-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

                           
                                             Βιογραφικ

     Ο Λευκδιος Χερν (Λευκδα 27 Ιουνου 1850 - Τκιο 26 Σεπτεμβρου 1904) Πατρκιος Λευκδιος Χερν (Patrick Lafcadio Hearn), γνωστς επσης με το ιαπωνικ νομα Γικουμο Κοζομι ( 小泉八雲 ), ταν διεθνς συγγραφας ιρλανδο-ελληνικς καταγωγς που λαβε την ιαπωνικ υπηκοτητα το 1896. Εναι ο εθνικς ποιητς της Ιαπωνας αλλ περισστερο γνωστς για τα βιβλα του για την Ιαπωνα ιδιατερα για τις συλλογς του για τους ιαπωνικος θρλους κι ιστορες φαντασμτων, πως το «Καντν: Ιστορες και μελτες παρξενων πραγμτων». Στις ΗΠΑ εναι επσης γνωστς για τα κεμεν του για τη πλη της Ν. Ορλενης, βασισμνα στη 10ετ διαμον του στην πλη. Θεωρεται νας απ τους σημαντικτερους συγγραφες της Ιαπωνας.
     Η σχετικ σντομη ζω του μπορε να χωριστε σε 3 μεγλες περιδους, περπου ισχρονες: την «ευρωπακ» (1850-1869), την «αμερικανικ» (1869-1890) και την «ιαπωνικ» (1890-1904).

             

     Γεννθηκε στη Λευκδα, απ που πρε και το νομ του, στις 27 Ιουνου 1850. ταν γιος του στρατιωτικο γιατρο-χειρουργο ταγματρχη Τσαρλς Μπους Χερν (απ την Κομητεα φαλι της Ιρλανδας) και της Ρζας, Ελληνδας ευγενος καταγωγς απ τα Κθηρα κρη του Αντωνου Κασιμτη. Ο πατρας του υπηρετοσε στη Λευκδα, κατ τη διρκεια της βρετανικς κατοχς των Επτανσων, που ταν ο πιο υψηλβαθμος χειρουργς στο σνταγμ του. Γνρισε τη μητρα του στα Κθηρα ταν υπηρετοσε εκε με το 76ο σνταγμα πεζικο των Βρετανν που εχε σταλε στο νησ για τη φρορησ του. Η Ρζα τανε πολ μορφη γυνακα απ οικογνεια ευγενν. Μετ απ θυελλδη σχση παντρετηκαν στη Λευκδα το Νομβρη του 1849.
     Γεννθηκε ταν ο Κρολος ταν 30, η Ρζα 26 ετν και βαφτστηκε Πατρκιος Λευκδιος Χερν στην εκκλησα της Αγας Παρασκευς στη Λευκδα, αλλ φανεται τι στα Αγγλικ ονομαζταν Patricio Lafcadio Tessima Carlos Hearn. Οι γονες του παντρετηκαν με ελληνικ ορθδοξο γμο στις 25 Νοεμβρου 1849, μερικος μνες αφο η μητρα του εχε γεννσει το πρτο παιδ του ζευγαριο και μεγαλτερο αδελφ του Χερν, Τζορτζ Ρμπερτ Χερν, στις 23 Ιουλου 1849. Ο Τζορτζ Χερν πθανε στις 17 Αυγοστου 1850, δο μνες μετ τη γννηση του Λευκδιου. Το σπτι που ζησε ο μικρς Λευκδιος στη Λευκδα υπρχει ακμα.
     Μα πολπλοκη σειρ διενξεων κατληξαν να μετακομσει, σε ηλικα 2 ετν, απ την Ελλδα στην Ιρλανδα, που εγκαταλεφθηκε πρτα απ τη μητρα (που τον φησε στη φροντδα της θεας του συζγου της), στη συνχεια απ τον πατρα και τελικ απ τη θεα του πατρα, που εχε οριστε κηδεμνας του.  
     Το 1850 ο πατρας του προχθη σε Υπηρεσιακ Χειρουργ Δετερης Τξης και μετατθηκε απ τη Λευκδα στις Βρετανικς Δυτικς Ινδες (στην Καραβικ). Καθς η οικογνει του δεν ενκρινε τον γμο κι ανησυχοσε τι η σχση θα μποροσε να βλψει τις προοπτικς για τη σταδιοδρομα του, ο Τσαρλς Χερν δεν ενημρωσε τους ανωτρους του για το γιο την γκυο σζυγο κι φησε πσω του την οικογνεια. Το 1852 καννισε να στελει το γιο και τη σζυγ του να ζσουν μαζ με την οικογνει του στο Δουβλνο της Ιρλανδας, που τυχαν ψυχρς υποδοχς. Η μητρα του Τσαρλς, Ελζαμπεθ Χολμς Χερν, δυσκολευταν να αποδεχθε τον καθολικισμ της Ρζας Χερν και την λλειψη παιδεας της (ταν αναλφβητη και δε μιλοσε καθλου Αγγλικ). Κι η Ρζα δυσκολευταν να υιοθετσει μια ξνη κουλτορα και τον προτεσταντισμ της οικογνειας του συζγου της και τελικ περιλθε υπ την προστασα της αδερφς της Ελζαμπεθ, Σρα Χολμς Μπρναν, χρας που εχε προσηλυτισθε στον καθολικισμ.
     Παρ τις προσπθειες της Σρα, η Ρζα υπφερε απ νοσταλγα για την πατρδα της. ταν ο σζυγς της επστρεψε στην Ιρλανδα με αναρρωτικ δεια το 1853, κατστη σαφς τι το ζευγρι εχε αποξενωθε. Ο Τσαρλς Χερν μετατθηκε στην Κριμαα, αφνοντας πλι γκυο γυνακα και παιδ στην Ιρλανδα. ταν επστρεψε το 1856, σοβαρ τραυματισμνος, η Ρζα εχε επιστρψει στην πατρδα της στα Κθηρα, στην Ελλδα, που γννησε τον τρτο γιο τους, Ντνιελ-Τζιμς. Η καταπεση της μητρας του Καρλου προς τη Ρζα κι η μακρ απουσα του ιδου απ το σπτι ανγκασαν τη Ρζα να χωρσει και να προσφγει στα δικαστρια. Μετ την κδοση διαζυγου η κηδεμονα δθηκε στον πατρα. Η Ρζα το 1856 επστρεψε στα Κθηρα, αφνοντας τα παιδι της στο Δουβλνο. Ο Λευκδιος εχε αφεθε στη φροντδα της Σρα.
     Ο Τσαρλς υπβαλε ατηση να ακυρωθε ο γμος με τη Ρζα, στηριζμενος στην απουσα της υπογραφς της απ το γαμλιο συμβλαιο, πργμα που τον καθιστοσε κυρο, σμφωνα με τον αγγλικ νμο. ταν πληροφορθηκε την ακρωση η Ρζα παντρετηκε αμσως τον Τζιοβνι Καβαλνι, λληνα πολτη ιταλικς καταγωγς, που αργτερα διορστηκε απ τους Βρετανος κυβερντης των Αντικυθρων. Ο Καβαλνι θεσε ως προπθεση του γμου να παραδσει την επιμλεια και του Λευκδιου και του Τζιμς. τσι ο Τζιμς στλθηκε στον πατρα του στο Δουβλνο και ο Λευκδιος παρμεινε υπ τη φροντδα της Σρα (εχε αποκληρσει τον Τσαρλς λγω της ακρωσης του γμου). Οτε ο Λευκδιος οτε ο Τζιμς ξαναεδαν ποτ τη μητρα τους, που απκτησε 4 παιδι απ τον 2 σζυγ της. Δε ξεπρασε ποτ τον αποχωρισμ απ τη μνα του. Τη μνημνευε και την αναπολοσε, τη λαχταροσε λη του τη ζω. Η μητρα του μη μπορντας να ξεπερσει ποτ τον αποχωρισμ των δο τκνων της απ τον πρτο της γμο κατληξε ψυχοπαθς. Εχε κνει να ταξδι στο Δουβλνο για να βρει τα παιδι της, αλλ χωρς αποτλεσμα. Τελικ εισχθη στο Δημσιο Ψυχιατρεο-συλο στη Κρκυρα. Η ζω της τελεωσε στα 59 της χρνια στο Φρενοκομεο μετ απ 10 χρνια παραμονς σε αυτ, το 1882.
     Ο Τσαρλς, που εχε αφσει τον Λευκδιο στη φροντδα της Σρα τα τελευταα 4 χρνια, την ρισε τρα μνιμη κηδεμνα του. Παντρετηκε την παιδικ του αγπη Αλσια Γκσλιν, τον Ιολιο του 1857 κι φυγε με τη να του σζυγο για απσπαση στο Σεκουντεραμπντ της Ινδας, που απκτησαν 3 κρες πριν τον θνατο της Αλσια το 1861. Ο Λευκδιος δεν ξαναεδε ποτ τον πατρα του: o Tσαρλς πθανε απ ελονοσα στον Κλπο του Σουζ το 1866.

                    
                            O Λευκδιος σε ηλικα 8 ετν με τη θεα Σρα

     Το 1857, σε ηλικα 7 ετν και παρ το γεγονς τι κι οι δο γονες του ζοσαν ακμη, γινε μνιμα κηδεμονευμενος της γιαγις-θεας του Σρα που μοραζε τη διαμον της μεταξ του Δουβλνου τους χειμερινος μνες, του κτματος του συζγου της στο Τρμορ στις ακτς της Ντιας Ιρλανδας και μιας κατοικας στο Μπνγκορ της Βρειας Ουαλλας. Η Σρα απασχολοσε επσης να δσκαλο κατ τη διρκεια της σχολικς χρονις, για να παρχει τη βασικ εκπαδευση και τα βασικ στοιχεα του καθολικο δγματος. Ο Χερν ρχισε να εξερευν τη βιβλιοθκη της και να διαβζει πολ ελληνικ λογοτεχνα, ιδιατερα μυθολογα. Ο Λευκδιος κι ο Τζημς λοιπν μεγλωναν με την πουριταν καθολικ θεα σε αυταρχικ και σκληρ περιβλλον.
     Αργτερα, το 1861, μπκε στο καθολικ κολλγιο του Ushaw, τον βαλε η θεα του εσκλειστο, μλλον για να σωφρονιστε
, γνωρζοντας τι ο μικρς απομακρυνταν απ τον καθολικισμ και με την παρτρυνση του Χνρι Χερν Μολιν, συγγενος του τελευταου συζγου της και μακρινο ξδερφου του Χερν, τον γραψε στο Εκκλησιαστικ Ινστιτοτο, καθολικ εκκλησιαστικ σχολ στο Υβετ της Γαλλας. Οι εμπειρες του στη σχολ επιβεβαωσαν την ισβια πεποθησ του τι η χριστιανικ εκπαδευση αποτελετο απ:


  «συμβατικ βαρεμρα κι ασχμια και βρμικη αυστηρτητα και μοτρα κι ιησουιτισμ και φοβερ στρβλωση των παιδικν εγκεφλων».

     μαθε ωστσο πταιστα Γαλλικ και θα μετφραζε αργτερα στα Αγγλικ τα ργα του Μωπασσν, που συμπτωματικ φοτησε στη σχολ αμσως μετ την αποχρηση του Χερν.
     Το 1863, πλι υπδειξη του Μολιν, ενεγρφη στο Σεντ Κθμπερτς Κλετζ στο σοου, καθολικ θεολογικ σχολ, το σημεριν Πανεπιστμιο του Ντραμ στη βορειοανατολικ Αγγλα. Στο περιβλλον αυτ υιοθτησε το παρατσοκλι Πντι, για να προσαρμοσθε καλτερα κι ταν ο πρτος μαθητς στην αγγλικ κθεση επ τρα χρνια.

                   
                        Σε ηλικα 16 ετν στη βιβλιοθκη της θεας Σρα

     Σε ηλικα 16 ετν, στο σοου, τραυμτισε το αριστερ μτι απ ατχημα στην αυλ του σχολεου, απ επιπλαια παιχνδια με συμμαθητ του. Το μτι μολνθηκε και, παρ τις επισκψεις σε ειδικος στο Δουβλνο και στο Λονδνο κι να χρνο αναρρωτικς απουσας απ το σχολεο, τυφλθηκε. Εχε επσης αυξημνη μυωπα, τσι ο τραυματισμς του τον φησε με μνιμα μειωμνη ραση, αναγκζοντς τον να μεταφρει να μεγεθυντικ φακ για κοντιν εργασα κι να τηλεσκπιο τσπης για να βλπει οτιδποτε σε μη κοντιν απσταση (απφευγε τα γυαλι, πιστεοντας τι σταδιακ θα αδυντιζαν περισστερο την ρασ του). Η ριδα ταν μνιμα ξεθωριασμνη κι κανε τον Χερν νευρικ για την εμφνισ του, για το υπλοιπο της ζως του, κνοντς τον να καλπτει το αριστερ του μτι ταν συνομιλοσε και να ποζρει για φωτογραφες προφλ, στε να μη φανεται το αριστερ του μτι.
     Το 1867 ο Μολιν, που εχε γνει οικονομικς διαχειριστς της Σρα, χρεοκπησε μαζ της. Δεν υπρχαν χρματα για δδακτρα κι ο Χερν εστλη στο Ηστ Εντ του Λονδνου να ζσει με τη πρην υπηρτρια της Σρα. Αυτ κι ο σζυγς της δεν εχαν χρνο χρματα για τον Χερν, που περιφερταν στους δρμους, περνοσε την ρα του σε πτωχοκομεα και γενικ ζοσε ξεριζωμνος σκοπα. Κυριτερες πνευματικς του δραστηριτητες αποτελοσαν επισκψεις σε βιβλιοθκες και στο Βρετανικ Μουσεο.    
      Το 1869 ο Μολιν εχε ανακτσει κποια οικονομικ σταθερτητα κι η Σρα στα 75 της, ταν ανπηρη. Αποφασζοντας να σταματσει να ξοδεει για τον 19χρονο Χερν, αγρασε να μονς κατεθυνσης εισιτριο για τη Να Υρκη κι δωσε οδηγες στον Χερν να πει στο Σινσιντι, να βρει την αδελφ του Μολιν και τον σζυγ της, Τμας Κλιναν και να χει τη βοθει τους για να ζσει. Οταν συναντθηκε με τον Χερν στο Σινσιντι, η οικογνεια δεν εχε πολλ να του δσει. Ο Κλιναν του δωσε 5 δολρια και του ευχθηκε καλ τχη. πως θα γραφε αργτερα ο Χερν:

      «Πετχτηκα για να αρχσω τη ζω μου φραγκος στο πεζοδρμιο μιας αμερικανικς πλης».

     Καννας Αμερικανς συγγραφας του 19ου αι. δεν ζησε πιο παρξενη ζω. Για κποιο διστημα ταν εξαθλιωμνος, ζοσε σε στβλους αποθκες σε αντλλαγμα για χαμαλοδουλεις. Τελικ γινε φλος με τον γγλο τυπογρφο Χνρι Γουτκιν, που τον απασχλησε στο τυπογραφεο του, τον βοθησε να βρει διφορες δουλεις του ποδαριο, του δνειζε βιβλα απ τη βιβλιοθκη του, περιλαμβανομνων των ουτοπιστν Φουρι, Ντξον και Νις και του δωσε να παρατσοκλι, που του κλλησε για το υπλοιπο της ζως του, «Το Κορκι», απ το ποημα του Πε. Σχναζε επσης στη Δημσια Βιβλιοθκη του Σινσιντι, που κενη την εποχ εχε περπου 50.000 τμους. Την νοιξη του 1871 μια επιστολ απ τον Μολιν τον πληροφρησε για το θνατο της Σρα και τον ορισμ του Μολιν ως μοναδικο εκτελεστ της διαθκης. Αν κι η Σρα τον εχε ορσει ως δικαιοχο μιας ετσιας προσδου ταν γινε κηδεμνας του, ο Χερν δε πρε τποτα απ την περιουσα και δε ξανχε ποτ να απ τον Μολιν.
     Με τη δναμη του ταλντου ως συγγραφα, με επιμον κι εργατικτητα, φτασε να εργζεται σε υψηλβαθμες θσεις της δημοσιογραφας, ταν πιασε δουλει δημοσιογρφος στο The Cincinnati Enquirer, την εφημερδα απ το 1872 ως το 1875. Γρφοντας με δημιουργικ ελευθερα σε μια απ τις μεγαλτερες εφημερδες που κυκλοφοροσαν στο Σινσιντι, γινε γνωστς για τις μακβριες περιγραφς τοπικν φνων, καλλιεργντας τη φμη του κορυφαου συγκλονιστικο δημοσιογρφου της εφημερδας, καθς και του συγγραφα των ευασθητων περιγραφν μερικν απ τα μειονεκτοντα τομα του Σινσιντι. Αφτου μα απ τις ιστορες του φνων, ο "Φνος Του Τνιαρντ", εχε διαρκσει επ μνες το 1874, εδραωσε τη φμη του ως ο τολμηρτερος δημοσιογρφος του Σινσιντι και το Enquirer αξησε το μισθ του απ 10 σε 25 δολρια τη βδομδα.
     Η Βιβλιοθκη της Αμερικς (μη κερδοσκοπικς εκδτης αμερικνικης λογοτεχνας) επλεξε μα απ αυτς τις περιγραφς φνων, το "Gibbeted", για να τη συμπεριλβει στην ανασκπηση 2 αινων Αμερικανικο Αληθινο Εγκλματος, το 2008.
     Το 1874 ο Χερν κι ο νεαρς Χνρι Φρνι (1847-1916 γεννημνος στη Γαλλα, ζωγρφος κι εικονογρφος), αργτερα δισημος ζωγρφος της Αμερικνικης Δσης, γραψαν, εικονογρφησαν κι εξδωσαν να 8σλιδο εβδομαδιαο περιοδικ τχνης, λογοτεχνας και στιρας με τον ττλο Ye Giglampz. Το ργο θεωρθηκε απ να κριτικ του 20ο αινα:

    «σως το συναρπαστικτερο ργο διαρκεας που ανλαβε ο Χερν».

                    
                                   Εξφυλλο του περιοδικο

     Η Δημσια Βιβλιοθκη του Σινσιντι ανατπωσε αντγραφο των 9 συνολικ τευχν το 1983. Στις 14 Ιουνου 1874, 24 ετν παντρετηκε την Αλθια (Μτι) Φλε, 20χρονη Αφροαμερικανδα, πρξη που παραβαζε τον νμο του Οχιο κατ της επιμειξας, την εποχ εκενη. Τον Αγουστο του 1875 ανταποκρινμενο σε παρπονα του τοπικο κλρου για τις αντιθρησκευτικς του απψεις και σε πεση πολιτικν του τπου, προσβεβλημνων απ μερικ σατιρικ του κεμενα στο Ye Giglampz, το Enquirer τον απλυσε, επικαλομενο ως αιτα τον παρνομο γμο του.

                 
                             μαξα. χαρακτικ του Χερν 1880

     πιασε δουλει στην αντπαλη εφημερδα The Cincinnati Commercial. Το Enquire προσφρθηκε να τον ξαναπροσλβει ταν οι ιστορες του ρχισαν να εμφανζονται στο Commercial κι η κυκλοφορα του ρχισε να αυξνεται, αλλ εξοργισμνος απ τη συμπεριφορ της εφημερδας, αρνθηκε. Ο Χερν κι η Φλε χρισαν, αλλ προσπθησαν αρκετς φορς να τα ξαναβρον πριν προυν διαζγιο το 1877. Η Φλε ξαναπαντρετηκε το 1880.
     Εν εργαζταν για το Commercial δχθηκε να μεταφερθε στη κορφ του ψηλτερου κτιρου του Σινσιντι, στην πλτη ενς επισκευαστ καμπαναριν, του Τζζεφ Ροντργκεζ Γουστον κι γραψε μια μισοτρομακτικ, μισοκωμικ περιγραφ της εμπειρας του. Την δια επσης εποχ γραψε μια σειρ περιγραφς των συνοικιν Μπακτουν και Λβι του Σινσιντι:

     «...μια απ τις λγες εικνες που χουμε της ζως των μαρων σε μια μεθοριακ πλη την περοδο μετ τον Εμφλιο Πλεμο».

     Κατγραψε επσης αμτρητους στχους τραγουδιν που κουσε να τραγουδον μαροι μουσικο της εποχς.

           
                              Αλιγτορες. Χαρακτικ του Χερν 1880

     Φθινπωρο 1877, πρσφατα διαζευγμνος απ τη Φλε κι ανσυχος, εχε αρχσει να παραμελε την εφημερδα για να μεταφρζει στα Αγγλικ ργα του Γλλου συγγραφα Γκωτι. Απογοητευταν επσης λο και περισστερο απ το Σινσιντι, γρφοντας στο Χνρι Γουτκιν:

   «Εναι ρα να φεγεις απ το Σινσιντι, ταν αρχζουν να το αποκαλον Παρσι της Αμερικς».

     Με την υποστριξη του Γουτκιν και του εκδτη του Cincinnati Commercial Μρατ Χλστεντ ο Χερν φυγε απ το Σινσιντι για τη Να Ορλενη, που αρχικ γραψε ανταποκρσεις για το Commercial στη στλη Gateway to the Tropics.
     Ο Χερν ζησε στη Να Ορλενη για μια σχεδν 10ετα, γρφοντας πρτα για την εφημερδα Daily City Item, αρχζοντας τον Ιονιο του 1878 κι αργτερα για τον Times Democrat. Καθς το Item ταν μια 4σλιδη κδοση, το συντακτικ ργο του λλαξε θεαματικ τον χαρακτρα της εφημερδας. Ξεκνησε στο Item ως συντκτης ειδσεων και στη συνχεια επεκτθηκε σε κριτικς βιβλων του Φρνσις Μπρετ Χαρτκαι του Εμλ Ζολ, περιλψεις κομματιν σε εθνικ περιοδικ πως το Harper’s και δημοσιογραφικ ρθρα εισαγωγικ βουδιστικν και σανσκριτικν κειμνων. Ως συντκτης δημιοργησε και δημοσευσε σχεδν 200 χαρακτικ απ τη καθημεριν ζω και τους ανθρπους της Νας Ορλενης, καθιστντας το Item την πρτη εφημερδα του Ντου που εισγαγε σκτσα και της δωσε μεση κυκλοφοριακ θηση. Σταμτησε να σκαλζει τις ξυλογραφες μετ απ 6 μνες, ταν διαπστωσε τι η καταπνηση ταν πολ μεγλη για το μτι του.

                 
                        Χαρακτικ του Χρν απ τη θητεα του στη Ν. Ορλενη

     Στα τλη του 1881 πρε θση συντκτη στον Times Democrat της Νας Ορλενης κι εργαζταν μεταφρζοντας ρθρα απ γαλλικς κι ισπανικς εφημερδες, καθς γρφοντας ρθρα και κριτικς για θματα της επιλογς του. Συνχισε επσης το μεταφραστικ ργο του Γλλων συγγραφων στα Αγγλικ: του Ζερρ ντε Νερβλ, του Ανατλ Φρανς κι ιδιατερα του Πιρ Λοτ, συγγραφα που επηρασε το συγγραφικ φος του διου του Χερν. Δημοσευσε επσης στο Harper's Weekly το πρτο γνωστο ρθρο (1883) για τους Φιλιππινζους στις ΗΠΑ, τους Μανλαμεν Ταγκλογκ, να απ τα χωρι των οποων εχε επισκεφθε στο Σαιν Μαλ της Λουζινα. Ο τερστιος αριθμς των κειμνων του για τη Να Ορλενη και τα περχωρ της, πολλ απ τα οποα δεν χουν συγκεντρωθε, αφορον, μεταξ λλων, τον κρεολικ πληθυσμ της πλης και την ιδιατερη κουζνα του, τη Γαλλικ περα, το Βουντο της Λουζινα και τη Μαρη Μουσικ. Τα κεμεν του για εθνικς εκδσεις, πως τα Harper's Weekly και Scribner's Magazine, βοθησαν στη δημιουργα της φμης της Νας Ορλενης ως μιας πλης με ξεχωριστ κουλτορα, που μοιαζε περισστερο με κενη της Ευρπης και της Καραβικς παρ με εκενη της Β. Αμερικς. γραφε ενθουσιωδς για τη Να Ορλενη, αλλ γραφε επσης και για την παρακμ της πλης:

      «μια νεκρ νφη στεφανωμνη με νθη πορτοκαλις».

  
                  Μπροστιν ψη του σπιτιο του στο Κλβελαντ

     Τα κεμεν του για τις εφημερδες της Νας Ορλενης περιελμβαναν ιμπρεσσιονιστικς περιγραφς τπων και χαρακτρων και πολλ ρθρα που κατγγειλλαν την πολιτικ διαφθορ, την εγκληματικτητα στους δρμους, τη βα, τη μισαλλοδοξα και τις αποτυχες των υπεθυνων της δημσιας παιδεας και υγεας. Παρ το γεγονς τι πιστνεται με την "εφερεση" της Ν. Ορλενης ως τπου εξωτικο και μυστηριδους οι νεκρολογες του των ηγετν του βουντο Μαρ Λεβ και Δρ. Τζον Μοντεν ταν πραγματιστικς κι απομυθοποιητικς. Συλλογς κειμνων του Χερν για τη Ν. Ορλενη χουν συγκεντρωθε και δημοσιευθε σε πολλ ργα, αρχζοντας με τα "Κρεολικ Σκτσα" το 1924 και πιο πρσφατα (2001) στο "Εφευρσκοντας Τη Να Ορλενη: Κεμενα του Λευκδιου Χερν".
      Τα γνωσττερα βιβλα του Χερν στη Λουζινα εναι:

    "Gombo zhèbes": Μικρ λεξικ κρεολικν παροιμιν (1885)

    "Η Κρεολικ Κουζνα" (1885), συλλογ συνταγν μαγειρικς απ κορυφαους σεφ και δισημες Κρεολς νοικοκυρς, που συνβαλαν να γνει η Να Ορλενη δισημη για την κουζνα της.

    Τστα: Μια Ανμνηση του Χαμνου Νησιο (1889), μια νουβλα βασισμνη στον τυφνα του 1856, που πρωτοδημοσιεθηκε στο Harper's Monthly το 1888.

                           
                                  "Η Κρεολικ Κουζνα" (1885), εξφυλλο

     Την εποχ που ζοσε εκε ταν ελχιστα γνωστς, πως ακμη και σμερα για τα γραπτ του για τη Να Ορλενη, εκτς απ τους ντπιους θιαστες του πολιτισμο. Εντοτοις, απ σους χουν ζσει στη Να Ορλενη, μνο για τον Λοις ρμστρονγκ χουν γραφτε περισστερα βιβλα απ σα για τον Χερν. Το Harper's στειλε τον Χερν στις Γαλλικς Δυτικς Ινδες ως ανταποκριτ το 1887. Πρασε 2 χρνια στη Μαρτινκα κι εκτς απ τα κεμεν του για το περιοδικ, γραψε 2 βιβλα: "Δυο Χρνια στις Γαλλικς Δυτικς Ινδες" και "Γιομα, η Ιστορα μιας Σκλβας των Δυτικν Ινδιν", που δημοσιεθηκαν το 1890.

     
            ποψη απ το μσα μρος της κατοικας του στο Κλβελαντ

    "Καμις λλης χρας το πρσωπο δε μοιζει τσο με την Ελλδα σο το πρσωπο της Ιαπωνας".

                       Νκος Καζαντζκης : "Ταξιδεοντας: Ιαπωνα-Κνα"

     Το 1890 ο Χερν πγε στην Ιαπωνα σε μια αποστολ ως ανταποκριτς εφημερδας, που γργορα τερματστηκε. Στην Ιαπωνα βρκε μως μια εστα και τη μεγαλτερ του μπνευση. Με τη βοθεια του Μπζιλ Χολ Τσμπερλεν (γγλου καθηγητ στο Πανεπιστμιο του Τκιο) απκτησε θση καθηγητ το καλοκαρι του 1890 στη Νομαρχιακ Σχολ του Σιμνε στο Ματσοε, πλη της δυτικς Ιαπωνας, στις ακτς της Ιαπωνικς Θλασσας. Κατ τη 15μηνη διαμον του στο Ματσοε, παντρετηκε τη Στσου Κοζομι (1868-1932), κρη μιας τοπικς οικογνειας σαμουρι, με την οποα απκτησε 4 παιδι, τον Κζουο (1893-1965), τον Ιβο (1897-1937), τον Κιγισι (1900-1962) και την Σουτζοκο (1903-1944). Το Μουσεο Μνμης Λευκδιου Χερν κι η παλι του κατοικα εναι ακμη δο απ τα δημοφιλστερα τουριστικ αξιοθατα του Ματσοε.

                    
                                Ο διος με τη γιαπωνζα σζυγ του

     Στα τλη του 1891 μετακμισε στο Κουμαμτο του Κιοσου, που, με τη βοθεια του Τσμπερλεν, εξασφλισε θση καθηγητ στην 5η Αντερη Σχολ. Στο Κουμαμτο ζησε τα επμενα 3 χρνια κι ολοκλρωσε το πρτο του βιβλο για την Ιαπωνα, «Ματις Στην γνωστη Ιαπωνα» (1894). Τον Οκτβρη του 1894 προσλφθηκε ως δημοσιογρφος στην αγγλφωνη εφημερδα The Kobe Chronicle και μετακμισε στο Κμπε. Το Γενρη του 1896 πολιτογραφθηκε Γιαπωνζος, παρνοντας το νομα Γικουμο Κοζομι και τον Αγουστο, με κποια βοθεια απ τον Τσμπερλεν, ρχισε να διδσκει αγγλικ λογοτεχνα στο Αυτοκρατορικ Πανεπιστμιο του Τκιο, εργασα που εχε μχρι το 1903. Το 1904 ταν καθηγητς στο Πανεπιστμιο Ουασντα στο Σιντζοκου στο Τκιο. Μετφρασε με ελεθερο τρπο πολλος θρλους της Ανατολς στην αγγλικ. γραψε κι λλα βιβλα, εν μσα απ τα γραπτ του περιγραφε την πω Ανατολ εξωτικ και πανμορφη.
     Ο Λευκδιος Χερν υπρξε νας απ τους πρτους, και πιο αξιοσβαστους, μεταφραστς γαλλικς λογοτεχνας στις Ηνωμνες Πολιτεες Αμερικς, μεταφρζοντας ργα των Γκωτι, Φρανς, Φλωμπρ, Μωπασσν,Πιρ Λοτ, Ζολ κ., εν συγκαταλγεται κι ανμεσα στους πρτους αξιλογους μεταφραστς του ιαπωνικο λογοτεχνικο εδους χακο στα Αγγλικ.
     Στα τλη του 19ου αινα η Ιαπωνα ταν ακμη σε μεγλο βαθμ γνωστη κι εξωτικ για τους Δυτικος. Εντοτοις, με την εισαγωγ της ιαπωνικς αισθητικς, ιδιατερα με τη Παγκσμια κθεση στο Παρσι το 1900, το ιαπωνικ στιλ γινε μδα στις Δυτικς χρες. Ετσι ο Χερν γινε γνωστς παγκσμια απ τα κεμεν του που αφοροσαν την Ιαπωνα. Τα επμενα χρνια μερικο κριτικο θα κατηγοροσαν τον Χερν για εξιδανκευση κι εξωτικοποηση της Ιαπωνας, αλλ το ργο του χει ιστορικ αξα, γιατ πρσφερε στη Δση μερικς απ τις πρτες προβιομηχανικς περιγραφς της Ιαπωνας της Περιδου Μεγ(1868-1912).
     Ο Ιπωνας ποιητς Γινε Νογκοτσι (1875-1947) εχε δηλσει για τον Χερν:

   «Το ελληνικ του ταμπεραμντο κι η γαλλικ του κουλτορα πγωσαν πως να λουλοδι στον Βορρ».

     Στο μυθιστρημα του αν Φλμινγκ 1964 «Ζεις Μονχα Δυο Φορς», ο Τζιμς Μποντ αντιτσσει στο περ νμεσης σχλιο του Μπλφελντ -«χεις ποτ ακοσει τη γιαπωνζικη κφραση “κιρισοτε γκομν”;» την απντηση -«σε τον Λευκδιο Χερν, Μπλφελντ». Ο Ιπωνας σκηνοθτης Μασκι Κομπαγισι διασκεασε 4 ιστορες του Χερν στην κινηματογραφικ ταινα του (1965) «Καντν» (Ιστορες Φαντασμτων).

                      
                                     Εξωφυλλο του Καντν

     Η ζω και το ργο του παρουσιστηκαν στο νειρο Καλοκαιρινς Μρας, θεατρικ ργο που περιδευσε στην Ιρλανδα τον Απρλιο και τον Μιο του 2005, που ανβηκε απ την Θεατρικ Εταιρεα Αφηγητν Παραμυθιν και σκηνοθετθηκε απ τον Λαμ Χλιγκαν. Εναι λεπτομερειακ δραματοποηση της ζως του Χερν, περιλαμβανομνων τεσσρων του ιστοριν φαντασμτων.
      Το πρτο μουσεο στον ευρωπακ χρο για το Χερν εγκαινισθηκε ως Ιστορικ Κντρο Λευκδιου Χερν στο Πνευματικ Κντρο του Δμου Λευκδας, στις 4 Ιουλου 2014. Το Μουσεο περιλαμβνει πρτες εκδσεις, σπνια βιβλα κι ιαπωνικ συλλεκτικ αντικεμενα. Στεγζεται σε ανακαινισμνη αθουσα στο ισγειο του κτιρου του Πνευματικο Κντρου του Δμου Λευκδας. Ο επισκπτης με τη βοθεια φωτογραφιν, κειμνων, εκθεμτων μπορε να περιηγηθε στις σημαντικς στιγμς της εντυπωσιακς ζως του Χερν, αλλ και στους πολιτισμος της Ευρπης, της Αμερικς και της Ιαπωνας του τλους του 19ου και των αρχν του 20ο αινα μσα απ το ανοιχτ μυαλ των διαλξεων, των κειμνων και των ιστοριν του Χερν.

    
               Πρκο εις μνμη του Koizumi Yakumo στο Οκομπο

     Για τη δημιουργα του Ιστορικο Κντρου Λευκδιου Χερν συνβαλαν οι Δμοι Κουμαμτο, Ματσοε, Σιντζοκου, Γιαζο, το Πανεπιστμιο Τογιμα, η οικογνεια Κοζομι κι λλοι απ Ελλδα κι Ιαπωνα. Στην τελετ παραβρεθκαν ο Πρσβης της Ιαπωνας, ο μορφωτικς ακλουθος της Ιρλανδικς Πρεσβεας, ο δισγγονος του Χερν, Μπον Κοζομι κι η σζυγς του Σκο, ο διευθυντς του Αμερικνικου Κολλεγου κι ο διεθνος φμης γλπτης Μασακι Νντα, το γλυπτ του οποου κοσμε τον χρο του Πνευματικο Κντρου. Υπρχει επσης να πολιτιστικ κντρο με το νομα του Χερν στο Πανεπιστμιο του Ντραμ στη βορειοανατολικ Αγγλα. Στην Ιαπωνα τρα κρια μουσεα για τον Λευκδιο Χερν βρσκονται στο Ματσοε, στο Κουμαμτο και στο Γιαζο.

                      
                    να απ τα πολλ βιβλα του Χερν που μας συστνει την Ιαπωνα

     Στις 26 Σεπτεμβρου 1904 πθανε απ καρδιακ ανακοπ σε ηλικα 54 ετν. Ο τφος του εναι στο Νεκροταφεο Ζοσιγκγια, στο Τοσμα του Τκιο. Μα μικρ νεκρικ πομπ μετφερε τη σορ του στον παλι να Κομπουπρα. Μπροστ υπρχαν τα βουδιστικ λβαρα, πσω δυο μικρ παιδι που κουβαλοσαν ζωνταν πουλι σε μικρ κλουβι που θα τα φηναν ελυθερα συμβολζοντας τη φυγ της ψυχς απ τα δεσμ της. Ακολουθοσαν τα τομα που κουβαλοσαν το φρετρ του, πιο πσω οι ιερες με τα κουδουνκια τους και το φαγητ για τον νεκρ, εν την πομπ κλειναν η οικογνεια και οι φλοι του νεκρο. Στη πλκα που στησαν οι φοιτητς του υπρχε το εξς κεμενο:

     "Στον Λευκδιο Χερν, του οποου η πνα υπρξε πιο ισχυρ
     ακμα κι απ τη ρομφαα του νδοξου θνους που αγπησε, 
    θνους που πιο μεγλη τιμ του υπρξε τι τον δχτηκε
    στις αγκλες του ως πολτη και του πρσφερε αλμονο, τον τφο
".


     
                                              Ο Τφος Του

     -------------------------------------------------------------

                         Μιὰ Ιστορα Μαντεας 

                        (A Story of Divination)
    

     Γνριζα κποτε να μαντολγο, που πραγματικ πστευε στην επιστμη που ἀσκοῦσε γιὰ νὰ ζεῖ. Εἶχε μθει σὰν μαθητὴς τῆς παλιᾶς, κινζικης φιλοσοφας, νὰ πιστεει στὴ μαντεα πολὺ προτοῦ σκεφτεῖ νὰ τὴν ἀσκσει σὰν ἐπγγελμα. Στὴ διρκεια τῆς νιτης του ἦταν στὴν ὑπηρεσα ἑνὸς πλουσου νταμυ*, ὅμως στὴ συνχεια, μὲ τὶς κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς μεταβολὲς ποὺ ἐπφερε ἡ κυβρνηση Μτζι, κατντησε κι αὐτὸς νὰ περιπσει στὴν ἴδια ἀπελπιστικὴ κατσταση μὲ χιλιδες ἄλλους, ἀνεπγγελτους πιὰ σαμουρι. Ττε ἦταν ποὺ ἔγινε μαντολγος, ἕνας περιπλανμενος -οὐραν για- περιφερμενος μὲ τὰ πδια ἀπὸ πλη σὲ πλη καὶ σπανως γυρνντας σπτι του περισστερο ἀπὸ μιὰ φορὰ τὸ χρνο, μὲ τὰ ἔσοδα ποὺ τοῦ εἶχε ἀποφρει τὸ ταξδι του. Σὰ μαντολγος εἶχε ἀρκετὴ ἐπιτυχα -κυρως, νομζω, ἐξαιτας τῆς τλειας εἰλικρνεις του, καθὼς κὶ ἐξαιτας μιᾶς ἰδιμορφης, ἤπιας συμπεριφορᾶς ποὺ προκαλοῦσε ἐμπιστοσνη.
     Τὸ σστημ του ἦταν ἐκεῖνο τῶν παλιῶν λογων: χρησιμοποιοῦσε τὸ βιβλο ποὺ εἶναι γνωστὸ στοὺς ἀγγλφωνους ἀναγνῶστες ὡς τὸ Γὶ-Τζὶνγκ, -καθὼς καὶ μιὰ δσμη ἀπὸ μαῦρα, ξλινα πλακδια, ποὺ μποροῦσαν νὰ διευθετηθοῦν ἔτσι, ὥστε νὰ σχηματσουν κποιο ἀπὸ τὰ κινζικα ἑξγραμμα- καὶ πντα ἄρχιζε τὴ μαντεα του μὲ μιὰ σοβαρὴ προσευχὴ πρὸς τοὺς θεος. Τὸ ἴδιο τὸ σστημα, ὑποστριζε ὅτι εἶναι ἀλνθαστο στὰ χρια ἑνὸς δασκλου. Ὁμολογοῦσε ὅτι εἶχε κνει κποιες ἐσφαλμνες προρρσεις· ἔλεγε ὅμως ὅτι αὐτὰ τὰ λθη ὀφελονταν ὁλοκληρωτικὰ στὴ δικ του παρανηση κποιων ἀπὸ τὰ σχλια τοῦ βιβλου ἢ κποιων ἀπὸ τὰ διαγρμματα. Γιὰ νὰ εἶμαι δκαιος μαζ του πρπει νὰ ἀναφρω ὅτι στὴ δικ μου περπτωση -μοῦ εἶχε πεῖ τὴ μορα τσσερις φορς- οἱ προρρσεις του εἶχαν πραγματοποιηθεῖ μὲ ττοιο τρπο, ποὺ εἶχα φοβηθεῖ. Μπορεῖ νὰ μὴ πιστεετε στὴ μαντεα -λογικὰ νὰ τὴν περιφρονεῖτε- ὅμως κτι ἀπὸ μιὰ κληρονομημνη, δεισιδαμονα τση, λανθνει στοὺς περισστερους ἀπ μᾶς· καὶ δὲν χρειζονται παρὰ λγες παρξενες ἐμπειρες γιὰ νὰ τὴν ξυπνσουν, προκαλντας τὴν πιὸ παρλογη ἐλπδα ἢ φβο γιὰ τὴν καλὴ ἢ κακὴ μορα, ποὺ κποιος μαντολγος σᾶς ὑποσχθηκε. Ββαια, νὰ βλπαμε πραγματικὰ τὸ μλλον θὰ ἦταν δυστυχα. Φανταστεῖτε τὸ ἀποτλεσμα τῆς γνσης ὅτι μσα στοὺς ἑπμενους δο μῆνες, κποια φοβερὴ συμφορὰ πρπει νὰ σᾶς συμβεῖ, μιὰ συμφορὰ τὴν ὁποα δὲν μπορεῖτε νὰ κνετε τποτε, γιὰ νὰ τὴν ἀντιμετωπσετε!
     Ἦταν ἤδη γρος, ὅταν τὸν πρωτοεῖδα στὸ Ἴζουμο, σγουρα περισστερο ἀπὸ ἑξντα χρονῶν, φαινταν ὅμως πολὺ νετερος. Ἀργτερα τὸν συνντησα στὴν Ὄσακα, στὸ Κυτο καὶ στὸ Κμπε. Πολλὲς φορὲς προσπθησα νὰ τὸν πεσω νὰ περσει τοὺς χειμωνιτικους μῆνες μὲ τὸ περισστερο κρο κτω ἀπὸ τὴ στγη μου -κι αὐτὸ γιατ εἶχε μιὰ τσο ἐξαιρετικὴ γνση τῶν παραδσεων, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μοῦ προσφρει ἀπροσμτρητη ὑπηρεσα ἀπὸ λογοτεχνικὴ ἄποψη. Ὅμως, ἐν μρει ἐπειδὴ ἡ συνθεια τῆς περιπλνησης τοῦ εἶχε γνει δετερη φση, ἐν μρει ἀπὸ ἀγπη γιὰ ἀνεξαρτησα, τσο ἄγρια ὅσο ἑνὸς γφτου, ποτὲ δὲν μπρεσα νὰ τὸν κρατσω κοντ μου περισστερο ἀπὸ δο μρες τὴ φορ.
     Κθε χρνο εἶχε συνθειο νὰ περνει ἀπὸ τὸ Τκυο -κατὰ καννα ἀργὰ τὸ φθινπωρο. Ττε κμποσες βδομδες τριγυρνοῦσε ἀθρυβα μσα στὴν πλη, ἀπὸ συνοικα σὲ συνοικα, μχρι νὰ ἐξαφανιστεῖ καὶ πλι. Ὅμως στὴ διρκεια αὐτῶν τῶν φευγαλων ταξιδιῶν ποτὲ δὲν παρλειπε νὰ μὲ ἐπισκεφτεῖ· φρνοντας καλδεχτα να ἀπ’ τοὺς ἀνθρπους καὶ τὰ μρη τοῦ Ἴζουμο -φρνοντας ἐπσης κποιο περεργο, μικρὸ δῶρο, γενικὰ θρησκευτικοῦ εἴδους, ἀπὸ κποιο φημισμνο προσκνημα. Ττε μοῦ δινταν ἡ εὐκαιρα γιὰ κποια λιγωρη συζτηση μαζ του. Κποιες φορὲς ἡ κουβντα εἶχε νὰ κνει μὲ τὰ παρξενα πργματα ποὺ εἶδε ἢ ἄκουσε στὴ διρκεια τοῦ τελευταου του ταξιδιοῦ· κποιες φορὲς περιστρεφταν γρω ἀπὸ παλιοὺς θρλους ἢ δοξασες· ἄλλες φορὲς πλι ἀφοροῦσε τὴ μαντολογα. Τὴν τελευταα φορὰ ποὺ συναντηθκαμε μοῦ μλησε γιὰ μιὰ κινζικη μθοδο μαντεας μὲ πολὺ ἀκριβῆ ἀποτελσματα, ποὺ λυπταν γιατ ποτὲ δὲν εἶχε καταφρει νὰ μθει.
 -«Ὅποιος μθει καλὰ αὐτὴ τὴ μθοδο,» εἶπε, «θὰ μποροῦσε, γιὰ παρδειγμα, νὰ σοῦ πεῖ ὄχι μνο τὸν ἀκριβῆ χρνο, στὸν ὁποῖο ὁποιαδποτε κολνα ἢ δοκὸς αὐτοῦ τοῦ σπιτιοῦ θὰ ὑποχωρσει ἀπ’ τὴ φθορ, ἀλλὰ ἀκμα καὶ νὰ σοῦ πεῖ τὴν κατεθυνση τοῦ σπασματος, καθὼς καὶ ὅλα του τὰ ἀποτελσματα. Μπορῶ, ὅμως, νὰ ἐξηγσω καλτερα τ ἐννοῶ, ἂν σοῦ ἀφηγηθῶ μιὰ ἱστορα»:

     «Ἡ ἱστορα εἶναι γιὰ τὸν φημισμνο Κινζο μαντολγο, ποὺ στὴν Ἰαπωνα τὸν λμε Σκο Στσου κὶ εἶναι γραμμνη στὸ βιβλο Baikwa-Shin-Eki, ποὺ εἶναι ἕνα βιβλο μαντεας. Ἐνῶ ἦταν ἀκμα πολὺ νος, ὁ Σκο Στσου ἀπκτησε ὑψηλὴ θση λγῳ τῆς σοφας ἀλλὰ καὶ τῆς ἀρετῆς του· ὅμως παραιτθηκε ἀπ’ αὐτὴ κὶ ἀποσρθηκε στὴν ἐρημι, ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ ν’ ἀφιερσει ὅλο τὸ χρνο του στὴ μελτη.
     Ἀπὸ ττε ἔζησε πολλὰ χρνια μνος σὲ μιὰ καλβα ἀνμεσα στὰ βουν· μελετντας χωρὶς φωτιὰ τὸ χειμνα καὶ χωρὶς βεντλια τὸ καλοκαρι· γρφοντας τὶς σκψεις του πνω στὸν τοῖχο τοῦ δωματου του -λγῳ ἔλλειψης χαρτιοῦ- καὶ χρησιμοποιντας μνο ἕνα κεραμδι γιὰ μαξιλρι.
     Μιὰ μρα, τὴν ἐποχὴ τοῦ μεγαλτερου καλοκαιρινοῦ κασωνα, αἰσθνθηκε νὰ τὸν πινει ὑπνηλα καὶ ξπλωσε γιὰ ν’ ἀναπαυθεῖ, μὲ τὸ κεραμδι κτω ἀπὸ τὸ κεφλι του. Δὲν εἶχε καλὰ-καλὰ ἀποκοιμηθεῖ, ὅταν ἕνα ποντκι πρασε τρχοντας πνω ἀπ’ τὸ πρσωπ του ξυπνντας τον ἀπτομα. Ὀργισμνος, ἅρπαξε τὸ κεραμδι καὶ τὸ ἐκσφενδνισε στὸ ποντκι· ὅμως αὐτὸ κατφερε ν’ ἀποφγει τὸ χτπημα, καὶ τὸ κεραμδι ἔσπασε. Ὁ Σκο Στσου κτταξε μὲ θλψη τὰ θρψαλα τοῦ μαξιλαριοῦ κι ἐπιτμησε τὸν ἑαυτ του γιὰ τὴ βιασνη του. Ττε ξαφνικὰ ἀντιλφθηκε, πνω στὴν ὄψη τοῦ πηλοῦ ποὺ μλις εἶχε ἐκτεθεῖ στὸ φῶς, κποια κινζικα ἰδεογρμματα -ἀνμεσα στὴν πνω καὶ στὴν κτω πλευρὰ τοῦ κεραμιδιοῦ. Βρσκοντας τὸ πργμα πολὺ παρξενο, σκωσε τὰ κομμτια καὶ τὰ ἐξτασε προσεκτικ. Ἀνακλυψε ὅτι κατὰ μῆκος τοῦ σπασματος δεκαεφτὰ ἰδεογρμματα εἶχαν γραφτεῖ πνω στὸν πηλ, προτοῦ ἀκμα τὸ κεραμδι ψηθεῖ· τὰ ἰδεογρμματα αὐτὰ ἔλεγαν τὸ ἑξῆς:

     
Τὴ Χρονιὰ τοῦ Λαγοῦ, τὸν τταρτο μνα, τὴ δκατη ἑβδμη μρα, τὴν Ὥρα τοῦ Φειδιοῦ, αὐτὸ τὸ κεραμδι, ἀφοῦ πρῶτα χρησιμψει σὰ μαξιλρι, θὰ τὸ πετξουν πνω σ ποντκι καὶ θὰ σπσει.

      Καὶ πργματι ἡ προφητεα εἶχε πραγματοποιηθεῖ τὴν Ὥρα τοῦ Φειδιοῦ, τὴ δκατη ἕβδομη μρα τοῦ τταρτου μνα τῆς Χρονιᾶς τοῦ Λαγοῦ. Κατπληκτος ὁ Σκο Στσου κτταξε ἄλλη μιὰ φορὰ τὰ θρψαλα κὶ ἀνακλυψε τὴ σφραγδα καὶ τὸ ὄνομα τοῦ κατασκευαστῆ. Ἀφνοντας ἀμσως τὴν καλβα του καὶ παρνοντας μαζ του τὰ κομμτια τοῦ κεραμιδιοῦ, ξεκνησε βιαστικὰ γιὰ τὴ γειτονικὴ πλη, σὲ ἀναζτηση τοῦ κεραμοποιοῦ. Τὸν βρῆκε τὴν ἴδια κενη μρα, τοῦ ἔδειξε τὸ σπασμνο κεραμδι καὶ τὸν ρτησε γιὰ τὴν ἱστορα του.
     Ἀφοῦ ἐξτασε τὰ θρψαλα προσεκτικ, ὁ κεραμοποιὸς εἶπε:
– “Αὐτὸ τὸ κεραμδι κατασκευστηκε στὸ δικ μου ἐργαστριο, ὅμως τὰ ἰδεογρμματα στὸν πηλὸ γρφτηκαν ἀπὸ ἕνα γρο -ἕνα μαντολγο- ποὺ ζτησε τὴν ἄδεια νὰ γρψει κτι πνω στὸ κεραμδι προτοῦ αὐτὸ ψηθεῖ”.
 - “Ξρεις ποῦ μνει;” ρτησε ὁ Σκο Στσου.
 -“Ἔμενε”, ἀπντησε ὁ κεραμοποις, “ὄχι πολὺ μακριὰ ἀπὸ δῶ· μπορῶ μλιστα νὰ σοῦ δεξω τὸ δρμο γιὰ τὸ σπτι του. Δὲν ξρω ὅμως τὸ ὄνομ του”.
     Ἀφοῦ μὲ τὴ καθοδγηση τοῦ κεραμοποιοῦ ἔφτασε στὸ σπτι, ὁ Σκο Στσου παρουσιστηκε στὴν εἴσοδο καὶ ζτησε τὴν ἄδεια νὰ μιλσει στὸ γρο μαντολγο. Ἕνας μαθητς, ποὺ πρσφερε ἐπσης ὑπηρεσες, τὸν προσκλεσε εὐγενικὰ νὰ περσει καὶ τὸν συνδεψε σ’ ἕνα μεγλο δωμτιο, μσα στὸ ὁποῖο βρσκονταν πολλοὶ νεαροὶ ἀφοσιωμνοι στὴ μελτη. Καθὼς ὁ Σκο Στσου κθησε, ὅλοι οἱ νοι τοῦ ἀπηθυναν χαιρετισμ. Ττε ἐκεῖνος ποὺ τοῦ πρωτομλησε, κνοντας πρὸς τὸ μρος του μιὰ ὑπκλιση, εἶπε:
 -“Λυπομαστε πολὺ ποὺ πρπει νὰ σᾶς πληροφορσουμε ὅτι ὁ δσκαλς μας πθανε ἐδῶ καὶ λγες μρες. Ὅμως σᾶς περιμναμε, διτι μᾶς εἶχε προεπει ὅτι σμερα θὰ ἐρχσασταν σ’ αὐτὸ τὸ σπτι, αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ὥρα. Τὸ ὄνομ σας εἶναι Σκο Στσου. Κὶ ὁ δσκαλς μας, μᾶς ἀνθεσε νὰ σᾶς δσουμε ἕνα βιβλο, τὸ ὁποῖο πστευε ὅτι θὰ σᾶς ἦταν χρσιμο. Πρκειται γι’ αὐτὸ ἐδῶ το βιβλο. Εὐαρεστηθεῖτε νὰ τὸ δεχθεῖτε.”
     Ὁ Σκο Στσου ξαφνιστηκε, ἐνῶ ταυτχρονα καταχρηκε· γιατὶ τὸ βιβλο ἦταν ἕνα χειργραφο ἀπὸ τὰ σπανιτερα καὶ πολυτιμτερα τοῦ εἴδους -ἕνα χειργραφο ποὺ περιεῖχε ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς ἐπιστμης τῆς μαντεας. Ἀφοῦ εὐχαρστησε τοὺς νους καὶ δεντως ἐξφρασε τὰ συλλυπητρια του γιὰ τὸ θνατο τοῦ δασκλου τους, γρισε στὴν καλβα του κὶ ἄρχισε χωρὶς χρονοτριβὴ νὰ ἐξετζει τὴν ἀξα τοῦ βιβλου, συμβουλευμενος τὶς σελδες του σχετικὰ μὲ τὴ δικ του μορα. Τὸ βιβλο τοῦ ἀπντησε μὲ τὸν ὑπαινιγμὸ ὅτι στὴ ντια πλευρὰ τῆς κατοικας του, σὲ ἕνα ὁρισμνο σημεῖο κοντὰ σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς καλβας, τὸν περμενε μεγλη τχη.   
     Ἔσκαψε στὸ μρος ποὺ τοῦ ὑποδεχτηκε καὶ πραγματικ, βρῆκε μιὰ στμνα ποὺ περιεῖχε χρυσὸ τσο, ποὺ μποροῦσε νὰ τὸν κνει πολὺ πλοσιο ἄνθρωπο.»

     Ὁ παλις μου φλος ἄφησε αὐτὸ τὸν κσμο τσο μοναχικ, ὅσο εἶχε ζσει. Τὸν περασμνο χειμνα καθὼς διβαινε μιὰ ὁροσειρ, ἔπεσε πνω σε μιὰ χιονοθελλα κι ἔχασε τὸ δρμο του. Πολλὲς μρες ἀργτερα, τὸν βρῆκαν νὰ στκεται ὄρθιος, ἀκουμπισμνος στὸν κορμὸ ἑνὸς πεκου, μὲ τὸ μικρ του σακκδιο δεμνο στοὺς ὤμους: ἕνα ἄγαλμα ἀπὸ πγο -χρια διπλωμνα καὶ μτια κλειστ, σὰν σὲ διαλογισμ. Ἴσως, περιμνοντας νὰ περσει ἡ θελλα, νὰ εἶχε ὑποχωρσει στὴν ὑπνηλα ποὺ φρνει τὸ κρο, καὶ τὸ χινι τὸν σκπασε καθὼς κοιμταν. Ἀκογοντας αὐτὸν τὸν παρξενο θνατο θυμθηκα τὴν παλιὰ ἰαπωνικὴ παροιμα:

                    Οὐρανγια μὶ νὸ οὐὲ σιρζου:

     «Ὁ μαντολγος δὲ γνωρζει τὴν ἴδια του τὴ μορα
 

* νταμυ: περιφερειακὸς διοικητὴς φεουδαρχικῆς περιδου.

---------------------------------------------

                                 να Φντασμα

     Το παραπνω κεμενο του Λευκδιου Χερν, με ττλο «A GHOST» δημοσιετηκε στο περιοδικ «Harpers New Monthly Magazine» vol. 80,issue 475, pp.116-119 (1889) που εκδθηκε απ τους Harper and Bros, New York.
     To 1941 οι ψυχολγοι Bender L. και Vogel B.F. στο ρθρο τους “Imaginary companions and related phenomena” που δημοσιεθηκε στο Journal of Orthopsychiatry, τμος 11, σελδες 56-65, περιγραψαν να φαινμενο εμπειρα κατ το οποο κποιος αισθνεται δπλα του μια παρουσα, χωρς μως να χει μ’ αυτν οπτικ επαφ. Η εμπειρα αυτ κατ τους ειδικος συναντται συχν στους ορεσβιους, στους ναυτικος, στους ναυαγος, αλλ και στα μικρ παιδι οπτε η «παρουσα» αυτ ταυτζεται συνθως με κποιον «προσττη», (ειδικτερα στους ενλικες) με κποιον απρσκλητο εισβολα
.

     Εμαι της ποψης πως το τομο που ποτ δε περιπλανιται μακρι απ το τπο γννησς του μπορε να περσει ολκερη τη ζω του χωρς να γνωρσει φαντσματα. Αντθετα ο νομδας το πιο πιθαν εναι, κποτε να εξοικειωθε με αυτ. Αναφρομαι στον εκπολιτισμνο νομδα, του οποου οι περιπλανσεις δεν υπαγορεονται απ την ελπδα του κρδους, οτε αποσκοπον στη ψυχαγωγα του, αλλ απλ αυτς ωθεται απ ορισμνες ανγκες της παρξς του, -νας νθρωπος του οποου η εσωτερικ μυστικ φση βρσκεται ολοκληρωτικ σε αντθεση με τους σταθερος ρους μιας κοινωνας που απ κακ του τχη και μνον ανκει. Ο νθρωπος αυτς, αν θλει να ζσει ξυπνα, πρπει πντα να παραμενει σκλβος αυτν των μοναδικν εσωτερικν δυνμεων που δεν χουν ορθολογιστικ προλευση και που θα τον καταπλξουν συχν τσο με τη ικαντητ τους να τον κυβερνον, σο και με τη συνεχ γρια αντθεσ τους στο κθε υλικ ενδιαφρον του.
     Αυτς οι δυνμεις μπορον, σως, να αποδοθον στο παρελθν ,σε κποιες δηλαδ προγονικς καταβολς, να εξηγηθον απ υποκειμενικς κληρονομικς τσεις. λλες φορς μως δε μπορε να γνει αυτ, -σε κενες τις περιπτσεις που το θμα μπορε απλ μνο να υποθτει τη φανταστικ παρξη κποιας προπρχουσας ψυχικς φιλοδοξας -τη πλρη αναζωογνηση κποιων επιθυμιν που βρσκονταν σε μακροχρνιο λθαργο , επιθυμιν που ανκαν σε μια αλυσδα προσωρινν υπρξεων. Ασφαλς η νομαδικ τση εναι διαφορετικ σε κθε νθρωπο αυτς της κατηγορας αφο υπρχει απεριριστη ποικιλομορφα ατομικς ευαισθησας στις περιβαλλοντικς επιδρσεις : η τακτικ ελχιστης αντστασης του ενς εναι κενη της μγιστης αντστασης για κποιον λλον -ποτ δο πορεες αληθινο «νομαδισμο» δε μπορε να εναι πλρως διες. Κι οι τσεις κι οι κατευθνσεις εναι αναγκαστικ διαφοροποιημνες και διαφοροποιονται πιτερο λγω της ανθρπινης φσης τους.
     Ποτ απ ττε που υπρχει ασθηση του χρνου, δεν υπρξαν δο γεννημνα ντα τα οποα κατεχαν ακριβς την δια ποιτητα της φωνς, τον διο ακριβς βαθμ ικαντητας αντληψης νευρικν ερεθισμτων , συνοψζοντας, τον διο συνδυασμ κενων των αρατων μορων που αποθηκεονται βαια και συντσσονται μεταξ τους σχηματζοντας την αισθητρια ουσα. Μτην λοιπν λοι προσπαθον να συγκεκριμενοποισουν τη περεργη ψυχολογα ττοιων υπρξεων: στη χειρτερη περπτωση εναι δυνατ μνο να περιγραφον ττοιες τσεις κι αντιλψεις «νομαδισμο» καθς βρσκονται στη μικροσκοπικ περιοχ των ατομικν εμπειριν κποιου. Κι πως το καθετ που εναι αυστηρ προσωπικ, χει πντοτε μικρ αξα εκτς αν κουβαλ μαζ του κτι απ την γενικτερη τερστια εμπειρα της αστερευτης ζως. Σε αυτ τη κατηγορα πιθαν να υπγονται, κατ την ποψ μου, τα ακραα αποτελσματα λων εκενων των παρλογων χωρισμν, συγκεκριμνα οι ξαφνικς εσωστρεφες απομονσεις, καθς κι η απτομη διακοπ επαφς με λους τους γνωστος, που διαμορφνουν τη προσωπικ ιστορα του κθε νομδα.
     Η γνση πως υπρχει μια παρξενη σιωπ για τη ζω κποιου που καλπτει τα πντα κι επεκτενεται κι τι μσα σε κενη τη σιωπ υπρχουν φαντσματα…
     Αχ ! εκενη η πρωταρχικ ασαφς λξη, κενη η φωτειν πρτη απατηλ εντπωση κποιας συνηθισμνης πλης, -ταν η περιορισμνη θα διαμσου των γνωστων οδν σου δνει την ασθηση τι λα σε οδηγον στη πραγματοποηση μιας ελπδας που δε τολμς οτε να ψιθυρσεις ταν ακμη κι οι σκις φανονται μορφες κι οι παρξενες προσψεις των κτιρων εμφανζονται να χαμογελον μσα σ’ να χρυσ φως υποσχμενες καλ τχη! Κι εκενες οι πρτες αξιλογες σχσεις σου με τομα, που ντας ακμα ξνος, σου χουν εκδηλσει μνο τη καλτερη και πιο ξυπνη πλευρ του χαρακτρα τους! ...λα εναι ακμα μια ευχριστη, φωτειν, απροσδιριστη ασθηση των οδν και των ατμων, -πως κποια υπροχα βαμμνη ασπρμαυρη φωτογραφα που δεν εστιστηκε σωστ.
     στερα μως χαρχθηκαν αυλακις πνου, χαρχθηκαν απ το αργ τρισδιστατο ακνισμα των λεπτομερειν λων των πραγμτων που σχετζεσαι, καθς αυτ εξωθονται βαια ξω απ την απατηλ αυτ πρτη εντπωση και τη διαλουν -και γνονται καθημεριν αιχμηρτερα και σκληρτερα, καθς περνον απροσδιριστα χρονικ διαστματα, εν παρλληλα τα πδια σου μαθανουν να απομνημονεουν λες τις ιδιομορφες των πεζοδρομων και τα μτια σου λη τη μορφολογα των κτιρων και των ανθρπων , -αποτυχες της τεκτονικς. Απ κενη τη στιγμ υπρχει μνο ο πνος της ανυπφορης μονοτονας κι η εχθρτητα προς τη διαρκς αυξανμενη ομοιτητα, -κι ο φβος της ανελητης, αναπφευκτης ημερσιας κι ωριαας επανληψης των πραγμτων εν κενες οι τσεις φυγς, που εναι καλσματα της Φσης μσα απ κενη τη προγονικ εμπειρα που διατηρεται ζωνταν στον καθνα μας -κραυγς της θλασσας και του βουνο και τ’ ουρανο προς τον νθρωπο-, αγριεουν πιτερο. Ισχυρς φιλες μπορε να χουν διαμορφωθε μως τελικ ρχεται μια μρα που ακμα κι’ αυτς δε μπορον να δσουν παρηγορι για τον πνο της μονοτονας, -κι αισθνεσαι τι αν θες να επιζσεις πρπει ν’ αποφασσεις -ανεξρτητα απ συνπειες- να τινξεις απ τα παποτσια σου για πντα τη γνριμη σκνη του τπου εκενου…
    Και μως, παρ’ λα αυτ, κατ την ρα της αναχρησης αισθνεσαι ναν πνο. Καθ ςτο τρανο το ατμπλοιο σε παρνει μακρι απ τη πλη και τα χιλιδες πργματα που σε συνδουν μ’ αυτ, η παλι απατηλ εντπωση θα τρεμουλισει πσω σου για μια στιγμ, χι για να χλευσει τη προσδοκα του παρελθντος, αλλ αγγζοντς σε απαλ, σαν να σου ζητ να μενεις κι σως να σου προκαλσει μια ττοια θλψη, μια ττοια τρυφερτητα, σαν αυτ που κποιος αισθνεται ταν συμφιλινεται ξαν με παλι φλο που τον χει κρνει δικα. Εσ μως δε θα αντικρσεις ξαν τους δρμους εκενους, εκτς αν τους ονειρευτες. Μες στον πνο σου μνο θ’ ανοιχθον πλι μπροστ σου οι δρμοι, βουτηγμνοι στην απατηλ ασφεια κενης της πρτης μακρινς μρας -και σ’ αυτος θα βαδζουν μνο οι φλοι σου που θα σε προσπερνον. Αθρυβα θα προχωρσεις πνω σε κενα τα σκιερ πεζοδρμια πολλς φορς, για να χτυπσεις σως, νοερ πρτες που θα σ’ ανοξουν νθρωποι που χουν πεθνει.
     Αλλ καθς τα χρνια θα περνον λα θα ξεθωριζουν -ξεθωριζουνε τσο πολ που ακμα και στον πνο σου αντιλαμβνεσαι τι πρκειται μνο για μια πλη-φντασμα, με δρμους που οδηγον στο πουθεν. Και στο τλος, ,τι παραμνει, γνεται θολ και συγχεται με νεφελδεις μνμες λλων πλεων, -μια ατλειωτη παρουσα μεμβρανδους αρχιτεκτονικς, στην οποα τποτα δεν εναι σαφς αναγνωρσιμο, αλλ συνολικ σου δνει την εντπωση τι κποτε το χεις ξαναδε, στω πολλ χρνια πριν. Στο μεταξ, λγω των λγο ως πολ σκοπων περιπλανσεων, αργ χει μεγαλσει μσα σου η υποψα τι εσαι στοιχειωμνος, - τσο συχν μια συγκεκριμνη μουντ παρουσα παρεισφρει επμονα στην οπτικ μνμη. Γεγονς μως που τη κνει μρα με τη μρα, περισστερο μλλον συγκεκριμνη παρ αριστη: σε κθε επιστροφ η ευκρνεια της φανεται να αυξνει. Κι η υποψα τι σως εσαι στοιχειωμνος βαθμιαα εξελσσεται σε βεβαιτητα.
     Εσαι στοιχειωμνος -ετε ο δρμος σου περν μσα απ τη καφετι κατθλιψη του Λονδρζικου χειμνα ετε απ τη γαλζια λαμπρτητα μιας μρας σε τπους κοντ στον Ισημεριν- ετε τα βματ σου αποτυπνονται στα χινια, ετε στη καυτ μαρη μμο μιας τροπικς παραλας- ετε αναπαεσαι κτω απ το σκοτειν σμπλεγμα των πεκων του Βορρ, ετε κτω απ την αραχνοειδ αδιακρισα της σκις του φονικα: εσαι στοιχειωμνος παντο και πντοτε απ μια συγκεκριμνη ευγεν παρουσα. Δεν υπρχει τποτα το τρομακτικ στο φντασμα αυτ το πιο ευγενς πρσωπο, η πιο ευγενικ φων- παρδοξα γνριμη κι ευδικριτη παρ τη χαμηλ της νταση, πως το βουητ μιας μλισσας…
     ‘μως, -αυτ το στοιχει- σε βασανζει εσωτερικ, μ’ λο που επιφανειακ δεν γνεται αντιληπτ, σε βασανζει πως εκενα τα απτομα ξεσπσματα των αισθσεων, που μερικο ονειροπλοι χουν επιδιξει να ερμηνεσουν σα κληρονομικς ενθυμσεις, -αναμνσεις της προπαρξης. Μταια αναρωτισαι: «Τνος εναι αυτ η φων; Σε ποιν ανκει αυτ το πρσωπο;» Δεν εναι οτε νος οτε γρος το Πρσωπο: χει μιαν αεριδη υπσταση που αποτελε γρφο η διαφνει του δεν αποκαλπτει ιδιατερες αποχρσεις σως να μη μπορες να εσαι σγουρος αν τρφει γενειδα. μως η κφρασ του εναι πντοτε χαριτωμνη, απαθς, χαμογελοσα -σαν τους χαμογελαστος γνωστους φλους των ονερων, με την απεριριστη ανοχ σε κθε τρλα, ακμα και στη τρλα των ονερων.
     Εκτς απ το γεγονς τι αδυνατες να την απομακρνεις για πντα απ το νου σου, η παρουσα (αυτ) δεν αντιστκεται ιδιατερα στις διαθσεις σου: δχεται κθε καπρτσιο σου με ανοχ συναντ κθε ιδιοτροπα σου με αγγελικ υπομον. Δεν ασκε ποτ κριτικ, ποτ δεν παραπονιται στω με το βλμμα της, ποτ δεν αποδεικνεται ενοχλητικ παρλληλα, δε μπορες να την αγνοσεις, εξαιτας μιας συγκεκριμνης αλλκοτης δυναττητας που χει να αναστατνει και να ταρακουν κτι μες στη καρδι σου, -σα μια απροσδιριστη γλυκι μελαγχολα, κτι που εναι θαμμνο ζωνταν και δε θα πεθνει. Και τσο συχν συμβανει αυτ που η επιθυμα να λυθε το πρβλημα αυτ γνεται πνος, με αποτλεσμα να συλλαμβνεις τον εαυτ σου να ικετεει την Παρουσα, απευθνοντς της ερωτσεις που ποτ δε θα απαντσει ευθως, παρ μνο μ’ να χαμγελο με λξειςσχετες με τα ερωτμενα, λξεις αινιγματικς, που προκαλον μυστηριδη εγργορση σε παλαι ερειπωμνα πεδα της μνμης, πως κι ο πρωινς νεμος που φυσ πνω απ χρσα λιβδια, υποχρενοντας λα τα αγριχορτα να παργουν ψιθυριστος χρηστους χους.
     Αλλ εσ για χρνια θα ρωτς μρα-νχτα: «Ποιος εσαι εσ; τι εσαι εσ; Ποια παρξενη σχση σε συνδει με μνα; ,τι μου λες αισθνομαι πως το χω ξανακοσει- αλλ πο; αλλ πτε; Με ποιο νομα να σε φωνζω ,-αφο δεν απαντς σε καννα απ’ αυτ που θυμμαι; Σγουρα δεν εσαι ζωντανς μως γνωρζω τους χρους που αναπαονται λοι οι νεκρο μου- και τον δικ σου δεν τον γνωρζω! Σγουρα δεν εσαι νειρο γιατ τα νειρα παραποιονται κι αλλζουν αλλ εσ, εσ μνεις διος πντοτε. Οτε εσαι παρασθηση γιατ λες οι αισθσεις μου εναι ενεργες κι ακμαες. να πργμα γνωρζω μνο με βεβαιτητα: τι ανκεις στο Παρελθν, ανκεις στη μνμη, αλλ στη μνμη ποιων νεκρν στρων
     Κατπιν, κποια μρα νχτα, απροσδκητα, αντιλαμβνεσαι επιτλους, -με να απαλ απτομο τσμπημα που μοιζει να προρχεται απ αρατα δχτυλα- τι το Πρσωπο δεν εναι η μνμη οποιουδποτε προσπου, αλλ μια πολλαπλ εικνα που διαμορφθηκε απ τα γνωρσματα πολλν αγαπητν προσπων,- που τοποθετθηκαν το να πνω στο λλο απ την ανμνηση και συντχθηκαν απ την αγπη σε μια πνευματικ προσωπικτητα, -απερως συμπονετικ, φανταστικ μορφη: να «Σνθετο» των αναμνσεων! Κι η φων δεν εναι ηχ καμις φωνς, αλλ η αντχηση πολλν φωνν, αναμεμειγμνων σε μια ενιαα κφραση, νας ενιαος ασθενικς τνος, που λπτυνε απ την χρονικ απσταση, αλλ απεργραπτα τρυφερς.
     Εσ ευγενστατο «Σνθετο»! εσ αννυμη κι ξοχη Ουτοπα, που συγκλονζεσαι μες στην ομοιτητα της παρξης ξω απ το σνολο της χαμνης συντροφικτητας! Εσ Φντασμα λων των πραγμτων που αγπησα και που χουν χαθε. Με τη μταιη ικεσα των ματιν σου που παρατηρον τον ερχομ μου, και (με) την ασαφ ασθενικ κκληση των κραυγν σου που δεν μ’ αφνουν να ξεχσω, και (με) το λεπτεπλεπτο ηλεκτρικ γγιγμα των πεθαμνων χεριν σου, πρπει μπως εσ να φγεις για πντα μακρι απ το διβα μου, σαν το Σκιδι που το πταξα μακρι, Εσ που σκεπζεις τις Ψυχς!
     Δεν εμαι σγουρος… Γιατ μως εμφανζεται σε μνα αυτ το νειρο; Μπως γιατ η ανθρπινη ζω κρατ δυνμεις για να πορεεται- πως μια παραστρατημνη ηλιαχτδα στο απραντο κεν του διαστματος, μες στο πειρο μυστριο; Για να μεταδσει σως (στις μελλοντικς γενις) να δυνατ γλυκ ταρακονημα απ τις αλησμνητες εκενες Εποχς επειδ σως στο μλλον δεν θα υπρχουν ττοιοι νθρωποι πως εσ. Και μπως σο αυτ που για μας ετοιμζει το ευπαθστερο νστικτο, το νστικτο της επιβωσης, μπορε να δανεζει μια φωνητικ του ντα στη Συμφωνα του γνωστου Προορισμο,- τσο ραγε παρλληλα, να μην μπορε να αποδεχθε εσνα, να λλο «Σνθετο» πλσμα; Εσνα που ενσωματνεις, πργματι, τη κοσμιτητα πολλν υπρξεων και συγχρνως διατηρες σα κποια ορατ ανμνηση κθε τι το ευγενς μσα στη προσωπικτητα αυτο του (φανταστικο) δικο σου φλου;

                                          Οσιντρι

     τανε κποτε νας κυνηγς και γερακρης, τονε λγανε Σονζ και ζοσε στην επαρχα Ταμορα Νο Γκο, στο Νομ Μοτσου. Μια μρα, πγε να κυνηγσει μα δε συνντησε καννα θραμα. Στο δρμο της επιστροφς, στην τοποθεσα Ακανομα, πρε το μτι του να ζευγρι ππιες σιντρι. Κολυμποσαν πλι-πλι στα νερ του μικρο πταμου πο πρεπε να περσει.
   «Αν σκοτσεις», λνε, «να οσιντρι θα σε βρει μεγλη δυστυχα».
     Ο Σονζ μως πεινοσε, σκπευσε λοιπν το ζευγρι. Το βλος τρπησε το αρσενικ, το θηλυκ ξφυγε μσα απ τις καλαμις της αντπερα χθης και χθηκε. Ο Σονζ κουβλησε το σκοτωμνο πουλ στο σπτι και το μαγερεψε.
     Εκενο το βρδυ εδε σχημο νειρο. Μια πολ μορφη γυνακα μπκε στο δωμτιο, πλησασε το μαξιλρι κι ρχισε να κλαει. Το κλμα της ταν τσο γοερ, πο ακογοντας το ο Σονζ νμισε πς θα σχιστε η καρδι του. Η νεαρ γυνακα του λεγε:
 -"Γιατ, αχ! Γιατ τον σκτωσες; μασταν τσο ευτυχισμνοι οι δυο μας στην Ακανομα... Τρα τον σκτωσες!... Σε τι σου φταιξε; Ξρεις τουλχιστον τι γκλημα διπραξες; Τι ποταπ και σκληρ γκλημα; Σκτωσες και μνα γιατ δε μπορ να ζσω χωρς τον ντρα μου! Αυτ ρθα να σου πω..."
     ρχισε πλι να κλαει τσο απελπισμνα, πο οι λυγμο της τρπησαν τα κκκαλα του Σονζ κι φτασαν ως το μεδολι. φων της, πο τη δικοπταν οι λυγμο, απγγειλε τους παρακτω στχους:  

                                    Χι κουκουρμπα Σασοσι
                                          μνο βο Ακανομα
                                      νο Μακμο νο κορε νο
                                              Χιτρι νε ζο ουκι

       ("Μλις βασλεψε μρα, του πρτεινα να 'ρθει κοντ μου!
                             Στο ξης θα κοιμμαι μνη μου στον σκιο
                                πο ρχνουν οι καλαμις της Ακανομα.
                                          Αχ! Τι ανεπωτη θλψη
!")

     Κι υστρα φναξε:

 -"Αχ! Δεν ξρεις...χι, δεν μπορες να ξρεις τι κανες! Αριο μως, ταν θα ξαναπς στην Ακανομα, θα καταλβεις... θα καταλβεις..."
     Με τα λγια αυτ, κλαγοντας πντα γοερ, φυγε.
     Το πρω, το νειρο ταν ακμη τσο ζωνταν στο μυαλ του, πο ο Σονζ νιωθε ταραγμνος. θυμθηκε τα λγια της νεαρς γυνακας:
 "Αριο μως, ταν θα ξαναπς στην Ακανομα, θα καταλβεις...θα καταλβεις...". Αποφσισε λοιπν να πει αμσως εκε, να μθει μπως το νειρο του ταν κτι παραπνω απ απλ νειρο.
     Ο Σονζ πγε στην Ακανομα. Φτνοντας στο ποτμι εδε το θηλυκ οσιντρι να κολυμπ μνο του. Την δια στιγμ τον δικρινε κι εκενο, αντ να φγει μως κολμπησε προς το μρος του κοιτζοντας τον συνχεια με μια παρξενη προσοχ. Ξαφνικ, μ' να χτπημα του ρμφους νοιξε πληγ στα πλευρ του κι σβησε εκε μπροστ στα μτια του κυνηγο.
     Ο Σονζ ξρισε το κεφλι του και κλεστηκε σε μοναστρι.

     Εγ Ο νας

Εμαι εγ νας;
Εμαι μια και μνη ψυχ;
χι, εγ εμαι να πλθος,
να ασλληπτο πλθος.
Εμαι γενε των γενεν
αινας των αινων
Αμτρητες εναι οι φορς
που η συρρο λων αυτν που εμαι
σκορπστηκε στο πειρο
για να συγκεντρωθε και πλι
Ισως, αφο στο μεταξ κα
Επ τρισεκατομμρια αινες
στις διφορες δυναστεες των λιων
τα καλτερα απ αυτ που εμαι
θα μπορσουν να σμξουν και πλι.

    

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers