεις φαντασα εναι τα πντα.

* Αν 500.000.000 νθρωποι λνε μια βλακεα, αυτ εξακολουθε να παραμνει βλακεα.

* Ακολουθ το νμο της εξλιξης. Οι ηλθιοι μνουνε πσω κι οι τρελο τρχουνε πολ μπροστ.

* ταν κτι χει ειπωθε και μλιστα καλ, μη διστζετε. Πρτε το κι αντιγρφτε το.

* Καλτερα να καταλαβανουμε λγα, παρ να παρερμηνεουμε πολλ.

* Ο παιδαγωγς πρπει να μαθανει στο παιδ ν' αγαπ δυο πργματα: την ειρνη και τη δουλει και να μισε να πργμα: τον πλεμο.

* Η τχνη της διδασκαλας εναι το ξπνημα της περιργειας των νεαρν μυαλν με σκοπ τις απολαυς των στερων χρνων.

* Απ τις πρξεις ζον οι νθρωποι κι χι απ τις ιδες.

* Τρομερ να μην χει κανες αδυναμες. Δε μπορε να επωφεληθε απ' αυτς.

* Ο νμος χει μια θαυμσια ιστητα: Απαγορεει εξσου σε πλοσιους και φτωχος να κοιμονται κτω απ γφυρες, να ζητιανεουνε και να κλβουνε ψωμ.

* Ο ντρας κι ωραος αν εναι, δεν αγαπιται απ' τις γυνακες αν εναι φτωχς και κακοντυμνος.

--------------------------------------------------------------------


                              Το Μεγαλεο Της Δικαιοσνης

1. το μεγαλεο της δικαιοσνης

     Kθε απφαση που απαγγλλει ο δικαστς στ' νομα του κυραρχου λαο αντανακλ ολκερο το μεγαλεο της δικαιοσνης. Ο μεγαλοπρεπς χαρακτρ αυτς της δικαιοσνης αποκαλφθηκε στον πλανδιο μανβη Ζερμ Κρενκεμπιγ, ταν αυτς παρουσιστηκε στο πταισματοδικεο με τη κατηγορα της εξβρισης αστυνομικο. Καθισμνος στο εδλιο, βλεπε στην επιβλητικ σκοτειν αθουσα πταισματοδκες, υπαλλλους, δικηγρους ντυμνους με τβεννο, τον κλητρα με τις αλυσδες, χωροφλακες και, πσω απ να κγκελο, τ
' σκεπα κεφλια των σιωπηλν θεατν. Ο διος κατεχε μιαν υπερυψωμνη θση, σα να του 'χεν απονεμηθε μια δυσοωνη τιμ, λγω της εμφνισς του μπρος στον πταισματοδκη.
     Στο βθος της αθουσας, ανμεσα σε δυο πραγματογνμονες, καθταν ο Πρεδρος Μπουρς. Το μβλημα των αξιωματικν της Ακαδημας διακοσμοσε το στθος του. Πνω απ το βμα υπρχαν μια προτομ της Δημοκρατας κι ο Εσταυρωμνος, σα να υποδηλνουν τι λοι οι νμοι, θεκο κι ανθρπινοι, αιωρονται πνω απ το κεφλι του Κρενκεμπιγ. Ττοια σμβολα απ τη φση τους του ενπνεαν τρμο. Μη διαθτοντας φιλοσοφικ μυαλ, δεν εξτασε τη σημασα της προτομς και του Εσταυρωμνου, οτε κατ πσο ο Ιησος κι η συμβολικ προτομ εναρμονζονταν στα Δικαστρια. Ωστσο, αυτ ταν να θεωρητικ αντικεμενο, γιατ στο κτω-κτω η παπικ διδασκαλα κι οι εκκλησιαστικο καννες εναι σε πολλ σημεα αντθετα με το σνταγμα της Δημοκρατας και τον αστικ κδικα. Απ' ,τι γνωρζουμε, οι Εκκλησιαστικο Νμοι δεν χουν καταργηθε. Σμερα, πως και παλι, η Εκκλησα του Χριστο διδσκει τι μνον οι δυνμεις στις οποες αυτ δωσε την γκρισ της εναι νμιμες. Η Γαλλικ Δημοκρατα ισχυρζεται πως εναι ανεξρτητη απ τη παπικ εξουσα.
   Ο Κρενκεμπιγ θα μποροσε κλλιστα να πει:
 -«Κριοι πταισματοδκες, εφσον ο Πρεδρος Λουμπ δεν χει χρισθε, ο Χριστς, η εικνα του οποου αιωρεται πνω απ τα κεφλια σας, σας αποκηρσσει μσω της φωνς των εκκλησιαστικν συνδων και του Ππα. Ετε βρσκεται εδ για να σας υπενθυμζει τα δικαιματα της Εκκλησας, τα οποα καθιστον τα δικ σας κυρα, ετε δεν χει νημα η παρουσα Του».
   Και ττε ο Πρεδρος Μπουρς θα μποροσε ν' απαντσει:
 -«Κρατομενε Κρενκεμπιγ, οι βασιλιδες της Γαλλας ανκαθεν εχαν διαφορς με τον Ππα. Ο Γκιγιμ ντε Νογκαρ αφορστηκε, αλλ ο λγος για τον αφορισμ τανε τσον ασμαντος, που δεν παραιτθηκε καν απ το αξωμα του. Ο Χριστς του βματος δεν εναι ο Χριστς του Γρηγορου VII του Μπονιφτσιο VIII. Εναι, αν προτιμτε, ο Χριστς του Ευαγγελου, ο οποος δεν ξερε λξη απ παπικος καννες και δεν κουσε ποτ για τους γιους Εκκλησιαστικος Νμους».
   Επειτα ο Κρενκεμπιγ θα μποροσε ν' απαντσει κι χι χωρς λγο:
 -«Ο Χριστς του Ευαγγελου ταν ταραχοποις. Επιπλον, τανε θμα μιας απφασης την οποα για χλια εννιακσια χρνια λοι οι Χριστιανο θεωροσαν μια σοβαρ δικαστικ πλνη. Σας προκαλ, Κριε Πρεδρε, να με καταδικσετε στ' νομα Του κι χι για παραπνω απ σαρανταοκτ ρες φυλκισης».
     Αλλ ο Κρενκεμπιγ δεν κανε οτε ιστορικς, οτε πολιτικς κι οτε κοινωνιολογικς αναλσεις. Εχε μενει κατπληκτος. Ολο το εθιμοτυπικ που τον περιβαλλε, του προκαλοσε μια υψηλ ασθηση περ δικαιοσνης. Γεμτος ευλβεια, καταβεβλημνος απ τον τρμο, ταν τοιμος να υποταχθε στους δικαστς του σ' ,τι αφοροσε το θμα της ενοχς του. Η συνεδησ του ταν πεπεισμνη για την αθωτητ του, παρ' λα αυτ ο Κρενκεμπιγ νιωθε πσο ασμαντη εναι η συνεδηση ενς πλανδιου μανβη μπροστ στην πανοπλα του νμου και τους εκπροσπους της δημσιας δικαιοσνης. Ηδη ο δικηγρος του τον εχε σχεδν πεσει τι δεν ταν αθος. Μια συνοπτικ και γργορη εξταση αποκλυψε τις κατηγορες εναντον του.

2. το πθημα του Κρενκεμπιγ

     Ο πλανδιος μανβης Ζερμ Κρενκεμπιγ περπατοσε σ' λη τη πλη πνω-κτω, σπρχνοντας το καρτσι του, και διαλαλοσε:
 -«Λχανα! Γογγλια! Καρτα!» Οποτε εχε πρσα φναζε: «Σπαργγια!» Γιατ τα πρσα εναι τα σπαργγια των φτωχν. Ετυχε στις 20 Οκτβρη το μεσημρι, καθς κατβαινε την Οδ Μονμρτρ, να βγει η γυνακα του παπουτσ, η κυρ Μπαγιρντ, απ το μαγαζ της. Η κυρα πλησασε το καρτσι του Κρενκεμπιγ και, παρνοντας περιφρονητικ να μτσο πρσα στα χρια της, επε:
 -«Δε μ' αρσουνε και πολ τα πρσα σου. Πσα θες για το μτσο»;
   Κι ριξε περιφρονητικ τα πρσα πσω στο καρτσι.
 -«Εφτμισι φργκα, κυρ, τα καλτερα στην αγορ»!
   Κενη τη στιγμ εμφανστηκε ο Αστυφλακας 64 κι επε στον Κρενκεμπιγ:
 -«Ξεκουμπσου απ δω».
     Το να πηγαινορχεται δω κι εκε ταν ακριβς αυτ που 'κανε ο Κρενκεμπιγ πρω-βρδυ εδ και πενντα χρνια. Μια ττοια διαταγ του φνηκε σωστ κι απλυτα σμφωνη με τη φση των πραγμτων. Απλυτα τοιμος να υπακοσει, πεσε τη πελτισσ του να πρει αυτ που 'θελε.
 -«Πρπει να μου δσεις χρνο να διαλξω» του απντησε αυτ κοφτερ. πειτα ψηλφησε λα τα πρσα ξαν. Τελικ, διλεξε να μτσο που πστευε πως ταν το καλτερο και το κρτησε αγκαλι στο στθος της, πως κρατον οι γιοι των πινκων στις εκκλησες τις δφνες της νκης. «Θα σου δσω εφτ φργκα, που 'ναι υπεραρκετ, και πρπει να τα φρω απ' το μαγαζ, γιατ δεν χω λεφτ πνω μου». Αγκαλιζοντας ακμα τα πρσα, γρισε στο μαγαζ, που μλις εχε μπει μια πελτισσα μ' να παιδ αγκαλι. Ακριβς εκενη τη στιγμ ο Αστυφλακας 64 επε για δετερη φορ στον Κρενκεμπιγ:
 -«Ξεκουμπσου απ δω».
 -«Περιμνω τα λεφτ μου», απντησε ο Κρενκεμπιγ.
 -«Κι εγ σου λω να μη περιμνεις τα λεφτ σου, αλλ να ξεκουμπιστες απ δω», απντησε βλοσυρ ο αστυφλακας.
     Στο μεταξ, μσα στο μαγαζ της, η γυνακα του παπουτσ δοκμαζε γαλζιες παντφλες σ' να δεκαοκτμηνο παιδ, η μνα του οποου βιαζταν πολ. Και τα πρσα τανε πνω στον πγκο.
     Μετ απ μισ αινα που 'σπρωχνε το καρτσι του στους δρμους, ο Κρενκεμπιγ εχε μθει να σβεται την εξουσα. Αλλ τρα η θση του τανε παρξενη: το δλημμ του ταν να φγει υπακοοντας στο καθκον να περιμνει τα χρωστομενα. Ο Κρενκεμπιγ δεν εχε καθλου κριτικ νου. Αδυνατοσε να καταλβει πως η κατοχ ενς ατομικο δικαιματος δεν αποτελοσε σε καμα περπτωση απαλλαγ απ την εκπλρωση ενς κοινωνικο καθκοντος. Ο Κρενκεμπιγ δωσε πολ πιο μεγλη σημασα στη διεκδκηση των εφτ φργκων παρ στο καθκον του να σπρξει το καρτσι και να ξεκουμπιστε απ κει, να πηγαινορχεται μνιμα. μεινε ακνητος.
     Ο Αστυφλακας 64 τον διταξε συχα και ρεμα, για τρτη φορ, να ξεκουμπιστε απ κει. Αντθετα με τον Επιθεωρητ Μαντοσιλ, η συνθεια του οποου εναι ν' απειλε συνεχς και να μην προχωρε ποτ σε ενργειες, ο Αστυφλακας 64 αργε ν' απειλσει, αλλ ενεργε γργορα. Αυτ εναι οτο χαρακτρα του. Αν και κπως πουλος, ο Αστυφλακας 64 εναι εξαιρετικς υπηρτης του νμου κι αφοσιωμνος στρατιτης. Εναι θαρραλος σα λιοντρι και τρυφερς σα παιδ. Δεν ξρει τποτε λλο, εκτς απ τις επσημες οδηγες.
 -«Δε καταλαβανεις ταν σου λω να ξεκουμπιστες απ δω»;
     Για το μυαλ του Κρενκεμπιγ, ο λγος του να μη κινηθε ταν αρκετ σοβαρς στε να τον θεωρσει επαρκ. Ως εκ τοτου, απονρευτα κι απλ, προσπθησε να εξηγσει την κατσταση:
 -«Για νομα του Θεο! Δε σου 'πα τι περιμνω τα λεφτ μου»;
   Ο Αστυφλακας 64 απλ απντησε:
 -«Θες να σου δσω καμι κλση; Αν θες, δεν χεις παρ να μου το πεις».
     Μετ απ' αυτ τα λγια ο Κρενκεμπιγ σκωσε αργ τους μους σ' νδειξη υποταγς στη μορα του, κοταξε τον αστυφλακα με θλιμμνο φος και μετ σκωσε τα μτια του προς τον ουραν, σα να λεγε:
 -«Μρτυρς μου ο Θες! Εμαι παραβτης του νμου; Εμαι νθρωπος που δεν δνει σημασα στους νμους και στις διαταγς που ρυθμζουνε το πλανδιο επγγελμα μου; Στις πντε το πρω μουνα στην αγορ. Απ' τις εφτ, σπρχνοντας το καρτσι μου και κουρζοντας μ' αυτ τον τρπο τα χρια μου σο δεν πει λλο, διαλαλοσα: "Λχανα! Γογγλια! Καρτα!" Εκλεισα τα εξντα. Εξαντλθηκα. Κι εσ με ρωτς αν χω υψσει τη μαρη σημαα της ανταρσας. Με χλευζεις κι η κοροδα σου εναι σκληρ».
     Ετε επειδ αδυνατοσε να προσξει την κφραση στο πρσωπο του Κρενκεμπιγ, ετε επειδ δε τη θεωροσε δικαιολογα για την απειθαρχα του, ο αστυφλακας ρτησε κοφτ και με τραχει φων αν γινε κατανοητς. Ακριβς εκενη τη στιγμ η κυκλοφοριακ συμφρηση στην Οδ Μονμρτρ ταν χειρτερη παρ ποτ. μαξες, κρα, καρτσια, λεωφορεα, φορτηγ, στριμωγμνα το 'να δπλα στ' λλο, μοιζαν ρρηκτα κολλημνα μεταξ τους. Απ' τη τρεμουλιαστ ακινησα τους ρχονταν φωνς και βλαστμιες. Αμαξδες και χασπηδες, μεγαλστομα και με λιγωμνη φων, πρσβαλλαν ο νας τον λλον απ απσταση κι οδηγο λεωφορεων, θεωρντας πως ο Κρενκεμπιγ εναι η αιτα της συμφρησης, τον φναζαν «βρωμερ πρσο».Εν τω μεταξ, στο πεζοδρμιο οι περεργοι μαζεονταν για ν' ακοσουνε τη διαμχη. Ττε, ο αστυφλακας, βρσκοντας τον εαυτ του στο κντρο της προσοχς, ρχισε να σκφτεται πως εναι ρα να επιδεξει την εξουσα του.
 -«Πολ καλ», επε, βγζοντας να κοντχοντρο μολβι κι να λιγδιασμνο σημειωματριο απ την τσπη του. Ο Κρενκεμπιγ επμενε στην απφαση του, υπακοοντας σε μιαν εσωτερικ δναμη. Εξλλου, του τανε τρα πια αδνατο να κινηθε ετε μπρος ετε πσω. Η ρδα του καροτσιο του τανε δυστυχς πιασμνη στη ρδα του κρου ενς γαλατ. Τραβντας τα μαλλι του φναξε:
 -«Μα δεν σου 'πα τι περιμνω τα λεφτ μου! Εχουμε μπλξει εδ πρα! Misere de misere! Bon sang de bon sang». (Αθλιτητα της αθλιτητας! Καλ ζω της καλς ζως!)
     Αυτ τα λγια, που εξφραζαν μλλον απελπισα παρ ανταρσα, ο Αστυφλακας 64 τα θερησε προσβλητικ. Κι επειδ στο νου του λες οι προσβολς παιρναν τον καθαγιασμνο, κανονικ, παραδοσιακ, τυπικ δρμο της κφρασης: mort aux vaches, (Θνατος στους ρουφινους) κουσε και κατλαβε τα λγια του παραβτη.
 -«Α! Επες "Mort aux vaches". Πολ καλ. Ελα μαζ μου».
     Αποβλακωμνος απ κατπληξη και δυστυχα, ο Κρενκεμπιγ νοιξε τα μεγλα του μτια και κοταξε τον Αστυφλακα 64. Με σπασμνη φων που τη μια φαινταν να προρχεται απ το κεφλι του και την λλη απ τις μπτες του, φναξε, με τα χρια του διπλωμνα πνω στη γαλζια μπλοζα του:
 -«Εγ επα "Mort aux vaches"; Εγ;.. Ω
     Οι μποροι κι οι πιτσιρικδες για τα θελματα χαιρετσανε τη σλληψη με γλια, επειδ ικανοποιοσε το γοστο του πλθους για βαια κι ανντιμα θεματα. Κι μως, υπρχε ανμεσα στο πλθος να σοβαρ τομο που προσπαθοσε να περσει μπρος. ταν νας θλιμμνος γρος, ντυμνος στα μαρα, με ψηλ καπλο. Αυτς πλησασε τον αστυφλακα και του 'πε με χαμηλ φων, πολ απαλ κι αποφασιστικ:
 -«Κνετε λθος. Αυτς ο νθρωπος δε σας πρσβαλε».
 -«Κοτα τη δουλει σου», απντησε ο αστυνομικς, χωρς απειλ μως, γιατ μιλοσε σ' ναν καλοντυμνο νθρωπο. Ο γρος επμενε ρεμα κι ακλνητα. Ττε ο αστυνομικς τονε πρσταξε να κνει τη δλωση του στο Διευθυντ της Αστυνομας. Στο ενδιμεσο ο Κρενκεμπιγ εξηγοσε:
 -«Μετ επα "Mort aux vaches!" Ω!...» Καθς η κατπληξη του Κρενκεμπιγ ατονοσε, τον πλησασε η Μαντμ Μπαγιρντ, η σζυγος του παπουτσ, μ' επτ φργκα στο χρι της. Αλλ ο Αστυφλακας 64 δη τον εχε πισει απ' το γιακ κι τσι η Μαντμ Μπαγιρντ, σκεπτμενη τι δεν υπρχουν χρη απναντι σ' ναν νθρωπο που οδηγονταν στο αστυνομικ τμμα, βαλε τα λεφτ στη τσπη της ποδις της. Ττε, βλποντας ξαφνικ το καρτσι του ρημο, την ελευθερα του χαμνη, μια βυσσο ν' ανογεται κτω απ' τα πδια του και τον ουραν συννεφιασμνο, ο Κρενκεμπιγ μουρμορισε: «Δεν υπρχει ελπδα»!
     Στο Διευθυντ της Αστυνομας, ο γρος κριος δλωσε τι εχεν εμποδιστε στο δρμο του απ' τη κυκλοφοριακ συμφρηση κι τσι παρακολοθησε το συμβν. Επμενε πως ο Κρενκεμπιγ δεν εχε προσβλει τον αστυνομικ κι τι ο αστυνομικς τανε θμα πλνης. Ο κριος δωσε νομα κι επγγελμα: Δρ Δαβδ Ματι, διευθυντς ιατρς στο Νοσοκομεο Αμπροζ-Παρ, αξιωματοχος της Λεγενας της Τιμς. Σ' λλες εποχς, αυτ η μαρτυρα θα 'ταν επαρκς για το Διευθυντ της Αστυνομας. Αλλ κενο τον καιρ οι επιστμονες αντιμετωπζονταν ως ποπτοι στη Γαλλα. Ο Κρενκεμπιγ παρμεινε στη συνχεια υπ κρτηση. Πρασε τη νχτα στο κρατητριο και το πρω οδηγθηκε στο πταισματοδικεο με το κλειστ φορτηγ της φυλακς.
     Δεν βρισκε τη φυλκιση οτε θλιβερ οτε ταπεινωτικ. Τη θερησε αναγκαα. Αυτ που του κανε εντπωση ταν μπκε ταν η καθαριτητα των τοχων και του πατματος. «Λοιπν, απ ποψη καθαριτητας, εναι πργματι καθαρ το μρος. Θα μποροσες να τρως στο πτωμα». Οταν τον φησαν μνο του θλησε να τραβξει την καρκλα του. Ττε ανακλυψε τι η καρκλα ταν στερεωμνη στον τοχο κι εξφρασε την κπληξη του δυνατ: «Τι παρξενη ιδα! Αυτ εναι κτι που δε θα το σκεφτμουνα ποτ, εμαι σγουρος». Καθισμνος πλον, παιζε με τους αντχειρες του και περμενε κατπληκτος. Η ησυχα κι η μοναξι τονε κατβαλαν. Ο χρνος του φαινταν πολς. Ανσυχος πια, ρχισε να σκφτεται το καρτσι του, που 'χε κατασχεθε μαζ με το περιεχμενο του: τα λχανα, τα καρτα, τα σλινα, τις πικραλδες και τα καλαμπκια. Αποροσε κι αναρωτιταν, αναστατωμνος: «Τ να κνανε το καρτσι μου»;
     Τη τρτη μρα δχτηκεν επσκεψη απ τον δικηγρο του, τον Μετρ Λεμρλ, ν απ τα νετερα μλη του Δικηγορικο Συλλγου του Παρισιο, πρεδρο ενς τμματος της Ενωσης για τη Πατρδα Γαλλα. Ο Κρενκεμπιγ προσπαθοσε να του πει την ιστορα του, αλλ αυτ δεν ταν εκολο, γιατ ο Κρενκεμπιγ δεν ταν εξοικειωμνος με συζητσεις. Με λγη βοθεια σως να τα κατφερνε. Αλλ ο δικηγρος του κουνοσε μ' αμφιβολα το κεφλι σ' οτιδποτε λεγε ο Κρενκεμπιγ και ξεφυλλζοντας τα χαρτι του, μουρμορισε:
 -«Μμ! Μμ! Δε βρσκω τποτα για λ' αυτ στη περληψη που 'χω». πειτα, με βαριεστημνη φων, στριφογυρζοντας το ξανθ μουστκι του, επε: «Για το καλ σου, σως θα ταν ενδεδειγμνο να ομολογσεις. Η επιμον σου σε απλυτη ρνηση μου φανεται κρως ανητη». Κι απ κενη τη στιγμ, ο Κρενκεμπιγ θα ομολογοσε, αν ξερε τι να ομολογσει.

3. ο Κρενκεμπιγ μπρος στους πταισματοδκες

     Ο Πρεδρος Μπουρς αφιρωσε ξι ολκληρα λεπτ στην εξταση του Κρενκεμπιγ. Η εξταση θα ταν πιο διαφωτιστικ, αν ο κατηγορομενος εχεν απαντσει στις ερωτσεις που του τθηκαν. Αλλ ο Κρενκεμπιγ δεν ταν εξοικειωμνος σε συζητσεις και σε ττοια παρα, τα χελη του τανε σφραγισμνα απ σεβασμ και φβο. ρα παρμεινε σιωπηλς κι ο Πρεδρος απντησε στις ερωτσεις που 'χεν ο διος θσει. Οι απαντσεις του τανς συγκλονιστικς. πειτα συμπρανε:
 -«Τελικ, παραδχεσαι τι χεις πει "Mort aux vaches"».
 -«Εγ επα "Mort aux vaches!" γιατ ο αστυνομικς εχε πει "Mort aux vaches!" Ττε επα κι εγ "Mort aux vaches"»! Ο Κρενκεμπιγ εννοοσε πως, εκενη τη στιγμ που κατηγορθηκε με την πιο απροσδκητη κατηγορα, λγω της κπληξης του εχεν απλ επαναλβει τις περεργες λξεις που κατ λθος του αποδδονταν και τις οποες σγουρα δεν εχε προφρει ποτ. Οταν επε «Mort aux vaches!» εννοοσε κτι σαν «Εγ να εμαι ικανς να προσβλω κποιον! Πς εναι δυνατν να το πιστεετε αυτ»;
     Ο Πρεδρος Μπουρς δωσε διαφορετικ ερμηνεα στο συμβν.
 -«Επιμνετε», επε, «πως ο αστυνομικς ταν, ο διος, ο πρτος που εκστμισε αυτ τη φρση»; Ο Κρενκεμπιγ εγκατλειψε οποιαδποτε προσπθεια να εξηγσει. τανε πολ περπλοκο. «Δεν επιμνετε στη κατθεση σας. Καλ κνετε» επε ο Πρεδρος και κλεσε τον μρτυρα. Ο Αστυφλακας 64, με το νομα Μπαστιν Ματρ, ορκστηκε τι θα 'λεγε την αλθεια και μνο την αλθεια. Επειτα κατθεσε λγοντας τα εξς:
 -«Περιπολοσα στις 20 Οκτωβρου, το μεσημρι, ταν αντιλφθηκα ν τομο που φαινταν να 'ναι πλανδιος πωλητς και που αδικαιολγητα ενοχλοσε τη κυκλοφορα με το καρτσι του απναντι απ το νομερο 328. Τρεις φορς του δωσα διαταγ να μετακινηθε αλλ' αυτς αρνθηκε να συμμορφωθε. Κι ταν τονε προειδοποησα τι θα του επβαλα πρστιμο, αυτς απντησε φωνζοντας: "Mort aux vaches!" Αυτ τα λγια τα θερησα προσβολ».
     Ο αστυφλακας δωσε κατθεση με σαφ και λογικ τρπο κι οι πταισματοδκες τη δεχτκανε μ' ευνητη επιδοκιμασα. Οι μρτυρες υπερσπισης ταν η κυρ Μπαγιρντ, η σζυγος του παπουτσ κι ο Δρ Δαβδ Ματι, διευθυντς ιατρς στο Νοσοκομεο Αμπροζ-Παρ, αξιωματοχος της Λεγενας της Τιμς. Η κυρ Μπαγιρντ δεν εχε δει ακοσει τποτε. Ο Δρ Ματι βρισκτανε στο πλθος που 'χε μαζευτε γρω απ τον αστυνομικ που πρσταζε τον πλανδιο μανβη να μετακινηθε. Η κατθεση του νοιξε να καινοριο επεισδιο στη δκη.
 -«μουνα παρν στο συμβν», επε ο Δρ Ματι, «και παρατρησα πως ο αστυφλακας κανε λθος, δεν τον εχε προσβλλει ο μανβης. Πλησασα τον αστυφλακα και του συνστησα να δσει προσοχ στο συμβν. Ο αστυφλακας επμενε να τονε συλλβει και μου 'πε να τον ακολουθσω στο Διευθυντ της Αστυνομας. Αυτ κι κανα. Μπρος στο Διευθυντ, επανλαβα τη δλωση μου».
 -«Μπορετε να καθσετε» επε ο Πρεδρος. «Κλητρα, κλεσε ξαν τον μρτυρα Ματρ. Ματρ, ταν προχρησες στη σλληψη του κατηγορομενου, δε σου επισμανε ο Δρ Ματι τι κνεις λθος»;
 -«Δηλαδ, Κριε Πρεδρε, ο Δρ Ματι με πρσβαλε».
 -«Τ επε»;
 -«Επε "Mort aux vaches!"».  Θορυβδες γλιο ξσπασε στο κοιν.
 -«Μπορες ν' αποχωρσεις» επε ο Πρεδρος βιαστικ. Στη συνχεια προειδοποησε το κοιν πως αν ττοιες απρεπες εκδηλσεις συνβαιναν ξαν, θα εκκνωνε την αθουσα. Στο ενδιμεσο, ο Συνγορος της υπερσπισης κυμτιζε υπεροπτικ τα μανκια της τηβννου του και προς στιγμ φαινταν τι ο Κρενκεμπιγ θα αθωωνταν.
     Μετ την επαναφορ της τξης, σηκθηκε ο Μετρ Λεμρλ και ξεκνησε την αγρευση του μ' να εγκμιο για την αστυνομα:
 -«Αυτο οι σεμνο υπηρτες της κοινωνας που, για ναν ασμαντο μισθ, αντχουνε στη κοραση κι αψηφον ακατπαυστα τους κινδνους με καθημεριν ηρωισμ. Κποτε τανε στρατιτες και θα παραμενουνε στρατιτες. Στρατιτες, αυτ η λξη εκφρζει τα πντα...»
     Μετ απ αυτ τη θερηση ο Μετρ Λεμρλ συνχισε εγλωττα με μια ρητορεα για τις στρατιωτικς αρετς. Ο διος επε πως ταν νας απ' αυτος που δε θα επτρεπαν σε κανναν να σηκσει χρι εναντον του στρατο, εναντον εκενου του εθνικο στρατο, που ο διος ταν τσο περφανος να εναι μλος του. Ο Πρεδρος γνεψε καταφατικ. Ο Μετρ Λεμρλ τυχε να 'ναι φεδρος υπολοχαγς. Ηταν επσης υποψφιος του εθνικο κμματος για τη Λε Βιλ Οντριτ. Ο Μετρ συνχισε:
 -«Οχι, πργματι, δε θα μποροσα να επαινσω αρκετ τις ανεκτμητες υπηρεσες που σε καθημεριν βση προσφρονται σεμν απ τους φλακες της ειρνης στο γενναο λα του Παρισιο. Κι αν πστευα τι ο Κρενκεμπιγ, κριοι, εχε προσβλει να τως στρατιτη, δεν θα 'χα δεχτε ποτ να τον εκπροσωπ μπροστ σας. Ο πελτης μου κατηγορεται για τη φρση που υποτθεται τι επε: "Mort aux vaches!" Η ννοια αυτς της κφρασης εναι σαφς. Αν συμβουλευθετε Το Λεξικ της Γλσσας (λακ ιδωμα) θα βρετε: "Vachard", νας οκνηρς, νας τεμπλης, νας που ξαπλνει τεμπλικα σαν αγελδα αντ να δουλεει». Vache, νας που πουλιται στην αστυνομα, νας κατσκοπος. "Mort aux vaches!" εναι μια κφραση που χρησιμοποιεται απ συγκεκριμνα τομα. Αλλ το βασικ ερτημα εναι το εξς: πς το επε ο Κρενκεμπιγ; Κι επιπλον, αν το επε καν. Επιτρψτε μου ν' αμφιβλλω γι' αυτ, κριοι. Δεν υποπτεομαι τον Αστυφλακα Ματρ να 'χει καμα κακ πρθεση. Αλλ, πως αναφραμε, το λειτοργημα του εναι εππονο. Μερικς φορς ο αστυφλακας εναι ενοχλημνος, κουρασμνος, υπερβολικς. Κτω απ' αυτς τις συνθκες μπορε να εχε παραισθσεις. Κι ταν αυτς ρχεται και σας λει, κριοι, τι ο Δρ Δαβδ Ματι, αξιωματοχος της Λεγενας της Τιμς, διευθυντς ιατρς στο Νοσοκομεο Αμπροζ-Παρ, νας κριος κι νας πργκιπας της επιστμης, φναξε: "Mort aux vaches!" ττε εμαστε αναγκασμνοι να πιστψουμε τι ο Ματρ κατατρχεται απ μμονες ιδες κι αν ο ρος δεν εναι πολ δυνατς, υποφρει απ σνδρομο καταδωξης. Κι ακμη κι αν ο Κρενκεμπιγ, εχε φωνξει "Mort aux vaches!" μνει ν' αποδειχθε κατ πσο ττοιες λξεις στα χελια του μπορον να θεωρηθον προσβλητικς. Ο Κρενκεμπιγ εναι το νθο παιδ ενς πλανδιου μανβη, καταστραμμνου απ χρνιο αλκοολισμ κι λλες κακς συνθειες. Ο Κρενκεμπιγ γεννθηκε αλκοολικς. Τον βλπετε αποκτηνωμνο απ τα εξντα χρνια φτχειας. Κριοι, πρπει να συμπερνετε τι ο Κρενκεμπιγ εναι ανεθυνος».
     Ο Μετρ Λεμρλ κθισε. Επειτα ο Πρεδρος Μπουρς μουρμορισε μιαν απφαση που καταδκασε τον Ζερμ Κρενκεμπιγ να πληρσει πενντα φργκα πρστιμο και να περσει δυο βδομδες στη φυλακ. Οι πταισματοδκες τονε καταδκασαν βασισμνοι στη μαρτυρα του Αστυφλακα Ματρ. Καθς οδηγονταν στο μακρ σκοτειν διδρομο του Μεγρου, ο Κρενκεμπιγ νιωσε μια ντονη επιθυμα για συμπνια. Γρισε προς τον δημοτικ φλακα που αποτελοσε τη συνοδεα του και του φναξε τρεις φορς:
 -«'μοτικ!... 'μοτικ!... Εε! 'μοτικ!...». Και αναστναξε: «Αν κποιος πριν απ δυο βδομδες μου 'λγε και μνο τι θα συνβαινε αυτ!» Επειτα συλλογστηκε: «Μιλνε πολ γργορα αυτο οι κριοι. Μιλνε καλ, αλλ τσο γργορα. Δε μπορες να τους κνεις να σε καταλβουν... 'μοτικ, δεν νομζεις τι μιλνε πολ γργορα»; Αλλ ο στρατιτης συνχισε να βηματζει χωρς να του απαντσει να γυρσει το κεφλι του. Ο Κρενκεμπιγ τον ρτησε: «Γιατ δε μου απαντς»; Ο στρατιτης παρμεινε σιωπηλς. Κι ο Κρενκεμπιγ επε πικραμνα: «Θα μιλοσες σ' να σκυλ. Γιατ χι σε μνα; Δεν ανογεις ποτ το στμα σου; Μπως βρωμ η αναπνο σου»;

4. μια συγγνμη για τον πρεδρο Μπουρς

    
Αφο απαγγλθηκε απφαση, μερικ τομα απ το κοιν και δυο-τρεις δικηγροι φγαν απ την αθουσα. Ο γραμματας δη καλοσε λλη υπθεση. Αυτο που βγκαν ξω δεν συλλογστηκαν πνω στην υπθεση Κρενκεμπιγ, που δεν τους ενδιφερε και πολ. ρα δεν τη σκφτηκαν λλο. Ο κριος Ζαν Λερμτ, χαρκτης, που τυχε να βρσκεται στο μγαρο, ταν ο μνος που σκεφτταν αυτ που μλις εχε δει κι ακοσει. Βζοντας το χρι του στον μο του Μετρ Ζοζφ Ομπαρ, επε:
 -«Ο Πρεδρος Μπουρς αξζει συγχαρητρια επειδ δεν φησε τις σκψεις του να κατατρχονται απ σκοπη περιργεια κι απ τον εγωισμ των διανοομενων που υποτθεται πως ξρουν τα πντα. Αν εχε ζυγσει τις αντιφατικς καταθσεις του Αστυφλακα Ματρ και του Δρ Δαβδ Ματι, ο πταισματοδκης θα εχε υιοθετσει μια πορεα που δεν θα οδηγοσε παρ σε αμφιβολες και αβεβαιτητα. Η μθοδος της εξτασης των γεγοντων με κριτικ πνεμα θα ταν μοιραα για την απονομ της δικαιοσνης. Αν ο δικαστς ταν τσο απρσεκτος στε να ακολουθσει αυτ τη μθοδο, οι αποφσεις του θα εξαρτιονταν απ τη προσωπικ του σνεση, που γενικ δεν διθετε πολλ κι απ την ανθρπινη αναπηρα, που εναι παγκσμια. Πο να βρει να κριτριο; Δε μπορομε να αρνηθομε τι η ιστορικ μθοδος εναι απλυτα ανκανη να του προσφρει τη βεβαιτητα που χρειζεται. Σε σχση μ' αυτ υπρχει μια ιστορα για τον Σερ Ουλτερ Ρλε»:

   »Μια μρα, ταν ο Ρλε, φυλακισμνος στον Πργο του Λονδνου, δολευε ως συνθως το δετερο μρος του βιβλου του "Η Παγκσμια Ιστορα", γινε νας καβγς κτω απ το παρθυρο του. Ο Σερ Ουλτερ πγε στο παρθυρο και κοταξε ποιοι κναν τη φασαρα. Οταν γρισε στη δουλει του, νμισε τι τους εχε παρατηρσει πολ προσεκτικ. Το πρω της λλης μρας, μως, ανφερε το συμβν σ' ναν απ τους φλους του που το εχε επσης παρακολουθσει κι επιπλον εχε λβει μρος σ' αυτ. Ο φλος του τον διψευσε σ' λα τα σημεα. Επειτα ο Σερ Ουλτερ σκφτηκε τι, αν κανε λθος για συμβντα που γναν μπρος στα μτια του, ττε πσο πιο δσκολη πρπει να 'ναι η εξακρβωση της αλθειας των μακρινν γεγοντων κι τσι πταξε το χειργραφο της ιστορας του στη φωτι«.

    »Αν οι δικαστς εχαν τους διους ενδοιασμος με τον Σερ Ουλτερ Ρλε, θα πετοσαν λες τις σημεισεις τους στη φωτι. Αλλ δεν χουν καννα δικαωμα να το κνουν αυτ, διτι τσι θ' αψηφοσαν τη δικαιοσνη, θα πρατταν να γκλημα. Μας επιτρπεται να απελπιζμαστε για το τι γνωρζουμε, αλλ δεν πρπει να απελπιζμαστε να δικζουμε. Αυτο που απαιτον οι αποφσεις που αναγγλλονται στα Δικαστρια να εναι βασισμνες σε μεθοδικ εξταση των γεγοντων, εναι επικνδυνοι σοφιστς και δλιοι εχθρο τσο της αστικς σο και της στρατιωτικς δικαιοσνης. Ο Πρεδρος Μπουρς διαθτει ναν νου πολ κριτικ για να επιτρπει να εξαρτνται οι αποφσεις του απ τη λογικ κι απ τη γνση, διτι τα συμπερσματα αυτν εναι αινια αμφισβητομενα. Αντιθτως, ο Πρεδρος βασζει τις αποφσεις του σε δγματα και τις διαμορφνει σμφωνα με τη παρδοση, με αποτλεσμα η δικαιοδοσα των αποφσεων του να εναι ση με εκενη των εντολν της Εκκλησας.
    »Οι αποφσεις του εναι πργματι γκυρες. Εννο τι προρχονται απ να συγκεκριμνο αριθμ ιερν απαραβαστων καννων. Βλπε, για παρδειγμα, πς κατατσσει τις μαρτυρικς καταθσεις, χι σμφωνα με τα αββαια και απατηλ χαρακτηριστικ των φαινομνων και της ανθρπινης αλθειας, αλλ σμφωνα με εσωτερικς, μνιμες και φανερς ιδιτητες. Τις ζυγζει προσεκτικ, χρησιμοποιντας πολεμικ πλα ως βρη. Υπρχει τποτα που να εναι πιο απλ και ταυτχρονα πιο σοφ; Ακαταμχητη εναι γι' αυτν η κατθεση ενς φλακα της ειρνης, αν αφαιρεθε η ανθρπινη φση του και θεωρηθε απρσωπος αριθμς, σμφωνα με τις αρετς της ιδανικς
αστυνομας.
    »Οχι πως ο Ματρ (Μπαστιν), γεννημνος στο Σντο-Μντε της Κορσικς, του φανεται του Προδρου ανκανος να σφλλει. Δε σκφτηκε ποτ τι ο Μπαστιν Ματρ εναι προικισμνος με αλνθαστη παρατηρητικτητα, οτε τι εφρμοζε κποια μυστικ και δυναμικ μθοδο στην εξταση των γεγοντων. Στην πραγματικτητα δεν εναι ο Μπαστιν Ματρ που ο Πρεδρος εξετζει, αλλ ο Αστυφλακας 64. Πιστεει πως νας νθρωπος υπκειται σε σφλματα. Ο Πτερ κι ο Πολ μπορε να κνουν λθη. Ο Καρτσιος κι ο Γκασντι, ο Λιμπνιτς κι ο Νιοτον, ο Μπισ κι ο Κλοντ Μπερνρ ταν τομα επιρρεπ στο σφλμα. Ολοι μας μπορομε να σφλουμε οποιαδποτε στιγμ. Οι αιτες του σφλματος εναι αμτρητες. Οι αντιλψεις των αισθσεν μας κι η κρση του νου μας, αποτελον πηγς πλνης κι αιτες αβεβαιτητας. Δεν τολμμε να
βασιζμαστε στη κατθεση ενς μνο ανθρπου: "Εις μρτυς, ουδες μρτυς". Αλλ εμπιστευμαστε ναν αριθμ.
    »Ο Μπαστιν Ματρ απ' το Σντο-Μντε, κνει σφλματα. Αλλ ο Αστυφλακας 64, αν αφαιρεθε η ανθρπινη φση του, δε μπορε να σφλλει. Αποτελε μιαν ονττητα. Μια ονττητα δεν χει τποτε κοιν μ' ναν νθρωπο, εναι ελεθερη απ οτιδποτε συγχει, διαφθερει κι απογοητεει ανθρπους. Εναι αγν, αμετβλητη κι ανθευτη. Συνεπς οι πταισματοδκες δεν δστασαν να απορρψουν την κατθεση ενς απλο ανθρπου, του Δρ Δαβδ Ματι, και να δεχτον εκενη του Αστυφλακα 64, που αποτελε την καθαρ ιδα, μια απορρο
θεας φσης που κατβηκε στο εδλιο.
    »Ακολουθντας μια ττοια γραμμ επιχειρημτων, ο Πρεδρος Μπουρς επιτυγχνει να εδος αλθητου, το μνο το οποο μπορε να φιλοδοξε νας δικαστς. Οταν ο νθρωπος που καταθτει εναι οπλισμνος μ' να σπαθ, πρπει να δοθε προσοχ στη κατθεση του σπαθιο, χι του ανθρπου. Ο νθρωπος εναι ποταπς και μπορε να κνει λθος. Το σπαθ δεν εναι ποταπ και χει πντα δκιο. Ο Πρεδρος Μπουρς χει μπει βαθι σο πνεμα των νμων. Η κοινωνα βασζεται στη δναμη. Πρπει να σεβμαστε τη δναμη ως μεγαλειδες θεμλιο της κοινωνας. Η δικαιοσνη εναι η εφαρμογ της δναμης. Ο Πρεδρος Μπουρς ξρει τι ο Αστυφλακας 64 εναι να αναπσπαστο μρος της Κυβρνησης. Η Κυβρνηση ενυπρχει στον κθε αξιωματοχο της. Να μεισει την εξουσα του Αστυφλακα 64 σημανει να αποδυναμσει το Κρτος. Αν τρως τα φλλα μιας αγκινρας σημανει τι τρως την δια την αγκινρα, πως το θτει ο Μποσοκτ στην υπροχη γλσσα του. ("Πολιτικ μσα απ' την
Αγα Γραφ").
    »Ολα τα σπαθι του Κρτους εναι γυρισμνα προς την δια κατεθυνση. Το να αντιτσσεις το να εναντον του λλου σημανει ν' ανατρπεις την Δημοκρατα. Γι' αυτν το λγο, ο Κρενκεμπιγ, ο κατηγορομενος, δκαια καταδικζεται σε δυο βδομδες φυλκιση κι να πρστιμο πενντα φργκων, με βση τη κατθεση του Αστυφλακα 64. Μου φανεται σαν ν' ακοω τον διο τον Πρεδρο Μπουρς να εξηγε τις αντερες κι ευγενες αιτες που οδηγσανε
στην απφασ του. Σα να τον ακοω να λει:

    "Δκασα αυτ το τομο σμφωνα με την κατθεση του Αστυφλακα 64, επειδ ο Αστυφλακας 64 εναι απορρο της δημσιας δναμης. Κι αν θλετε ν' αποδειχθε η σοφα μου, φανταστετε τις συνπειες αν εχα υιοθετσει την αντστροφη πορεα. Αμσως θα καταλβετε τι αυτ θα ταν παρλογο. Διτι, αν οι αποφσεις μου ταν αντθετες με την εξουσα, δεν θα τις εκτελοσαν ποτ. Σημειστε, κριοι, τι οι δικαστς μπορον να επιβλλονται μνο ταν η εξουσα εναι με το μρος τους. Ενας δικαστς χωρς αστυνομικος δεν θα ταν τποτε λλο παρ νας τεμπλης ονειροπλος. Θα 'βλαπτα τον εαυτ μου αν επτρεπα σ' ναν αστυνομικ να 'χει λθος. Επιπλον, το διο το πνεμα των νμων εναι αντθετο μ' αυτ που θα 'κανα. Ν' αφοπλζεις τους δυνατος και να εξοπλζεις τους αδνατους σημανει ν' ανατρπεις εκενη την κοινωνικ τξη που χω καθκον να προστατεω. Η δικαιοσνη εναι η κρωση της κατεστημνης αδικας. Ηταν ποτ η δικαιοσνη αντθετη σε κατακτητς και σφετεριστς; Οταν εμφανζεται μια παρνομη δναμη, η δικαιοσνη δεν χει παρ να την αναγνωρσει κι η δναμη γνεται νμιμη. Το παν εναι η μορφ και μεταξ εγκλματος και νομιμτητας υπρχει μια τσο μικρ απσταση σο το πχος ενς φλλου χαρτιο. Ητανε στο χρι σου, Κρενκεμπιιγ, να εσαι ο πιο δυνατς. Αν, μετ που φναξες: "Mort aux vaches!" εχες κηρυχθε αυτοκρτορας, δικττορας, πρεδρος της δημοκρατας ακμη και δημοτικς σμβουλος, σε διαβεβαι τι δεν θα 'χες καταδικαστε οτε σε δυο βδομδες φυλακ, οτε θα πλρωνες πενντα φργκα πρστιμο. Θα σ' εχα αθω
σει. Μπορες να εσαι σγουρος γι' αυτ".

    »Αναμφβολα αυτ θα μποροσαν να 'ταν τα λγια του Προδρου Μπουρς. Γιατ χει κριτικ νου και ξρει τι οφελει στη κοινωνα νας δικαστς. Υπερασπζει κοινωνικς αρχς με τξη κι ακρβεια. Η δικαιοσνη εναι κοινωνικ. Μνο τομα με λανθασμνο σκεπτικ θα κναν τη δικαιοσνη να 'ναι ανθρπινη και λογικ. Η δικαιοσνη απονμεται με καθορισμνους καννες, χι με βση τα συναισθματα και τις αναλαμπς ευφυας. Πνω απ' λα μη ζηττε απ' τη δικαιοσνη να 'ναι δκαιη, δεν χει ανγκη να 'ναι δκαιη εφσον λγεται δικαιοσνη και μπορ ακμη και να πω πως η ιδα της δκαιης δικαι
οσνης μπορε να 'χει γεννηθε μνο στο μυαλ ενς αναρχικο.
    »Εναι αλθεια πως ο Πρεδρος Μαγκν απαγγλλει δκαιες αποφσεις, αλλ και να τις αναιρσει πλι δικαιοσνη θα εναι κι αυτ. Ο δοκιμασμνος δικαστς ζυγζει τις μαρτυρικς καταθσεις με το βρος των πλων. Ετσι γινε στην υπθεση Κρενκεμπιγ αλλ και
σε περισστερες, ακμα και πιο σπουδαες, υποθσεις».
     Αυτ λεγε ο Κριος Ζαν Λερμτ, καθς βδιζε πνω κτω στην Αθουσα των Χαμνων Βημτων.
     Ξνοντας την κρη της μτης του, ο Μετρ Ζοζφ Ομπαρ, που 'ξερε καλ το μγαρο, απντησε:
 -«Αν θλετε ν' ακοσετε τι νομζω, δε πιστεω πως ο Πρεδρος Μπουρς φτασε σ' να τσο μεταφυσικ εππεδο. Κατ τη γνμη μου, ταν δχτηκε ως αληθ τη κατθεση του Αστυφλακα 64, απλς ενργησε σμφωνα με το προηγομενο. Η μμηση βρσκεται στη βση των περισστερων ανθρπινων πρξεων. ν αξιοσβαστο τομο εναι αυτς που συμμορφνεται στις κοινωνικς συνθειες. Οι νθρωποι εναι καλο ταν κνουν πως κνουν λοι οι λλοι».

5. ο Κρενκεμπιγ υποτσσεται στους νμους της δημοκρατας

    
Οταν οδηγθηκε πλι πσω στη φυλακ, ο Κρενκεμπιγ κθησε στην αλυσοδεμνη καρκλα του, γεμτος κατπληξη και θαυμασμ. Ο διος δεν τανε καθλου σγουρος αν οι δικαστς καναν λθος. Το δικαστριο εχε αποκρψει την ουσιδη αδυναμα του πσω απ το μεγαλεο των τπων. Ο Κρενκεμπιγ δε μποροσε να πιστψει πως εχε δκιο ναντι των δικαστν, των οποων οι λγοι του ταν ακατανητοι. Του ταν αδνατο να συλλβει τι κτι μποροσε να πει στραβ σε μια τσο περτεχνη τελετ. Διτι, καθς δεν ταν συνηθισμνος να παρακολουθε τη Λειτουργα να συχνζει στο Ελιζ, δεν εχε ποτ στη ζω του παρασταθε σε κτι τσο μεγαλοπρεπς, πως μια δκη σε πταισματοδικεο. Ηταν απλυτα πεπεισμνος τι δεν εχε φωνξει ποτ «Mort aux vaches!» To γεγονς τι καταδικστηκε σε φυλκιση δυο βδομδων επειδ υποτθεται πως το 'χε πει αυτ του φνηκε μεγαλοπρεπς μυστριο, απ κενα τα συμβντα της μορας που προσχωρον οι πιστο χωρς να τα καταλαβανουν, μια κρυφ, εντυπωσιακ, αξιολτρευτη και τρομερ αποκλυψη.
     Αυτς ο δυστυχισμνος γρος θεωροσε τον εαυτ του νοχο για μυστικιστικ προσβολ του Αστυφλακα 64, ακριβς πως το αγορκι που μαθανει τη πρτη κατχηση θεωρε τον εαυτ του νοχο για την αμαρτα της Εας. Η δικαστικ απφαση τον πεισε πως εχε φωνξει «Mort aux vaches!» ρα πρπει να εχε φωνξει «Mort aux vaches!» μ' να μυστριο τρπο, γνωστο στον εαυτ του. Εχε μεταφερθε σ' ναν υπερφυσικ κσμο. Η δκη του ταν η αποκλυψη του. Ο Κρενκεμπιγ δεν εχε ξεκθαρη αντληψη για την παρβαση κι η αντληψη του για τη ποιν ταν ακμη πιο ασαφς. Η απφαση του δικαστηρου του φνηκε σα μια επσημη κι αντερη ιεροτελεστα, σα κτι εκτυφλωτικ κι ακατανητο, που δε συζητεται και για το οποο δε πρπει οτε να επαινες κι οτε να λυπσαι κποιον.
     Αν κενη τη στιγμ βλεπε τον Πρεδρο Μπουρς, μ' σπρα φτερ και φωτοστφανο γρω απ' το μτωπο του, να κατεβανει απ να νοιγμα στο ταβνι, δεν θα δοκμαζε καμα κπληξη γι' αυτ την καινορια εκδλωση της δικαστικς δξας. Μλλον θα 'λεγε: «Εναι η συνχεια της δκης μου»!
     Την λλη μρα τον επισκφθηκε ο δικηγρος του:
 -«Λοιπν, καλ μου νθρωπε, τα πργματα δεν πνε και τσον σχημα τελικ! Μην απελπζεσαι. Δυο βδομδες περνον εκολα. Δεν υπρχει ιδιατερος λγος να παραπονιμαστε».
 -«Σ' ,τι αφορ αυτ, πρπει να πω πως οι κριοι τανε πολ καλο, πολ ευγενικο: οτε μια αγενς λξη. Δε θα το πστευα. Κι ο 'μοτικς φοροσε σπρα γντια. Το προσξατε»;
 -«χοντας υπψη τα πντα, κναμε καλ που ομολογσαμε».
 -«σως».
 -«Κρενκεμπιγ, χω κποια καλ να για σνα. Ενας φιλνθρωπος που κατφερα να του κινσω το ενδιαφρον για σνα μου 'δωσε πενντα φργκα. Το ποσ θα χρησιμοποιηθε για να πληρσουμε το πρστιμ σου».
 -«Πτε θα μου δσετε τα λεφτ»;
 -«Θα πληρωθονε στη γραμματεα. Δε χρειζεται ν' ασχοληθες μ' αυτ».
 -«Δε πειρζει. Πντως εμαι πολ ευγνμων σ' αυτ τον νθρωπο». Κι ο Κρενκεμπιγ μουρμορισε σκεπτμενος: «Αυτ που μου συμβανει εναι ασυνθιστο».
 -«Μην υπερβλλεις, Κρενκεμπιγ. Η περπτωση σου δεν εναι καθλου σπνια».
 -«Μπως μπορετε να μου πετε πο βλανε το καρτσι μου»;

6. ο Κρενκεμπιγ στο φως της κοινς γνμης

    
Μετ την αποφυλκιση του, ο Κρενκεμπιγ σπρωχνε το καρτσι του κατ μκος της Οδο Μονμρτρ, φωνζοντας:
 -«Λχανα, γογγλια, καρτα». Δεν νιωθε ντροπ οτε περηφνεια για τη περιπτει του. Η ανμνησ της δε του 'ταν οδυνηρ. Τη καττασσε στο νου του ανμεσα στα νειρα, τα ταξδια και τις διασκεδσεις. Αλλ, πνω απ' λα, τανε χαρομενος που περπατοσε ξαν στις λσπες, κατ μκος των πλακστρωτων δρμων και που 'βλεπε ξαν το βροχερ ουραν της πλης πνω απ' το κεφλι του. Σταματοσε σε κθε γωνι να πιει να ποτ. Μετ εθυμος κι ανμελος, φτυνε στα χρια του για να υγρνει τις ροζιασμνες παλμες του, σκωνε τα χερολια κι σπρωχνε πλι το καρτσι του. Στο ενδιμεσο, να σμνος σπουργιτιν, φτωχ και πρωιν πως κι ο διος, που ψχνανε τα προς το ζην στους δρμους, πετξανε ψηλ ταν ακοστηκε η τσο οικεα φων του: «Λχανα, γογγλια, καρτα». Μια γρι νοικοκυρ που εχεν εμφανιστε, του 'πε καθς γγιζε το σλινο:
 -«Τ παθες, μπρμπα Κρενκεμπιγ; Δεν σ' χουμε δει εδ και τρεις εβδομδες. σουν ρρωστος; Φανεσαι κομμτι χλωμς».
 -«Να σου πω, κυρ Μαγι, κανα τον κριο».
     Τποτα δεν λλαξε στη ζω του, εκτς του τι πγαινε πιο συχν στη ταβρνα, γιατ σκεφττανε πως τανε γιορτ κι τι εχε κνει τη γνωριμα φιλνθρωπων. Γριζε στη σοφτα του αρκετ εθυμος. Ξαπλωμνος στο στρμα του, τραβοσε πνω του τους δυο σκους που χρησιμοποιοσε για κουβρτες, που 'χε δανειστε απ το καστανοπλη στη γωνα και συλλογιζτανε: «Λοιπν, η φυλακ δεν εναι και τσον σχημη, χεις ,τι θες εκε μσα. Πντως, εναι καλτερα στο σπτι». Η ικανοποηση του δε κρτησε πολ. Σντομα αντιλφθηκε πως οι πελτες του τονε λοξοκοιτοσαν.
 -«Καλ σλινο, κυρ Κουαντρ»!
 -«Δε θλω τποτα».
 -«Τ! Τποτα! Με αρα ζεις ττε»;
     Κι η κυρ Κουαντρ χωρς να καταδχεται ν' απαντσει γυρν στο μεγλο αρτοποιεο που 'ταν αφεντικνα. Οι μαγαζτορες κι οι επισττες, που κποτε μαζεονταν γρω απ το καρτσι του γεμτο πρσινα και φρσκα λαχανικ, τρα του γριζαν τη πλτη. ταν φτασε στου παπουτσ, στο σμβολο του Αγγλου Φλακα, κει που 'χαν αρχσει οι περιπτειες του με τη δικαιοσνη, φναξε:
 -«Κυρ Μπαγιρντ, μου χρωστς εφτμισι φργκα απ' τη προηγομενη φορ».
     Αλλ η κυρ Μπαγιρντ, που καθταν στον πγκο της, δεν καταδχτηκε να γυρσει το κεφλι. Ολκερη η Οδς Μονμρτρ ξερε πως ο γερο-Κρενκεμπιγ εχε πει φυλακ κι ολκερη η οδς Μονμρτρ αρνιταν τι τονε γνριζε. Η διδοση της καταδκης του εχε φτσει μχρι το Φομπορ και τη θορυβδη γωνα της Οδο Ρισ. Εκε, γρω στο μεσημρι, ο Κρενκεμπιιγ αντιλφθηκε τη κυρα Λορ, μια ευγενικ και πιστ πελτισσα, που 'σκυβε πνω στο καρτσι ενς λλου πλανδιου μανβη, του νεαρο Μαρτν. Η κυρα ψηλαφοσε να μεγλο λχανο. Τα μαλλι της λαμπαν στο ηλιφως σα μζες χαλαρ πλεγμνου χρυσαφνιου νματος. Κι ο νεαρς Μαρτν, νας ασμαντος νθρωπος κι χρηστος, διαμαρτυρταν με το χρι στη καρδι πως δεν υπρχανε πιο ωραα λαχανικ απ τα δικ του. Βλποντς το, η καρδι του Κρενκεμπιιγ ργισε. σπρωξε το καρτσι του δπλα στο καρτσι του νεαρο Μαρτν και, με μια λυπητερ σπασμνη φων, επε στη κυρα Λορ:
 -«Εναι δικο απ μρος σας να μ' εγκαταλεψετε».
     Η κυρα Λορ δεν ταν, πως κι η δια παραδεχταν, σε καμα περπτωση δοκισσα. Τις απψεις της για το φορτηγκι της φυλακς και το αστυνομικ τμμα δεν τις εχε αποκτσει απ την καλ κοινωνα. Αλλ εναι πργματι αδνατο για κποιον να εναι τμιος σε κθε σταθμ της ζως του; Ο καθνας χει ναν αυτοσεβασμ και δεν εναι ευχριστο ν' ασχοληθες με κποιον που μλις χει βγει απ τη φυλακ. ρα, η μνη σημασα που δωσε η κυρα στον Κρενκεμπιιγ ταν να βλμμα γεμτο αηδα. Κι ο γρο-πλανδιος μανβης, πικραμνος απ την προσβολ, φναξε:
 -«Τρβα στις βρωμιρες υπηρτριες του σιναφιο σου».
     Η κυρα Λορ φησε το λχανο να πσει απ τα χρια της και φναξε:
 -«Εε! Τρβα συ απ δω, τιποτνιε. Μλις βγκες απ' τη φυλακ και προσβλλεις πλι κσμο»!
     Αν ο Κρενκεμπιιγ εχε τον παραμικρ αυτολεγχο δεν θα εχε απαντσει στα ουρλιαχτ της κυρας Λορ. Ο Κρενκεμπιιγ ξερε πρα πολ καλ τι δεν εναι κανες κυραρχος της μορας του, τι δε μπορε πντα κανες να διαλγει το επγγελμ του κι τι καλο νθρωποι υπρχουνε παντο. Ητανε συνηθισμνος ν' αγνοε διακριτικ τις δουλεις των πελατν της μαζ του και δε περιφρονοσε κανναν. Αλλ τρα ταν εκτς εαυτο. Τρεις φορς ονμασε τη κυρα Λορ μπεκρο, υπηρτρια, γρι μγαιρα. Μια παρα απ τεμπληδες μαζετηκε γρω απ τη κυρα Λορ και τον Κρενκεμπιγ. Οι δυο τους αντλλαξαν και κποιες βρισις εξσου σοβαρς πως οι αρχικς και σντομα θα 'χαν εξαντλσει το λεξιλγιο τους, αν δεν εχε εμφανιστε ξφνου νας αστυνομικς, που αμσως, με τη σιωπ και την ακινησα του, τους κανε εξσου σιωπηλος κι ακνητους πως κι ο διος. Οι δο τους χρισαν. Αλλ αυτ η σκην ταν η τελευταα σταγνα που ξεχελισε το ποτρι της δυσφμισης του Κρενκεμπιγ στη περιοχ της Φομπορ Μονμρτρ και της Οδο Ρισ.

7. αποτελσματα

    
Ο γρος συνχισε τον δρμο του μουρμουρζοντας: «Αποδεδειγμνα εναι να παλιοθλυκο και τποτε παραπνω». Αλλ στο βθος της καρδις του δεν ταν αυτ το παρπονο που 'χε γι' αυτν. Ο Κρενκεμπιγ δε τη περιφρονοσε γι' αυτ που ταν. Αντθετα, τη σεβταν γι' αυτ, επειδ ξερε τι αυτ τανε λιτ και τακτικ. Κποτε τους ρεσε να μιλνε μαζ. Αυτ του 'λεγε για τους γονες της, που ζοσανε στην επαρχα. Κι εχαν κι οι δυο αποφασσει να χουν να μικρ κπο και να κρατονε πουλερικ. Ητανε καλ πελτισσα. Και μετ, να τη βλπει ν' αγορζει λχανα απ τον νεαρ Μαρτν, να βρμικο, χρηστο παλινθρωπο, του ργισε τη καρδι. Κι ταν αυτ κανε πως τον περιφρονοσε, αυτ του γμισε το ποτρι και ττε...
     Αλλ' αυτ, αλμονο, δεν ταν η μνη που τον απφευγε σαν να 'χε πανοκλα. λοι τον απφευγαν. πως η κυρα Λορ, η κυρα Κουαντρ, η αρτοποις, τσι κι η κυρα Μπαγιρντ απ τον Αγγελο Φλακα τονε περιφρονοσε και τον διωχνε. Μα! Ολη η κοινωνα αρνιταν να 'χει σχσεις μαζ του. ρα, επειδ κποιος πγε φυλακ για δυο βδομδες, δεν ταν αρκετ καλς οτε για να πουλ πρσα! τανε δκαιο αυτ; τανε λογικ να καταδικζεις ν ευπρεπς πλσμα να πεθνει απ τη πενα επειδ εχε προβλματα μ' ναν μπτσο;
     Αν δεν του επιτρεπταν να πουλ λαχανικ, ττε τελεωσαν λα για τον Κρενκεμπιγ. Σαν νοθευμνο κρασ ο Κρενκεμπιγ ξνισε. Απ ττε που εχε λγια με λο τον κσμο. Για το τποτα λεγε στους πελτες του τι πστευε γι' αυτος και με πολ σαφες ρους, σας διαβεβαι. Αν αυτο γγιζαν τα λαχανικ του για πολλ ρα τους λεγε κατμουτρα φαφλατδες κι μυαλους. μοια στη ταβρνα ο Κρενκεμπιγ σκουζε στους συντρφους του. Ο φλος του, ο καστανς, δεν τον αναγνριζε πια κι λεγε τι ο γρος-Κρενκεμπιγ γινε νας πραγματικς σκαντζχοιρος. Ο Κρενκεμπιγ αναμφβολα γινταν αγενς, δυσρεστος, βρωμστομος, φλαρος. Η αλθεια της υπθεσης τανε πως ο Κρενκεμπιγ ανακλυπτε τις ατλειες της κοινωνας, αλλ δεν εχε τις ικαντητες ενς Καθηγητ Φιλοσοφικν και Πολιτικν Επιστημν στε να εκφρζει τις απψεις του για τα κακ του συστματος και για τις απαιτομενες μεταρρυθμσεις. Κι οι σκψεις του εξελσσονταν χωρς τξη και μτρο.
     Η ατυχα του τον κανε δικο. παιρνε εκδκηση σ' αυτος που δε θλανε το κακ του και μερικς φορς σ' αυτος που 'τανε πιο αδναμοι απ' τον διο. Μια μρα χτπησε τον Αλφνς, το αγορκι του κρασοπλη, στο αφτ, επειδ τον εχε ρωτσει πς ταν να πει κανες φυλακ. Ο Κρενκεμπιγ τον βρεσε κι επε:
 -«Βρωμερ κουτσοβελο! Ο πατρας σου πρεπε να πει φυλακ, αντ να πλουτζει πουλντας δηλητριο».
     Πρξη και λγια που δε τιμοσανε καθλου τον Κρενκεμπιγ, γιατ, πως σωστ παρατρησε ο καστανς, δεν πρεπε να χτυπ κανες να παιδ κι οτε να το κατηγορε για να πατρα που δεν εχε διαλξει.
     Ο Κρενκεμπιγ ρχισε να πνει. Οσο λιγτερα χρματα κρδιζε, τσο περισστερο κονικ πινε. Ο λλοτε λιτοδαιτος κι εγκρατς λλαξε πια κι αυτ η αλλαγ προξενοσε και στον διο κατπληξη.
 -«Ποτ δεν μουνα σπταλος» επε. «Υποθτω τι δε καλυτερεει κανες σο μεγαλνει».
     Μερικς φορς κατηγοροσε βαρι τον εαυτ του για το παρπτωμα και τη τεμπελι του:
 -«Κρενκεμπιγ, γρο, δε κνεις για τποτε παρ να σηκνεις το ποτρι σου».
     Μερικς φορς ξεγελοσε τον εαυτ του και συμπραινε τι χρειαζτανε το ποτ:
 -«Πρπει να πιω μια γουλι, πρπει να πιω μια σταγνα για να δυναμσω και να μου φτιξει η διθεση. Νιθω σα να 'χω φωτι μσα μου και δεν υπρχει τποτε καλτερο απ' το ποτ για να τη σβσω».
     Συχν συνβαινε να χσει τη λαχαναγορ τα πρωιν κι τσι αναγκαζταν να προμηθευτε χαλασμνα φροτα και λαχανικ με πστωση. Μια μρα, αισθνθηκε κουρασμνος και χωρς κουργιο, φησε το καρτσι του στη παργκα και πρασε λη τη μρα στο υπαθριο μαγαζ της κυρ Ροζ που πουλοσε πατσ μπαινοβγανοντας στις κβες της αγορ. Το βρδυ καθισμνος σ' να καλθι συλλογστηκε κι αντιλφθηκε τη παρακμ του. Θυμθηκε τη δναμη των νιτων του, τα επιτεγματα του παλιο καιρο, τη σκληρ δουλει και τα χαρομενα βρδια, κενες τις ημρες που περνοσανε γοργ λες γεμτες κι διες, το περπτημα στο σκοτδι πνω-κτω, στο πλακστρωτο της αγορς, περιμνοντας τη πρωιν χοντρικ, τα λαχανικ που τα κουβαλοσε αγκαλι και που τα τακτοποιοσε με μερκι στο καρτσι. Θυμθηκε τον πολ ζεστ μαρο καφ της Μαμς Θεοδρας, που τον πινε ρθιος, με μια γουλι, θυμθηκε το πως πιανε δυνατ τα χερολια και, μετ, καθς περνοσε τους δρμους γεμτους κσμο, τη δυνατ κραυγ, που 'σκιζε σα λλημα πετεινο τον πρωιν αρα. λη η αθα σκληρ ζω του ανθρπινου αλγου απλωντανε μπρος του. Για μισν αινα στο κινητ του μαγαζ, εχε προσφρει στο λα της πλης τη φρσκια σοδει των λαχανκηπων κρατημνη με φροντδα και ξενχτι. Κουνντας το κεφλι ο Κρενκεμπιγ αναστναξε:
 -«χι! Δεν εμαι πια αυτς που 'μουνα. Τελεωσα. Η στμνα πει τσο συχν στο πηγδι, μχρι που στο τλος σπει. Και δεν γινα ποτ πια διος απ ττε που 'χα την υπθεση με τους δικαστς. χι δεν εμαι πια ο νθρωπος που 'μουνα».
     Με λγα λγια, το ηθικ του εχε καταρρακωθε. Κι ταν νας νθρωπος φτνει σ' αυτ τη κατσταση, εναι σαν να κεται στο χμα, ανκανος να σηκωθε. λοι οι περαστικο τον ποδοπατον.

8. η κατληξη

    
πειτα ρθε η φτχεια, μαρη φτχεια. Ο γρος πλανδιος μανβης, που γυρνοσε σπτι απ το Φομπορ Μονμρτρ με μια σακολα γεμτη νομσματα των πντε φργκων, τρα πια δεν εχε οτε να νμισμα. Ο χειμνας ρθε. Επειδ τον εχανε διξει απ' τη σοφτα που 'μενε, κοιμτανε κτω απ' τα καρτσια σε μια παργκα. βρεχε μρες τρα, τα χαντκια ξεχελιζαν κι η παργκα πλημμρισε. Κουλουριασμνος στο καρτσι του, πνω απ το βρομερ νερ, με αρχνες, ποντικος και μισοπεθαμνες απ την πενα γτες για παρα, ο Κρενκεμπιγ συλλογιζταν στο σκοτδι. Δεν εχε φει τποτε λη τη μρα και δεν εχε πια οτε τους σκους του κασταν για σκεπσματα. Ττε θυμθηκε τις δυο εβδομδες που η κυβρνηση του εχε εξασφαλσει φαγητ και ροχα. Ζλευε την τχη των φυλακισμνων. Αυτο δεν υποφρουν απ το κρο τη πενα. Μια σκψη του ρθε: «Αφο ξρω το κλπο, γιατ να μη το χρησιμοποισω»;
     Σηκθηκε και βγκε στους δρμους. τανε λγο μετ τις ντεκα. Η νχτα τανε σκοτειν και ψυχρ. πεφτε υγρ ομχλη, πιο κρα και πιο διαπεραστικ απ τη βροχ. Οι λγοι περαστικο περπατοσαν κτω απ τα μπαλκνια των σπιτιν. Ο Κρενκεμπιγ πρασε την εκκλησα του Αγου Ευσταθου και μπκε στην ρημη Οδ Μονμρτρ. Ενας φλακας της ειρνης στεκτανε στο πεζοδρμιο, κοντ στην εκκλησα, κτω απ μια λμπα με υγραριο και γρω του η ψιλ βροχ φαιντανε κοκκινωπ στο φως της λμπας. Η βροχ πεφτε στη κουκολα του αστυνομικο. Αυτς φαιντανε παγωμνος μχρι το κκαλο, αλλ, ετε επειδ προτιμοσε να βρσκεται στο φως, ετε επειδ εχε κουραστε να περπατ, στεκτανε κτω απ τη λμπα, που σως του φνηκε σα φλος, σαν σντροφος. Στη μοναξι της νχτας η φλγα που τρεμπαιζε ταν η μνη του διασκδαση. Ακνητος πως τανε, δεν φαιντανε σχεδν καθλου ανθρπινος. Η αντανκλαση απ τις μπτες του στο υγρ πεζοδρμιο, που 'μοιαζε με λμνη, τον προκτεινε προς τα κτω κι απ απσταση τον κανε να μοιζει μ' να αμφβιο τρας, μισ μσα και μισ ξω απ το νερ. Αν τον κοιτοσε κανες απ πιο κοντ, βλεπε ταυτχρονα μια καλογερστικη και στρατιωτικ εμφνιση. Το τραχ γνρισμα της κφρασης του μεγεθυνταν κτω απ τη σκι της κουκολας, μελαγχολικ κι ατραχο. Εχε να χοντρ μουστκι, κοντ και γκρζο. τανε παλις μπτσος, νας ντρας πνω απ τα σαρντα. Ο Κρενκεμπιγ τον πλησασε απαλ και με αδναμη διστακτικ φων, επε:
 -«Mort aux vaches»!
     πειτα περμενε το αποτλεσμα αυτν των ιερν λξεων. Αλλ δεν κουσε τποτε. Ο αστυφλακας παρμεινε ακνητος και σιωπηλς, με τα χρια διπλωμνα κτω απ τον κοντ μανδα. Τα μτια του ταν ορθνοιχτα, γυλιζαν στο σκοτδι και κοιτοσανε τον Κρενκεμπιγ με μελαγχολα, εγργορση και περιφρνηση. Ο Κρενκεμπιγ, κατπληκτος, αλλ αποφασιστικς, μουρμορισε ξαν:
 -«Mort aux vaches! σου λω».
     Στο παγωμνο σκοτδι επικρτησε μακρ σιωπ, μαζ με τον χο της ψιλς διαπεραστικς βροχς. Τελικ μλησε ο αστυφλακας:
 -«Ττοια πρματα δε λγονται... Σγουρα δε λγονται. Στην ηλικα σου πρεπε να το ξρεις αυτ. Φγε».
 -«Γιατ δε με συλλαμβνεις;» ρτησε ο Κρενκεμπιγ.
     Ο αστυφλακας κονησε το κεφλι του κτω απ' την κουκολα που σταζε:
 -«Αν ταν να μαζψουμε λους τους μυαλους που λν ,τι δε πρπει, πρεπε να διακψουμε τη δουλει μας!.. Και τ θα κερδζαμε»;
     Τσακισμνος απ τη τσο μεγαλοπρεπ περιφρνηση, ο Κρενκεμπιγ παρμεινε για λγη ρα απαθς και σιωπηλς, με τα πδια του στο χαντκι. Πριν φγει προσπθησε να εξηγσει:
 -«Δεν θελα να πω: Mort aux vaches! σε σνα. Δεν τανε για σνα, σο δεν τανε και για κποιον λλον. ταν απλ μια ιδα».
     Ο αστυφλακας του απντησε αυστηρ αλλ φιλικ:
 -«Ετε ιδα, ετε οτιδποτε λλο, δε πρπει να λγεται, γιατ, ταν νας νθρωπος κνει το καθκον του κι αντχει πολλ, δε θα 'πρεπε να τονε προσβλλουν μ' επιπλαιες λξεις. Σου ξαναλω να φγεις».
     Ο Κρενκεμπιγ, με σκυμμνο κεφλι και χρια που κρμονταν τονα, βυθστηκε στη βροχ και στο σκοτδι.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers