-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Chateaubriand François-Auguste-René vicomte de:

   Βρθηκα στη ζω μσα σε δυο αινες,
            σμπως πνω στη συμβολ δυο ποταμν.

Βοτηξα στα νερ τα θολωμνα τους
           και λος λπη ξεμακρανω απ'
τη γρικη
την χθη που γεννθηκα
κι λος ελπδα
           κολυμπ προς να γνωστο ακρογιλι
.  Σατωμπριν

  Βιογραφικ

     Ο Φρανσου-Ωγκστ-Ρεν, υποκμης ντε Σατωμπριν (François-Auguste-René, vicomte de Chateaubriand, Σατωβρινδος, 1768-1848), τανε Γλλος συγγραφας, περιηγητς, πολιτικς, στρατιωτικς κι νθερμος φιλλληνας, που προερχταν απ παμπλαια, αλλ ξεπεσμνη, αριστοκρατικ οικογνεια. Σποδασε (1777-1783) στα κολλγια της Ντολ (Dol), Ρεν (Rennes) και Ντινν (Dinan), που διακρθηκεν ιδιαιτρως κι εν ταλαντευταν μεταξ της ναυτικς και της εκκλησιαστικς σταδιοδρομας, γνεται ανθυπολοχαγς στη φρουρ του Καμπρα το 1786. Το 1788, λοχαγς πλον, βρσκεται στο Παρσι, που συναναστρφεται συγγραφες της εποχς και δημοσιεει τους 1ους του στχους στο Almanach des Muses. Υπηρτησε ως διπλωμτης και Πρσβης της Γαλλας σε διφορες πρωτεουσες της Ευρπης και χρημτισε Υπουργς Εξωτερικν κατ τη περοδο 1823-1824. Υποστριξε σθεναρ την Ελλδα κατ την Επανσταση του 1821. Θεωρεται ιδρυτς του γαλλικο ρομαντισμο, απ τα μεγλα ονματα της γαλλικς λογοτεχνας, αυτς που ενπνευσε στον λλο μεγλο ρομαντικ, τον Βκτωρα Ουγκ, την αποστροφ: Θλω να εμαι Σατωβρινδος τποτα.

    Γεννιται στο Σαιν-Μαλ της Βρεττνης στις 4 Σεπτμβρη 1768, -τη στιγμ που στη περιοχ επικρατε σφοδρ καταιγδα κι επσης δε θλει να λει πως γεννθηκε ττε αλλ το 1769, το γενθλιο τος του θαυμαστ του Ναπολοντα- τελευταο απ τα 10 παιδι του Ρεν ντε Σατωμπριν, τιτλοχου ρχοντα, που 'χεν αναγκαστε να γνει θαλασσινς για να ζσει και μεγλωσε στον οικογενειακ πργο του Κομποργκ της διας περιοχς. Ο πατρας τανε τολμηρς πλοαρχος κι μπορος μαζ, σχημτισε αρκετ περιουσα κι εχεν αγορσει τον πργο και τον ττλο του κμη. Περιοσια που κατ μγα μρος τη κληρονμησε ο 1ος γιος, πως ταν ττε τα θιμα. Η 1η λοιπν επαφ του Σατωβριν ταν με τη τραχι γη και την γρια θλασσα της Βρεττνης. Αν κι ευγενς, παζει στο λιμνι με τα παιδι των ψαρδων και νιθει σαν απελευθερωμνος αντρτης. Στα 1777-9 σπουδζει στα κολλγια της Ντολ, της Ρεν και της Ντινν αποκαλπτοντας στους δασκλους του πολλ και καταπληκτικ χαρσματα μαθητ με τερστια μνμη, μεγλη φεση για μθηση, καθς κι ευκολα αφομοωσης των κλασσικν συγγραφων, καλλιτεχνικν αλλ κι επιστημονικν γνσεων, εντυπωσιζοντας αυτος αλλ και τους συμμαθητς του. χει κλση και προς τη θλασσα και προς τη θρησκεα.



     Καθς το μεγαλτερο μρος της οικογενειακς περιουσας μαζ με τους ττλους πηγανανε στον πρωττοκο, κενος σα μικρτερος πρεπε να διαλξει σταδιοδρομα. Στο Πργο-φροριο Κομπορ περιμνοντας κλση για τη στρατιωτικ του θητεα, αρχζει να πλθει το μθο του. Ξεχν την αγπη για τη μουσικ και την αρχιτεκτονικ κι ανακαλπτει τη μελαγχολα. Το φροριο εναι γεμτο μυστικ περσματα και πργους, υπγειες διαβσεις κι αποθκες. Εναι το βασλειο του σκτους. Ο νεαρς νοικοκρης το τριγυρν σκοπα απ' το πρω ως το βρδυ, με παρα τους δαμονς του και τη Λουσλ, την αγαπημνη του αδελφ και προφτη. Μαζ της ανακαλπτει τον ιλιγγιδη ρομαντισμ που ασκονε τα μοναχικ μρη και καλλιεργε τη περιφρνηση για τη κανονικ ζω. Στο Κομπορ γρφει μετ απ χρνια το μυθιστρημα του Ρεν, να τραγικ και χυδαο βιβλο που φρνει μεγλη ανασττωση σ' λη τη Γαλλα. Εναι η στιγμ της γννησης του ρομαντισμο. τσι απ το 1786 ως το 1790 δοκμασε, χωρς πραγματικ ενδιαφρον, το στρατιωτικ πεδο. το 1786 τονε βρσκουμε ανθυπολοχαγ στο Σνταγμα της Ναβρρα, που τανε φρουρ στο Καμπρα. γνεται ανθυπολοχαγς και βρσκεται στην ευχριστη θση, να πηγανει στο Παρσι με αστραφτερ κυανλευκη στολ. Εκε μως το 1789 ξεσπ η Γαλλικ Επανσταση και τα ιδανικ της δεν αρσουνε στο Σατομπριν. Συμπαθν αρχικ, γργορα απογοητεεται. Στη γαλλικ επανσταση δεν παρνει μρος, θα 'ναι στο Παρσι και θα συναναστρφεται τους αναρθμητους συγγραφες του καιρο του, ανμεσα στους οποους εναι ο περφημος Λα Αρπ, ο Σαμφρ κι ο Φοντν. Ττε η λεγομνη φιλοσοφα του Διαφωτισμο, δηλαδ η φιλοσοφα των προοδευτικν ιδεν του Βολταρου και του Ρουσσ, αρχζει να ασκε πνω του μεγλην επδραση, μολοντι ταν ειλικρινς πιστς της μοναρχας κι ιδως της συνταγματικς.



     Τα 2 πρτα χρνια της Επανστασης κυλνε σε αβεβαιτητα. Τα πντα απειλονται -και σ' αυτ την αβεβαιτητα ο νεαρς, ρομαντικς, ανσυχος, ονειροπλος και διψντας για καινοριες εμπειρες, Σατωμπριν ονειρεεται να γνει εξερευνητς. Μπαρκρει σ' να πλοο με κατεθυνση τον Βρειο Πλο αλλ το εγκαταλεπει στις Αζρες κι αποφασζει να ταξιδψει στις ΗΠΑ για να γνωρσει τη μεγλη αυτ χρα και να μελετσει τους δημοκρατικος θεσμος της, αλλ και τη ζω των Ινδινων, που τους θεωροσε φορες μιας αληθιν ελεθερης ζως. Στις 8 Απρλη 1791, μες στη φωτι της Επανστασης, μπαρκρει για τις ΗΠΑ, φτνει στη Βαλτιμρη, πει στη Φιλαδλφεια και μπανει στην υπηρεσα του αγωνιστ της ελευθερας, Τζωρτζ Ουσιγκτον, θαυμζει τους καταρρκτες του Νιαγρα και μεταμφιζεται σε Ινδινο, σο γρφει το ργο του για τις μισητς επαναστσεις. Ττε φτνουν οι πληροφορες για τα γεγοντα στη Γαλλα. Το Γενρη του 1791, 8 μνες μετ την φιξ του εκε, φεγει και φτνει στη Χβρη. Πρπει μως να φγει αμσως, γιατ κατ την απουσα του τον χουνε καταδικσει σε θνατο κι χοντας εξαντλσει στο ταξδι αυτ και το τελευταο του φργκο απ το κατλοιπο της πατρικς κληρονομις,επιστρφει να βοηθσει στην υπερσπιση της μοναρχας, αλλ αναγκζεται να παντρευτε με συνοικσιο της αδελφς του τη Σελεστνη Μπουισσν, γυνακα που ποτ δεν την αγπησε, την απατοσε συστηματικ, μα ποτ δε χρισε. Αλλ πεσε θμα πως και πολλο λλοι, καθς κι η αδελφ του, που καμε το συνοικσιο, της ψετικης φμης πως η Σελεστνη τανε πολ πλοσια, εν πραγματικ εχε πολ μικρ περιουσα.
     Επιστρφει  λοιπν παντρεεται και θα καταταγε στο στρατ των εξριστων Γλλων ευγενν πριγκπων (émigrés) για να υπερασπιστε το βασιλικ καθεστς, πολεμντας κατ της Επανστασης. Η γυνακα του κι η αγαπημνη του αδελφ Λουσλ συλλαμβνονται κατ τη Τρομοκρατα του Ροβεσπιρρου και της παρας του, που κυρως ανβαζε στη γκιλοτνα κεφλια αριστοκρατν, κι ο αδελφς του καρατομεται. Πληγνεται στη πολιορκα της Τιονβλ και παρνει τον δρμο της εξορας μεταμφιεσμνος, στο Λονδνο -που χιλιδες αριστοκρτες προσπαθον να ζσουνε κνοντας λα τα επαγγλματα και πιστεοντας πως η Επανσταση γοργ θα κατρρεε. Θα μενει στην Αγγλα 7 χρνια (1793-1800), στο Λονδνο νοικιζει να θλιο μικρ δωμτιο που σμερα εναι μουσεο. Ζει σ' σχατη νδεια, δνοντας μαθματα Γαλλικς και κνοντας μεταφρσεις, αλλ περν περιδους φρικτς δυστυχας και πενας.


                            η Σελστ Μπουσν

     Το 1797 δημοσιεει στο Λονδνο, το 1ο του ργο, το Δοκμιο Για Τις Επαναστσεις, που εκφρζει τη δυσπιστα του για τη Γαλλικ αλλ και για λες τις επαναστσεις και που πρασε απαρατρητο. Περ το 1798 επανρχεται στο Ρωμαιοκαθολικ δγμα απ' που εχε αποστασιοποιηθε. Στην Αγγλα ο Σατωμπριν, που κατ βθος τανε πλγμα θεοσεβος δανδ και χριστιανο Καζανβα, αφνεται ν' αγαπηθε παρφορα απ τη κρη ενς πστορα. Στη κρσιμη στιγμ των προτσεων για γμο απ μρους του πστορα, ο Σατωβρινδος, που τανε κι αυτς ερωτευμνος, σα πιστς καθολικς αποκαλπτει στο μλλοντα πεθερ του πως εναι παντρεμμνος. Επακολουθονε σκηνς τραγικς κι ο πιστς στο δεσμ του γμου καθολικς ξεκιν κι επιστρφει στο Παρσι τον Μη του 1800, που δη εχε αρχσει να επικρατε κποια τξη κτω απ το στρο του πατου Ναπολοντα Βοναπρτη, επωφελομενος της αμνηστας που παραχωρε και τον οποο θαμαζε αρχικ. Την λλη χρονι δημοσιεεται η Αταλ (που 'χε και 2ο ττλο: Οι ρωτες Δο Αγρων Μες Στην ρημο) με καταπληκτικ επιτυχα γιατ, πως επε η κριτικ: "η Γαλλικ λογοτεχνα διψ για μεγλα ργα μετ τσες ταραχς κι αναστατσεις" κι ο Ρεν, εμπνευσμνα και τα 2 απ το ταξδι του στις ΗΠΑ. νας τερστιος παρθνος κσμος ανοιγτανε μπρος στον αναγνστη, η απαρχ του ρομαντισμο.
     Το 1802 δημοσιετηκε το μνημειδες κι
 απ τα κρια ργα του, που ρχισε να γρφει πριν απ την Αταλ, στα 1800, εναι Το Πνεμα Του Χριστιανισμο, που δνει στη θρησκεα της αγπης και της συγνμης μια καινορια θρμη, που τσο την αναζητοσε ο ταλαιπωρημνος Γλλος του 1800, μια απολογα του Ρωμαιοκαθολικο δγματος, που συνετλεσε στην αναβωση του Καθολικισμο στην Γαλλα. Μετ απ' αυτ, συλλαμβνει το σχδιο ενς λλου ργου θρησκευτικο, των Μαρτρων, που θα δονε το φως της δημοσιτητας στα 1809. Μα, πριν απ' αυτ, νιθει την ανγκη -συγγραφικ κι ανθρπινη μαζ- να επισκεφθε την Αγα Γη, τη Παλαιστνη, και γενικ να γνωρσει, να μυρσει, να γευτε, με τον τρπο που αυτς ξερε, τους τπους που ρζωσε και βλστησε η να θρησκεα. Αποφασζει λοιπν αυτ το περιπετειδες ταξδι, αυτς ο μγας φλος των ταξιδιν, και συμπεριλαμβνει σ' αυτ και την Ελλδα, τη χρα που 1η δχτηκε ολψυχα το κρυγμα του Χριστο μσα απ τα λγια και τη θρμη των Αποστλων. Ο Ναπολων δε, που θελε να επανασυνδσει τη Γαλλα με τη Καθολικ Εκκλησα, τονε διρισε γραμματα της διπλωματικς αποστολς στο Παπικ Κρτος. Αλλ το 1804, μετ την απαγωγ κι εκτλεση του δοκα ντ' Ανγκιν, ξαδλφου του Λουδοβκου ΙΣΤ, παραιτεται και διακπτει κθε σχση του με τον Ναπολοντα. Στο εξς θα ζει μνο απ τα βιβλα του.


         ργο Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808

     Το 1806 πραγματοποιε το περφημο ταξδι του σε Ελλδα, Μικρ Ασα, Παλαιστνη, Αγυπτο και Ισπανα. 3 βιβλα τανε προντα του ταξιδιο αυτο : Οι Μρτυρες, να ακμα θρησκευτικ ργο αναφερμενο στους διωγμος των 1ων Χριστιανν, Οι περιπτειες του τελευταου Αβενσεργου, νουβλα εμπνευσμνη απ τη παραμον του στην Ισπανα και τλος η περιγραφ του διου του ταξιδιο, το Οδοιπορικν εκ Παρισων εις Ιεροσλυμα (1811) που εκφρζεται η αρχαιολατρεα και συμπθει του για τους συγχρνους του λληνες. λλωστε η Ελλδα δεν ταν μνο το 1ο σκαλοπτι του χριστιανισμο. τανε κι η χρα που τα χματ της εχανε ζυμωθε με τη δξα της λαμπρτερης ιστορας του κσμου και που σα ερεπια μναν ακμα ορθ πνω στα χματα αυτ ακτινοβολοσανε κτω απ τον διον λιο, την ασγκριτη και τη μοναδικ αρχαα πνευματικ και καλλιτεχνικ αγλη. Η φαντασα του, ερεθισμνη απ τις κλασσικς του σπουδς και ρομαντικ διαμορφωμνη, τον καμε κιλας να φαντζεται πως στην Ελλδα θα μποροσε να βρει κτι απ τη ζωνταν παρξη του Λεωνδα, του Λυκοργου, του Θεμιστοκλ και των λλων ημθεων της ιστορας και του πνεματος -πως σως ν' κουγε τα ονματ τους να τα ψιθυρζουν οι ελληνικο νεμοι, δπλα σε ποτμια με πικροδφνες και μυρτις και σε κρνες που καλλγραμμες και λευκοφρες νες θ' αντλοσαν νερ γεμζοντας αμφορες εξασια τεχνουργημνους! Ο χορς των ποιητν, των βασιλων, των στρατηγν, των ιστορικν μοιαζε για τον Σατωβρινδο με τα Τγματα των χριστιανικν Αγγλων, που η θερμ ευλβεια μπορε να σε κνει να τα αισθανθες να φτερουγζουν ολγυρ σου. Αναφρεται κι λλο να ακμα κνητρο για το ταξδι αυτ προς τους αρχαους και τους Αγους Τπους -ο φλογερς δεσμς του με μια ωραα κυρα, την κμησσα ντε Νοιγ, χι ββαια τη γνωστ μεγλη ποιτρια, που γεννθηκε 1 αινα αργτερα. Υποστηρζεται τι το ταξδι γινε για να τελεισει στην Ισπανα, που στην Ανδαλουσα εχε συμφωνηθε να συναντσει το ερωτικ του νδαλμα.



     Ξεκινντας για την Ελλδα και τη Μση Ανατολ και γυρζοντας απ κει με βιβλο, καθιρωσε σταθερ 2 μοντρνους τπους ζως και δημιουργας. Τον συγγραφα που ταξιδεει και το πεζογρφημα των λογοτεχνικν ταξιδιωτικν εντυπσεων. Και το 1ο μρος του Οδοιπορικο του, που σχεδν πινει και το μισν γκο του βιβλου, εναι θρεμμνο απ την Ελλδα της εποχς εκενης του 1806, δνοντας εξασιες περιγραφς της φυσικς ομορφις της, των παραμελημνων ιστορικν μνημεων που μαρτυροσαν το μεγαλεο του ελληνικο πολιτισμο, αλλ και ρεαλιστικς εικνες απ τις απασιες συνθκες ζως των υπδουλων Ελλνων. Κι αν η αρχαα Ελλδα, που με τσο ρομαντικ πθος την αναζτησε στη Σπρτη, την Ελευσνα, το ργος και την Αθνα, ταν ακμα ολκληρη σχεδν θαμμνη κτω απ βαθι στρματα σκνης που αγωνιζταν απ καιρ σε καιρ να τα ξεσκαλσει μια πρωτπειρη κι ερασιτεχνικ αρχαιολογα σποραδικν ξνων περιηγητν, η Ελλδα η σγχρονη του Σατωβρινδου τανε κι αυτ σα χαμνη, σαν αρατη, σα να ταν λα τα μψυχα ντα κπου κρυμμνα και κουρνιασμνα, "γιατ τα 'σκιαζ' η φοβρα και τα πλκων' η σκλαβι". Πρα απ το καλαισθητικ οποιοδποτε λλο, αυτ εναι το 1ο ασθημα που νιθει ανατριχιζοντας ο σημερινς λληνας αναγνστης καθς βυθζεται στα 1α κεφλαια του Οδοιπορικο. Κι ασφαλς πρκειται για ασθημα που σμερα δεν μπορε τσο ντονα να το νισει παρ μνον λληνας το πολ-πολ νας ξνος βαθτατα φλος της χρας. μως το Οδοιπορικ φανεται πως την εποχ εκενη -δηλαδ απ το 1807 κι πειτα- κυρως στους κκλους των διανοουμνων, κντρισε το ενδιαφρον για την υπδουλη Ελλδα, τους καμε να συγκινηθονε γι' αυτ το λα των ανλπιδων σχεδν σκλβων. Και θα πρπει κανες να θαυμσει τη συγγραφικ δναμη του Σατωβρινδου, κυρως αυτ τη γοργ "απορροφητικτητα" που εχε ταξιδεοντας. Γιατ τα σχετικ με την Ελλδα κεφλαι του μας δνουνε την εντπωση πως ο ταξιδιτης χριστιανς θα μεινε πρα πολ καιρ στον τπο μας, εν λος αυτς ο τερστιος για τις συγκοινωνιακς δυσκολες της εποχς ταξιδιωτικς κκλος ρχισε στο Παρσι, που ο Σατωβρινδος επστρεψε στις 5 Ιουνου 1807.



     Οι κριοι σταθμο του ταν Παρσι, Μιλνο, Βενετα, Μεθνη, Τρπολη, Μυστρς, Σπρτη, ‘Αργος, Αθνα, Σονιο, Τζια, Χος, Κωνσταντινοπολη, Σμρνη, Ρδος, Ιερουσαλμ, Αλεξνδρεια, Κιρο, Καρχηδνα, Κρδοβα, Γρανδα, Μαδρτη. Απ' λο αυτ το χρονικ διστημα κατανλωσε μνο 50 μρες για τη παραμον του και τη διακνησ του μες στον κυρως ελληνικ χρο -ας πομε στον χρο της Μεγλης Ιδας, που περιλαμβνει τη Πλη, τη Σμρνη και τη Κπρο. Αλλ οι διακινσεις, εππονες κι αργς, με λογα και μουλρια που τριποδζανε σε δσβατους κι επισφαλες δρμους, με ιστιοφρα που η ταχτητ τους ταν εξαρτημνη απ τα καπρτσια των ανμων, τργανε πιο πολ καιρ απ τη παραμον στα μρη των ενδιαφερντων του. Κατ τη προεπαναστατικ περοδο ο Σατωβρινδος μπορε να χαρακτηρισθε ως απλς περιηγητς κι ως ρομαντικς λογοτχνης, που μελαγχολε βλποντας τους απογνους των αρχαων Ελλνων να ζουν σε ελεειν κατσταση, υπδουλοι ενς ξεστου δυνστη. μως με το ξσπασμα της Επανστασης, βλποντας την αγωνιστικτητα των Ελλνων απ τη μια και την εχθρικ στση των μεγλων δυνμεων της Ευρπης προς το αγωνιζμενο ελληνικ θνος, μεταμορφνεται σε νθερμο φιλλληνα, και τσσεται ανεπιφλακτα υπρ του απελευθερωτικο αγνα των Ελλνων. Τον ττλο του φιλλληνα τον οφελει κυρως στο περφημο Υπμνημα Περ Της Ελλδος (Note sur la Grėce, 1825), το οποο κατ κποιο τρπο αποτλεσε φιλελληνικ μανιφστο κατ τη διρκεια της ελληνικς Επανστασης.



     Στο Παρσι δε, σαν επστρεψε, η δημοσευση μιας δριμτατης κριτικς κατ του Ναπολοντα, που τον συγκρνει με το Νρωνα, του στοιχζει την εκτπιση. δη χει αναδειχθε σε κεντρικ μορφ της αντιπολτευσης. Πολμιος πλεον του Ναπολοντα, επωφελεται τη πτση του και την επιστροφ των Βουρβνων κι αρχζει τη πολιτικ και διπλωματικ του σταδιοδρομα. Ονομζεται Ομτιμος, υπηρετε σα πρσβης της Γαλλας σε διφορες ευρωπακς πρωτεουσες και διορζεται υπουργς νευ χαρτοφυλακου, κι πειτα Εξωτερικν τη περοδο 1823-1824,  -υπεθυνος για την γαλλικ επμβαση στην Ισπανα- αλλ γργορα πφτει σε δυσμνεια, ο κεφτος και συγκεχυμνος τρπος του, τον οδηγε σντομα σε δισταση με την εξουσα, αλλ και καθς  αρνεται να συνεργαστε με ανθρπους της Επανστασης που γναν αποδεκτο απ τη Παλιννρθωση. Η απλεια μεγλου μρους της περιουσας του κι η ασθνεια της γυνακας του, υποχρενουνε το ζεγος να ζει φιλοξενομενο απ φλους και θαυμαστς. Απτητος μως περ τα ερωτικ συνδεται (1817) με τη θρυλικ Μαντμ Ρεκαμι (Madame Récamier), που αποτελε γι' αυτν πηγ μπνευσης και ενεργητικτητας.
     Το 1818 ιδρει την εφημερδα Le Conservateur (Ο Συντηρητικς, 1818-1820) απ την οποα ασκε οξτατη κριτικ κατ της κυβερνσεως απ τα δεξι. Στη να κυβρνηση Βιλλλ διορζεται υπουργς Εξωτερικν και προσπαθε να επιβλει τις απψεις του κατ της "ηθικς των συμφερντων" και της διαφθορς. Το 1824 αποπμπεται απ την κυβρνηση και αναδεικνεται σε ηγτη της φιλελεθερης αντιπολτευσης αρθρογραφντας στην Journal des Débats (Εφημερδα των Συζητσεων), με μεγλη απχηση στη νεολαα, η οποα τον θαμαζε ως συγγραφα κι ως πολιτικ. Το 1826 εκδδεται το μυθιστρημ του Οι Νατσζ, εμπνευσμνο απ το ταξδι του της Αμερικς, επεξεργασμνα επεισδια του οποου ταν η Αταλ κι ο Ρεν. Το 1828 διορζεται πρεσβευτς στην Αγα δρα αλλ τον επμενο χρνο παραιτεται. Το 1830 μετ τη πτση των Βουρβνων, ο Σατωμπριν αρνεται να δσει ρκο πστης στο Λουδοβκο Φλιππο, του δευτερτοκου κλδου (των Ορλεανιδν) κι αποσρεται απ τον δημσιο βο.



     δη απ το 1817 εχε αρχσει να γρφει το μεγαλπνοο ργο του Απομνημονεματα Πραν Του Τφου, με τη προοπτικ να εκδοθε το βιβλο αυτ 50 χρνια μετ το θνατ του. Αλλ το 1836, πιεζμενος οικονομικ, πολησε τα δικαιματα σε μιαν εκδοτικ εταιρεα υπ τον ρον της μεταθαντιας κδοσης. Η εταιρεα πολησε με τη σειρ της τα δικαιματα στην εφημερδα La Presse η οποα ρχισε να δημοσιεει το ργο σε συνχειες. Εν πση περιπτσει η οριστικ σε βιβλο κδοση ταν ντως μεταθαντια, το 1848. Πρκειται για ργο αυτοβιογραφικ, μια λυρικ αφγηση της ζως και της εποχς του, με σατιρικς αιχμς και γραφικς περιγραφς. Τα απομνημονεματ του αυτ γνονται το μνημεο κι ο θρλος του, ο καθρφτης των μεγλων φιλοδοξιν και της πλοσιας φαντασας του.
     Το 1844 εκδδει τη Ζω Του Ρανσ, ενς κοσμικο αριστοκρτη που αποσρθηκε απ τη κοινωνα για να ιδρσει το αυστηρτατο τγμα των Τραπιστν μοναχν. Πρκειται για ργο με εμφαν αυτοβιογραφικ στοιχεα και μια προσπθεια εκτμησης της πορεας του 19ου αι.. Το 1847 πεθανει η γυνακα του, την οποα σεβταν αλλ απατοσε και μνει μνος με τη Μαντμ Ρεκαμι, την οποα αγαποσε αλλ επσης απατοσε. Πθανε κατ τη διρκεια της επανστασης, 4 Ιουλου 1848, σε ηλικα 80 ετν και τφηκε κατ την επιθυμα του στο νησ Grand Be κοντ στο Σαιν-Μαλ, προσιτ μνο κατ την μπωτη. Αυτς ο κομψς κι ανιαρς ρομαντικς κι αντιδραστικς γρος, εχεν δη επιζσει 3 επαναστσεων.



     Η ζω του Σατωμπριν ταν να υπδειγμα εντοντατων αντιφσεων. Η σχση του με την αγαπημνη του αδελφ Λουσλ σκιζεται απ την υπνοια (αν χι βεβαιτητα) της αιμομιξας. ταν υπρμαχος της θρησκεας αλλ ζοσε τσον εκτς των επιταγν της που ο Λουδοβκος ΙΗ αναφνησε κποτε: Πολ θα 'θελα να γνριζα τ' νομα του εξομολογητ του κυρου ντε Σατωμπριν!. ταν μοναρχικς των κρων και πρωτεργτης της επμβασης για τη κατπνιξη της επανστασης στην Ισπανα, αλλ κι οπαδς της ελευθερας του τπου κι υπερασπιστς της Ελληνικς Επανστασης που κατηγορθηκε απ τη συντηρητικ παρταξη γιατ με τα ργα του προκαλοσε επαναστατικς ανησυχες στη νεολαα. ταν νας αντιδραστικς που ενπνευσε τον Μπυρον και τον Ουγκ. Ο διος εχε δηλσει: Εμαι δημοκρατικς εκ φσεως, μοναρχικς εξ αιτας της λογικς και βουρβωνικς για λγους τιμς.
     Στο Οδοιπορικ του ο Σατωμπριν, που πστευε τι η Γαλλα ταν "η πρωττοκος θυγτηρ της Ελλδος κατ τε την ανδρεαν, την ευφυαν και τας τχνας", ψαξε αλλ δε βρκε την αρχαα Ελλδα (""Λεωνδα" κραξα…αλλ' ουδν των ερειπων επανλαβε το μγα τοτο νομα" οι μεταφρσεις του Εμμανουλ Ροδη). Τους νους λληνες δεν τους καλογνρισε αλλ εκφρζει την αισιοδοξα του για το μλλον τους βασιζμενος στο λαμπρ παρελθν τους αλλ και τους φβους του για τις συνπειες της δουλεας. ταν ρχισε η Ελληνικ Επανσταση, συνδθηκε με τις φιλελληνικς εταιρεες και σε να κδοση του Οδοιπορικο προταξε το Υπμνημα περ Ελλδος, που υποστριζε απ νομικς, ιστορικς κι ηθικς απψεως τα δκαια της Ελλδος.
     Τον ττλο του φιλλληνα τον οφελει κυρως στο περφημο Υπμνημα περ της Ελλδος, το οποο κατ κποιο τρπο αποτλεσε φιλελληνικ μανιφστο κατ τη διρκεια της ελληνικς Επανστασης. Γι' αυτ το ργο, ο Κυρικος Αμανατδης στα Επκαιρα & Επμαχα, Νος Κσμος -ομογενειακ ενημρωση- γρφει:

   Το Υπμνημα του Σατωβρινδου δυστυχς δεν κυκλοφορε σε μορφ βιβλου. Στθηκα τυχερς να το εντοπσω στην ψηφιακ Βιβλιοθκη του Πανεπιστημου Κρτης (κωδικς 122700), απ που το εκτπωσα. Εναι σε ελληνικ μετφραση απ τα γαλλικ.

     Ο Σατωμπριν στη 2η παργραφο του Υπομνματος λει:

   Μπως μελλε ο αινας μας να δει πλθη αγρων ανθρπων να καταπνξουν τον αναγεννμενο πολιτισμ στον τφο ενς θνους, το οποο εξημρωσε και εκπολτισε την οικουμνη; Θα επιτρψουν οι Χριστιανο στους Τορκους να σφζουν ανεμπδιστα τους Χριστιανος; Και τα νμιμα κρτη της Ευρπης θα ανεχθον χωρς αγανκτηση να δνεται το ιερ νομα της νομιμτητας σε να τυραννικ καθεστς, το οποο θα κανε και αυτν τον Τιβριο να αισθνεται ντροπ;

     Στη συνχεια γρφει πως η πρθεσ του δεν εναι να αναφερθε στην ιστορα του απελευθερωτικο αγνα των Ελλνων, γιατ πως λει επ αυτο εχαν γραφε πολλ συγγρμματα. Εκενο που επιδικει να κνει με το Υπμνημ του εναι να ανασκευσει τα επιχειρματα των μεγλων δυνμεων της Ευρπης, για την εχθρικ τους στση ναντι του αγωνιζμενου ελληνικο λαο. Οι ακλουθοι 4 λγοι,  προβλλονται για να δικαιολογσουν αυτν την στση των Ευρωπαων, βσει λεγομνων του:


1. Επειδ η Τουρκα αναγνωρσθηκε στη Συνλευση Βιννης, αναπσπαστο μρος της Ευρπης.
2. Επειδ ο Σουλτνος εναι νμιμος κριος των Ελλνων κι ως εκ τοτου οι λληνες εναι αντρτες.
3. Επειδ η παρμβαση των Δυνμεων θα μποροσε να δημιουργσει πολιτικς δυσκολες.
4. Επειδ δεν συμφρει να συσταθε δημοκρατικ κρτος στην ανατολικ Ευρπη. (Βαλκνια).

     Ο Σατωβρινδος, με τα δικ του επιχειρματα, αναιρε τους λγους που πρβαλαν οι Μεγλες Δυνμεις για τη μη παρμβασ τους υπρ της Ελλδας. Αναφορικ με τον 1ο, αποδεικνει το ανυπστατο της αναγνρισης της Τουρκας ως αναπσπαστου μρους της Ευρπης. Για το 2ο, τι ο Σουλτνος αναγνωρζεται απ τις μεγλες Δυνμεις ως νμιμος κριος των Ελλνων, ο Σατωβρινδος παρατηρε πως ο Σουλτνος "βασιλεει επ' ονματι του Κορανου και της μαχαρας". Επιπρσθετα, αναφρεται στο γεγονς τι οι υπκοοι του Σουλτνου εναι Μωαμεθανο. Οι λληνες, ως Χριστιανο, οτε νμιμοι υπκοο του εναι, οτε παρνομοι, μλλον "σκλοι γεννημνοι δι να αποθνσκουν κτω απ την ρβδον των Μουσουλμνων, τοι των αληθς πιστν". Πιο κτω συνεχζει ως ακολοθως:

   Αλλ' αφο τλος πντων κρεμσανε τους ιερες του (ελληνικο θνους), μλυναν τους ναος του̇ αφο σφαξαν, καψαν, πνιξαν χιλιδες Ελλνων̇ αφο διαπμπευσαν τις γυνακες τους, ρπαξαν τα παιδι τους και τα πολησαν ως ανδρποδα στις αγορς της Ασας, ττε πλον σον αμα μενε ακμη στην καρδι τσων δυστυχισμνων κχλασε μσα τους κι οι μχρι ττε σιδηροδσμιοι δολοι ξεσηκθηκαν κι καναν πλα τα δεσμ τους. Ο λληνας, ο οποος μχρι πρτινος δεν ταν υπκοος σμφωνα με το αστικ δκαιο, ζητ τρα την ελευθερα του στο νομα του φυσικο δικαου κι απσεισε τον ζυγ χωρς να γνει αντρτης, χωρς να παραβισει καννα νμιμο δεσμ, γιατ δεν εχε συμφωνηθε καννας δεσμς με τον δυνστη.

     Αναφερμενος στον τρπο με τον οποο οι Μεγλες Δυνμεις ταν σε θση να εξασφαλσουν την ανεξαρτησα της Ελλδας, ο Σατωβρινδος γρφει:

   Μια σταθερ, γενναα κι αφιλοκερδς πολιτικ μπορε να θσει τρμα στις τσες σφαγς, να δσει να νο θνος στον κσμο, και να επαναφρει την Ελλδα στην Οικουμνη.

     Και κλενει ως ακολοθως το Υπμνημ του:

   Αλλ οποιεσδποτε κι αν εναι οι πολιτικς αποφσεις, ο αγνας των Ελλνων χει καταστε κοινς αγνας λων των εθνν. Φανεται πως τα αθνατα ονματα των Σπαρτιατν και των Αθηναων κρδισαν τη συμπθεια λου του κσμου. Σε λα τα μρη της Ευρπης χουν συσταθε Επιτροπς για τη βοθεια των Ελλνων, οι συμφορς και τα ανδραγαθματα των οποων στρεψαν την προσοχ λων στην ελευθερα τους….

     Τα αποσπσματα που παρετθησαν απ το Υπμνημα περ της Ελλδος του Σατωβρινδου, πους ζησε τα γεγοντα που περιγρφει απ κοντ, δεν αφνουνε περιθρια αμφιβολας, αλλ οτε και για σκεπτικισμ, αναφορικ με τη γνησιτητα του φιλελληνικο κινματος, αλλ και τη νομιμτητα της Ελληνικς Επανστασης. Το γεγονς τι το Υπμνημα γρφτηκε απ ναν επιφαν Γλλο, που ως Υπουργς εξωτερικν της Γαλλας ταν πλρως εξοικειωμνος με την κατσταση, πως αυτ επικρατοσε κατ τη διρκεια της Επανστασης, δνει στις θσεις που προβλλει μεγαλτερη βαρτητα.
     Στο Οδοιπορικ του δε, αναφρει χαρακτηριστικ για το πρασμ του απ το ργος:

   [… Στις 20 Αυγοστου κατ την αυγ βρισκμουν στο ργος. Το χωρι που αντικατστησε την νδοξη αυτν πλη εναι πιο καθαρ και πιο ζωηρ απ τα περισστερα χωρι του Μορι. Η θση του εναι πολ μορφη, προς το βθος του Αργολικο κλπου και μιμιση λεγα απχοντας απ τη θλασσα. Απ τη μια πλευρ υψνονται τα βουν της Κυνουρας και της Αρκαδας κι απ την λλη οι ακρρειες της Τροιζνας και της Επιδαρου. μως, ετε γιατ μ' εχαν κυριψει οι θλιβερο διαλογισμο, που τους εχε προκαλσει η ανμνηση των συμφορν και των εγκλημτων των Πελοπιδν, ετε γιατ πραγματικ βλεπα ολγυμνη γρω μου την αλθεια, η γη της Αργολδας μου φνηκε ακαλλιργητη κι ερημωμνη, τα βουν γυμν και σκοτειν και, με δυο λγια, λη η φση γνιμη σε μεγλα εγκλματα και σε μεγλες αρετς.
     Επισκφθηκα τα λεγμενα λεψανα των ανακτρων του Αγαμμνονα, καθς και τα ερεπια του θετρου κι ενς ρωμακο υδραγωγεου κι στερ' ανβηκα στην ακρπολη επιθυμντας να ιδ και τις ελχιστες πτρες απ' αυτς που μετακνησε το χρι του βασιλι των βασιλιδων. Ποιος μπορε να καυχηθε πως χρηκε κποια δξα αν συγκριθε με τους οκους που μνησαν ο μηρος, ο Αισχλος, ο Ευριπδης κι ο Ρακνας; Μα κι αντστοιχα μεγλη εναι η κπληξ μας ταν βλπουμε τι λιγοστ πργματα απμειναν απ' αυτος τους οκους.
Πολς καιρς πρασε απ ττε που τα ερεπια του ργους πψαν ν' ανταποκρνονται στο μεγαλεο αυτς της πλης. Ο Τσντλερ στα 1756 τα βρκε πως ακριβς τα ‘δα κι εγ τρα. Οτε ο αβς Φουρμν στα 1746 οτε ο Πελλεγκρν στα 1719 στθηκαν πιο τυχερο. Στη φθορ των μνημεων του ργους συντλεσαν προπντων οι Ε­νετο: μεταχειρστηκαν τα συντρμματ τους για να χτ­σουν το φροριο του Παλαμηδιο.
Στα χρνια του Παυσανα υπρχε στο ργος να γαλμα του Δα, αξιοσημεωτο για τα τρα του μτια κι ακμα πιο αξιοσημεωτο για τον εξς λγο: το ‘χε μεταφρει απ την Τροα ο Σθνελος. Και, καθς λνε, πρκειται για το διο τ' γαλμα που στη βση του ο γιος του Αχιλλα σφαξε τον Πραμο. Μα το ργος, που περηφανευταν δεχνοντας μες στα τεχη του εκενους που πρδωσαν τις εστες του Πραμου, στερ' απ λγο γινε παρδειγμα της μετπτωσης των ανθρωπνων.
     ταν βασλευε ο Ιουλιανς ο Αποσττης, τσο εχε ξεπσει απ την παλαι του δξα στε εξαιτας της μεγλης του φτχειας δεν μπρεσε να συνεισφρει για τους αγνες στην εορτ των Ισθμων. Ο Ιουλιανς αγρευσε υπερασπζοντας το ργος κατ των Κορινθων κι η δημηγορα του διασθηκε στα συγγρμματ του. Πρκειται για μια απ τις πιο περεργες σελδες της ιστορας των πραγμτων και των ανθρπων. Τλος, το ργος, η πατρδα του βασιλι των βασιλιδων, αφο στον Μεσαωνα γινε κληρονομι μιας χρας απ τη Βενετα, πουλθηκε απ' αυτ στην Ενετικ Δημοκρατα για δια­κσα δουκτα τον χρνο ισοβως και πεντακσια μετρητ. Το συμβλαιο αυτ το μνημονεει ο Κορονλλι. Omnia vanitas! -Ματαιτης ματαιοττων!
     Με φιλοξνησε στο ργος ο Ιταλς γιατρς Αβραμιττι*, που γνρισε κποτε τον κ. Πουκβλ στο Ναπλιο κι καμε σε μια του εγγον χειρουργικ επμβαση για υδροκεφαλα. Ο κ. Αβραμιττι μου ‘δειξε ναν χρτη της Πελοποννσου, που, με τη σμπραξη του κ. Φωβλ, εχε σημεισει τα παλαι ονματα κοντ στα καινορια. Εργασα αληθιν πολτιμη, την οποα θα μποροσαν να ‘χουν εκπονσει μνο σοι μεναν πολλ χρνια στην Ελλδα. Ο γιατρς που με φιλοξνησε, πλοσιος πια τρα, λαχταροσε να επιστρψει στην Ιταλα. Και πραγματικ δο αισθματα αναζωπυρονται στην καρδι του ανθρπου σο γερν: η πατρδα κι η θρησκεα. Νοι ταν εμαστε, μπορε να ξεχνμε τα αισθματα αυτ, γερνντας μως, ξαναβλπουμε και την πατρδα και τη θρησκεα γιομτες θλγητρα και νιθουμε πιο ζωηρ τη λατρεα που τους χρωστμε. Κουβεντισαμε λοιπν στο ργος για την Ιταλα και τη Γαλλα για τον διο λγο που κι ο Αργεος στρατιτης που ακολοθησε τον Αινεα θυμθηκε το ργος ταν πθαινε στην Ιταλα.
     Και μνο στο τλος αναφερθκαμε στον Αγαμμνονα, που τον τφο του θα τον βλεπα την λλη μρα. Κουβεντιζαμε στο μπαλκνι ενς σπιτιο απνω απ τον Αργολικ κλπο -και δεν αποκλεεται απ δω να 'ριξε η φτωχ εκενη γυνακα το κεραμδι που δικοψε τη δξα και τις τχες του Πρρου. Ο κ. Αβραμιττι, δεχνοντς μου να ακρωτρι απναντι, "εκε", λεγε, "η Κλυταιμνστρα τοποθτησε τον δολο που θα μηνοσε την επιστροφ του ελληνικο στλου" κι στερα πρσθεσε: "ρχεστε απ τη Βενετα; Νομζω πως κι εγ θα ‘καμα πολ καλ να γριζα στη Βενετα". Την λλη μρα τα ξημερματα φησα τον εξριστον τοτο στην Ελλδα, και με καινορια λογα και νον οδηγ πρα τον δρμο για την Κρινθο …]

     Για το πρασμ του απ τις Μυκνες γρφει:

   […στερα απ μισς ρας πορεα περσαμε τον ναχο, τον πατρα της Ις, της πασγνωστης απ τη ζηλοτυπα της ρας. Στα χρνια τα παλι, βγανοντας απ το ρ­γος και πριν τις χθες του ναχου, ταν η Πλη της Ειλεθυιας κι ο βωμς του λιου. Μισ λεγα πιο μακρι, απ την λλη μερι του ποταμο, ο νας της Μυσας Δμητρας κι στερ' απ' αυτν ο τφος του Θυστη και το ηρο του Περσα. Στθηκα για λγο στη θση που υψνονταν αυτ τα μνημεα ακμα και στα χρνια του Παυσανα κι στερα αποχαιρτησα την πεδιδα του ργους, για την οποα ο κ. Μπαρμπι ντυ Μποκζ γραψε αξιλογο υπμνημα. τοιμοι ν' ανεβομε τα βουν της Κορινθας, βλπαμε πσω μας το Ναπλιο. Το μρος που ‘μαστε εκενη τη στιγμ λεγταν Χαρβτι -κι απ δω αφνεις τον δρμο για να ζητσεις λγο προς τα δεξι τα ερεπια των Μυκηνν, που ο Τσντλερ τα ‘χε προσπερσει γυρζοντας απ το ργος. Σμερα τα ερεπια αυτ γναν πασγνωστα απ τις ανασκαφς που ‘καμε ο λρδος Ελγνος περνντας απ την Ελλδα. Ο κ. Φωβλ τα περιγραψε στις Αναμνσεις του κι ο κ. ντε Σουαζλ-Γκουφφι χει τα σχδι τους. Πριν απ τους περιηγητς αυτος ο αβς Φουρμν εχε κνει λγο για την πλη των Μυκηνν, που την εχε ιδε κι ο Ντυμονσ. Περσαμε μια περιοχ με ρεκια. να στεν μονοπτι μς φερε σ' αυτ τα ερεπια, που εναι σχεδν πως ταν στον καιρ του Παυσανα, γιατ δο χιλιδες διακσα ογδντα χρνια πρασαν απ ττε που οι Αργεοι κατστρεψαν τις Μυκνες. Εχαν φθονσει τη δξα που ‘χε αποκτσει η πλη αυτ επειδ εχε στελει σαρντα πολεμιστς στις Θερμοπλες να πεθνουν μαζ με τους Σπαρτιτες.

     Αρχσαμε πρτα απ τον λεγμενο τφο του Αγαμμνονα, να κυκλικ μνημεο κτω απ τη γη, που δχεται το φως απ τον θλο και που δεν χει τποτα το αξιλογο εκτς απ την απλτητα της αρχιτεκτονικς του. Μπανεις απ να ρυγμα που καταλγει στη θρα του τφου, που την κοσμον παραστδες απ γαλαζωπ συνηθισμνο μρμαρο απ τα γειτονικ βουν. Ο λρδος Ελγνος νοιξε το μνημεο αυτ και το καθρισε απ τα χματα που το ‘χαν φρξει εσωτερικ. Μια μικρ πρτα οδηγε απ τον κυριτερο θλαμο σ' λλον, μικρτερο, που, ταν τον εξτασα, καθς δε βρκα χνος τοχου, βγαλα το συμπρασμα πως ταν νας απλς λκκος, καμωμνος απ τους εργτες ξω απ τον τφο. Κι η πορτολα εκενη, μα ακμα εσοδος του τφου. ραγε ο τφος αυτς ταν πντα κτω απ τη γη, πως οι κατακμβες της Αλεξνδρειας στη Ροτντα υψωνταν απνω απ το δαφος σαν τον τφο της Καικηλας Μετλλας στη Ρμη; Εχε μια εξωτερικ αρχιτεκτονικ; Κι αν εχε, τι ρυθμο ταν; Οι απορες αυτς δε λθηκαν ακμα γιατ τποτα δε βρθηκε μσα σ' αυτν τον τφο και γιατ δεν εμαστε καν ββαιοι πως πρκειται για τον τφο του Αγαμμνονα που αναφρει ο Παυσανας.
     Βγανοντας απ' αυτ το μνημεο, πρασα μια γονη κοιλδα, εδα τα ερεπια των Μυκηνν σε μια πλευρ των αντικρινν λφων — και προπαντς θαμασα μα απ τις πλες της πλης, οικοδομημνη με γιγαντιαα κομμτια βρχων, στηριγμνων στο διο το βουν, με το οποο αποτελοσαν να ενιαο σνολο. Δο κολοσσιαα λιοντρια χωρς κεφλια, σκαλισμνα απ τις δο πλευρς της πλης, εναι το μνο της στλισμα. Στκονται ορθ, το να εναντον του λλου, πως τα λιοντρια που υποστηρζουν τα οικσημα των παλαιν ιπποτν μας. Δεν υπρχει πουθεν, μτε και στην Αγυπτο, μια τσο επιβλητικ αρχιτεκτονικ, κι η ρημος, που μσ' απ' αυτν υψνεται η πλη, προσθτει στο μεγαλεο της. Ανκει στο εδος των ργων που ο Στρβων κι ο Παυσανας αποδδουν στους Κκλωπες και που χνη τους βρσκονται στην Ιταλα. Ο κ. Πετ-Ραντλ βεβαινει πως η αρχιτεκτονικ αυτ εναι προγενστερη απ την επινηση των ρυθμν. Κι να παιδ ολγυμνο, νας βοσκς, μου ‘δειχνε μσα σ' αυτ τη μοναξι τον τφο του Αγαμμνονα και τα ερεπια των Μυκηνν.
     Πιο κτω απ την πλη αυτν υπρχει μια βρση που θα μποροσε κανες να την εκλβει για τη βρση που ανακλυψε ο Περσας κτω απ ναν μκητα -και γι' αυτ τχα ονομστηκαν τσι οι Μυκνες. "Μκης" στους αρχαους σμαινε "μανιτρι" "λαβ ξφους". Κι αυτς ο μθος για τις Μυκνες εναι του Παυσανα. Ξαναγυρνντας στον δρμο της Κορνθου, αισθνθηκα το δαφος ν' αντηχε κτω απ τις οπλς του αλγου μου. Ξεπζεψα κι ανακλυψα τον θλο λλου τφου. Ο Παυσανας μτρησε στις Μυκνες πντε τφους: του Ατρα, του Αγαμμνονα, του Ευρυμδοντα, του Τηλδαμου και του Πλοπα και της Ηλκτρας, λγοντας πως ο Αγισθος κι η Κλυταιμνστρα θφτηκαν ξω απ τα τεχη. Λοιπν ο τφος που ανακλυψα εγ ταν πιθανς του Αγισθου και της Κλυταιμνστρας; Τον υπδειξα στον κ. Πουκβλ, που ββαια θα τον αναζητσει στην πρτη εκδρομ που θα κνει στο ργος. Παρδοξη τοτη η μορα, αλθεια, που μ' καμε να φγω επτηδες απ το Παρσι για ν' ανακαλψω τη τφρα της Κλυταιμνστρας…]

   Σατωμπριν, Οδοιπορικ: Η Ελλδα Του 1806, Εκδσεις Δωδνη, 1979


 * Αβραμιτης Διονσιος. Ιατρς, γεννθηκε στη Ζκυνθο το 1770. Σποδασε στην Πδοβα της Ιταλας. Εξσκησε το ιατρικ επγγελμα στο ργος και στην Αθνα. Κατ το 1817 εξδωσε στα Ιταλικ ανακατασκευ του "Οδοιπορικο" του Σατωμπριν. Συνεργστηκε για μεγλο διστημα με τους εν Ελλδι γγλους αρχαιολγους της εταιρεας των Διλεττντι , υπρξε απ τα πρτα μλη της εταιρεας των Φιλομοσων που ιδρθηκε στην Αθνα το 1814, της οποας πρεδρος υπρξε ο Ιωννης Καποδστριας και η οποα προπαρασκεαζε εν πολλος το δαφος για τη μετπειτα Φιλικ εταιρεα. Κατ το 1820 ο Αβραμιτης διορστηκε πρξενος της Γαλλας στην Αθνα. Πθανε το 1835.

     Το μνημειδες ργο του Φραγκσκου Αυγοστου Ρεν υποκμη ντε Σατομπριν, πατρα του γαλλικο ρομαντισμο, δεν χει πια πολλος αναγνστες. Η περιπετειδης, μως, παρξ του, το κνει μχρι σμερα πρτυπο για τη ζω μιας μεγαλοφυας κι ενς αντικομφορμιστ.
Ο Σατομπριν επε για τον εαυτ του: Θλω να 'μαι η ολτητα ενς πργματος τποτα.



===================

ργα

* Essai historique, politique et moral sur les révolutions anciennes et modernes, considérées dans leurs rapports avec la Révolution française (Ιστορικ, πολιτικ και ηθικ δοκμιο περ των παλαιν και συγχρνων επαναστσεων, θεωρουμνων σε σχση με την γαλλικ Επανσταση, Λονδνο, 1797)

* Atala, ou les Amours de deux sauvages dans le désert (Αταλ, Οι ρωτες των δο αγρων στην ρημο, 1801, μυθιστρημα)

* René, ou les Effets des passions (Ρεν, τα Αποτελσματα του πθους, 1802, μυθιστρημα)

* Le Génie du Christianisme (Το Πνεμα του Χριστιανισμο, 1802)
* Les Martyrs, ou le Triomphe de la foi chrétienne (Οι Μρτυρες, Ο θραμβος της Χριστιανικς πστης, 1809)

* Itinéraire de Paris à Jérusalem et de Jérusalem à Paris, en allant par la Grèce et revenant par l'Égypte, la Barbarie et l'Espagne (Οδοιπορικ απ το Παρσι στην Ιερουσαλμ και απ την Ιερουσαλμ στο Παρσι, κατ την μετβαση μσω Ελλδος και κατ την επιστροφ μσω Αιγπτου, Μπαρμπαρις και Ισπανας, 1811)

* De Buonaparte, des Bourbons, et de la nécessité de se rallier à nos princes légitimes pour le bonheur de la France et celui de l'Europe (Περ του Βοναπρτη, των Βουρβνων, και περ της ανγκης συσπερωσης γρω απ τους νμιμους ηγεμνες μας για την ευτυχα της Γαλλας και της Ευρπης, 1814)

* Aventures du dernier Abencerage (Οι περιπτειες του τελευταου Αβενσεργου, 1826)

* Les Natchez (Οι Νατσζ, 1827)

* Voyages en Amérique et en Italie (Ταξδια στην Αμερικ και στην Ιταλα, 1827)

* Vie de Rancé (Η ζω του Ρανσ, 1844)

* Mémoires d'outre-tombe (Απομνημονεματα πραν του τφου, 1848, μεταθαντια κδοση)

Στα Ελληνικ

* Αταλ – Ρεν : Ευγ.Τσελντη ("Printa")

* Το Πνεμα του Χριστιανισμο : Εμμανουλ Ροδης (μαζ με το Οδοιπορικ)

* Οι Μρτυρες (τμμα): Εμμανουλ Ροδης (μαζ με το Οδοιπορικ)

* Οδοιπορικ απ το Παρσι στην Ιερουσαλμ:

* Εμμανουλ Ροδης, 1860 (φωτοτυπικ επανκδοση που περιλαμβνει και το Υπμνημα περ Ελλδος, "Αφοι Τολδη", 1979)

* Αντρας Καραντνης (τα περ Ελλδος και Μικρς Ασας, "Δωδνη", 1979)

* Οι περιπτειες του τελευταου Αβενσεργου: Εμμανουλ Ροδης (μαζ με το Οδοιπορικ)

* Οι Νατσζ: Κ.Ι.Δραγομης, ως Οι Νατσαοι, 1864

* Το ργο του Αντρ Μωρου René ou La vie de Chateaubriand (Ρεν Η ζω του Σατωμπριν, 1938) μεταφρστηκε στα Ελληνικ απ το Γιργο Πρτσικα (Να Εστα 1957 Α' και "Γκοβστης" χχ)

===================

Ρητ

 * Βρθηκα στη ζω ανμεσα σε δυο αινες, σμπως πνω στη συμβολ δυο ποταμν. Βοτηξα στα θολωμνα τους νερ, και λο λπη ξεμακρανω απ τη γρικη χθη που γεννθηκα, και λο ελπδα κολυμπ προς να γνωστο ακρογιλι".

 * Αν κρεμοσαμε το δκωχο και το πανωφρι του Ναπολοντα σε να παλοκι στις ακτς της Βρστης, λη η Ευρπη, απ τη μια κρη στην λλη, θα τρεχε να πρει τα πλα.

 * Μην εστε βασιλικτεροι του βασιλως.

 * Οι θεσμο περνον τρεις φσεις: τη φση του κοινωφελος ργου, τη φση των προνομων και τη φση της κατχρησης.

 * Μη σπαταλτε απερσκεπτα την περιφρνησ σας. Υπρχει μεγλος αριθμς ανθρπων που την δικαιοται.

 * Η δικαιοσνη εναι το ψωμ του θνους. Πειν πντοτε γι' αυτ.

 * Δεν εναι ο νθρωπος που σταματ το χρνο, εναι ο χρνος που σταματ τον νθρωπο.

 * Τα δση προηγονται των λαν, οι ρημοι τους ακολουθον.

 * Η Γαλλα υπ τον Ναπολοντα: σκλαβι μεον η ντροπ.

 * Θλω να 'μαι η ολτητα ενς πργματος τποτα

 * Πντα οι λλοι μας φανονται πιο ευτυχισμνοι απ εμς. Κι μως, εναι παρξενο τι ο νθρωπος που πρθυμα θα λλαζε την κατστασ του δεν θα δεχταν σχεδν ποτ σε αλλαγ της προσωπικτητς του.

 * Η αρχαα ελληνικ ιστορα εναι να ποημα, η λατινικ μια εικνα, η σγχρονη εναι να χρονογρφημα.

=====================


                             Υπμνημα Περ Της Ελλδος

                        (Μεταφρασμνον απ την Γαλλικν γλσσαν, Εν Παρισοις,
                                 εκ της Τυπογραφας Φιρμινο Διδτου, 1825
)

     Τα εσχτως συμβντα εις την Ελλδα ελκυσαν εκ νου της Ευρπης τα βλμματα προς την τυχον τατην γην. Κοπδια ανδραπδων Μαρων, απ τους μυχος της Αφρικς μεταφερμνων, συντρχουν δια ν' αποτελεισουν εις τας Αθνας το ργον των μαρων του σαραου ευνοχων. Εκενοι ρχονται ν' ανατρψουν με την δναμν των τα ερεπια τα οποα τοτων η αδυναμα φινε τουλχιστον να διαμνουν.
μελλεν ρα ο αιν μας να ιδ πλθη αγρων καταπνγοντα τον αναγεννμενον πολιτισμν εις τον τφον ενς θνους το οποον εξημρωσε και επολτισε την οικουμνην ; οι Χριστιανο θλουν ρα αφσει τους Τορκους να σφζουν ανεμποδστως Χριστιανος; Και αι Νμιμαι της Ευρπης Πολιτεαι θλουν ρα υποφρει χωρς αγανκτησιν να δδεται το ιερν της Νομιμτητος νομα εις μαν τυρανναν η οποα και αυτν τον Τιβριον θελε κμει να εντραπ;
     Δεν αποβλπομεν ουδ ποσς εις το ν' αναγρψωμεν εδ την αρχν και ιστοραν των ταραχν της Ελλδος, επειδ πρχειρα εναι εις λους τα εις την θλιβερν τατην υπθεσιν καταγινμενα παμπληθ συγγρμματα. Ο μνος του παρντος υπομνματος σκοπς εναι να ανακαλσωμεν την προσοχν του Κοινο εις ναν αγνα ο οποος πρπει να λβη τλος· τι δε να διορσομεν τινς αρχς, να λσωμεν τινς ζητσεις, να προβλωμεν τινς γνμας αι οποαι ημπορον να καρποφορσουν ωφελμως εις τας κεφαλς των λλων· ν' αποδεξωμεν τι δεν εναι τποτε απλοστερον και ευκατορθτερον απ της Ελλδος την ελευθρωσιν· και τλος πντων να κινσωμεν, ει δυνατν, δια μσου της υπολψεως την των κρατοντων θλησιν· διτι και ταν δεν δυνμεθα πλον να προσφρωμεν εις την ταλαιπωρουμνην θρησκεαν και ανθρωπτητα ει μη ευχς, πλιν χρεωστομεν να εκφωνσωμεν καν τα ευχς μας, δια να τας ακοσουν οι δυνατο.
     Δεν εναι κανες ος τις δεν επιθυμε των Ελλνων την απολτρωσιν, τουλχιστον δεν εναι κανες ος τις θελε τολμσει να εναγκαλισθ αναφανδν την μερδα των δυναστευντων κατ των δυναστευομνων· η δε εντροπ ατη εναι προδιθεσις ευνοκ εις τον αγνα περ του οποου ο λγος. Αλλ' οι περ των Ελλνων πραγμτων, χωρς μως χθραν κατ των Ελλνων, γρψαντες πολιτικο, δισχυρσθησαν τι δεν πρπει να λβωμεν μρος εις αυτ, δια τσσαρας μλιστα λγους:

Α. Επειδ η βασιλεα των Τορκων ανεγνωρσθη εις την εν Βιννη Συνλευσιν ως μλος αναγκαον εις την ολοσχρειαν της Ευρπης·
Β. Επειδ ο Σουλτνος εναι νμιμος κριος των Ελλνων, θεν πεται τι οι λληνες εναι αντρται·
Γ. Επειδ η μεσιτεα των Δυνμεων αι οποαι θελαν μεσολαβσει ημπορε να προξενση πολιτικς δυσκολας.
Δ. Επειδ δεν συμφρει να συστηθ δημοκρατουμνη πολιτεα ει τα ανατολικ της Ευρπης.

     Κατ πρτον ας εξετσωμεν τους πρτους δο λγους:
Α λγος: Η βασιλεα των Τορκων ανεγνωρσθη εις την εν Βιννη Συνλευσιν ως μλος αναγκαον εις την ολοσχρειαν της Ευρπης.
     Η εν Βιννη Συνλευσις εγγυθη λοιπν εις τον Σουλτνον την ακεραιτητα της Επικρατεας του ; Πως ! την ασφλισεν ρα και ως προς τα τχας του πολμου ; Οι πρσβεις της Πρτας ευρθησαν παρντες εις την Συνλευσιν ; ο Βεζρης υπγραψεν εις το πρωτκωλον ; ο Μουφτς υπεσχθη να υπερασπισθ τον Αρχιερα της Ρμης, και ο Αρχιερες τον Μουφτν ; Αλλ φοβομεθα μπως ηθλαμεν παρεκτραπ απ την σεμνοπρπειαν την οποα απαιτε η υπθεσις, επιμνοντες εις δξας τσον αλλκτους και στραβς επσης. Προς τοτοις δε και η Πρτα με μεγλην κπληξιν θελεν ακοσει τι εφαντσθησαν τινς να την εγγυηθον κανν πργμα·μλλον δε αι τοιαται εγγυσεις θελαν φαν εις αυτν αυθαδισματα. Ο Σουλτνος βασιλεει επ' ονματι του Κουρανου και της μαχαρας, και το ναναγνωρση κανες τα δικαιματ του εναι ταυτ ως να επχη περ αυτν, αυτ δηλαδ ως να υποθση τι αυτς δεν εξουσιζει καθ' λην την θλησν του· επειδ εις την δεσποτικν διοκησιν νμος εναι το αμρτημα το παρανμημα, κατ την μεγαλητραν μικροτραν νομιμτητα της πρξεως. Αλλ' οι συγγραφες οι δισχυριζμενοι τι η Επικρτεια του Σουλτνου ετθη υπ την προστασαν της εν Βιννη Συνελεσεως, ενθυμονται τι αι κτσεις των χριστιανν ηγεμνων, συμπεριλαμβανομνων και των αποικιν αυτν, τωντι ετθησαν υπ την εγγησιν των συνθηκν της ειρημνης Συνελεσεως ; Εννοον πο ημπορε να φρη η ζτησις ατη, την οποαν εν παρδω εδ προτενομεν ; ταν πρκειται λγος περ των Ισπανικν αποικιν, αναφρουν τποτε περ της εν Βιννη τατης Συνελεσεως, την οποαν τσον αλλκοτα προβλλουν ταν ο λγος πρκειται περ της Ελλδος;
     Ας μας συγχωρεθ τουλχιστον ν' απαιτσωμεν χριν των θυμτων του Μουσουλμανικο δεσποτιμο την ελευθεραν την οποαν νομζουν τινς τι χουν δικαωμα ν' απαιτσουν υπρ των υπηκων της Καθολικς Μεγαλειτητος. Το να παραβ τις τα ρθρα μιας γενικς συνθκης υπογεγραμμνης απ' λας τας μερδας, επ λγω του να προξενση εις ολοκλρους λαος ,τι νομζει μγιστον αγαθν, δεδσθω· αλλ ττε καν ας μη επικαλται πλον την αυτν συνθκην και προς συντρησιν της αθλιτητος, της αδικας και της δουλεας.

Β λγος: Ο Σουλτνος εναι νμιμος κριος των Ελλνων, θεν πεται τι οι λληνες εναι αντρται.
     Πρτον μεν ο Σουλτνος δεν αντιποιεται τας τιμς της νομιμτητος τας οποας καλοπροαρετοι τινς φλοι του αποδδουν εις αυτν, και θελε μλιστα δυσαρεστηθ εις αυτς καθ' υπερβολν, μλλον ειπεν αυτς δεν συνηθζει να προβιβζη τους χριστιανος εις τον βαθμν των νομμων υπηκων. πειτα οι νμιμοι υπκοοι του διαδχου του Μωμεθ εναι μωαμεθανο· οι δε λληνες, ως χριστιανο, οτε νμιμοι υπκοο του εναι οτε νομοι, αλλ' εναι δολοι, μλλον ειπεν σ κ λ ο ι γεννημνοι δια ν' αποθνσκουν κτω απ την ρβδον των Μουσουλμνων, τοι των αληθς πιστν.
     Το δε Ελληνικν θνος, το οποον οι Τορκοι δεν νωσαν εις εν και το αυτ σμα με το διν των θνος, μη προσκαλσαντες αυτ εις την μετοχν της ιδιωτικς και πολιτικς των κοιντητος, δεν υπκειται εις καμμαν απ τας συμφωνας αι οποαι συνδνουν τους υπηκους προς της ηγεμνας και τους ηγεμνας προς τους υπηκους. Καθυποβληθν κατ' αρχς εις το δικαωμα της κατακτσεως, αξιθη απ τον νικητν μερικ προνμια εις αμοιβν ενς φρου τον οποον κατνευσε να πληρνη. Επλρωσεν, υπκουσεν ως του εφυλχθησαν αυτ τα προνμια· επλρωσε μλιστα και υπκουσε και αφ' ου τα προνμι του αθετθησαν. Αλλ' αφ' ου τλος πντων εκρμασαν τους ιερες του, και εμλυναν τους ναος του· αφ' ου σφαξαν, καυσον, πνιξαν χιλιδας Ελλνων· αφ' ου κατεπρνευσαν τας γυνακας των, και αρπσαντες τα τκνα των τα επλησαν ως ανδρποδα εις τας αγορς της Ασας, ττε πλον σον αμα μενεν τι εις την καρδαν τσων δυστυχν ανεσηκθη και ανβρασε· ττε οι εκ βας και σιδηροδσμιοι οτοι δολοι ρχισαν να διαφεντεωνται μ' αυτ τα δια σδηρ των. Ο λλην, ο οποος προτο δεν τον υπκοος κατ το πολιτικν δκαιον, γινε τρα ελεθερος δυνμει του φυσικο δικαου, και απσεισε τον ζυγν χωρς να γεν αντρτης, χωρς να διαρρξη καννα νμιμον δεσμν, επειδ ουδ εχε συμφωνηθ κανες δεσμς με αυτν. Ο Μουσουλμνος και ο Χριστιανς εις τον Μωραν εναι δο εχθρο οι οποοι εχον συμφωνσει ανακωχν με κποιας συνθκας, ο δε Χριστιανς ανλαβε τα πλα· δηλαδ ευρσκονται πλιν και οι δο εις την αυτν εκενην θσιν που σαν ταν ρχισαν τον πλεμον προ τριακοσων εξντα ετν.
Πρκειται λοιπν τρα να ιδμεν αν η Ευρπη θλη και δναται να σταματση την αιματοχυσαν.
     Εδ μως απαντνται οι τελευταοι δο λγοι: τι η μεσιτεα των δυνμεων αι οποαι θελαν μεσολαβσει ημπορε να γεννση πολιτικς δυσκολας, και τι δεν συμφρει να συστηθ δημοκρατουμνη πολιτεα εις τα ανατολικ της Ευρπης. Οι λγοι οτοι ημπορον ν' αναιρεθον απ τα πργματα. Η μορφ της πολιτικς σκηνς λλαξε κατ πολλ, και δεν εναι πλον καθς ταν εφνησαν τα πρτα της επαναστσεως κινματα εις την Πελοπννησον. Το Διβνιον και η αυλ της Πετρουπλεως ρχισαν να συνδνουν εκ νου τας παλαις των σχσεις· οι αυθνται διωρσθησαν· οι Τορκοι ευκαρωσαν σχεδν την Βλαχομολδαυαν απ τα στρατεματ των· και αν μνη ακμη καμμα ζτησις λυτος ως προς τας Αυθεντας, μ' λον τοτο δεν εναι ολιγτερον αληθς τι τα πργματα της Ελλδος δεν συμπλκονται πλον με τα ιδιατερα πργματα της Ρωσας.
     Επομνως ευρισκμεθα εις θσιν πντη ναν δια να πραγματευθμεν· μλιστα η Ρωσα χει δυνμει των συνθηκν της, και κυρως των εν Ιασω και Βουκουρεστω υπογεγραμμνων, αναντρρητον δικαωμα να λβη μρος εις τας θρησκευτικς της Ελλδος υποθσεις.
πειτα η Ευρπη δεν ευρσκεται πλον, οτε ως προς την φσιν των πολιτικν διατξεν της, οτε λγω των αρετν των ηγεμνων της, οτε λγω των φτων των συμβουλων και των εθνν της, εις την οποαν ευρσκετο θσιν ταν ωνειρεετο την διαμοιρασαν της Τουρκας. Εν γενικτερον ασθημαδικαιοσνης εισεχρησεν εις την πολιτικν, αφ' του αι κυβερνσεις αξησαν την δημοσιτητα των πρξεν των. Ποος φαντζεται σμερον να διαμερση την Επικρτειαν του Σουλτνου; Ποος στοχζεται πλεμον προς την Πρταν; Ποος οργεται τπους και εμπορικ προνμια, εν ω χομεν περιουσαν τπων, και εν ω τα θνη δεν εχονται δεν νομοθετον λλο ει μη ισονομαν και εμπορικν ελευθεραν;
     Δεν πρκειται λοιπν, δια ν' απολασωμεν την αυτονομα της Ελλδος, να ορμσωμεν ομο κατ της Τουρκας, και να πολεμσωμεν πειτα αναμεταξ μας δια την διανομν των λαφρων· αλλ πρκειται απλς ν' απαιτσωμεν ομοφνως απ την Πρταν το να πραγματευθ με τους λληνας, και να δση τλος εις τον εξολοθρευτικν πλεμν της ο οποος καταθλβει τους Χριστιανος, διακπτει τας εμπορικς σχσεις και επιμιξας, εμποδζει την θαλασσοπορεαν, υποχρενει τους ουδετρους εις το να συνοδεονται απ πολεμικ πλοα, και καταταρττει τλος πντων την γενικν ευταξαν. Αν το Διβνιον δεν κατανεση εις τα δικαιτατα τατα ζητματα, ττε η αναγνρισις της αυτονομας της Ελλδος απ λας τας δυνμεις της Ευρπης θελεν εναι το μεσον επμενον της μη συγκατανεσες του· και με τοτο μνον το ργον η Ελλς θελε σωθ, χωρς να ριφθ ουδ μα μνη βολ κανονου εις βοθειν της· η δε Πρτα θελεν αναγκασθ και αυτ ν' ακολουθση, ογλγωρα αργ, το παρδειγμα των χριστιανικν δυνμεων.
     Αλλ' ημπορομεν να αρνηθμεν εις την Οθωμανικν κυβρνησιν το της κυριαρχας δικαωμα επνω εις τους τπους της Επικρατεας της; χι· η Γαλλα μλιστα χρεωστε περισστερον παρ πσαν λλην δναμιν, να σεβαστ τον παλαιν της σμμαχον, και να διατηρση ,τι δυνατν να διατηρηθ απ τας προτρας της συνθκας και απ τας αρχαας της σχσεις· πρπον μως εναι να πολιτευθμεν με την Τουρκαν, καθς πολιτεεται και αυτ με τ' λλα θνη. Δια την Τουρκαν, αι ξναι διοικσεις δεν εναι ει μη πραγματικα διοικσεις, επειδ ουδ αυτ η δια θεωρε μ' λλον τρπον τον εαυτν της. Αυτ δεν αναγνωρζει το πολιτικν της Ευρπης δκαιον, αλλ διοικεται κατ τον κδηκα των Ασιανν εθνν·δια τοτο ουδ ποσς δυσκολεεται, παραδεγματος χριν, να βλη εις την φυλακν τους πρσβεις των εθνν με τα οποα αρχζει πλεμον. Δεν αναγνωρζει ουδ το εθνικν ημν δκαιον· επομνως αν ο οδοιπρος ος τις περιτρχει την επικρτειν της προστατεεται απ τα εν γνει φιλξενα θη των κατοκων και απ τα ελεημονικ του Κουρανου παραγγλματα, απ τους νμους μως δεν προστατεεται.

Εις τας εμπορικς ομολογας ο Μουσουλμνος, μοναδικς θεωρομενος, εναι ειλικρινς, και φυλττει με ευσβειαν και πστιν τας συμφωνας του· ο φσκος μως, τοι ο δημσιος θησαυρς, εναι νομος και πιστος. Το δκαιον του πολμου των Τορκων δεν εναι καθλου το αυτ με το δκαιον του πολμου των Χριστιανν, επειδ εκενο συγχωρε τον θνατον αντ της διαφεντεσεως, και τον ανδραποδισμν μετ την κατκτησιν. Το δικαωμα της κυριαρχας δεν ημπορε να το επικαλεσθ νομμως η Πρτα, ει μη ως προς τας μουσουλμανικς επαρχας της·εις δε τας χριστιανικς, που αυτ δεν υπερισχει πλον, αυτο παυσε και να βασιλυη· επειδ η παρουσα των Τορκων μεταξ των Χριστιανν δεν εναι κοινωνας σστασις, αλλ στρατιωτικ απλς κατσχεσις (εις λα τα μρη της Ελλδος που η τοποθεσα εναι αρμοδα εις τα πολεμικ, οι λληνες εναι εις ιδιαιτραν κωμπολιν εξωρισμνοι και χωρισμνοι απ τους Τορκους). Αλλ' η Ελλς, αν την υποθσωμεν πολιτεαν αυτνομον, ρα θλει εναι και λγου αξα εξσου με την Τουρκαν εις τας της Ευρπης συνθκας ; ρα θλει ημπορσει να χρησιμεση αρκετ, με μνας τας ιδας της δυνμεις, ως προπργιον εναντον των επιχειρσεων μιας οποιασδποτε δυνμεως; Η Τουρκα εναι τχα οχυρτερος προμαχν; η ευκολα με την οποα ημπορε να κτυπηθ δεν εναι τχα αποδεδειγμνη και πασδηλος;
     Εδαμεν εις τους προς την Ρωσσαν πολμους της, εδαμεν εις την Αγυπτον πσον δναται ν' ανθξη. Οι πολεμιστα της εναι μεν πολυριθμοι και αρκετ ανδρεοι κατ την πρτην προσβολν, πλην ολγα μνον τγματα γυμνασμνων στρατιωτν αρκον εις διασκορπισμ των. Η πυροβολικ της εναι μηδενικ, και αυτ το επαινομενον ιππικν της δεν ηξερη να κμη τα πρποντα κινματα, αλλ συντρβεται εις τας εφδους του και εναντον ενς μνου λχου πεζν· μα φοκτα Γλλων στρατιωτν αφνισε τους πολυθρυλλτους Μαμελοκους. Εν λοιπν μα γνωστ δναμις δεν καμεν εισβολν εις την Τουρκαν, ας αποδοθ μλλον χρις εις την επιεκειαν η οποα ευρθη και επνω εις θρνον. Αν θελσωμεν δε να υποθσωμεν τι η Τουρκα εφυλχθη δια τον οποον καθες συνλαβε γνωστικν φβον του μπως αναφθ γενικς πλεμος, δεν εναι καθαρ φανερν τι λαι αι αυλα θελαν προσχει ωσατως εις το να εμποδσουν και της Ελλδος την πτσιν ; Η Ελλς ογλγωρα θελεν αποκτσει συμμαχας και συνθκας, και δεν θελεν ευρεθ μνη και αβοθητος εις τον κνδυνον.

     τι δε η Ελλς ελευθερωμνη, ωπλισμνη καθς τα λοιπ χριστιαν θνη, ωχυρωμνη και φυλαττομνη απ οχυρωτς και πυροβολιστς τους οποους θελε δανεισθ εις τας αρχς απ τους γετονς της, διωρισμνη απ την φσιν να κατασταθ εντς ολγου με την ευφυαν της δναμις θαλασσοκρατικ· η Ελλς ατη, μ' λην την μικρτητα της εκτσες της, θελε φυλξει τα ανατολικ της Ευρπης καλλιτερα παρ την ευρχωρον Τουρκαν, και θελε χρησιμυσει περισστερον εις την πολιτικν ισορροπαν. Τλος πντων ο αποχωρισμς της Ελλδος απ την Τουρκαν δεν θελε καταλσει την δναμιν τατην, η οποα πλιν θελεν αριθμε εις την επικρτειν της τσας λλας ευρωπακς πολεμικς επαρχας. Ημπορομεν μλιστα και να δισχυρισθμεν τι η Τουρκικ Βασιλεα θελεν αποκτσει περισσοτραν δναμιν, ταν συσταλθ οπωσον και τρπον τιν συγκεντρωθ, γινομνη λη μουσουλμανικ, και απαλλαττομνη απ τα χριστιανικ εκενα πλθη τα συνορεοντα με τους Χριστιανος, τα οποα αυτ εναι αναγκασμνη να παρατηρ και να φυλττη, καθς παρατηρον και φυλττουν λοι οι νθρωποι τους εχθρος των. Οι πολιτικο μλιστα της Πρτας δοξζουν τι το Οθωμανικν Κρτος δεν θλει χει λην την δναμν του ει μη ταν επιστρψη εις την Ασαν· σως δεν απατνται.
     πως λοιπν και αν εξετσωμεν το πργμα, το δικαωμα της κυριαρχας δεν ημπορε να θεωρηθ με τον αυτν τρπον εις τους τπους που δεσπζει το Μισοφγγαρον, καθς εις εκενους που βασιλεει ο Σταυρς. ( … ) Οι λληνες τους οποους καμμα δναμις δεν εδυνθη μχρι τοδε να βοηθση, δια τον φβον μπως κινδυνεσουν να βλαφθον λλα πλον μεσα συμφροντα· οι λληνες οι οποοι θλουν οικοδομσει την ελευθεραν των με τα ιδας των χερας, θλουν ταφ υποκτω εις τα ερεπι της… ( … ). Η Ελλς αναγεννται ηρωικς απ την στκτην της. ( … ) Αναγνρισε τας διηγσεις των Γλλων στρατιωτν οι οποοι γνωρζουν τι εστν ανδρα, ανγνωσε την διγησιν των αγνω εκενων εις τους οποους και αυτο χυσαν το διν των αμα, και θλεις ομολογσει τι οι νδρες οι κατοικοντες την Ελλδα εναι ξιοι να πατον εκενην την νδοξον γην. Οι Κανραι και οι Μιαολαι θελαν ανακηρυχθ ως γνσιοι λληνες και εις την Μυκλην και την Σαλαμνα. ( … )
     Αλλ' οποιαιδποτε και αν θελαν εναι της πολιτικς αι αποφσεις, των Ελλνων ο αγν κατντησεν αγν κοινς λων των εθνν. Φανεται τι τα αθνατα της Σπρτης και των Αθηνν ονματα εκνησαν εις οκτον και συμπθειαν λον τον κσμον· εις λα τα μτη της Ευρπης εσυστθησαν εταιρεαι προς βοθειαν των Ελλνων· αι συμφορα και τα ανδραγαθματ των προσλωσαν εκ νου λων τας ψυχς εις την ελευθεραν των. Ευχα, προσφορα στλλονται εις αυτος ως απ τους αιγιαλος της Ινδας και ως απ τους μυχος των ερμων της Αμερικς· παρμοια δε δεγματα της ευγνωμοσνης του ανθρωπνου γνους επιθτουν την κορωνδα εις την δξαν της Ελλδος.
-------------------------------

          Οι Περιπτειες Του Τελευταου Των Αβενσεργων

     ταν ο Βοαβδλ, ο τελευταος βασιλις της Γρανδα, αναγκστηκε να εγκαταλεψει το βασλειο των προγνων του, στθηκε για λγο στη κορφ του ρους Παντολ. Απ το ψηλ αυτ σημεο φαινταν η θλασσα, εκε που ο τυχος μονρχης θα 'παιρνε το πλοο για την Αφρικ, φαινταν ακμα η Γρανδα, η Βγα κι ο ποταμς Χενλ· στις χθες του εχανε στηθε οι σκηνς του Φερδιννδου και της Ισαβλλας. Σαν αντκρυσε την μορφη αυτ χρα και τα κυπαρσσια που ορθνονταν εδ κι εκε, σημαδεοντας ακμα τους τφους των Μουσουλμνων τον πρανε τα κλμματα. Η μητρα του, σουλτνα Ασ, που τον συνδευε στην εξορα παρα με τους ρχοντες που αποτελοσανε κποτε την αυλ του, του επε:
 -’‘Θρνησε τρα σα γυνακα για να βασλειο που δεν μπρεσες να το διαφεντψεις σαν ντρας’‘. Κατβηκαν απ το βουν κι η Γρανδα χθηκε για πντα απ τα μτια τους.
     Οι Μαυριτανο της Ισπανας, που εχανε την δια μορα με το βασιλι τους, σκορπιστκανε στην Αφρικ. Οι φυλς των Ζεγρδων και των Γομελεσδων εγκαταστθηκαν στο βασλειο της Φεζ, απ που και κατγονταν. Οι Βανεγασδες κι οι Αλαμπεσδες σταμτησαν στις ακτς, απ το Ορν ως το Αλγρι. Οι Αβενσεργοι, τλος, εγκαταστθηκαν στα περχωρα της Τνιδας. Κοντ στα ερεπια της Καρχηδνας, δρυσαν μιαν αποικα που ξεχωρζει ακμα και σμερα απ τους λλους Μαυριτανος της Αφρικς, χρη στην ευγνεια των ηθν της και στην ηπιτητα των νμων της.
     Οι οικογνειες αυτς πραν μαζ τους στη να πατρδα τη θμηση της παλις. Ο Παρδεισος της Γρανδα ζοσε πντα στη μνμη τους κι οι μητρες λεγαν και ξανλεγαν τ' νομ του στα βυζανιρικα ακμα μωρ τους. Τα νανοριζαν με τα τραγοδια των Ζεγρδων και των Αβενσεργων. Κθε Παρασκευ προσεχονταν στο τζαμ με το πρσωπο στραμμνο στη Γρανδα. Ζητοσαν απ τον Αλλχ να δσει πσω στους εκλεκτος του την γη αυτ της επαγγελας. Μταια η χρα των Λωτοφγων πρσφερε στους εξριστους τους καρπος της, τα νερ της, την βλστηση και το λαμπερ της λιο. Μακρυ απ τους Ρδινους Πργους δεν υπρχαν οτε νστιμοι καρπο οτε βρσες με λαγαρ νερ οτε δροσερ βλστηση οτε λιος ξιος να τον κοιτξει κανες. Σαν δειχναν σε κποιον εξριστο τις πεδιδες της Μπαγκρντα, κουνοσε το κεφλι κι αναφωνοσε στενζοντας: ‘‘Γρανδα!’‘
     Περισστερο απ' λους, οι Αβενσεργοι διατηρσανε τη πιο τρυφερ και πιστ ανμνηση της πατρδας τους. Εχαν εγκαταλεψει με θανσιμη θλψη τα μρη που δοξαστκανε και τ' ακρογιλια που τσο συχν αντχησε η πολεμικ τους ιαχ: ‘‘Για τη τιμ και την αγπη!’‘ Τρα που δεν μποροσαν πια να κραδανουνε το δρυ στην ρημο οτε να φορσουνε τη περικεφαλαα σε μια αποικα γεωργν, αφοσιωθκανε στη μελτη των βοτνων, ενασχληση που οι ραβες εκτιμον το διο με την εξσκηση στα πλα. τσι αυτ η πολεμχαρη ρτσα, που κποτε νοιγε πληγς, τρα πια αφοσιθηκε στη τχνη της θεραπεας τους. Σ' αυτ εχανε διατηρσει κτι απ την αρχικ τους ιδιοφυα, αφο συχν οι ιππτες επιδνανε οι διοι τα τραματα των εχθρν που εχαν νικσει.
     Η καλβα αυτς της οικογνειας, που κποτε ζησε σε παλτια, δε βρισκτανε στο χωριουδκι των λλων εξριστων, στους πρποδες του ρους Μαμελφ. τανε κτισμνη ανμεσα στα ερεπια της Καρχηδνας, στην ακροθαλασσι, στο μρος που αποτεφρθηκε η σορς του Αγου Λουδοβκου κι που σμερα βρσκεται να μουσουλμανικ ερημητρι. Στους τοχους της καλβας τανε κρεμασμνες ασπδες απ δρμα λιονταριο, στις οποες τανε σκαλισμνες δυο γριες μορφς που γκρμιζαν με ρπαλο μια πλη. Γρω απ' αυτ τη παρσταση διβαζε κανες τις λξεις: ‘‘Μπορομε περισστερα’‘, μβλημα κι επγραμμα των Αβενσεργων. Δρατα στολισμνα με σπρες και γαλζιες παντιρες, κελεμπες και μανδες απ σκισμνα μετξια τανε τοποθετημνα δπλα στις ασπδες κι λαμπαν ανμεσα στα σπαθι και στα μαχαρια. Υπρχαν ακμα, κρεμασμνα εδ κι εκε, χειρδες απ πανοπλες, χαλινρια κατφορτα απ διαμντια, φαρδιο, ασημνιοι αναβολες, μακρι σπαθι, που το θηκρι τους εχανε κεντσει χρια πριγκηπισσν, και ολχρυσα σπιρονια, που οι διφορες Ιζλδες, Γενιβρες κι Ορινες εχαν περσει κποτε γρω απ τις μπτες των γενναων ιπποτν.
     Κτω απ αυτ τα νδοξα τρπαια, πνω σε τραπζια, βρσκονταν τα τρπαια μιας ειρηνικς ζως: διφορα φυτ, που τα εχαν μαζψει στις βουνοκορφς του τλαντα και στην ρημο της Σαχρα· πολλ μλιστα τα 'χανε φρει απ τη πεδιδα της Γρανδας. Κποια τανε κατλληλα για να ανακουφζουν τους σωματικος πνους, εν λλα θερπευαν ακμα και τις ψυχικς αρρστιες. Οι Αβενσεργοι εκτιμοσανε κυρως εκενα που χρησιμεανε να καταπρανουν τις μταιες θλψεις, να διχνουνε τις τρελς παραισθσεις, καθς και τη προσδοκα για ευτυχα, που αδικοπα γεννιται κι αδικοπα διαψεδεται. Δυστυχς μως τα βτανα αυτ εχανε τις αντθετες ιδιτητες και συχν το ρωμα ενς λουλουδιο φερμνου απ τη πατρδα λες κι τανε δηλητριο για τους νδοξους εξριστους.
     Εικοσιτσσερα τη εχανε κυλσει απ ττε που πεσε η Γρανδα. Στο σντομο αυτ διστημα δεκατσσερις Αβενσεργοι εχανε πεθνει απ την επδραση του νου κλματος, τις κακουχες της νομαδικς ζως και κυρως απ τον καημ που υπονομεει βουβ την αντοχ του ανθρπου. να μνο βλαστρι συγκντρωνε λες τις ελπδες του φημισμνου αυτο οκου. Ο Μπεν Χαμντ εχε το νομα του Αβενσεργου εκενου που κατηγορθηκε απ τους Ζεγρδες πως ξελγιασε την σουλτνα Αλφαμ. Πνω του εχανε συνταιριξει η ομορφι, η αξιοσνη, η ευγνεια κι η μεγαλοψυχα των προγνων με την αχν λμψη και την ελαφρ θλιμμνη κφραση που προσδδει η δυστυχα σε ποιον την υπομνει ευγενικ. ταν εικοσιδο μνο χρνων σαν χασε τον πατρα του. Αποφσισε ττε να πει να προσκυνσει τη χρα των προγνων, θλοντας να ικανοποισει τις ανγκες της καρδις, αλλ και να πραγματοποισει κποιο σχδιο, που με ζλο κρατοσε κρυφ απ τη μητρα.
     Πρε το πλοο στη Σκλα της Τνιδας κι νας οριος νεμος τον οδγησε μχρι την Καρθαγνη. Αποβιβζεται και παρνει το δρμο για τη Γρανδα. Παρουσιαζταν ως ραβας γιατρς, που εχε ρθει να μαζψει βτανα στους βρχους της Σιρα Νεβδα. να συχο μουλρι τον μετφερε αργ-αργ στην χρα κενη που κποτε οι Αβενσεργοι πετοσαν καβλα στα πολεμχαρα τια τους. Μπρος του πγαινε νας οδηγς, σρνοντας λλα δυο μουλρια στολισμνα με κουδονια και με πολχρωμες μλλινες φοντες. Ο Μπεν Χαμντ δισχισε τα φοινικοδση και τους απραντους θαμντοπους του βασιλεου της Μορθια. Απ την ηλικα των φοινικδεντρων κατληξε στο συμπρασμα πως πρπει να τα εχαν φυτψει οι πργονο του κι η καρδι του πλημμρισε απ θλψη. Απ τη μια υψωνταν νας πργος, που, τον καιρ του πολμου των Μαυριτανν με τους Χριστιανος, φυλοσε σκοπι κποιος φρουρς. Απ την λλη πρβαλλε κποιο ερεπιο που η αρχιτεκτονικ του φανρωνε την μαυριτανικ καταγωγ του -μια ακμα αιτα πνου για τον Αβενσεργο. Κατβαινε απ το μουλρι και με την πρφαση πως ψαχνε βτανα κρυβταν για λγο μες στα χαλσματα κι φηνε τα δκρυ του να κυλσουν ελεθερα. Συνχιζε μετ τον δρμο του ονειροπολντας στον χο απ τα κουδονια του καραβανιο και στο μοντονο τραγοδι του οδηγο του. Εκενος πλι σταματοσε τη μακρσυρτη μελωδα του μνο για να ενθαρρνει τα μουλρια του φωνζοντς τα ‘‘ομορφολια’‘ και ‘‘γενναα’‘ για να τα μαλσει αποκαλντας τα ‘‘τεμπλικα’‘ και ‘‘ξεροκφαλα’‘.
     Κοπδια με πρβατα, που νας βοσκς οδηγοσε μσα σε κιτρινωπς και χρσες πεδιδες λες κι τανε στρτευμα, και μερικο μοναχικο ταξιδιτες δεν φταναν να δσουνε ζω στον τπο και το μνο που κατφερναν ταν να τον κνουν να φανεται ακμα πιο μελαγχολικς κι ρημος. Οι ταξιδιτες εχαν λοι να σπαθ περασμνο στη ζνη, τανε τυλιγμνοι σ' να πανωφρι και φοροσανε φαρδι καπλα που κατεβανανε χαμηλ μισοσκεπζοντς τους το πρσωπο. Περνντας χαιρετοσανε τον Μπεν Χαμντ, που το μνο που δικρινε σ’ αυτ τον ευγενικ χαιρετισμ ταν οι λξεις Θες, ρχοντας κι ιππτης. Τα βρδια στο καπηλει ο Αβενσεργος καθταν ανμεσα στους ξνους, που διλου δεν τον ενοχλοσαν με την αδικριτη περιργει τους. Οτε του μιλοσαν οτε τον ρωτοσανε τποτα. Το σαρκι, η κελεμπα, τα ρματ του δεν προκαλοσαν καμι κπληξη. Απ τη στιγμ που ταν θλημα του Αλλχ να χσουν οι Μαυριτανο της Ισπανας την μορφη πατρδα τους, ο Μπεν Χαμντ δεν μποροσε να μην εκτιμ τους σπουδαους κατακτητς της.
     Ακμα μως πιο ντονες συγκινσεις περμεναν τον Αβενσεργο στο δρμο του. Η Γρανδα εναι κτισμνη στους πρποδες της Σιρα Νεβδα, πνω σε δυο ψηλος λφους που τους χωρζει μια βαθει κοιλδα. Τα σπτια που καλπτουνε τις πλαγις των λφων αλλ και το βθος της κοιλδας δνουνε στη πλη την εικνα και τη μορφ ενς μισανοιγμνου ροδιο· σε αυτ οφελει και τ' νομ της. Δο ποτμια, ο Χενλ κι ο Ντορο, που το να κυλ πολιες απ χρυσφι και το λλο ασημνια μμο, γλεφουνε τους πρποδες των λφων και κατπιν σμγουνε και φιδοσρνονται στη μση μιας μαγευτικς πεδιδας που ονομζεται Βγα. Η πεδιδα αυτ, που πνωθ της δεσπζει η Γρανδα, εναι κατφυτη με αμπλια, ροδις, συκις, μουρις, πορτοκαλις· τη περιβλλουν βουν με υπροχο χρμα και σχμα. νας μαγεμνος ουρανς, νας αρας καθαρς και μυροβλος φρνουν μες στη ψυχ μια κρυφ χανωση, που ακμα κι ο περαστικς ταξιδιτης δσκολα καταφρνει να την υπερνικσει. Νιθει κανες πως σε τοτη τη χρα τα τρυφερ αισθματα θα εχανε γργορα καταπνξει τα ηρωικ πθη, αν ο ρωτας δεν εχε πντα ανγκη, για να εναι αληθινς, να συνοδεεται απ την δξα.
     Μλις ο Μπεν Χαμντ αντκρυσε τις σκεπς των πρτων κτηρων της Γρανδα, η καρδι του χτπησε με τση δναμη, που αναγκστηκε να σταματσει το μουλρι του. Σταρωσε τα μπρτσα στο στθος και, με τα μτια καρφωμνα στην ιερ πλη, απμεινε βουβς κι ασλευτος. Ο οδηγς σταμτησε κι αυτς με τη σειρ του και καθς οι Ισπανο αντιλαμβνονται εκολα κθε αντερο συνασθημα, δειξε συγκινημνος μαντεοντας πως ο Μαυριτανς ξανβλεπε τη παλι του πατρδα. Ο Αβενσεργος δικοψε επιτλους τη σιωπ του.
 -’‘Οδηγ’‘, φναξε, ‘‘καλτυχος να εσαι! Μη μου κρψεις την αλθεια για τη μρα που γεννθηκες, εχε απλωθε στην θλασσα γαλνη και το φεγγρι παιρνε να γεμζει. Ποιοι εναι αυτο οι πργοι που λμπουνε σαν στρα πνω απ το πρσινο δσος’‘;
 -’‘Εναι η Αλμπρα’‘, απντησε ο οδηγς.
 -’‘Κι ο λλος πργος πνω στον λλο λφο;’‘ ξαναρωτ ο Μπεν Χαμντ.
 -’‘Εναι το Χενεραλφ’‘, αποκρθηκε ο Ισπανς. ‘‘Στον πργο αυτν υπρχει νας κπος κατφυτος με μυρτις, που λνε πως πιστηκε ο Αβενσεργος με τη σουλτνα την Αλφαμ. Λγο πιο πρα βλπεις το Αλμπαζν και δθε, προς το μρος μας, τους Ρδινους Πργους’‘.
     Κθε λξη του οδηγο τρυποσε τη καρδι του Μπεν Χαμντ. Εναι σκληρ να καταφεγεις στους ξνους για να γνωρσεις τα μνημεα των προγνων σου και να ζητς απ τους σχετους να σου διηγηθονε την ιστορα της οικογνειας και των φλων σου. Ο οδηγς, βζοντας τρμα στους στοχασμος του Μπεν Χαμντ, φναξε:
 -’‘Πμε, αφντη Μαυριταν, εμπρς, τανε θλημα Θεο! Κουργιο! Μπως ο Φραγκσκος ο Πρτος δεν εναι σμερα αιχμλωτος στη Μαδρτη μας; τσι το θλησε ο Θες!’‘
     βγαλε το καπλο του, κανε μεγαλοπρεπς το σταυρ του και χτπησε τα μουλρια του. Ο Αβενσεργος, σκουντντας το δικ του, φναξε με την σειρ του: ‘‘τσι τανε γραφτ!’‘ και κατηφρισαν προς τη Γρανδα. Περσανε κοντ απ τη χοντρκορμη μελικουκκι, τη φημισμνη απ τη μχη του Μουσ και του μεγλου ρχοντα της Καλατρβα, που γινε την εποχ του τελευταου βασιλι της Γρανδα. Κνανε το γρο του περιπτου της Αλαμιδα και μπκανε στη πλη απ την πλη της Ελβρα. Ανηφρισαν τη Ρμπλα και δεν ργησαν να φτσουν σε μια πλατεα τριγυρισμνη απ’ λες τις μερις με σπτια μαυριτανικς αρχιτεκτονικς. Στην πλατεα αυτ εχε ανοξει να χνι για τους Μαυριτανος της Αφρικς, που το εμπριο των μεταξωτν της Βγα τους τραβοσε στη Γρανδα. Εκε πγε και τον Μπεν Χαμντ ο οδηγς του.
     Ο Αβενσεργος τανε πολ ταραγμνος για να αισθανθε στω και λγη ξεκοραση στο νο του κατλυμα· η πατρδα τον βασνιζε. Ανκανος ν' αντισταθε στα συναισθματα που αναστατνανε τη καρδι του, βγκε μες στην γρια νχτα για να περιπλανηθε στους δρμους της Γρανδα. Πσχιζε ν' αναγνωρσει, πτε με τα μτια και πτε με τα χρια, μερικ απ τα μνημεα που τσες φορς το εχανε περιγρψει οι γροντες. σως αυτ το ψηλ κτριο, που ξεχριζε μες στα σκοτδια, να τανε κποτε η κατοικα των Αβενσεργων· σως σ' αυτν εδ την ρημη πλατεα να γνονταν οι γιορτς εκενες που ανεβσανε τη φμη της στα ουρνια. Απ δω περνοσαν οι ουλαμο των ιππων με τις υπροχες χρυσομταξες στολς, εδ παρλαυναν οι γαλρες φορτωμνες με ρματα κι νθη κι οι δρκοντες που πετοσανε φωτις, κρβοντας στα πλευρ τους νδοξους πολεμιστς. ξυπνες επινοσεις διασκδασης κα αρχοντις. Αλμονο μως· αντ για χους των αυλν, αντ για σαλπσματα κι ερωτικ τραγοδια, βαθει σιγ τλιγε τον Μπεν Χαμντ. Η βουβ πλη εχε αλλξει κατοκους και τρα οι νικητς αναπαονταν πνω στο στρμα των νικημνων.
 -’‘Κοιμονται λοιπν αυτο οι υπερφανοι Ισπανο’‘, φναξε αγανακτισμνος ο νεαρς Μαυριτανς, ‘‘κοιμονται κτω απ' αυτς τις στγες, απ' που εξρισαν τους προγνους μου! Κι εγ, ο Αβενσεργος, αγρυπν, γνωστος κι ρημος, μπρος στη πρτα του πατρογονικο μου παλατιο!’‘
     Ο Μπεν Χαμντ ρχισε να φιλοσοφε για την ανθρπινη μορα, τα σκαμπανεβσματα της τχης, τη πτση των αυτοκρατοριν, ακμα και γι' αυτν εδ τη Γρανδα, που, εν γλεντοσε, κυριετηκε ξαφνα απ τους εχθρος της κι τσι αντικατστησε, απ τη μια στιγμ στην λλη, τις λουλουδνιες γιρλντες της με αλυσδες· νμιζε πως βλεπε τους κατοκους της να εγκαταλεπουν τα σπιτικ τους ντυμνοι στα γιορτιν τους, πως οι συνδαιτυμνες που ξαφνικ πυρκαγι τους αναγκζει να εγκαταλεψουνε κακν κακς την αθουσα της γιορτς. λες αυτς οι εικνες, λες αυτς οι σκψεις στριμχνονταν στη ψυχ του Μπεν Χαμντ. Γεμτος πνο και θλψη, συλλογιζτανε κυρως πς να πραγματοποισει το σχδιο που τον εχε φρει στη Γρανδα. Ο ερχομς της μρας τον ξφνιασε. Ο Αβενσεργος εχε χαθε: βρισκταν μακρυ απ το χνι, σε κποιο απμερο προστιο της πλης. Τα πντα ησυχζανε· κανες θρυβος δεν τραζε την ησυχα των δρμων· οι πρτες και τα παρθυρα των σπιτιν τανε κλειστ· μνον η φων του πετεινο ανγγελλε στο σπιτκι του φτωχο πως εχε ρθει η ρα να ξαναρχσει ο μχθος κι η δουλει.
     Αφο περιπλανθηκε αρκετ χωρς να μπορσει να ξαναβρε το δρμο του, κουσε ν' ανογει κποια πρτα. Εδε ττε να προβλλει μια νεαρ γυνακα, ντυμνη σχεδν σαν μια απ αυτς τις γοτθικς βασλισσες τις λαξεμνες στα μνημεα των παλαιν μας αβαεων. Το μαρο μπουστκι της, κεντημνο με πετρδια, σφιγγε τη κομψ της μση· η κοντ φουσττσα της, σια και χωρς σορες, φηνε να φανε μια λεπτ γμπα και να χαριτωμνο πδι. να μαντλι, μαρο επσης, ταν ριγμνο πνω στο κεφλι της· με το αριστερ της χρι κρατοσε το μαντλι αυτ, που ταν δεμνο σταυρωτ κτω απ το πηγονι της τσι που απ το πρσωπ της βλεπες μνο τα μεγλα της μτια και το τριανταφυλλνιο της στμα. Πσω της βδιζε η βγια εν νας ακλουθος πγαινε μπρος κρατντας θρησκευτικ βιβλο· δυο φιπποι υπηρτες, που φοροσανε στολ με τα διακριτικ χρματα της οικογνεις της, ακολουθοσανε την μορφη γνωστη απ κποια απσταση: πγαινε στον ρθρο, που κποια καμπνα σμαινε, σ' να κοντιν μοναστρι.
     Ο Μπεν Χαμντ νμισε πως αντκρυσε τον γγελο Ισραφλ το πιο νο ουρ του Παραδεσου. Η Ισπανδα, εξσου ξαφνιασμνη, κοταζε τον Αβενσεργο, που το σαρκι του, η κελεμπα και τα πλα του καναν την αρχοντικ του μορφ να φανεται ακμα πιο μορφη. Αφο συνλθε απ' τη πρτη κπληξη, με χρη κι ελευθερα που χαρακτηρζουνε τις γυνακες αυτς της χρας, κανε νημα στον ξνο να πλησισει.
 -’‘Μαυριταν ρχοντα’‘, του επε, ‘‘μοιζετε νιφερτος στη Γρανδα. Μπως χετε χαθε’‘;
 -’‘Σουλτνα των λουλουδιν’‘, αποκρθηκε ο Μπεν Χαμντ, ‘‘χαρ των ανδρικν ματιν, ω Χριστιαν εσ σκλβα, ομορφτερη κι απ τις Γεωργιανς παρθνες, μντεψες σωστ. Εμαι πργματι ξνος σ' αυτ τη πλη. Χθηκα μσα σ' λα τοτα τα παλτια και δε μπορ να ξαναβρ το χνι των Μαυριτανν. Μακρι ο Μωμεθ ν' αγγξει τη καρδι σου και ν' ανταμεψει τη φιλοξενα σου!’‘
 -’‘Οι Μαυριτανο εναι φημισμνοι για την ευγνει τους’‘, συνχισε η Ισπανδα μ' να ολγλυκο χαμγελο, ‘‘μα εγ δεν εμαι οτε σουλτνα των λουλουδιν οτε σκλβα, οτε και χαρομαι να επικαλονται για χρη μου τον Μωμεθ. Ακολουθστε με ρχοντα ιππτη. Θα σας δεξω το δρμο για το χνι των Μαυριτανν’‘. Προπορετηκε με χρη κι οδγησε τον Αβενσεργο ως το χνι κι αφο του δειξε τη πρτα, γλστρισε πσω απ να παλτι κι εξαφανστηκε.
     Απ τ εξαρτται ραγε η γαλνη της ζως; Η πατρδα παψε να εναι η μνη κι η αποκλειστικ γνοια του Μπεν Χαμντ: η Γρανδα δεν εναι πια γι' αυτν ρημη, εγκαταλειμμνη, μοναχικ· η καρδι του εξακολουθε να την αγαπ, τρα περισστερο παρ ποτ, αλλ μια να γοητεα ομορφανει τα ερεπι της· ν λλο θλγητρο ρθε να προστεθε στη θμηση των προγνων. Ο Μπεν Χαμντ ανακλυψε το κοιμητρι που αναπαονται οι τφρες των Αβενσεργων, αλλ καθς προσεχεται, καθς προσκυν, καθς χνει φθονα δκρυα σα καλς γιος, συλλογιται πως η νεαρ Ισπανδα πρπει να πρασε μερικς φορς απ' αυτος τους τφους κι τσι οι πργονο του δεν του φανονται πια και τσο κακτυχοι.
     Μταια προσπαθε να συγκεντρσει τη σκψη του αποκλειστικ στο προσκνημ του στην χρα των πατρων του, μταια τριγυρν στις χθες του Ντορο και του Χενλ, μλις ξημερνει, για να μαζψει βτανα: το λουλοδι που γυρεει τρα πια εναι η ωραα Χριστιαν. Πσες απ τις μχρι τρα προσπθεις του να ξαναβρε το παλτι της κρης που τον μγεψε στθηκαν ανφελες! Πσες φορς νμισε πως αναγνωρζει τον χο της καμπνας και το λλημα του πετεινο που ‘χε ακοσει κοντ στη κατοικα της Ισπανδας! Ξεγελασμνος απ' αυτος τους θορβους, τρχει γργορα προς τη μερι τους, αλλ το μαγικ παλτι αρνεται να εμφανιστε μπρος του. Υπρξαν πλι φορς που το πανομοιτυπο ντσιμο των γυναικν της Γρανδας του 'δωσε κποιες στιγμς ελπδας: απ μακρυ λες οι Χριστιανς μοιαζαν με την αφντρα της καρδις του, απ κοντ καμμι τους δεν εχε την ομορφι τη χρη της. Ο Μπεν Χαμντ ψαξε ακμα και στις εκκλησες για να ανακαλψει τη ξνη· φτασε μλιστα να μπει στον τφο του Φερδιννδου και της Ισαβλας· κι αυτ ταν η πιο μεγλη θυσα που εχε ποτ κνει για τον ρωτα.
     Μια μρα μζευε βτανα στην κοιλδα του Ντορο. Στη λουλουδισμνη πλαγι της ντιας πλευρς απλνονταν τα τεχη της Αλμπρα κι οι κποι του Χενεραλφ· τον βορειν λφο στλιζε το Αλμπαζν, τα χαρωπ περιβλια, κι οι σπηλις, που ζοσε πολυριθμο πλθος ανθρπων. Στη δυτικ κρη της κοιλδας βλεπες τα καμπαναρι της Γρανδας να προβλλουν λα μαζ μσα απ τις καταπρσινες βαλανιδις και τα κυπαρσσια. Στην λλη κρη, προς την ανατολ, το μτι πεφτε, περνντας πνω απ τις κορυφς των βρχων, σε μοναστρια, σκτες και σε κποια ερεπια της αρχαας Ιλλιβηρας, και πιο μακρι στις βουνοκορφς της Σιρα Νεβδα. Ο Ντορο κυλοσε ανμεσα στη κοιλδα και στις χθες του βλεπες δροσερος μλους, πολβοους καταρρκτες, γκρεμισμνες αψδες απ κποιο ρωμακ υδραγωγεο, ακμα και χαλσματα απ να γεφρι της εποχς των Μαυριτανν.
     Ο Μπεν Χαμντ δεν τανε τρα πια οτε αρκετ δυστυχς αλλ οτε κι αρκετ ευτυχς για να μπορε να ευχαριστηθε τη γοητεα της μοναξις: τριγυρνοσε, αφηρημνος κι αδιφορος, σ' αυτς τις μαγευτικς ακροποταμις. Βαδζοντας τσι τυχαα ακολοθησε δεντροστοιχα που προχωροσε στη πλαγι του λφου του Αλμπαζν. Σε λγο φνηκε μπρος του μια εξοχικ παυλη με πορτοκαλενα ολγυρ της. Καθς πλησαζε, κουσε τους χους μιας φωνς και μιας κιθρας. Ανμεσα στη φων, στα χαρακτηριστικ και στο βλμμα μιας γυνακας υπρχουν ομοιτητες που δεν ξεγελονε ποτ ναν ερωτευμνο. ‘‘Εναι το ουρ μου!’‘ μονολογε κι αφουγκρζεται με τρεμμενη καρδι· μα η καρδι του χτυπ ακμα πιο δυνατ ακογοντας το νομα των Αβενσεργων να επαναλαμβνεται πολλς φορς. Η γνωστη τραγουδοσε καστιλινικη ρομντσα, που μιλοσε για την ιστορα των Αβενσεργων και των Ζεγρδων. Ο Μπεν Χαμντ δε μπορε ν' αντισταθε λλο στη συγκνησ του· ορμ μες απ τις μυρτις και βρσκεται καταμεσς σε μια συντροφι απ νεαρς κοπλες που σκορπζουνε φωνζοντας τρομαγμνες. Η Ισπανδα που τραγουδοσε προηγουμνως και που κρατ ακμα στα χρια της τη κιθρα αναφωνε:
 -’‘Εναι ο Μαυριτανς ρχοντας!’‘ και καλε τις συντρφισσς της να επιστρψουν.
 -’‘Αγαπημνη των πνευμτων’‘, λει ο Αβενσεργος, ‘‘σε γρευα πως γυρεει νας ραβας μια πηγ στη κψα του μεσημεριο. κουσα τους χους της κιθρας σου. Υμνοσες τους ρωες της πατρδας μου. Απ την ομορφι της φωνς σου μντεψα πως εσαι εσ και στα πδια σου ακουμπ τη καρδι του Μπεν Χαμντ’‘.
 -’‘Κι εγ’‘, του αποκρνεται η δνα Μπλνκα, ‘‘εσς σκεφτμουν καθς τραγουδοσα αυτ τη ρομντσα των Αβενσεργων. Απ ττε που σας αντκρυσα θαρροσα πως λοι αυτο οι Μαυριτανο ιππτες σας μοιζουνε’‘. Καθς λεγε αυτ τα λγια, να αδιρατο κοκκνισμα ανβηκε ως το μτωπ της. Ο Μπεν Χαμντ νιωσε τοιμος να πσει στα γνατα της νεαρς Χριστιανπουλος και να της φανερσει πως αυτς ταν ο τελευταος Αβενσεργος. Αλλ η λγη φρνηση που του 'χε απομενει τον συγκρτησε. Φοβθηκε μπως το νομ του, που τανε ξακουστ στη Γρανδα, προκαλσει ανησυχες στον κυβερντη της. Ο πλεμος με τους Μαυριτανος μλις εχε τελεισει κι η παρουσα Αβενσεργου, τη στιγμ αυτ, μποροσε να προκαλσει στους Ισπανος ελογες ανησυχες. χι πως ο Μπεν Χαμντ φοβτανε τους κινδνους, τρεμε μως στη σκψη πως σως να υποχρεωνταν να απομακρυνθε για πντα απ τη κρη του δον Ροδργο.
     Η οικογνεια της δνα Μπλνκα καταγταν απ τον Σιντ ντε Μπιβρ κι απ την Χιμνη, κρη του κμητα Γκομς ντε Γκρμας. Η αγνωμοσνη της αυλς της Καστλλης εχεν οδηγσει τους απογνους του νικητ της Βαλνθια σε μεγλη φτχεια -τσο μεγλη μλιστα ταν η αφνεια στην οποα ζοσανε για αρκετος αινες, που πολλο νομζανε πως η γενι τους εχε σβσει. μως την εποχ περπου που κατακτθηκε η Γρανδα κποιο τελευταο βλαστρι της οικογνειας των Μπιβρ, ο παππος της Μπλνκα, γινε και πλι δισημο, χι χρη στους ττλους του μα χρη στη λμψη της αντρειοσνης του. Μετ την εκδωξη των πιστων, ο Φερδιννδος παραχρησε στον απγονο του Σιντ τη περιουσα πολλν μαυριτανικν οικογενειν και τον ονμασε δοκα της Σντα Φε. Ο νος δοκας εγκαταστθηκε στη Γρανδα, που και πθανε, νος ακμη, αφνοντας ναν μοναχογι, παντρεμνο δη, τον δον Ροδργο, πατρα της Μπλνκα. Η δνα Τερζα ντε Χρες, σζυγος του δον Ροδργο, φερε στον κσμο να γιο που, μλις γεννθηκε, ονομστηκε Ροδργο, σαν λους τους προγνους του, αλλ τον φναζανε δον Κρλος, για να τον ξεχωρζουν απ τον πατρα του. Τα σημαντικ γεγοντα που ξετυλιχτκανε μπρος στα μτια του δον Κρλος, οι κνδυνοι τους οποους πρασε, εν ταν ακμα παιδ, δη απ τη πιο τρυφερ του ηλικα, καναν ακμα πιο βαρ κι αυστηρ να χαρακτρα που απ την φση του κλινε προς την αυστηρτητα. Ο δον Κρλος ταν μλις δεκαπντε χρνων ταν ακολοθησε τον Κορτς στο Μεξικ.
     Εχε ζσει λους τους κινδνους κι ταν μρτυρας λων των φρικαλεοττων της εκπληκτικς αυτς περιπτειας. τανε παρν στη πτση του τελευταου βασιλι ενς κσμου γνωστου μχρι ττε. Τρα χρνια μετ απ αυτ τη καταστροφ ο δον Κρλος βρθηκε στην Ευρπη, στη μχη της Παβας, ειδικ θαρρες για να δει το θρρος και τη τιμ να γονατζουνε κτω απ τα χτυπματα της μορας. Η εικνα μιας νας οικουμνης, τα μακρχρονα ταξδια του σε ανεξερενητες ακμα θλασσες, οι τσες επαναστσεις και τα τσα σκαμπανεβσματα της τχης, στα οποα στθηκε μρτυρας, εχανε κλονσει σοβαρ το θρησκευτικ και μελαγχολικ χαρακτρα του δον Κρλος: κατατχτηκε στο ιπποτικ τγμα της Καλατρβα και, παρ τις ικεσες του δον Ροδργο, απαρνθηκε τον γμο κι λη του η περιουσα προοριζτανε για την αδελφ του. Η Μπλνκα ντε Μπιβρ, μοναδικ αδελφ του δον Κρλος και πολ νετερη του, τανε το νδαλμα του πατρα της. Εχε χσει τη μητρα της και μλις μπαινε στα δεκαοκτ της ταν ο Μπεν Χαμντ κανε την εμφνισ του. Τα πντα σ' αυτ τη θελκτικ κοπλλα αππνεαν γοητεα: η φων της τανε μαγευτικ, ο χορς της πιο ανλαφρος κι απ τον ζφυρο· της ρεσε λλοτε να οδηγε να ρμα σαν την Αρμδα κι λλοτε να πετ καλπζοντας στη ρχη της πιο γοργς ανδαλουσιανς φορδας, σαν αυτς τις χαριτωμνες νεριδες που εμφανζονταν στον Τριστνο και στον Γκαλαρ μες στα δση. Στην Αθνα θα την παιρναν για την Ασπασα και στο Παρσι για την Ντιαν ντε Πουατι, που ττε μλις ρχιζε να λμπει στην βασιλικ αυλ. μως μαζ με τα θλγητρα της Γαλλδας εχε το πθος της Ισπανδας κι η μφυτη κοκεταρα της δεν μεωνε διλου τη σιγουρι, τη σταθερτητα, τη δναμη και την ανωτερτητα των αισθημτων της καρδις. Ακογοντας τις φωνς που εχανε βλει οι νεαρς Ισπανδες, ταν ο Μπεν Χαμντ ρμησε μες στο δασκι, ο δον Ροδργο τρεξε να δει τι συμβανει.
 -’‘Πατρα’‘, επε η Μπλνκα, ‘‘αυτς εναι ο Μαυριτανς ρχοντας για τον οποο σας μλησα. Με κουσε να τραγουδ και με αναγνρισε. Μπκε στον κπο μας για να μ' ευχαριστσει που του 'δειξα το δρμο’‘.
     Ο δοκας της Σντα Φε υποδχτηκε τον Αβενσεργο με την αυστηρ αλλ κι ανεπιτδευτη ευγνεια των Ισπανν. Σ’ αυτ το θνος δεν διακρνει κανες τποτε απ κενο το δουλικ φος και τα ψευτοευγενικ λγια που φανερνουνε ταπεινς σκψεις και διεφθαρμνη ψυχ. Η γλσσα του ρχοντα και του χωρικο εναι η δια, ο χαιρετισμς ο διος, οι φιλοφρονσεις, οι συνθειες, τα θιμα εναι τα δια. σο μως η εμπιστοσνη κι η γενναιοδωρα αυτο του λαο προς τους ξνους εναι χωρς ρια, τσο τρομερ εναι η εκδκησ του ταν τον προδδουνε. Προικισμνος με ηρωικ θρρος και με ανεξντλητη υπομον, δεν πτοεται απ τη κακ μορα: πρπει να τη νικσει να συντριβε απ' αυτ. Δεν διθετε ιδιατερο πνεμα, πως το ονομζουνε· τα φλογερ μως πθη υποκαθιστον αυτ τη λμψη που προσφρει η ευφυα κι ο πλοτος των ιδεν. νας Ισπανς που περν τη μρα του χωρς κουβντες, που δεν εδε ποτ τποτα, που δεν ενδιαφρεται να δει τποτα, που δεν διβασε ποτ τποτα, δεν μελτησε ποτ τποτα, δεν συνκρινε ποτ τποτα, τη δσκολη στιγμ θα αντλσει μες απ τις υψηλφρονες αποφσεις του λες τις αναγκαες λσεις.
     ταν η μρα των γενεθλων του δον Ροδργο κι η Μπλνκα, μες στην υπροχη μοναξι, δινε μια τερτολια, μια μικρ γιορτ, για να τιμσει τον πατρα της. Ο δοκας της Σντα Φε κλεσε τον Μπεν Χαμντ να καθσει ανμεσα στα κορτσια, που διασκδαζαν με το σαρκι και τη κελεμπα του ξνου. φεραν μερικ βελοδινα μαξιλρια κι ο Αβενσεργος κθισε πνω τους πως κθονταν οι Μαυριτανο. Του κναν ερωτσεις για τη χρα και τις περιπτεις του: οι απαντσεις του τανε πνευματδεις κι εθυμες. Μιλοσε ψογα τα καστιλλινικα και θα μποροσε να τον πρει κανες για Ισπαν, αν δεν λεγε σχεδν πντα εσ αντ για εσες. Η λξη αυτ εχε κτι το τσο τρυφερ στο στμα του, που η Μπλνκα δεν μποροσε να καταπνξει μια κρυφ μικρ αγανκτηση σαν τον κουγε να απευθνεται σε κποια απ τις συντρφισσς της. ρθανε πολλο υπηρτες κουβαλντας φλυτζνια με σοκολτα, γλυκσματα με φροτα και ζαχαρνια τσουρεκκια της Μλαγα, σπρα σαν το χινι, αφρτα κι ανλαφρα σαν σφουγγρια. Μετ απ τα αναψυκτικ παρακαλσανε τη Μπλνκα να χορψει να λακ χορ, που τα κατφερνε καλλτερα κι απ τις πιο επιδξιες τσιγγνες. Αναγκστηκε να ενδσει στις παρακλσεις των φιλενδων της. Ο Μπεν Χαμντ δεν μιλοσε, μως το ικετευτικ του βλμμα μιλοσε καλτερα απ το στμα. Η Μπλνκα διλεξε να χορψει μια ζμπρα, ναν εκφραστικ χορ που οι Ισπανο εχανε πρει απ τους Μαυριτανος.
     Μια κοπλλα αρχζει να παζει στη κιθρα τη μελωδα του ξενφερτου αυτο χορο. Η κρη του δον Ροδργο βγζει το ππλο και περν στα λευκ της χρια καστανιτες απ μαρο βενο. Τα μαρα της μαλλι πφτουνε σε μποκλες πνω στον αλαβστρινο λαιμ. Το στμα και τα μτια της χαμογελον αρμονικ. Το χρμα της χει ζωηρψει απ τους χτπους της καρδις της. Ξφνου χτυπ τρεις φορς το ρυθμ κι αφνει ν' αντηχσει το κροτλισμα του βενου· αρχζει να τραγουδ τη μελωδα της ζμπρα και σμγοντας τη φων της με τους χους της κιθρας, ξεχνεται σαν αστραπ. Τ ποικιλα στα βματα! Τ κομψτητα στις κινσεις! λλοτε σηκνει ζωηρ τα χρια κι λλοτε πλι τα αφνει να πσουνε χαλαρ. Πτε ορμ σα μεθυσμνη απ απλαυση και πτε αποτραβιται τσακισμνη απ τη θλψη. Γυρζει το κεφλι, μοιζει να καλε κποιο αρατο πρσωπο, προσφρει συνεσταλμνα το ρδινο μγουλ της στο φιλ κποιου γνωστου μνηστρα, φεγει λο ντροπ, ξανρχεται λαμπερ και παρηγορημνη, βαδζει με αρχοντικ και σχεδν πολεμικ βμα κι στερα στριφογυρζει πνω στην χλη. Η αρμονα που δενε τα βματα, το τραγοδι και τον χο της κιθρας τανε τλεια. Η φων της, με την αδιρατη βραχνδα, εχε τνο που ξεσηκνει τα πθη ως τα μχια της ψυχς. Η ισπανικ μουσικ, με τους αναστεναγμος, τις ζωηρς μεταπτσεις της, τις λυπητερς επωδος της και τις μελωδες που κβονται απροσδκητα, προσφρει να ανεπανληπτο μεγμα χαρς και μελαγχολας. Η μουσικ αυτ κι ο χορς καθρισαν μια για πντα τη μορα του τελευταου Αβενσεργου: ταν λλωστε αρκετ για να αναστατσουν και καρδις λιγτερο παθιασμνες απ τη δικ του.
     Επστρεψε στη Γρανδα αργ το βρδυ απ τη κοιλδα του Ντορο. Ο δον Ροδργο, γοητευμνος απ τους αρχοντικος κι ευγενικος τρπους του, δεν τον φησε να φγει παρ μνον αφο τον κανε να του υποσχεθε πως θα ρχεται συχν να διασκεδζει τη Μπλνκα με τις θαυμσιες ιστορες του για την Ανατολ. Ο Μαυριτανς πανευτυχς αποδχτηκε τη πρσκληση του δοκα της Σντα Φε κι απ την λλη κιλας μρα πγε στο παλτι που ανσαινε κενη που αγαποσε πιο πολ κι απ το φως της μρας.
     Η Μπλνκα δεν ργησε να κυριευτε απ να παντοδναμο πθος, ακριβς επειδ νμιζε πως ταν αδνατον να αισθανθε ποτ της κτι ττοιο. Το να αγαπσει ναν πιστο Μαυριταν, ναν γνωστο, τανε κτι που της φαιντανε τσο περεργο, στε δεν πρε καμμι προφλαξη απναντι στο κακ που ρχισε να κυλ στις φλβες της. Μλις κατλαβε τι εχε προσβληθε απ το κακ, το αποδχτηκε σαν αληθιν Ισπανδα. Οι κνδυνοι και τα βσανα που διαγρφονταν μπρος της δε μπρεσαν να την κνουν να υποχωρσει, αν και βρισκτανε στο χελος της αβσσου, οτε και να το συζητσει για πολ με τη καρδι της. Επε μσα της: ‘‘Ας γνει ο Μπεν Χαμντ Χριστιανς, ας με αγαπσει, κι εγ θα τον ακολουθσω μχρι την κρη της γης’‘.
     Απ' τη πλευρ του ο Αβενσεργος νιωθε λη τη δναμη ενς ακαταμχητου πθους: τρα πια ζοσε μνο για τη Μπλνκα. Δεν τον απασχολοσανε πια τα σχδια που τον εχανε φρει στη Γρανδα: του τανε πολ εκολο να πρει τις πληροφορες που γρευε, μως κθε λλο ενδιαφρον πρα απ την αγπη του εχε χαθε απ τα μτια του. Φοβταν μλιστα τις πληροφορες που μποροσαν να φρουνε κποιες αλλαγς στη ζω του. Δε ρωτοσε τποτα, δεν θελε να μθει τποτα, λεγε μσα του: ‘‘Ας γνει η Μπλνκα Μουσουλμνα, ας μ' αγαπσει κι εγ θα την υπηρετ ως τη τελευταα μου πνο’‘. τσι ο Μπεν Χαμντ κι η Μπλνκα δεν περιμνανε τποτ' λλο πια παρ μια ευκαιρα για να φανερσουν ο νας στον λλο τα αισθματ τους. Κενη την εποχ κανε τις ομορφτερες μρες της χρονις.
 -’‘Τσον καιρ και δεν χετε δει ακμα την Αλμπρα’‘, επεν η κρη στον Αβενσεργο. ‘‘Κι αν κατλαβα καλ απ κποιες κουβντες που σας χουνε ξεφγει, η οικογνει σας κατγεται απ τη Γρανδα. Θα σας ευχαριστοσε σως να επισκεφθετε το παλτι των παλιν σας βασιλιδων; Θλω να γνω η δια ξεναγς σας απψε’‘. Ο Μπεν Χαμντ ορκστηκε στο νομα του Προφτη πως κανες  λλος περπατος δε θα μποροσε να του εναι ποτ πιο ευχριστος.
     ταν φτασεν η ρα που 'χαν ορσει για το προσκνημα στην Αλμπρα, η κρη του δον Ροδργο καβλησε μιαν σπρη φοραδτσα μαθημνη να σκαρφαλνει στους βρχους σα ζαρκδι. Ο Μπεν Χαμντ συνδευε την εκθαμβωτικ Ισπανδα ιππεοντας ν ανδαλουσιαν τι στολισμνο και σελωμνο πως συνθιζαν οι Τορκοι. Καθς ο νεαρς Μαυριτανς κλπαζε, το πορφυρ του φρεμα φοσκωνε πσω του, το γιαταγνι του χτυποσε πνω στη ψηλ σλα και το αγρι ανμιζε το φτερ που στλιζε τη κορφ του σαρικιο του. Ο κσμος, γοητευμνος απ τη χρη του, σιγοψιθριζε καθς τον βλεπε να περν: ‘‘Εναι πργκιπας πιστος, που η δνα Μπλνκα θα τον κνει ν' αλλαξοπιστσει’‘.
     Στην αρχ πραν να μακρ δρμο που 'χε ακμα τ' νομα μιας ξακουστς μαυριτανικς οικογνειας· ο δρμος αυτς κατληγε στον εξωτερικ περβολο της Αλμπρα. Δισχισαν μετ να δσος με φτελις, φτσανε σε μια κρνη και σε λγο βρθηκαν μπρος στον εσωτερικ περβολο του παλατιο του Βοαβδλ. Σ' να τεχος με πργους και πολεμστρες υπρχε πλη που τη λγανε Πλη της Κρσεως. Δρασκλισαν την πρτη πλη κι ακολοθησαν να στεν δρομκι που προχωροσε φιδωτ ανμεσα στα ψηλ τεχη και στα μισογκρεμισμνα φτωχσπιτα. Το δρομκι αυτ τους οδγησε στη πλατεα των Αλγβων· εκε κοντ ο Κρολος ο Ε' κτιζε κενη την εποχ ν ανκτορο. Προχωρντας προς το βορρ σταματσανε σε μιαν ερημικ αυλ κτω απ να τοχο γυμν κι ερειπωμνο απ τους αινες. Ο Μπεν Χαμντ πδηξε ανλαφρα στη γη και πρσφερε χρι στη Μπλνκα να κατεβε απ' τη φορδα. Οι υπηρτες χτπησαν μιαν εγκαταλειμμνη πρτα, που το κατφλι της το σκεπζανε τα αγριχορτα· η πρτα νοιξε κι φησε μεμις να φανον τα μυστικ καταφγια της Αλμπρα.
     λη η γοητεα κι η νοσταλγα για τη πατρδα, ανακατεμνες με τα μγια του ρωτα, κατακλσανε τη καρδι του τελευταου Αβενσεργου. Ακνητος, βουβς, βθιζε το θαμπωμνο του βλμμα σ’ αυτ το κατλυμα των πνευμτων. Νμιζε τι τον εχανε μεταφρει στη πρτα κποιου παλατιο, πως διαβζουμε στις περιγραφς των αραβικν παραμυθιν. Ανλαφρες στος, μαρμρινες τφροι τριγυρισμνες με ανθισμνες λεμονις και πορτοκαλις, συντριβνια, μοναχικς αυλς παρουσιζονταν απ παντο μπρος στα μτια του και μες απ τους θλους δικρινε κι λλους λαβρινθους και καινοριες ομορφις. Το γαλζιο του ομορφτερου ουρανο πρβαλλε ανμεσα στις κολνες που στηρζανε μια σειρ γοτθικς αψδες. Οι τοχοι, καταστλιστοι με αραβουργματα, θμιζαν στην ψη τα ανατολτικα κενα υφσματα που μες στη πλξη του χαρεμιο τα γεμζει με κεντδια η φαντασα μιας σκλβας. Κτι το ηδονικ, το θρησκευτικ και το πολεμικ μοιαζε να αναδεται απ' αυτ το μαγικ οικοδμημα, λες κι ταν μοναστρι του ρωτα, μυστηριδες ησυχαστρι, που οι Μαυριτανο βασιλιδες γεονταν λες τις απολασεις και ξεχνοσαν λες τις υποχρεσεις της ζως.
     Μετ απ λγες εκστατικς και σιωπηλς στιγμς, οι δυο ερωτευμνοι προχρησαν μες σ' αυτ το μγαρο της χαμνης εξουσας και της περασμνης ευτυχας. Κνανε στην αρχ το γρο της αθουσας του Μεσουκρ, μες στο ρωμα των λουλουδιν και στη δροσι των νερν. Μπκανε κατπιν στην Αυλ των Λεντων. Σε κθε βμα η συγκνηση του Μπεν Χαμντ μεγλωνε.
 -’‘Αν δε γμιζες τη ψυχ μου με τσην αγαλλαση’‘, γρισε κι επε στη Μπλνκα, ‘‘πση θα 'ταν η θλψη μου καθς εμαι αναγκασμνος να ρωτ εσνα, μιαν Ισπανδα, για την ιστορα αυτν των κτισμτων. Αχ, οι χροι αυτο εναι φτιαγμνοι για καταφγιο της ευτυχας κι εγ…-’‘ Ο Μπεν Χαμντ δικρινε το νομα του Βοαβδλ στριμωγμνο ανμεσα στα ψηφιδωτ. ‘‘Τ απγινες, καλ μου βασιλι;’‘ φναξε. ‘‘Πο να σε βρω μες σ' αυτ την ρημη Αλμπρα σου;’‘ -και δκρυα πστης, αφοσωσης και τιμς πλημμυρζανε τα μτια του νεαρο Μαυριτανο.
 -’‘Οι παλιο σας ρχοντες’‘, επεν η Μπλνκα, ‘‘, καλλτερα, οι βασιλιδες των προγνων σας ταν αγνμονες’‘.
 -’‘Τ σημασα χει!’‘ απντησε ο Αβενσεργος. ‘‘τανε δυστυχισμνοι!’‘
     Καθς πρφερε αυτ τα λγια, η Μπλνκα τον οδγησε σ' να θλαμο που 'μοιαζε να 'ναι το ιερ του ναο του ρωτα. Δεν υπρχε τποτα να ξεπερν σε κομψτητα αυτ το καταφγιο: ολκερος ο θλος, βαμμνος με γαλζιο και χρυσ χρμα και στολισμνος με αραβουργματα, φηνε να περν το φως πως μσα απ ανθοκεντημνο φασμα. Στη μση του κτηρου ανβλυζε να συντριβνι και τα νερ του, που πφτανε σα δροσοσταλδες, κυλοσαν μσα σ’ να αλαβστρινο κοχλι.
 -’‘Μπεν Χαμντ’‘, επε η θυγατρα του δοκα της Σντα Φε, ‘‘κοιτξτε καλ αυτ το σιντριβνι: μσα του πεσαν τα παραμορφωμνα κεφλια των Αβενσεργων. Διακρνονται ακμα πνω στο μρμαρο οι κηλδες απ το αμα των τυχων που ο Βοαβδλ θυσασε εξαιτας της καχυποψας του. τσι φρονται στην χρα σας στους ντρες που ξελογιζουνε τις ευκολπιστες γυνακες’‘.
     Ο Μπεν Χαμντ δεν κουγε πια την Μπλνκα. Προσκυνοσε και φιλοσε με σεβασμ τα χνη απ το αμα των προγνων του. Τλος ανασηκθηκε κι επε:
 -’‘Ω Μπλνκα! Ορκζομαι στο αμα αυτν των ιπποτν να σ’ αγαπ με λη τη πστη τη  σταθερτητα και την φλγα ενς Αβενσεργου’‘.
 -’‘Με αγαπτε λοιπν;’‘ αποκρθηκε εννοντας τα πανμορφα χρια της η Μπλνκα κι υψνοντας το βλμμα της στον ουραν. ‘‘Μα δεν αναλογιστκατε πως εστε νας πιστος, νας Μαυριτανς, νας εχθρς, κι εγ Χριστιαν κι Ισπανδα’‘;
 -‘‘γιε μου Προφτη’‘, επε ο Μπεν Χαμντ, ‘‘γνε μρτυρας των ρκων μου- ’‘
     Η Μπλνκα ττε, διακπτοντς τον, του λει:
 -‘‘Τ εμπιστοσνη μπορ να χω στους ρκους ενς δικτη του Θεο μου; Ξρετε αν εγ σας αγαπ; Ποις σας δωσε την δεια να μου μιλτε τσι’‘;
     Ο Μπεν Χαμντ περλυπος αποκρνεται:
 -‘‘Εναι αλθεια, εμαι απλς νας σκλβος σου. Δεν με διλεξες για ιππτη σου’‘.
 -‘‘Μαυριταν’‘, λει ττε η Μπλνκα, ‘‘σε τις πονηρις· το εδες μες στο βλμμα μου πως σ’ αγαπ. Η τρλλα μου για σνα ξεπερν κθε ριο. Γνε Χριστιανς και τποτα δεν θα με εμποδσει να γνω δικ σου. Αν μως η κρη του δοκα της Σντα Φε τολμ να σου μιλ με τση ευθτητα, απ αυτ και μνο μπορες να καταλβεις πως εναι ικαν να επιβληθε στον εαυτ της και πως ποτ νας εχθρς των Χριστιανν δεν θ’ αποκτσει δικαιματα πνω της’‘.
     Ο Μπεν Χαμντ, σε μια παρφορα πθους, αρπζει τα χρια της Μπλνκα, τα ακουμπ πνω στο σαρκι του και κατπιν πνω στην καρδι του.
 -‘‘Ο Αλλχ εναι παντοδναμος κι ο Μπεν Χαμντ ευτυχισμνος! Ω Μωμεθ! Ας γνει να γνωρσει αυτ η Χριστιαν τον νμο σου και τποτα δεν θα μπορσει -’‘
 -‘‘Βλασφημες’‘, λει η Μπλνκα. ‘‘Ας φγουμε απ δω’‘.
     Ακομπησε στο μπρτσο του Μαυριτανο και πλησασε στην κρνη των Δδεκα Λεντων, που εχε δσει το νομ της σε μια απ τις αυλς της Αλμπρα.
 -‘‘Ξνε’‘, λει η αυθρμητη Ισπανδα, ‘‘σαν βλπω την κελεμπα, το σαρκι και τα πλα σου και συλλογιμαι τον ρωτ μας, θαρρ πως βλπω την σκι του ωραου Αβενσεργου να κνει τον περπατ της σ’ αυτ εδ το εγκαταλειμμνο καταφγιο μαζ με την μοιρη την Αλφαμ. Εξγησ μου τι λει αυτ η αραβικ επιγραφ, η χαραγμνη πνω στο μρμαρο της κρνης’‘.
     Ο Μπεν Χαμντ διβασε τοτες τις λξεις:
 -“Η μορφη πριγκπισσα, που στολισμνη ολκερη με μαργαριτρια κνει τον περπατ της στον κπο της, πσο εξασια πληθανει την ομορφι του... η υπλοιπη επιγραφ εχε σβηστε. -‘Για σνα χει γραφτε αυτ η επιγραφ’‘, λει ο Μπεν Χαμντ. “‘Οτε στα νιτα του, σουλτνα μου πολυαγαπημνη, τοτο το παλτι δεν ταν τσο μορφο σο τρα που εναι ερειπωμνο. κουτον χο απ τις κρνες που τα βρα χουν αλλξει την ρο των νερν τους, κοτα τους κπους που προβλλουν μσα απ αυτς τις μισογκρεμισμνες καμρες, αγνντεψε το φωτειν στρο της μρας που δει πρα απ τις στος: τι μορφα που εναι να περιπλανιται κανες μαζ σου σ’ αυτος τους χρους! Τα λγια σου, σα ρδα του υμναιου, σκορπονε την ευωδι τους σε λο τον τπο. Με πση ευχαρστηση αναγνωρζω μες στη λαλι σου κποιους απηχους της γλσσας των προγνων μου! Και μνο το θρισμα του φορματς σου πνω σ’ αυτ τα μρμαρα με κνει να ριγ. Ο αρας μοσκοβολ αγγζοντας τα μαλλι σου. Εσαι μορφη μες στα χαλσματα, σαν να ’σουνα το Πνεμα της πατρδας μου. Να ελπζει ραγε ο Μπεν Χαμντ πως θα κερδσει τη καρδι σου; Τι εναι αυτς δπλα σ’ εσνα; Δισχισε βουν μαζ με τον πατρα του, γνρισε τα βτανα της ερμου... Αλμονο μως, δεν υπρχει οτε να ικαν να γιατρψει την πληγ που του νοιξες! Κρατει πλα, μα δεν εναι ιππτης. Κποτε λεγα στον εαυτ μου: Το θαλασσιν νερ που κοιμται προφυλαγμνο μσα στο κολωμα του βρχου εναι βουβ κι συχο, εν δπλα του η απραντη θλασσα εναι ανταριασμνη και βουερ. τσι περν κι η δικ σου ζω, Μπεν Χαμντ: σιωπηλ και γαλνια, ξεχασμνη σε κποια γνωστη γωνι της γης, την ρα που η αυλ του σουλτνου συνταρζεται απ τις θελλες. Αυτ λεγα στον εαυτ μου, μικρ μου Χριστιαν, κι ρθες εσ να μου  αποδεξεις πως η καταιγδα μπορε ν’ αναστατσει ακμα κι αυτ τη σταγνα του νερο τη κρυμμνη στο κολωμα του βρχου’‘.
     Η Μπλνκα κουγε εκστατικ αυτ τα πρωτκουστα για κενη  λγια, που το ανατολτικο φος τους μοιαζε να ταιριζει με αυτ την κατοικα των Νυμφν που τριγριζε με τον αγαπημνο της. Ο ρωτας τρπωνε απ παντο μες στην καρδι της. νιωθε τα γνατ της να λυγζουν· αναγκστηκε να στηριχτε πιο γερ στο μπρτσο του οδηγο της. Ο Μπεν Χαμντ συγκρατοσε το γλυκ του φορτο κι λεγε ξαν και ξαν:
 -‘‘Αχ, γιατ να μην εμαι νας ξακουστς Αβενσεργος!’‘
 ‘‘Θα μου ρεσες λιγτερο’‘, επε η Μπλνκα, ‘‘γιατ θα τυραννιμουν περισστερο. Μενε σημος και ζσε μνο για μνα. Δεν εναι λγες οι φορς που κποιος ιππτης ξχασε την αγπη για τη φμη’‘.
 -‘‘Εσ δεν διατρχεις ττοιο κνδυνο’‘, απντησε ζωηρ ο Μπεν Χαμντ.
 -‘‘Και πς θα μ’ αγαποσες λοιπν αν σουν Αβενσεργος;’‘ ρτησε η απγονος της Χιμνης.
 -‘‘Θα σ’ αγαποσα πιτερο απ τη δξα και λιγτερο απ την τιμ’‘, αποκρθηκε ο Μαυριτανς.
     Καθς οι δο ερωτευμνοι κνανε τον περπατ τους, ο λιος εχε βασιλψει πρα στον ορζοντα. Εχανε διασχσει λη την Αλμπρα. Πσες αναμνσεις ρθαν στην σκψη του Μπεν Χαμντ! Σε αυτ εδ το μρος η σουλτνα απολμβανε το θυμαμα των αρωμτων που καιγαν για χρη της· εκε, στο απμερο αυτ κρησφγετο, στολιζταν με λα τα γιορντνια της Ανατολς. Κι αυτ που διηγιταν λες αυτς τις λεπτομρειες στον μορφο νεαρ ντρα που λτρευε ταν η Μπλνκα, ταν η πολυαγαπημνη γυνακα. Το φεγγρι, ανεβανοντας στον ουραν, σκρπισε το αββαιο φως του στα εγκαταλειμμνα ιερ και στους ρημους περιβλους της Αλμπρας. Οι λευκς του ακτνες σχεδαζαν πνω στην χλη των παρτεριν και στους τοχους των αιθουσν την δαντλα κποιας ανερης αρχιτεκτονικς, τις αψδες των μοναστηριν, την αεικνητη σκι των νερν που ανβρυζαν αλλ και την σκι των δενδρυλλων που τα λικνζει ο ζφυρος. Το αηδνι κελαηδοσε σ’ να κυπαρσσι που η κορφ του εχε τρυπσει μσα απ τους θλους ενς ερειπωμνου τζαμιο κι η ηχ επαναλμβανε το μοιρολι του. Ο Μπεν Χαμντ γραψε κτω απ το σεληνφως το νομα της Μπλνκα πνω στο μρμαρο της αθουσας των Δο Αδελφν· το
χραξε με αραβικος χαρακτρες, τσι στε ο ταξιδιτης να χει να ακμα μυστριο να ξεδιαλνει μσα σ’ αυτ το γεμτο μυστρια παλτι.
 -‘‘Μαυριταν, τα παιχνδια αυτ εναι σκληρ’‘, επε η Μπλνκα, ‘‘ας φγουμε απ αυτ το μρος. Το πεπρωμνο μου εναι πια καθορισμνο για πντα. Θυμσου καλ τα λγια μου: μνεις Μουσουλμνος, μνω η αγαπημνη σου χωρς ελπδα· γνεσαι Χριστιανς, γνομαι η καλτυχη σζυγς σου’‘.
     Ο Μπεν Χαμντ απντησε:
 -‘‘Μνεις Χριστιαν, μνω ο απελπισμνος σκλβος σου· γνεσαι Μουσουλμνα, γνομαι ο δοξασμνος σου σζυγος’‘. τσι οι δυο ευγενες ερωτευμνοι εγκατλειψαν το επικνδυνο εκενο παλτι.
     Το πθος της Μπλνκα μεγλωνε μρα με τη μρα, αλλ και του Μπεν Χαμντ φοντωνε με την δια δναμη. Τση ταν η χαρ του επειδ κποια τον εχε αγαπσει γι’ αυτ και μνο που ταν κι επειδ τα αισθματα που ‘χε εμπνεσει δεν οφελονταν σε καμμιν λλη αιτα, στε κρτησε καλ φυλαγμνη τη μυστικ καταγωγ του απ τη κρη του δοκα της Σντα Φε. νιωθε ιδιατερη απλαυση σαν σκεφτταν πως τη μρα που κενη θα δεχταν να του δσει το χρι της θα της αποκλυπτε το νδοξο νομ του. Απροσδκητα μως τον κλεσαν να επιστρψει στη Τνιδα: κποια αγιτρευτη αρρστια εχε βρει τη μητρα του, που λαχταροσε να τον αγκαλισει και να του δσει την ευχ της πριν φγει απ τη ζω.
     Ο παρουσιζεται στο παλτι της Μπλνκα.
 -‘‘Σουλτνα μου’‘, της λει, ‘‘η μητρα μου πεθανει. Με καλε να της κλεσω τα μτια. Θα κρατσεις την αγπη σου για μνα’;‘
 -‘‘Μ’ εγκαταλεπεις λοιπν’‘, αποκρθηκε χλομιζοντας η Μπλνκα. ‘‘Θα σε δω ξαν τχα’;‘
 -‘‘λα’‘, της λει ο Μπεν Χαμντ. ‘‘Θα σου ζητσω ναν ρκο και θα σου δσω κι εγ ναν, που μνον ο θνατος θα μπορσει να πατσει. Ακολοθησ με’‘. Βγανουν απ το παλτι. Φτνουν σ’ να νεκροταφεο που κποτε ταν μαυριτανικ. Εδ κι εκε μποροσε κανες να δει ακμα επιτμβιες στλες που κποτε πνω τους ο γλπτης εχε σκαλσει να σαρκι. Απ καιρ μως οι Χριστιανο εχαν αντικαταστσει τα σαρκια με σταυρος. Ο Μπεν Χαμντ οδγησε την Μπλνκα σ’ αυτς τις στλες.
 -‘‘Μπλνκα’‘, της επε, ‘‘εδ αναπαονται οι πργονο μου. Ορκζομαι στην τφρα τους πως θα σ’ αγαπ ως τη μρα που ο γγελος της Κρσης θα με καλσει στο δικαστριο του Αλλχ. Σου υπσχομαι να μη δσω ποτ τη καρδι μου σε καμμι λλη γυνακα και να σε κνω σζυγ μου μλις σε φωτσει το γιο φως του Προφτη. Κθε χρνο, ττοια εποχ, θα γυρζω στη Γρανδα να διαπιστνω αν μου ‘χεις μενει πιστ κι αν θες να απαρνηθες τα σφλματ σου’‘.
 -‘‘Κι εγ’‘, επε με δκρυα η Μπλνκα, ‘‘κθε χρνο θα σε περιμνω. Θα κρατσω ως τη τελευταα μου πνο τη πστη που σου ορκστηκα και θα σε πρω για ντρα μου ταν ο Θες των Χριστιανν, ισχυρτερος απ την αγαπημνη σου, συγκινσει την πιστη καρδι σου’‘.
     Ο Μπεν Χαμντ φεγει. Οι νεμοι τον οδηγον ως τα αφρικανικ παρλια. Η μητρα του χει μλις ξεψυχσει. Τη θρηνε κιαγκαλιζει το φρετρ της. Οι μνες κυλον. λλοτε τριγυρζοντας ανμεσα στα ερεπια της Καρχηδνας κι λλοτε καθισμνος στον τφο του Αγου Λουδοβκου, ο εξριστος Αβενσεργος καρτερε τη μρα που θα τον φρει πσω στη Γρανδα. Κποτε, επιτλους, η μρα αυτ ξημερνει. Επιβιβζεται σ’ να καρβι και βζει πλρη για τη Μαλγα. Με τι ξαρση, με τι χαρ ανκατη με φβο αντκρυσε τους πρτους θαλασσβραχους της Ισπανας! ρα η Μπλνκα περιμνει ακμα σ’ αυτ τα περιγιλια; Θυμται ακμα να φτωχ ραβα, που δεν παψε ποτ να τη λατρεει κτω απ τις φοινικις της ερμου;
     Η κρη του δοκα δεν εχε διλου παραβε τους ρκους της. Παρακλεσε τον πατρα της να τη πει στη Μλαγα. Απ’ τις βουνοπλαγις που ζνανε την ακατοκητη ακτ παρακολουθοσε με τα μτια κθε μακρυν καρβι και κθε φευγαλο παν. Αν ξεσποσε θελλα, αγνντευε με τρμο τη θεριεμνη απ τους ανμους θλασσα: ττοιες στιγμς ευχταν να χαθε μες στα σννεφα, να βρεθε στα δια επικνδυνα περσματα, να νισει να τη λοζουνε τα δια κματα και να την αρπζει ο διος ανεμοστρβιλος που απειλοσε τη ζω του Μπεν Χαμντ. Σαν βλεπε τον παραπονιρη γλρο να περν ξυστ πνω απ τα κματα με λυγισμνες τις μεγλες του φτερογες, πετντας προς τα παρλια της Αφρικς, του παργγελνε να μεταφρει μηνματα γεμτα λγια αγπης, με λες τις παρλογες υποσχσεις που αναβρζουν απ μια καρδι που τη κατατργει το πθος.
     Μια μρα, εκε που περιπλανιταν στο ακρογιλι, δικρινε να μακρ σκφος που η ανασηκωμνη πλρη, το γερτ του κατρτι και τα τριγωνικ πανι μαρτυροσαν τη κομψ ναυπηγικ τχνη των Μαυριτανν. Τρχει στο λιμνι και βλπει μετ απ λγο το πλοο απ τη Μπαρμπαρι να μπανει σκορπντας αφρος στο γργορο πρασμ του. Μαυριτανς ντυμνος με υπροχα ροχα στεκταν ρθιος πνω στη πλρη. Πσω του δυο μαροι σκλβοι συγκρατοσαν απ’ το χαλινρι να αραβικ τι, που τ’ αχνισμνα ρουθονια κι η ανακατεμνη χατη του φανρωναν την ατθαση φση του και συνμα τον τρμο που του εχε προκαλσει η βου των κυμτων. Το σκφος φτνει, μαζεει τα πανι, πλησιζει στο μλο, πλευρζει: ο Μαυριτανς ορμ στην χθη, που αντηχε απ τη κλαγγ των πλων του. Οι σκλβοι κατεβζουν το σα λεοπρδαλη τι, που χλιμιντρζει κι αναπηδ απ τη χαρ του ξαναπατντας στη στερι. Δυο λλοι σκλβοι κατεβζουν απαλ να καλθι, που βρσκεται μια γαζλα ξαπλωμνη πνω σε φλλα φοινικις. Τα λεπτ της πδια τανε δεμνα και λυγισμνα κτω απ το κορμ της, απ φβο μη σπσουν απ το ταρακονημα του πλοου. Στον λαιμ της εχε περασμνο να περιδραιο απ σπρους αλης και πνω σε μια ολχρυση πλακτα, που νωνε τις δυο κρες του περιδραιου, ταν χαραγμνα στα αραβικ να νομα και μια ευχ.
     Η Μπλνκα αναγνωρζει τον Μπεν Χαμντ. Δεν τολμ μως να φανερωθε μπρος στα μτια του πλθους. Αποτραβιται και στλνει την Δωροθα, μια απ τις συνοδος της, να πληροφορσει τον Αβενσεργο πως τον περιμνει στο παλτι των Μαυριτανν. Ο Μπεν Χαμντ τη στιγμ εκενη παρουσαζε στον κυβερντη το φιρμνι του γραμμνο με γαλζια γρμματα πνω σε πολτιμη περγαμην και κλεισμνο σε μεταξωτ θκη. Η Δωροθα πλησιζει κι οδηγε τον πανευτυχ Αβενσεργο στα πδια της Μπλνκα. Τι παρφορη χαρ που ξαναβρθηκαν οι δυο τους, πιστο στους ρκους τους! Τ ι ευτυχα που βλπονταν ξαν στερα απ τσο μακροχρνιο χωρισμ! Καινοριοι ρκοι αινιας αγπης! Οι δυο σκλβοι φρνουν το λογο της Νουμιδας, που, αντ για σλα, εχε ριγμνο στη ρχη του να δρμα λιονταριο δεμνο με πορφυρ ζνη. Κουβαλον μετ και τη γαζλα.
 -‘‘Σουλτνα μου’‘, λει ο Μπεν Χαμντ, ‘‘αυτ εναι να ζαρκδι της χρας μου, που χει την δια σχεδν με σνα ελαφρδα’‘.
     Η Μπλνκα λνει με τα χρια της το χαριτωμνο ζο, που μοιζει να την ευχαριστε ρχνοντς της ολγλυκα βλμματα. σο λειπε ο Αβενσεργος, η κρη του δοκα της Σντα Φε μελτησε αραβικ. τσι διβασε με βλμμα γεμτο τρυφερτητα το νομ της πνω στο περιδραιο της γαζλας. Αυτ πλι, λετερη τρα πια, με δυσκολα κρατιταν στα πδια της, αλυσοδεμνα τσον καιρ· ξπλωνε καταγς κι ακουμποσε το κεφλι της πνω στα γνατα της αφντρας της. Η Μπλνκα της δινε φρσκους χουρμδες και χιδευε συνχεια τη κατσικολα αυτ της ερμου, που το ευασθητο δρμα της εχε κρατσει την ευωδι των ρδων της Τνιδας και του ξλου της αλης.
     Ο Αβενσεργος, ο δοκας της Σντα Φε κι η κρη του αναχρησαν λοι μαζ για τη Γρανδα. Οι μρες του ευτυχισμνου ζευγαριο κλησαν πως και τη περασμνη χρονι· διοι περπατοι, δια θλψη και πνος στη θα της πατρδας, διος ρωτας, μλλον ρωτας λο και πιο μεγλος, πντα αμοιβαος· ταυτχρονα μως δια προσλωση των δυο ερωτευμνων στην θρησκεα των πατρων τους. ‘‘Γνε Χριστιανς’‘, λεγε η Μπλνκα. ‘‘Γνε Μουσουλμνα’‘, λεγε ο Μπεν Χαμντ κι τσι χρισαν, για μιαν ακμα φορ, χωρς να υποκψουνε στο πθος που τους τραβοσε τον να στον λλο.
     Ο Μπεν Χαμντ ξαναφνηκε την τρτη χρονι, σαν ταξιδιρικο πουλ που ο ρωτας φρνει ξαν και ξαν κθε νοιξη στα μρη μας. Αυτ τη φορ δε βρκε στην ακρογιαλι τη Μπλνκα, να γρμμα μνο της λατρεμνης του, που πληροφοροσε τον πιστ ραβα πως ο δοκας της Σντα Φε εχε φγει για την Μαδρτη και πως ο δον Κρλος εχε ρθει στη Γρανδα. Ο δον Κρλος συνοδευταν απ ναν Γλλο αιχμλωτο, φλο του αδελφο της Μπλνκα. Ο Μαυριτανς νιωσε τη καρδι του να σφγγεται καθς διβαζε το γρμμα. Ξεκνησε απ τη Μλαγα για την Γρανδα με τα πιο σχημα προαισθματα. Του φνηκε πως τα βουν εχανε τρομακτικ μοναξι και πολλκις γρισε το κεφλι για να δει τη θλασσα που μλις εχε διασχσει.
     Η Μπλνκα δεν μποροσε, τρα που λειπε ο πατρας της, να αφσει μνο του ναν αδελφ που τον αγαποσε, ναν αδελφ που θελε για χρη της να απογυμνωθε απ λη του την περιουσα και τον οποο ξανβλεπε μετ απ επτ χρνια απουσας. Ο δον Κρλος εχε λη τη γενναιτητα και λη την περηφνια της φυλς του: προκαλοσε δος πως λοι οι κατακτητς του Νου Κσμου, που ανμεσ τους εχε περσει τα πρτα του χρνια· τανε θρσκος πως οι Ισπανο ιππτες, οι νικητς των Μαυριτανν κι τρεφε στη καρδι του μσος για τους πιστους, που το εχε κληρονομσει απ το αμα του Σιντ.
     Ο Θωμς ντε Λωτρκ, απ την νδοξη οικογνεια του Φου, που η ομορφι των γυναικν κι η γενναιτητα των αντρν θεωρονταν κληρονομικ αγαθ, ταν ο μικρτερος αδελφς της κμισσας του Φου και του θαρραλου αλλ τυχου Οντ ντε Φου, ρχοντα του Λωτρκ. Σε ηλικα δεκαοκτ χρνων ο Θωμς εχε χριστε ιππτης απ τον διο τον Μπαγιρ, στο κρησφγετο κενο που εχε τελικ στοιχσει τη ζω στον φοβο κι μεμπτο ιππτη. Λγο καιρ μετ ο Θωμς, διτρητος απ τραματα, πιστηκε αιχμλωτος στη Παβα, εν υπερασπιζταν τον ιππτη βασιλι, που σε αυτ την μχη χασε ‘‘τα πντα εκτς απ την τιμ του’‘.
     Ο δον Κρλος ντε Μπιβρ, που υπρξε μρτυρας της γενναιτητας του Λωτρκ, εχε διατξει να φροντσουν τα τραματα του νεαρο Γλλου. Πολ σντομα ανμεσ τους γεννθηκε μια απ κενες τις ηρωικς φιλες, που θεμλι τους εναι η αρετ κι η εκτμηση. Ο Φραγκσκος ο A’ εχε γυρσει στη Γαλλα, αλλ ο Κρολος ο E’ εχε κρατσει λους τους λλους αιχμαλτους. Ο Λωτρκ εχε τη τιμ να μοιραστε την αιχμαλωσα του βασιλι του και να κοιμται στα πδια του στη φυλακ. Αφο μεινε στην Ισπανα, στερα απ την αναχρηση του μονρχη, παρμεινε πιστς στον λγο που εχε δσει στον δον Κρλος, ο οποος τον πρε μαζ του στη Γρανδα.
     ταν ο Μπεν Χαμντ παρουσιστηκε στο παλτι του δον Ροδργο, οδηγθηκε στην αθουσα που βρισκταν η κρη του δοκα της Σντα Φε. Εκε ττε αισθνθηκε να μαρτριο πρωτγνωρο για κενον. Στα πδια της δνα Μπλνκα τανε καθισμνος νας νεαρς ντρας, που τη κοταζε σιωπηλς και γοητευμνος. Φοροσε στεν παντελνι απ δρμα βουβαλιο κι ναν ομοιχρωμο εφαρμοστ επενδτη, σφιγμνο με ζωστρα απ που κρεμταν το σπαθ του στολισμνο με τα βασιλικ κρνα. νας μεταξωτς μανδας τανε ριγμνος στους μους και στο κεφλι φοροσε να στεν γκρι καπλο στολισμνο με φτερ· μια δαντελωτ τραχηλι ανοιχτ στο στθος φηνε να φανεται ο ακλυπτος λαιμς του. Το μαρο σαν τον βενο μουστκι του δινε στο γλυκ απ τη φση του πρσωπο το ανδροπρεπς φος του πολεμιστ. Στις φαρδις μπτες του, χαλαρς κι αναδιπλωμνες γρω απ τα πδια, εχε ολχρυσα σπιρονια, σμβολο ιπποσνης.
     Λγο μακρτερα στεκε ρθιος νας λλος ιππτης, που στηριζτανε στον σταυρ του μακριο σπαθιο του. τανε ντυμνος μοια με τον προηγομενο, αλλ μοιαζε πιο ηλικιωμνος. Το αυστηρ, αν και γεμτο φλγα και πθος, φος του προκαλοσε σεβασμ και φβο. Ο κκκινος σταυρς της Καλατρβα τανε κεντημνος στον επενδτη του μαζ με το μβλημα: Για κενη και τον βασιλι μου. Μια αθλητη κραυγ ξφυγε απ το στμα της Μπλνκα μλις αντκρυσε τον Μπεν Χαμντ.
 -‘‘Ιππτες’‘, βιστηκε να πει, ‘‘να ο πιστος που τσο πολλ σας χω πει. Προσξτε, γιατ μπορε να νικσει. Μοιζει με τους Αβενσεργους, που ταν αξεπραστοι σε αφοσωση, θρρος κι αρχοντι’‘.
     Ο δον Κρλος προχρησε για να υποδεχτε τον Μπεν Χαμντ:
 -‘‘Μαυριταν ρχοντα’‘, επε, ‘‘ο πατρας κι η αδελφ μου μου ‘πανε τ’ νομ σας. Πιστεουνε πως κατγεστε απ να ευγενικ κι ανδρεο γνος. Εσες ο διος ξεχωρζετε με την ευγνει σας. Ο ηγεμνας μου, ο Κρολος, δεν θ’ αργσει να μεταφρει τον πλεμο στη Τνιδα κι ελπζω πως ττε θα συναντηθομε στο πεδο της τιμς’‘.
     Ο Μπεν Χαμντ ακομπησε το χρι του στο στθος, κθισε καταγς χωρς μιλι κι μεινε τσι, με τα μτια καρφωμνα στη Μπλνκα και στον Λωτρκ, που, με τη γαλλικ του περιργεια, θαμαζε το θαυμσιο φρεμα, τα αστραφτερ πλα και την ομορφι του Μαυριτανο. Η Μπλνκα δεν δειχνε καθλου αμχανη. λη η ψυχ της εχε μαζευτε στο βλμμα της: η ειλικρινς Ισπανδα δεν προσπαθοσε διλου να κρψει το μυστικ της καρδις της. στερα απ λγα λεπτ σιωπς ο Μπεν Χαμντ σηκθηκε, υποκλθηκε μπρος στη κρη του δον Ροδργο κι αποσρθηκε. Απορημνος απ τη στση του Μαυριτανο και απ τα βλμματα της Μπλνκα, ο Λωτρκ βγκε απ την αθουσα χοντας κποιαν υποψα που δεν ργησε να μετατραπε σε βεβαιτητα. Ο δον Κρλος μεινε μνος με την αδελφ του.
 -‘‘Μπλνκα’‘, της επε, ‘‘απαιτ κποια εξγηση! Σε τ οφελεται η ταραχ που σου προκλεσε ο ερχομς αυτο του ξνου’’;
 -‘‘Αδελφ μου’‘, αποκρθηκε η Μπλνκα, ‘‘αγαπ τον Μπεν Χαμντ κι αν κποτε θελσει να γνει Χριστιανς, το χρι μου εναι δικ του’‘.
 -‘‘Τ επες;’‘ φναξε ο δον Κρλος. ‘‘Τον αγαπς! Η κρη των Μπιβρ αγαπ Μαυριταν, ναν πιστο, ναν εχθρ που το διξαμε απ’ αυτ εδ τα παλτια!’‘
 -‘‘Δον Κρλος’‘, του αποκρθηκε, ‘‘αγαπ τον Μπεν Χαμντ. Ο Μπεν Χαμντ με αγαπ. Εδ και τρα χρνια προτιμ να απαρνιται εμνα παρ να απαρνηθε την πστη των πατρων του. Διαθτει ευγνεια, εντιμτητα κι ιπποτικτητα. Κι εγ μχρι τη τελευταα μου πνο θα τον λατρεω’‘.
     Ο δον Κρλος ταν σε θση να νισει πσο μεγαλψυχη ταν η απφαση αυτ του Μπεν Χαμντ, μολοντι ββαια αποδοκμαζε τη τυφλτητα του πιστου.
 -‘‘Κακτυχη Μπλνκα’‘, επε, ‘‘πο θα σε οδηγσει αυτς ο ρωτας; Εχα ελπσει πως ο φλος μου ο Λωτρκ θα γινταν κποτε ο αδελφς μου’‘.
 -‘‘Γελστηκες’‘, του απντησε, ‘‘δεν μπορ ν’ αγαπσω αυτ τον ξνο. σο για τα αισθματ μου προς τον Μπεν Χαμντ, δεν χω να δσω λογαριασμ σε κανναν. Εσ μενε πιστς στους ρκους της ιπποσνης σου κι εγ θα μενω πιστ στους ρκους της αγπης μου. Μθε μνο, να παρηγορηθες, πως η Μπλνκα δε θα γνει ποτ γυνακα ενς πιστου’‘.
  -‘‘Θα σβσει λοιπν η οικογνει μας απ το πρσωπο της γης;’’ αναφνησε ο δον Κρλος.
  -‘‘Απ σνα εξαρτται να τη ξαναζωντανψεις’‘, επε η Μπλνκα. ‘‘Τ σημασα χουν λλωστε οι γιοι που δεν πρκειται ποτ να δεις και που θα εκφυλσουν την ανδρεα σου; Δον Κρλος, το νιθω πως εμαστε οι τελευταοι της γενις μας. Ξεφεγουμε τσο πολ απ το κοιν μτρο, στε εναι αδνατον το αμα μας να φρει μετ απ μας λλους ανθος. Ο Σιντ, που ταν ο προπππος μας, θα εναι κι ο απγονς μας’‘. Η Μπλνκα βγκε απ το δωμτιο.
     Ο δον Κρλος τρχει σαν αστραπ στον Αβενσεργο.
 -‘‘Μαυριταν’‘, του λει, ‘‘ απαρνισαι την αδελφ μου δχεσαι να μονομαχσεις μαζ μου’‘.
 -‘‘Σ’ βαλε πργματι η αδελφ σου’‘, απαντ ο Μπεν Χαμντ, ‘‘να μου ζητσεις να την απαλλξω απ τους ρκους της’‘;
 -‘‘χι’‘, αποκρνεται ο δον Κρλος, ‘‘εκενη σ’ αγαπ περισστερο παρ ποτ’‘.
-‘‘Ω ξιε αδελφ της Μπλνκα!’‘ αναφωνε ο Μπεν Χαμντ διακπτοντς τον. ‘‘Στο δικ σου αμα πρπει να οφελεται λη μου η ευτυχα! Ω καλτυχε Μπεν Χαμντ! Ω, τι ευτυχισμνη μρα! Κι εγ που πστεψα πως η Μπλνκα παψε να μου εναι πιστ εξαιτας αυτο του Γλλου ιππτη...’‘
 -‘‘Αυτ εναι και η δυστυχα σου!’‘ φωνζει με την σειρ του ο δον Κρλος εκτς εαυτο. ‘‘Ο Λωτρκ εναι φλος μου κι αν δεν σουν εσ, θα γινταν αδελφς μου. Ξεπλρωσ μου τα δκρυα που χυσε η οικογνει μου εξαιτας σου’‘.
 -‘‘Πολ το θλω’‘, αποκρθηκε ο Μπεν Χαμντ. ‘‘μως, αν κι εμαι γννημα μιας φυλς που σως πολμησε με τη δικ σου, ο διος ωστσο δεν εμαι ιππτης και δεν βλπω να υπρχει εδ καννας που θα μποροσε να μου απονεμει αυτ τον ττλο, στε να αναμετρηθες μαζ μου χωρς να ξεπσεις απ την τξη σου’‘.
     Ο δον Κρλος, ξαφνιασμνος απ την σκψη αυτ του Μαυριτανο, του ριξε να βλμμα γεμτο θαυμασμ και οργ. στερα, εντελς απτομα:
 -‘‘Εγ θα σε χρσω ιππτη! Εσαι ξιος γι’ αυτ’‘.
     Ο Μπεν Χαμντ λυγζει το γνατο μπρος στον δον Κρλος κι εκενος του δνει το ιπποτικ χρσμα χτυπντας τον τρεις φορς με το πλατ μρος του σπαθιο του στον μο. στερα ο δον Κρλος του ζνει το σπαθ εκενο που μπορε να εναι το διο που σε λγο ο Αβενσεργος θα του βυθσει στο στθος: τσι απαιτοσε ο αρχαος κδικας τιμς.
     Πηδνε κι οι δυο στ’ λογα, βγανουν πετντας απ τα τεχη της Γρανδα και φτνουνε στη κρνη του Πεκου. Η πηγ αυτ ταν απ παλι φημισμνη για τις μονομαχες των Μαυριτανν με τους Χριστιανος. Εκε μονομχησε ο Μαλκ Αλαμπς με τον Πονς ντε Λεν κι ο μγας ρχοντας της Καλατρβα τραυμτισε θανσιμα τον αντρειωμνο Αβαγιδο. Μποροσε ακμα να δει κανες τα απομεινρια απ τα πλα του Μαυριτανο ιππτη κρεμασμνα στα κλαδι του πεκου και να ξεχωρσει πνω στον φλοι του λγα γρμματα απ μια νεκρικ επιγραφ. Ο δον Κρλος δειξε τον τφο του Αβαγιδου στον Αβενσεργο:
 -‘‘Ακολοθησε κι εσ’‘, του φναξε, ‘‘τη μορα του γενναου αυτο πιστου κι απ το χρι μου δξου το βφτισμα και το θνατο’‘.
 -‘‘Το θνατο σως ναι’‘, αποκρθηκε ο Μπεν Χαμντ, ‘‘μα δοξασμνος ας εναι ο Αλλχ κι ο Προφτης του!’‘
     Πρανε τις θσεις τους κι ρμησαν με μανα ο νας στον λλο. Εχανε μνο τα σπαθι τους. Ο Μπεν Χαμντ ταν λιγτερο επιδξιος στην μχη απ τον δον Κρλος, αλλ η ποιτητα των πλων του, που τανε φτιαγμνα στη Δαμασκ κι η ελαφρδα του αραβικο αλγου του τον φερναν σε πλεονεκτικτερη θση απ τον αντπαλ του. Ρχτηκε ορμητικ με το λογ του, πως καναν οι Μαυριτανο, και με τον φαρδ κοφτερ αναβολα του κοψε το δεξ πδι του αλγου του δον Κρλος κτω απ το γνατο. Το πληγωμνο λογο σωριστηκε καταγς κι ο δον Κρλος, πεζς πια στερα απ το πετυχημνο αυτ χτπημα, προχρησε ενντια στον Μπεν Χαμντ με υψωμνο το σπαθ. Ο Μπεν Χαμντ ξεπεζεει κι φοβος αντιμετωπζει τον δον Κρλος. Αποκροει τα πρτα χτυπματα του Ισπανο και το δαμασκην του σδερο κομματιζει το σπαθ του αντιπλου του. Προδομνος δετερη φορ απ τη τχη, ο δον Κρλος χνει δκρυα οργς και φωνζει στον εχθρ του:
 -‘‘Χτπα, Μαυριταν, χτπα. Ο οπλος δον Κρλος προκαλε εσνα κι λη την πιστη γενι σου’‘.
 -‘‘Θα μποροσες και να με σκοτσεις’‘, αποκρνεται ο Αβενσεργος, ‘‘εγ μως ποτ δεν σκφτηκα καν να σε πληγσω· το μνο που θλησα ταν να αποδεξω πως εμαι ξιος να γνω αδελφς σου και να σε κνω να πψεις να με περιφρονες’‘.
     Κενη τη στιγμ φνηκε να σννεφο σκνης. Ο Λωτρκ κι η Μπλνκα σπηρουνζανε τ’ λογα της Φεζ, που ταν ελαφρτερα κι απ τον νεμο. Φτνουνε στη κρνη του Πεκου και βλπουνε τη μονομαχα που μλις χει διακοπε.
 -‘‘Νικθηκα’‘, λει ο δον Κρλος. ‘‘Ο ιππτης αυτς μου χρισε τη ζω. Λωτρκ, εσ μπορε να σταθες πιο τυχερς απ μνα’‘.
 -‘‘Οι πληγς μου’‘, λει ο Λωτρκ με αρχοντικ κι μορφη φων, ‘‘μου επιτρπουν να αρνηθ την μονομαχα μ’ αυτ τον ευγενικ ιππτη. Και δεν θα ’θελα διλου’‘, πρσθεσε κοκκινζοντας, ‘‘να πληροφορηθ το αντικεμενο της διαμχης σας και να μθω κποιο μυστικ που μπορε να μου προκαλσει θανσιμο πλγμα στη καρδι. Σντομα η απουσα μου θα ξαναφρει ομνοια ανμεσ σας, εκτς κι αν η Μπλνκα με διατξει να παραμενω στο πλι της’‘.
 -‘‘Ιππτη’‘, λει η Μπλνκα, ‘‘θα μενετε κοντ στον αδελφ μου. Θα με βλπετε σαν αδελφ σας. λων μας οι καρδις υποφρουν απ κποιον καημ. Εμες θα σας μθουμε πς να υποφρετε τα βσανα της ζως’‘.
     Η Μπλνκα θλησε να αναγκσει τους τρεις ιππτες να δσουνε τα χρια: αρνθηκαν κι οι τρεις. ‘‘Μισ τον Μπεν Χαμντ!’‘ φναξε ο δον Κρλος. ‘‘Τον ζηλεω’‘, επε ο Λωτρκ. ‘‘Εγ’‘, επε ο Αβενσεργος, ‘‘εκτιμ τον δον Κρλος και λυπμαι τον Λωτρκ, αλλ δεν πρκειται πτε να νισω αγπη γι’ αυτος’‘.
 -‘‘Ας συνεχσουμε ωστσο να βλεπμαστε’‘, επε η Μπλνκα, ‘‘κι αργ γργορα η φιλα θα ακολουθσει την εκτμηση. Ας μη μαθευτε ποτ στη Γρανδα το μοιραο αυτ γεγονς που μας συγκντρωσε σμερα εδ’‘.
     Απ εκενη την στιγμ ο Μπεν Χαμντ βλεπε να γνεται χλιες φορς πιο μεγλη η αγπη της κρης του δοκα της Σντα Φε, γιατ η ανδρεα τρφει τον ρωτα. Τρα πια τποτα δεν λειπε απ τον Αβενσεργο, μια που και γενναος τανε κι ο δον Κρλος του χρωστοσε τη ζω του. Ο Μπεν Χαμντ, ακολουθντας την συμβουλ της Μπλνκα, απφυγε να εμφανιστε για λγες μρες στο παλτι τους, αφνοντας τον θυμ του δον Κρλος να καταλαγισει.
     να μεγμα απ γλυκπικρα συναισθματα πλημμυρζανε τη ψυχ του Αβενσεργου: απ τη μια η σιγουρι πως η Μπλνκα τον αγαποσε με τση πστη και θρμη ταν γι’ αυτν αστερευτη πηγ αγαλλασης· απ την λλη, μως, η βεβαιτητα πως δεν θα γιντανε ποτ ευτυχς, αν δεν απαρνιτανε πρτα την θρησκεα των πατρων του, λγιζε το θρρος του. Εχανε περσει δη αρκετ χρνια χωρς να γιατρευτον οι πνοι του· τσι ραγε θα κυλοσε λη η υπλοιπη ζω του;

     Βρισκταν βυθισμνος σε μια βυσσο γεμτη απ τις πιο σοβαρς και τρυφερς σκψεις, ταν κποιο βρδυ κουσε να σημανει ο εσπερινς, αυτ η χριστιανικ προσευχ που αναγγλλει το τλος της μρας. Σκφτηκε ττε να μπει στον να του Θεο της Μπλνκα και να ζητσει συμβουλς απ το Δημιουργ της φσης. Βγανει ξω, φτνει στη πρτα ενς παλιο τζαμιο που ‘χε γνει απ τους πιστος εκκλησα. Με τη καρδι κυριευμνη απ θλψη και θρησκευτικ αισθματα, μπανει μσα στον να αυτ που κποτε ανκε στο δικ του Θε και στη πατρδα του. Η προσευχ μλις εχε τελεισει. Κανες δεν τανε πια στην εκκλησα. να σκοτδι γεμτο ιερτητα βασλευε ανμεσα σ’ να πλθος κολνες, διες με κορμος δντρων κποιου αρμονικ φυτεμνου δσους. Η ανλαφρη αρχιτεκτονικ των Αρβων εχε συναιρεθε με τη γοτθικ αρχιτεκτονικ και, χωρς να χσει τποτε απ τη κομψτητ της, εχε κερδσει μια σοβαρτητα που ταριαζε καλτερα στο στοχασμ. Μερικ καντλια φτιζαν αμυδρ τους θλους, μα στην λμψη των πολλν αναμμνων κεριν βλεπες να ακτινοβολε η για Τρπεζα· στραφτε απ το χρυσφι και τα πετρδια. Οι Ισπανο θεωρον μεγλη τους τιμ να θυσιζουν λα τα πλοτη τους για να στολσουν τα αντικεμενα της λατρεας τους· τσι η εικνα του ζντος Θεο, τοποθετημνη ανμεσα σε δαντελωτ ππλα, μαργαριταρνια διαδματα και ρουμπιννια στολδια, λατρεεται απ να λα που δυστυχε.
     Μες στον απραντο αυτ χρο δεν υπρχε οτε να κθισμα. να μαρμρινο βθρο που σκπαζε μερικος τφους χρησμευε, σ’ ρχοντες και ταπεινος, για τις προσευχς τους μπρος στον Κριο. Ο Μπεν Χαμντ προχωροσε αργ στα ρημα κλτη, που αντηχοσαν απ’ τα μοναχικ του βματα. Η σκψη του ταν μοιρασμνη ανμεσα στις αναμνσεις που το αρχαο αυτ δμημα της ισλαμικς πστης ζωντνευε στη μνμη του και στα αισθματα που η θρησκεα των Χριστιανν γεννοσε στη καρδι του. Στη βση κποιας κολνας μισοξεχρισε μια ακνητη μορφ, που τη πρε στην αρχ για γαλμα πνω σε τφο. Πλησιζει προς τα κει και διακρνει ναν νεαρ ιππτη, γονατισμνο, με το μτωπο ευλαβικ σκυμμνο και τα δυο του χρια σταυρωμνα πνω στο στθος. Ο ιππτης δε σαλεει καθλου στον χο των βημτων του Μπεν Χαμντ. Καννας περισπασμς, κανν εξωτερικ σημδι ζως δεν τραξαν τη βαθει προσευχ του. Το σπαθ ταν απλωμνο μπρος του καταγς και το στολισμνο με φτερ καπλο ακουμπισμνο δπλα, πνω στο μρμαρο. δειχνε σαν να του εχανε κνει μγια, που τον καθλωσανε στη στση αυτ.
     ταν ο Λωτρκ. Α, επε μσα του ο Αβενσεργος, ο νος κι μορφος Γλλος ζητ απ τον ουραν κποιο ευνοκ σημδι. Ο πολεμιστς αυτς, φημισμνος δη για την ανδρεα του, ανογει την καρδι του εδ πρα, μπρος στον Κυραρχο των ουρανν, σαν τον πιο ταπειν κι ασμαντο νθρωπο. Ας προσευχηθομε λοιπν στον θε των ιπποτν και της δξας. Ο Μπεν Χαμντ ταν τοιμος να γονατσει στο μρμαρο, ταν στο φως ενς καντηλιο δικρινε κποια αραβικ γρμματα κι να στχο απ το Κορνι πνω σ’ να ξεθωριασμνο τοχο. Τψεις κατακλζουνε τη καρδι του και βγανει βιαστικ απ το κτριο, που για μια στιγμ σκφτηκε να απαρνηθε τη θρησκεα και τη πατρδα του.
     Το νεκροταφεο που υπρχε γρω απ το παλι αυτ τζαμ ταν νας κπος γεμτος πορτοκαλις, κυπαρσσια και φονικες, που ποτιζταν απ δυο πηγς. να μοναστρι δσποζε κε δπλα. Ο Μπεν Χαμντ, καθς δισχιζε μια στο του, αντιλφθηκε μια γυνακα που ετοιμαζταν να μπει στην εκκλησα. Μολοντι ταν τυλιγμνη μ’ να ππλο, ο Αβενσεργος αναγνρισε τη κρη του δοκα της Σντα Φε. Τη σταματ λγοντς της:
 -‘‘Μπως ρθες εδ για να συναντσεις τον Λωτρκ’‘;
 -‘‘φησε κατ μρος αυτς τις χυδαες ζλειες’‘, απντησε η Μπλνκα. ‘‘Αν εχα πψει να σ’ αγαπ, θα σου το ‘λεγα. Δε θα καταδεχτ ποτ να σε απατσω. ρχομαι εδ να προσευχηθ για σνα. Εσ τρα πια εσαι το μνο αντικεμενο των προσευχν μου: για χρη της ψυχς σου χω ξεχσει την δικ μου. Δεν πρεπε να με μεθσεις με το φαρμκι του ρωτ σου. Αλλις ας δεχσουν να υπηρετσεις το Θε που υπηρετ. Αναστατνεις ολκερη την οικογνει μου: ο αδελφς μου σε μισε, ο πατρας μου εναι τσακισμνος απ τη λπη του γιατ αρνομαι να διαλξω σζυγο. Δεν βλπεις λλωστε πως κι η δικ μου υγεα εναι κλονισμνη; Δες τοτο εδ το καταφγιο του θαντου· πσο ωραο εναι! Πολ σντομα θ’ αναπαυθ εδ, αν αρνηθες να ασπαστες τη πστη μου στα πδια της γιας Τρπεζας των Χριστιανν. Οι ψυχικς δοκιμασες μο ροκανζουν την ζω· το πθος που μου εμπνεις δεν θα στηρζει για πολ την εθραυστη παρξ μου. Για να το πω και με δικ σου λγια: σκψου, Μαυριταν, πως η φλγα που ανβει το δαδ εναι η φλγα που το καει’‘.
     Η Μπλνκα μπανει στην εκκλησα αφνοντς τον συντετριμμνο στερα απ τα τελευταα της λγια. Τα κατφερε: ο Αβενσεργος χει νικηθε. Θα απαρνηθε τις πλνες της θρησκεας του· πολ κρτησε δη ο αγνας του. Ο φβος πως μπορε να δει τη Μπλνκα να πεθανει σβνει κθε λλο ασθημα απ τη καρδι του. Μπως λλωστε, αναρωτιται, ο θες των Χριστιανν εναι ο αληθινς Θες; Ο θες αυτς εναι πντως θες ευγενικν ψυχν, αφο εναι ο θες της Μπλνκα, του δον Κρλος και του Λωτρκ.
     Με αυτς τις σκψεις περμενε με αδημονα την λλη μρα, για να φανερσει στη Μπλνκα την απφασ του και να μετατρψει τη γεμτη θλψη και δκρυα ζω της σε μια ζω γεμτη χαρ κι ευτυχα. Δεν κατρθωσε να πει στο παλτι του δοκα της Σντα Φε πριν το βρδυ. Εκε μαθε πως η Μπλνκα εχε πει με τον αδελφ της στο Χενεραλφ, που ο Λωτρκ δινε κποια γιορτ. Αναστατωμνος και πλι απ νες υποψες, ακολουθε τρχοντας τα χνη της Μπλνκα. Ο Λωτρκ κοκκνισε σαν εδε να εμφανζεται ο Αβενσεργος· σο για τον δον Κρλος, υποδχτηκε τον Μαυριταν με ψυχρ ευγνεια, που φηνε μως να διαφανεται η εκτμησ του.
     Ο Λωτρκ διταξε να προσφρουνε τα ωραιτερα φροτα της Ισπανας και της Αφρικς σε μια απ τις αθουσες του Χενεραλφ, που λεγταν η αθουσα των Ιπποτν. Ολγυρα στην αθουσα αυτ τανε κρεμασμνες οι προσωπογραφες των πριγκπων κι ιπποτν που εχανε πολεμσει νικηφρα τους Μαυριτανος, δηλαδ του Πελγιο, του Σιντ, του Γονσλβου της Κρδοβα. Το σπαθ του τελευταου βασιλι της Γρανδα τανε κρεμασμνο πνω απ αυτς τις προσωπογραφες. Ο Μπεν Χαμντ κρυψε μσα του τον πνο που νιωσε κι επε μνο, σαν το λιοντρι, κοιτζοντας τους πνακες:
 -‘‘Εμες δεν ξρουμε να ζωγραφζουμε’‘.
     Ο γενναιψυχος Λωτρκ, που βλεπε τα μτια του Αβενσεργου να στρφουν θελ του προς το σπαθ του Βοαβδλ, του επε:
 -‘‘Μαυριταν ιππτη, αν εχα προβλψει πως θα τιμοσατε με τη παρουσα σας τη γιορτ μου, δεν θα σας εχα δεξιωθε σ’ αυτν εδ την αθουσα. Σπαθι χνονται κθε μρα· εδα με τα μτια μου ακμα και τον πιο γενναο βασιλι να παραδνει το δικ του στον καλτυχο αντπαλ του’‘.
 -‘‘Αχ’‘, αναστναξε ο Μαυριτανς σκεπζοντας το πρσωπ του με την κρη του μανδα, ‘‘να το χσει κανες πως ο Φραγκσκος ο Α’ ναι, μα χι πως ο Βοαβδλ!...’‘
     Νχτωσε κι φεραν πυρσος· το θμα της συζτησης λλαξε. Παρακλεσαν τον δον Κρλος να τους διηγηθε την ανακλυψη του Μεξικο. Μλησε για τον γνωστο αυτ κσμο με την πομπδη ευφρδεια που εναι μφυτη στους Ισπανος. Εξιστρησε την κακ τχη του Μοντεζομα, τα θη των Αμερικανν, τα θαυμαστ ανδραγαθματα των Καστιλινων, ακμα και τις φρικαλετητες που εχανε διαπρξει οι συμπατριτες του και που θεωροσε τι δεν ξιζαν οτε την κατηγρια οτε τον παινο. Οι διηγσεις αυτς γοτευσαν τον Μπεν Χαμντ, που το πθος για τις θαυμαστς ιστορες πρδινε το αραβικ του αμα. Σαν ρθε η σειρ του, ζωντνεψε μπροστ τους την εικνα της Οθωμανικς Αυτοκρατορας, που πρσφατα εχε εγκατασταθε στα ερεπια της Κωνσταντινοπολης, χι μως χωρς να εκφρσει και κποια νοσταλγα για κενη την πρτη αυτοκρατορα του Μωμεθ, για την ευτυχισμνη εκενη εποχ που ο Κυβερντης των Πιστν βλεπε να λμπουν ολγυρ του η Ζοβιδα, το νθος της Ομορφις, η Δναμη της Καρδις, η Θελλα κι αυτς ο γενναιψυχος Γανμ, σκλβος του ρωτα.
     Ο Λωτρκ ζωγρφισε τη γεμτη αρχοντι αυλ του Φραγκσκου του Α’, τις τχνες που αναγεννθηκαν μσα απ τη βαρβαρτητα, την εντιμτητα, την αφοσωση, τον ιπποτισμ των παλαιτερων εποχν, που συνυπρχουν με την ευγνεια των πολιτισμνων αινων, τους γοτθικος πυργσκους τους διακοσμημνους σμφωνα με τον ελληνικ ρυθμ και τις Γαλτισσες κυρες να τονζουν τις πλοσιες χρες τους με αθηνακ κομψτητα.
     στερα απ’ λες αυτς τις αφηγσεις, ο Λωτρκ, που θελε να διασκεδσει τη θε της γιορτς, πρε μια κιθρα και τραγοδησε να ερωτικ τραγοδι, που το εχε ταιριξει ο διος πνω στη μελωδα ενς τραγουδιο των ορεινν περιοχν της πατρδας του:


Γλυκει εναι η θμηση
της μορφης της χρας,
το χμα που γεννθηκα!

Αχ, αδελφολα μου καλ,
σαν μουν στη Γαλλα,

οι μρες ταν μορφες!
Αχ, πατρδα μου γλυκει,
για πντα μενε ρωτς μου!

Θυμσαι, αγαπημνη μου,
τη μνα τη καλ μας,
δπλα στο τζκι του σπιτιο
σαν ταν καθισμνη,
πσο θερμ μας κρταγε
στη πρσχαρη καρδι της πνω,
εν εμες οι δυο αντμα
τ’ σπρα της τα μαλλι φιλοσαμε
και γελοσαμε;

Θυμσαι, αδελφολα μου,
τον πατρικ μας πργο,
που κτω στα πδια του
ο Ντορ γλυκοκυλοσε,
κι εκενη τη πανρχαια
ψηλ του πολεμστρα
εκενη του Μαυριτανο,
που καμπνα σμαινε το χραμα
του κθε πρωινο;

Θυμσαι ακμα, φλη μου,
την συχη την λμνη,
που πνω της η γργορη
πετοσε χελιδνα,
θυμσαι και τον νεμο
που καλαμις λυγοσε
και διλου δεν τις σποσε,
τον λιο που πανμορφος
γερνε στα νερ;

Πσω ποις θα μου τη φρει
αχ, την εδικι μου Ελνη;
Πσω θλω τα βουν,
την γρικη βαλανιδι!
Η θμησ τους κθε μρα
πνος εναι πια για μνα.

Η πατρδα μου θα μενει
ρωτς  παντοτινς μου!

     Ο Λωτρκ, τελεινοντας και τη τελευταα στροφ, σκοπισε με το γντι του να δκρυ, που η θμηση της ευγενικς Γαλλας κανε να κυλσει απ τα μτια του. Ο Μπεν Χαμντ κατλαβε πλρως τη λπη του μορφου αιχμαλτου, γιατ κι ο διος, σαν τον Λωτρκ, θρηνοσε τη χαμνη του πατρδα. ταν τον παρακλεσαν να πρει κι εκενος με τη σειρ του τη κιθρα, δικαιολογθηκε λγοντας πως δεν ξερε παρ να μνο τραγοδι, που δεν θα ταν ιδιατερα ευχριστο στους Χριστιανος.
 -‘‘Αν μιλ για πιστους που θρηνολογον για τις νκες μας’‘, επε περιφρονητικ ο δον Κρλος, ‘‘μπορετε να το τραγουδσετε. Τα δκρυα ταιριζουνε στους ηττημνους’‘.
 -‘‘Μλιστα’‘, επε η Μπλνκα. ‘‘Μπως γι’ αυτ κι οι πατρες μας, που ζοσανε κποτε σκλβοι κτω απ τον ζυγ των Μαυριτανν, μας φησαν τσα μοιρολγια’‘;
     Ττε λοιπν ο Μπεν Χαμντ τραγοδησε τοτη τη μπαλντα, που του ‘χε μθει κποτε νας ποιητς της φυλς των Αβενσεργων:

Ο ργας δον Χουν,
μια μρα που με τ’ τι του επγαινε καβλα,
βλπει πνω στα βουν εκε ψηλ
την μορφη Σπανιλα, τη Γρανδα.

Της λει ττε ξαφνικ:
‘‘Πλη γεμτη χρη,
σου δνω τη καρδι μου
με το διο μου το χρι.

Γυνακα μου εγ θε να σε κνω
και πολλ δρα θα σου πρω,
τη Κρδοβα και τη Σεβλλη,
για πντα δικ σου να μενει:

Γιορντνια πολλ και θαυμαστ
κι να λαμπρ μαργαριτρι
στη χρη σου λα θα τα δσω,
την αγπη μας  να επικυρσω’
‘.


Μα η Γρανδα η πιστ
απκριση ττοια δνει ευθς:
‘‘Μεγλε ργα της Λεν,
ταρι εμαι του Μαυριτανο.

Τα δρα να κρατσεις.
Εγ για στμμα μου κρατ
μια ζνη λο πετρδια
και τα παιδι μου τα καλ
χω μαργαριτρια’
‘.


Ττοια ταν τα λγια σου,
ττοια τα ψματ σου.
Η βρις σου θανατερ!
Επορκη στθηκες, Γρανδα!

Κατρα να ‘χει ο Χριστιανς
του Αβενσεργου τρει το βιος.
τσι ταν λγος ο γραφτς!

Ποτ πια δεν θα φρει η καμλα,
στους τφους δπλα στη Πισκνα
και το χατζ απ’ την Μεδνα.

Κατρα να ‘χει ο Χριστιανς
του Αβενσεργου τρει το βιος.
τσι ταν λγος ο γραφτς!

Ω πανμορφη Αλμπρα,
αχ παλτι σ του Αλλχ,
πλη με τις χλιες κρνες,
με τις πρσινες κοιλδες!

Κατρα να ‘χει ο Χριστιανς
του Αβενσεργου τρει το βιος.
τσι ταν λγος ο γραφτς!

     Η απροσποητη ειλικρνεια του θρνου, παρ’ λες τις κατρες του ενντια στους Χριστιανος, συγκνησε ακμα και τον αγρωχο δον Κρλος. Ο διος προτιμοσε να μη τραγουδσει, μως απ φιλοφρνηση στον Λωτρκ υπκυψε στις παρακλσεις του. Ο Μπεν Χαμντ δωσε τη κιθρα στον αδελφ της Μπλνκα, που ρχισε να εξυμνε τα ανδραγαθματα του ξακουστο προγνου, του Σιντ.

Ο Σιντ αρματωμνος απ’ αντρειωσνη λμπει,
στης Χιμνης τη ποδι με τη κιθρα δει
στχους λαμπρος που η τιμ του φτιχνει
στης Αφρικς τα μρη σαν εναι να σαλπρει.

Η Χιμνη του εχε πει: ‘‘Μαυριτανος πολμα
κι απ τη μχη νικητς κοταξε να γυρσεις.
τσι θα πιστψω πως καρδι Ροδργο χω:
τη τιμ του αν λογισει πιτερο κι απ’ την αγπη’
‘.


‘‘Περικεφαλαα και το δρυ φρτε μου γοργ!
Σ’ λους να δεξω θλω ποια εναι του Ροδργο η καρδι!
Στις μχες σαν ορμσει με την ανδρεα του γι’ ασπδα,
η ιαχ του θα ’ναι για την τιμ του και τη κυρ του.

‘‘Απ μεγαλ οψυχα πανεψες τον Μαυριταν,
το τραγοδι της νκης μου στον δικ σου σκοπ
στην Ισπανα λη μια μρα θα ακουστε
γιατ θα υμνε τον ρωτα μαζ και τη τιμ.

‘‘Στης Ανδαλουσας μσα τη κοιλδα
την αξα μου θα υμνον οι γροντες οι Χριστιανο.
Προτμησε, θα λνε, απ’ τη ζω του
το Θε, το βασιλι, τη καλ και τη τιμ του!’‘

     Ο δον Κρλος δειχνε τσο περφανος τραγουδντας αυτ τα λγια με αρρενωπ και βροντερ φων, που μοιαζε σαν να ’ταν ο διος ο Σιντ. Ο Λωτρκ συμμεριζταν τον πολεμοχαρ ενθουσιασμ του φλου του· μως ο Αβενσεργος εχε χλωμισει ακογοντας το νομα του Σιντ.
  -‘‘Αυτς ο ιππτης’‘, επε, ‘‘που οι Χριστιανο αποκαλον Λουλοδι των Μαχν, χει ακμα σ’ εμς το νομα του σκληρο. Αν η γενναιοψυχα του ταν μοια με την ανδρεα του -’‘
 -‘‘Η γενναιοψυχα του’‘, απντησε ζωηρ ο δον Κρλος διακπτοντς τον, ‘‘ξεπερνοσε ακμα και το θρρος του κι οι Μαυριτανο τον συκοφαντον αυτν απ’ που κατγεται η οικογνει μου’‘.
 -‘‘Μα τι λες;’‘ αναφνησε ο Μπεν Χαμντ και τινχτηκε απ το κθισμα που ταν μισοξαπλωμνος. ‘‘Ο Σιντ εναι πργονς σου’‘;
 -‘‘Το αμα του κυλ στις φλβες μου’‘, απντησε ο δον Κρλος ‘‘κι αναγνωρζω αυτ το αμα στο μσος που τρφω για τους εχθρος του Θεο μου και μου καει τη καρδι’‘.
 -‘‘τσι λοιπν’‘, επε ο Μπεν Χαμντ κοιτζοντας τη Μπλνκα. ‘‘Κατγεστε απ τον οκο των Μπιβρ, που ξεχθηκαν μετ τη κατκτηση της Γρανδα στα σπτια των δυστυχισμνων Αβενσεργων και θαντωσαν να γροντα που θλησε να υπερασπιστε τους τφους των προγνων του!’‘
 -‘‘Μαυριταν!’‘ αναφνησε ο δον Κρλος κατακκκινος απ θυμ. ‘‘Δε δχομαι ανακρσεις. Μου ανκουνε σμερα τα λφυρα των Αβενσεργων, γιατ οι πργονο μου τα κατκτησαν με το αμα και με το σπαθ τους’‘.
 -‘‘να λγο ακμα’‘, επε ο Μπεν Χαμντ λο και πιο συγκινημνος. ‘‘Στην εξορα μας αγνοοσαμε πως οι Μπιβρ πρανε τον ττλο της Σντα Φε, γι’ αυτ διπραξα αυτ το λθος’‘.
 -‘‘Ο ττλος αυτς’‘, απντησε ο δον Κρλος, ‘‘δθηκε στον Μπιβρ, τον νικητ των Αβενσεργων, απ τον Φερδιννδο τον Καθολικ’‘.
     Το κεφλι του Μπεν Χαμντ γειρε στο στθος του. Παρμεινε ρθιος ανμεσα στους κατπληκτους δον Κρλος, Λωτρκ και Μπλνκα. Δυο μικρο χεμαρροι δακρων κλησαν απ τα μτια του, φτνοντας μχρι το μαχαρι που εχε περασμνο στην ζνη του.
 -‘‘Συγχωρστε με’‘, επε, ‘‘οι ντρες, το ξρω, δεν πρπει να κλανε. Αν και μου μλλεται πολ να κλψω, απ δω και πρα θα κρβω τα δκρυ μου. Ακοστε με. Αγαπημνη μου Μπλνκα, ο ρωτς μου για σνα εναι τσο φλογερς, σο ο καυτς αρας της Αραβας. Χτες η εικνα του Γλλου ιππτη που προσευχταν, αλλ και τα λγια που μου επες στο κοιμητρι του ναο, με κναν να πρω την απφαση να γνωρσω το θε σου και να σου προσφρω τη πστη μου…’‘.
     Μια κνηση χαρς της Μπλνκα κι κπληξης του δον Κρλος δικοψαν τον Μπεν Χαμντ. Ο Λωτρκ κρυψε το πρσωπ του στα χρια. Ο Μαυριτανς μντεψε τη σκψη του και κονησε το κεφλι μ’ να σπαρακτικ χαμγελο.
 -‘‘Ιππτη’‘, επε, ‘‘μη χνεις κθε ελπδα. Κι εσ, Μπλνκα, κλψε για πντα τον τελευταο Αβενσεργο!’‘
     Η Μπλνκα, ο δον Κρλος κι ο Λωτρκ σηκνουνε και οι τρεις τα χρια στον ουραν και μια κραυγ ξεφεγει απ τα χελη τους: ‘‘Ο τελευταος Αβενσεργος!’‘
     Βασιλεει σιωπ· ο φβος, η ελπδα, το μσος, ο ρωτας, η κπληξη, η ζλεια αναστατνουν τις καρδις τους. Η Μπλνκα γονατζει.
 -‘‘Ω Θε μου’‘, λει, ‘‘δικαινεις την επιλογ μου! Μνο ναν απγονο ηρων θα μποροσα ν’ αγαπσω!’‘
 -‘‘Αδελφ μου’‘, φναξε θυμωμνος ο δον Κρλος, ‘‘μη ξεχνς πως εναι κι ο Λωτρκ εδ!’‘
 -‘‘Δον Κρλος’‘, λει ο Μπεν Χαμντ, ‘‘συγκρτησε το θυμ σου. Δικ μου χρος εναι να ηρεμσω τα πνεματα’‘. Και συνχισε γυρνντας προς τη Μπλνκα, που εχε στο μεταξ ξανακαθσει: ‘‘Ουρ του ουρανο, Πνεμα του ρωτα και της ομορφις, ο Μπεν Χαμντ θα μενει σκλβος σου μχρι τη τελευταα του πνο. Πρπει μως να μθεις ολκερη τη δυστυχα του. Ο γροντας που θανατθηκε απ τον πργον σου, την ρα που υπερασπιζταν την εστα του, ταν ο πατρας του πατρα μου. Μθε ακμα να μυστικ που σου κρυψα, μλλον που με κανες να το ξεχσω. ταν για πρτη φορ επισκφθηκα τη θλιβερ αυτ πατρδα, εχα κυρως κατ νου να βρω κποιους απογνους των Μπιβρ, για να πρω πσω το αμα που εχανε χσει οι πργονο τους’‘.
 -‘‘Και τρα λοιπν’‘, επε η Μπλνκα με μια φων γεμτη πνο που συγκρατοσε η περηφνεια της, ‘‘τρα ποι εναι η απφασ σου’‘;
 -‘‘Η μνη που να σου αξζει’‘, απντησε ο Μπεν Χαμντ. ‘‘Να σε αποδεσμεσω απ τον ρκο σου και να ξεπληρσω με τηπαντοτιν απουσα και το θνατ μου το χρος που χουμε κι δυο μας στην εχθρτητα των θεν, των πατρδων και των οικογενειν μας. Αν κποτε η εικνα μου σβηνε απ την καρδι σου, αν ο χρνος, που λα τα σαρνει, σβηνε απ την μνμη σου την εικνα του Αβενσεργου... αυτς ο Γλλος ιππτης... πρπει να κνεις αυτ τη θυσα για τον αδελφ σου’‘.
     Ο Λωτρκ πετγεται και πφτει στην αγκαλι του Μαυριτανο.
 -‘‘Μπεν Χαμντ’‘, αναφωνε, ‘‘μη θαρρες πως με ξεπερνς σε γενναιοψυχα: εμαι Γλλος, ο Μπαγιρ με χρισε ιππτη, χυσα το αμα μου για τον βασιλι μου. Θα φαν φοβος κι μεμπτος σαν τον πργκιπ μου, σαν τον ανδοχ μου. Αν μενεις μαζ μας, ικετεω τον δον Κρλος να σου δσει το χρι της αδελφς του. Αν φγεις απ τη Γρανδα, ποτ μια λξη ερωτικ δεν θα ενοχλσει την αγαπημνη σου. Δεν θα ζεις στην εξορα με την βασανιστικ ιδα πως ο Λωτρκ, αδιφορος στην αρετ, γυρεει να εκμεταλλευτε την δυστυχα σου’‘.
     Ο νεαρς ιππτης σφιξε τον Μαυριταν πνω στο στθος του με τη θρμη και τη ζωηρτητα που δεχνουν οι Γλλοι.
 -‘‘Ιππτες’‘, επε ο δον Κρλος με τη σειρ του, ‘‘δεν θα περμενα τποτα λιγτερο απ τις ξακουστς σας ρτσες. Μπεν Χαμντ, ποι σημδι θα με πεσει πως εσαι ο τελευταος Αβενσεργος’‘;
 -‘‘Η συμπεριφορ μου’‘, απντησε εκενος.
 -‘‘Τη θαυμζω’‘, επε ο Ισπανς. ‘‘Προτο μως σου εξηγσω, δεξε μου να σημδι της καταγωγς σου’‘.
     Ο Μπεν Χαμντ βγαλε απ τον κρφο του, κρεμασμνο με χρυσ αλυσδα, το οικογενειακ δαχτυλδι των Αβενσεργων. Βλποντας αυτ το σημδι ο δον Κρλος πλωσε τα χρια του στο δυστυχισμνο Μπεν Χαμντ.

 -‘‘Ευγενικ ιππτη’‘, επε, ‘‘τρα πια σε θεωρ αληθιν βασιλικ απγονο. Τα σχδι σου για την οικογνει μου με τιμον: αποδχομαι την μονομαχα που μυστικ ρθες να ζητσεις. Αν νικηθ, λη μου η περιουσα -που τανε κποτε δικ σου- θα σου επιστραφε ακραια. Αν αρνηθες ν’ αγωνιστες, δξου τη προσφορ μου: γνε Χριστιανς και πρε το χρι της αδελφς μου, που ο Λωτρκ γρεψε για σνα’‘.
     Ο πειρασμς ταν μεγλος· χι μως μεγαλτερος απ τη δναμη του Μπεν Χαμντ. Απ τη μια ο ρωτας μιλοσε με λη του τη δναμη στη καρδι του, απ την λλη μως με τρμο αναλογιζτανε πως θα νωνε το αμα των θυτν με το αμα των θυμτων. Θαρροσε πως βλεπε τη σκι του προγνου του να βγανει απ τον τφο και να τονε κατηγορε γι’ αυτ τη ββηλη νωση. Συντετριμμνος απ τον πνο ο Μπεν Χαμντ φναξε:
 -‘‘Αχ, ταν ανγκη να συναντσω εδ τσες υπροχες ψυχς, τσους γενναους ρωες, να νισω καλλτερα τι χνω! Ας μιλσει η Μπλνκα. Ας πει τι πρπει να κνω για να μενω ξιος της αγπης της’‘.
  -‘‘Φγε, γρνα πσω στην ρημο!’‘ φναξε η Μπλνκα και σωριστηκε λιπθυμη.
     Ο Μπεν Χαμντ γοντισε· κενη τη στιγμ η λατρεα του για τη Μπλνκα φτανε στα ουρνια. φυγε στερα χωρς να πει οτε μια λξη. Το διο βρδυ αναχρησε για τη Μαλγα,  επιβιβστηκε σ’ να καρβι που θα προσγγιζε στο Ορν. Εκε συνντησε το καραβνι που διασχζει κθε τρα χρνια την Αφρικ, ξεκινντας απ το Μαρκο, κι εννεται στην Υεμνη με το καραβνι για τη Μκκα. Ο Μπεν Χαμντ ακολοθησε τους προσκυνητς.
     Η Μπλνκα, που τον πρτο καιρ η υγεα της κλονστηκε, συνλθε. Κθε χρνο, την εποχ που ο αγαπημνος της εχε συνθειο να ρχεται απ την Αφρικ, περιπλανιταν στα βουν της Μλαγα.
Καθτανε στα βρχια, αγνντευε απ μακρι την θλασσα και τα καρβια κι πειτα γριζε πσω στην Γρανδα. Περνοσε τις υπλοιπες μρες της στα ερεπια της Αλμπρας. Δεν παραπονιταν καθλου, δεν κλαιγε, δεν μλαγε ποτ για τον Μπεν Χαμντ. νας ξνος θα τη νμιζε ευτυχισμνη. ταν η μνη που απμεινε απ την οικογνει της. Ο πατρας της πθανε απ θλψη κι ο αδελφς της σκοτθηκε σε μια μονομαχα, που ο Λωτρκ παραστθηκε σαν μρτυρας. Καννας δεν μαθε ποτ τι απγινε ο Μπεν Χαμντ.
     Βγανοντας απ τη Τνιδα, απ τη πλη που οδηγε στα ερεπια της Καρχηδνας, συναντς να νεκροταφεο: σε μια γωνι του, κτω απ μια φοινικι, μου δεξαν να τφο που τον ονομζουν ο τφος του τελευταου Αβενσεργου. Δεν χει τποτα το ιδιατερο· η πλκα του τφου εναι μονοκμματη: μνο που, σμφωνα με την συνθεια των Μαυριτανν, χουνε λαξψει με τη σμλη στη μση της να μικρ βαθολωμα. Το νερ της βροχς μαζεεται στο βθος αυτο του νεκρικο ποτηριο και, στο θερμ κλμα της περιοχς, χρησιμεει για να ξεδιψνε τα πετειν του ουρανο.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers