-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: ...

    Βιογραφικ

         Γεννθηκε στο χωρι Αγα Κυριακ της Μικρασιατικς πλης Γιλοβας, το 1906. Το πραγματικ του νομα τανε Δημτρης Βαλασιδης -εν το λογοτεχνικ του ψευδνυμο το εμπνεστηκε απ τον ποταμ Λουδα της μετπειτα πατρδας του- και προερχταν απ επορη οικογνεια που χρεωκπησε μετ απ την εγκατστασ της στο ελληνικ κρτος. Πολ μικρς γνρισε το δρμα της προσφυγις. Πρσφυγας απ την Αγα Κυριακ της Γιλοβας (Αιγιαλς) της Μικρς Ασας μετ τον Μεγλο Ξεριζωμ της Μικρασιατικς Καταστροφς, εγκαθσταται με την οικογνεια του πρτα στην Αγινα, μετ στην δεσσα και τελικ στο χωριο Εξαπλτανος της Πλλας, στο οποο ζησε απ το 1923 μχρι το 1932 που φυγε για τη Κοζνη. ζησε για λγο στο κρατικ οικοτροφεο της δεσσας.
     τανε το μοναδικ αγρι απ τα 5 παιδι του Γρηγρη Μπαλσογλου (που με την εγκατσταση του στην Ελλδα γινε Βαλασιδης) και της Δμνας Τσουφλδη. ». Η οικογνεια του ταν επορη, αλλ χρεοκπησε κατ τη Μικρασιατικ Καταστροφ κι αναγκστηκε να εργαστε σκληρ στην εφηβεα του. Μικρς μαθητς, εργαζταν τα καλοκαρια στα βλαχοχρια της 'Ανω Αλμωπας κνοντας το δσκαλο. Για να επιβισει κανε διφορες λλες δουλεις (λαντζιρης, λοστρος, ψλτης, εργτης στα ργα του Γαλλικο ποταμο).
     Απ το 1925 φοτησε στο γυμνσιο δεσσας μχρι το Γενρη του 1929, που μαθητς της Δ' τξης «απεσρθη», για πολιτικος λγους. Η στρτευσ του στην Αριστερ κι η πολιτικ δρση μσα απ τις γραμμς του ΚΚΕ του στοχισε την αποβολ του απ' λα τα γυμνσια της χρας, πως σημεινεται στο Γενικ λεγχο του σχολεου.
     τσι ακολουθντας τον Μλιο του, «Ενα Παιδ Μετρει Τ’ στρα», θα μετρμε πντα τ' στρα πως εκενος μετρ τα νειρ του, με αγωνα, προσδοκες κι αγπη για τη ζω. Θα φτσουμε μαζ του στη μεγλη πολιτεα, εκε που βρσκεται το σχολεο, η πραγματοποηση του μεγλου ονερου. Ποτ πριν δεν εχε πει σε σχολεο και τρα το Γυμνσιο φνταζε στην καρδι του σαν το ωραιτερο του κσμου μρος:
    «Κι λλοτε κριε γυμνασιρχα, μου κλεσατε το δρμο και λυπμαι που δε μ’ αφνετε να το ξεχσω. Ξρω τι μισετε τη φτχεια και περιφρονετε τη κακοτυχι των λλων, τι αποστρφεστε την ορφνια. Ξρω τι τα γρμματα τα πουλτε μνο σε κενους, που τα πληρνουν ακριβ. Μα, σας ρωτ, ξρετε καννα, που να τα ‘χει πληρσει ακριβτερα απ μνα; Ορστε τα «βιβλα» μου, κριε γυμνασιρχα. Τα καταθτω στην δρα. Εναι λα κι λα αυτ το τετρδιο. Σας το αφιερνω. Για να σας θυμζει να ρρωστο, στεγο και καταδιωγμνο παιδ και την απνθρωπη στση που του δεξατε. Χαρετε»!
     Πρωτοεμφανστηκε στα ελληνικ γρμματα σε πολ νεαρ ηλικα, δημοσιεοντας ποιητικς συλλογς στην «Αγροτικ Ιδα» της δεσσας το 1927 και το 1928, τις οποες υπγραφε με το πραγματικ του νομα (Τκης Βαλασιδης). Γρω στο 1930 δημοσιεει ποιματα και διηγματα του στο περιοδικ «Να Εστα». Η πρτη φορ που χρησιμοποησε το ψευδνυμο του ταν το 1934 στο διγημα «Μια Νχτα Με Πολλ Φτα Κτω Απ Μια Πλη Με Πολλ Αστρια».
     Μσα απ μια οδσσεια συνεχν μετακινσεων, απ την δεσσα σε να οικοτροφεο της Κοζνης κι απ εκε στο Βλο, ακολουθντας κποιο περιφερμενο «μπουλοκι» της εποχς, φτνει τελικ στην Αθνα και συνδεται στεν με τους Κστα Βρναλη, γγελο Σικελιαν και Μιλτιδη Μαλακση, -κι λλους αριστερος καλλιτχνες, που συχνζανε στη λσχη Αν Σουσ της οδο Πατησων.. Ο τελευταος θα τον βοηθσει να διοριστε βιβλιοθηκριος της «Αθηνακς Λσχης» το 1938 και να ανασνει κπως οικονομικ. Την δια εποχ, η φιλα του με τον καθηγητ της Φιλοσοφικς Νικλαο Βη, θα τον βοηθσει να παρακολουθσει ως ακροατς μαθματα στη Φιλοσοφικ Σχολ των Αθηνν. Θ' ακολουθσουν κι λλες συγγραφικς επιτυχες και θα γνει μλος της Eταιρας Eλλνων Λογοτεχνν, με πρεδρο ττε τον Nκο Kαζαντζκη. Τιμθηκεν επσης με το βραβεο της Χρυσς Δφνης Πανευρπης (Παρσι, 1951). Το σνολο του ργου του καλπτει λα σχεδν τα εδη του γραπτο λγου (πεζογραφα, ποηση, δοκμιο, θατρο, παιδικ λογοτεχνα, μετφραση κ.α.). Το 1956 εξελγη μλος του Παγκοσμου Συμβουλου της Ειρνης.

     Στη κατοχ πρε ενεργ μρος στην Εθνικ Αντσταση στο πλευρ του ΕΑΜ και διετλεσε γραμματας της οργνωσης διανοουμνων. Κατ τον εμφλιο συλλαμβνεται για τα αριστερ του φρονματα, δικζεται για εσχτη προδοσα και καταδικζεται σε θνατο -ποιν που δεν εκτελστηκε ποτ. Αντ' αυτο, εξορζεται σε στρατπεδα συγκντρωσης στη Μακρνησο και στον ι Στρτη, μαζ με τον Θεοδωρκη, τον Γιννη Pτσο, τον Κατρκη, τον Θμο Κορνρο και πολλος λλους, εν η γυνακα του μυ με τη 3χρονη κρη τους Μυρτ, εξορζεται στη Χο και μετ στο Τρκερι.
     Απ την εξορα, ο Λουντμης γρφει:
   «Η Μυρτ ανεβανει τριν χρονν στο Γολγοθ. Αντο μητερολα, μητερολα της Μυρτς, και των χεριν μου. Με το γινο βρφος στην αγκαλι, που μπκε στο μαρτριο. Τριντα χρνια μικρτερο απ’ τον Χριστ, Αντο… Τρα μας χωρζουν οι ουρανο. Αγρπνιες ιδρωμνες κι ατλειωτες. Κι νας κσμος τρομαγμνος που κρυνει -κρυνει κτω απ’ τον βορι και τα σδερα».
     Το 1958 δικζεται εκ νου, επειδ, σμφωνα με το κατηγορητριο, στο βιβλο του «Βουρκωμνες Μρες» και συγκεκριμνα για το διγημα «Οι Λκοι Ανεβανουν Στον Ουραν», αναφρονται προπαρασκευαστικς πρξεις εσχτης προδοσας. Στη δκη που γινε με τον εμφυλιοπολεμικ νμο 509/47, οι μρτυρες υποστριξαν τι το βιβλο του προπαγανδζει τας πολιτικς του ιδας, θγει την ννοια του κρτους, κλονζει την εμπιστοσνη του λαο στη Δικαιοσνη, καλλιεργε το μσος. Αφο διαβστηκε το κατηγορητριο ερωτμενος απ τον πρεδρο περ της ενοχς του απαντ: «Ναι, εμαι νοχος. χι μως γι’ αυτ που γραψα, αλλ γι’ αυτ που δεν γραψα κι ακριβς γιατ δε τα ‘γραψα. Κατηγορομαι πως γραψα για τους απλος ανθρπους, για τους ανθρπους του μχθου, για τους φτωχος. Μα για ποιους πρεπε να γρψω; Εγ αυτος γνρισα, αυτος αγπησα, μαζ τους μοιρστηκα και τις χαρς και τις πκρες μου. Δπλα τους γετηκα κι εγ τη πκρα της εκμετλλευσης και της κοινωνικς αδικας κι ταν οι μνοι που μου συμπαραστθηκαν. Γι’ αυτ κι αισθνομαι φταχτης που δεν γραψα σα πρεπε να γρψω γι’ αυτος». Επιφανες πνευματικς προσωπικτητες σπευσαν να τον υπερασπιστον (γις Θρος, Γιργος Θεοτοκς, Κστας Βρναλης, Στρτης Δοκας, Ασημκης Πανσληνος, Κστας Κοτζις), υποστηρζοντας τι το βιβλο του εναι εξαιρετικ ργο, γεμτο αγπη για τον νθρωπο και πστη στη πορεα του προς το μλλον. Τλος ο Λουντμης καλεται να απολογηθε και κνει μια αναδρομ στη ζω του και περιγρφει μαζ με το δρμα το δικ του το δρμα ενς ολκληρου λαο. ταν φτνει να περιγρψει το δρμα του παιδιο του ταν ο διος βρισκταν στη Μακρνησο ο πρεδρος παρατηρε: Απορ … πς δεν υπογρψατε μια δλωση ρνησης του ΚΚΕ, για να σσετε απ τη δοκιμασα εσς και το παιδ σας; Κι η απντησ του: Χρειστηκαν εκατομμρια χρνια για να γνουν τα τσσερα πδια, δο. Δε θα τα κνω πλι τσσερα εγ.
     Μετ τη δκη και την απαγρευση κυκλοφορας των βιβλων του το κλμα ταν βαρ για τον Λουντμη . Γι’ αυτ αναγκζεται να πρει το δρμο της αυτοεξορας και της πολιτικς προσφυγις, στο Βουκουρστι, το 1959, αφαιρντας του μλιστα την ελληνικ ιθαγνεια η ττε ελληνικ κυβρνηση. Ο λγος; Επειδ παραβρθηκε στα εγκανια του ναζιστικο στρατοπδου συγκντρωσης Μποχενβαλτ και μλησε ζητντας να εξαφανιστον απ το πρσωπο της Γης λοι οι τποι ομαδικς εξντωσης. «Η καλτερη τιμ για την ανθρωπτητα», επε, «θα ταν να μην εγκαινιζει ττοια μνημεα. Βρισκμαστε τοτη τη στιγμ σε μια μητρπολη των στρατοπδων. Μα υπρχουν και οι αποικες… Ερχομαι απ μα απ’ αυτς. Βρσκεται στο Αιγαο και λγεται Αη-Στρτης».
     Στην εφημερδα «Μακεδονα», στις 07/05/1959 και με ττλο «Συνεχζονται οι διενξεις των εις το παραπτασμα καταφυγντων συμμοριτν», δνεται η πληροφορα πως απ το Μρτη του 1959 φτασε στην Οστρβα της Τσεχοσλοβακας κι ο Μενλαος Λουντμης που μλησε στους πολιτικος εξριστους: «Εξ λλου -κατ τους επαναπατρισθντας πντοτε- προ διμνου αφχθη επσης εις Οστρβαν κι ο γνωστς κομμουνιστς λογοτχνης Μενλαος Λουντμης , ο οποος, ομιλσας προς τους συγκεντρωθντας Ελληνας συμμορτας, κατεφρθη δριμτατα εναντον των επαναπατριζομνων δι τους οποους επεν τι μλις φθσουν εις την Ελλδα σπεδουν να ενισχσουν τον εναντον του Κ.Κ.Ε. αγνα κι επιφρουν μεγστην ζημαν εις το ργον της Ε.Δ.Α. μεσον αποτλεσμα της ομιλας αυτς του Λουντμη το ν’ αρχση ασκουμνη ντονος τρομοκρατα εις βρος παντς εκδηλοντος πρθεσιν επαναπατρισμο».
     Εξριστος πια στο Bουκουρστι συνεχζει το λογοτεχνικ του ργο, περιμνοντας τη μρα της επιστροφς, νοσταλγε πντα τη πατρδα, να ελληνικ καφεδκι… μι ρετσνα..., γραφε σ' να φλο του. Τη περοδο της αυτοεξορας του ταξδεψε πολ, φτνοντας μχρι τη Κνα και το Βιετνμ. Το οδοιπορικ του αυτ το αποτπωσε το 1966 στο βιβλο του «Μπατ-Τι». Ο Δμος Ρεντς (συγγραφας αναγνωρισμνος, που μεγλωσε κι αναδεχτηκε στο Βουκουρστι, πολιτικς πρσφυγας), βρσκεται με το ζεγος Ρτας και Νκου Παπ στο Βουκουρστι, καλοκαρι του 1965 και μες στο αυτοκνητο του Λουντμη, που το οδηγε με περισσ δεξιοτεχνα. «Καθς καταλαβανω», λει σε μια στιγμ ο Ρεντς στο Λουντμη, «εσαι αξιολογτερος σωφρ απ συγγραφας». «Το παραδχομαι», απαντ ο Λουντμης. «Σαν οδηγς δεν χω σκοτσει κανναν ως την ρα, μα σα συγγραφας χω σκοτσει καμι τριανταρι».
     Ελεθερος να γυρση στην Ελλδα, αφο εφωδιασθ με το τυπικ ταξιδιωτικ γγραφο απ την ελληνικ πρεσβεα και χωρς λλη διαδικασα, εναι ο Μενλαος Λουντμης. Η πληροφορα δημοσιεεται σε πρωιν εφημερδα. Σμφωνα μ’ αυτ αρμδιος παργοντας του υπουργεου Δημοσας Τξεως δλωσε, τι πρσφατη ατηση του κ. Λουντμη για τον επαναπατρισμ του, δεν υπρχει. Αν εχε υποβληθ θα επιτρεπταν ο επαναπατρισμς του, χωρς καμι λλη διαδικασα. Και κατληξε, τι εντς της ημρας θα σταλ σμα απ το υπουργεο Δημοσας Τξεως στην ελληνικ πρεσβεα του Βουκουρεστου.

   "Ακοω μηνματα. Φωνς απ’ την Ελλδα. Ελληνικ καλσματα. λα! Ο επαναπατρισμς σου εναι λετερος. Μα εγ ρωτ: Ο επαναπατρισμς μου εναι λετερος. Εγ μως θα ‘μαι λετερος μετ τον επαναπατρισμ μου; νας αγαπητς μου φλος μου τηλεφνησε. χεις το κλειδ της πατρδας στο χρι σου! νοιξε και μπες. Μα εγ θλω ν’ ανοξω την πρτα της πατρδας μου μ’ ελληνικ χρι, εν η επσημη δλωση εναι κπως θολ.  Τλος πντων, τ μου προσφρουν, ιθαγνεια επαναπατρισμ; Επαναπατρισμ, μου απαντον, χωρς Ιθαγνεια. Και ττε αποφασζω να πεθνω στα ξνα!
    Γιατ να ‘ρθω στην Ελλδα. Για ν’ ανεβοκατεβανω τις σκλες των υπηρεσιν ζητιανεοντας πατρδα. Η πικρ μου εμπειρα με προφλαξε απ ττοιες ταπεινσεις. Εμαι πολ ρρωστος, πολ κουρασμνος και προ πντων πρα πολ κακοπαθημνος για να παξω εθελοντικ τη κωμωδα του Δημοσου κινδνου. Προτιμ να ζσω εκπατρισμνος και λετερος παρ επαναπατρισμνος κι επιτηρομενος.
     Εμαι πικραμνος αφνταστα για τη μεταχεριση των αρχν απναντ μου. Μα εναι απελπιστικ. Η Ελλδα που γεννθηκε για να προσφρει την ελευθερα στους λλους ν’ αρνεται να τη προσφρει στα παιδι της.
     Η πατρδα μας απ φριχτ ολισθματα, λθη και προδοσες λλων, μπκε στον κυκλνα μιας αληθινς τραγωδας. Και να γιατ σαστζω. Πς σε μια τσο μεγλη Ελλδα δε μπορον να χωρσουν στον κρφο της μερικς χιλιδες ορφανεμνα της παιδι.
     Δεν ξρω τι με περιμνει στο μλλον. Αριο ξαναμπανω στο Νοσηλευτριο, πολ μακρι απ το Βουκουρστι και δε θα μπορ να λω πια τα παρπον μου στον αγαπημνο μου Ελληνικ Τπο. τσι λυπομαι που δε θα μπορσω να ξοφλσω οτε να απ τα χρη μου. Περιορζομαι μνο ν’ απευθνω τις ολθερμες ευχαριστες μου που με τση γενναιοφροσνη κι ανθρωπι μου συμπαραστθηκαν στον ανλπιδο αγνα μου.
     Σφγγω με αγπη στο στθος μου τη παλλμενη ελληνικ καρδι του Κβιν ντριους.
     Χαιρετ λους σοι με σκπτονται και με καρτερον".

     Tο 1975 αποκτ ξαν την ελληνικ ιθαγνεια κι επιστρφει στην Eλλδα. Δε θα προλβει δυστυχς να το χαρε για πολ. Πεθανει στην Αθνα, εν οδηγοσε, απ καρδιακ προσβολ, στις 22 Γενρη 1977, σ' ηλικα 71 ετν. H σορς του θα εκτεθε σε λακ προσκνημα, τιμ ξια ενς μεγλου συγγραφα κι υπερασπιστ των ανθρωπνων δικαιωμτων κι ενταφιζεται στο Α’ Νεκροταφεο Αθηνν. Επσης τιμθηκε και με το βραβεο «Μενλαου Λουντμη» που το καθιρωσε προς τιμ του η Ελληνικ Εταιρα Λογοτεχνν κι απονμεται κθε χρνο στο καλτερο πεζογρφημα του προηγομενου τους. Προς τιμ του, στο Βουκουρστι δθηκε τα’ νομα του σε δημσιο κτριο (Λουντμειο Μγαρο).
     Ο Μενλαος Λουντμης ανκει στους λογοτχνες που στρφηκαν προς τον κοινωνικ ρεαλισμ. Οπως ο διος υποστριζε, δεν τον ενδιφερε η Τχνη, αλλ η καταγραφ της πραγματικτητας κι η κατδειξη της κοινωνικς ανιστητας.  Για την Οχτωβριαν Επανσταση γραψε στη συλλογ του «Κραυγ στα πρατα»:
   «Εδα το Λνιν. Τον εδα να τρχει χρι-χρι με τη ζω. Να σπρχνει κατ τον ανφορο, με τον μο, την Ιστορα. Τον εδα να λαχανιζει και να βιζεται. Γιατ λα ττε ταν βιαστικ. λα. Οι ρες, οι σελδες, οι στιγμς. «Σμερα νωρς – αριο θα ‘ν’ αργ». Η Επανσταση κοταξε το παιδ της στα μτια. Ναι. ταν καιρς. Το φναξε κι η «Αβρρα» απ το ποτμι. ταν καιρς. Θολς σιγψελνε δπλα της κι ο Νβας. Τον ακολοθησαν σιγοψλνοντας και τα κανλια. ταν καιρς. Η πλη σπαινε πνιγμνη στα σκτη. Και μνο το «Σμλνυ» φεγγε. Μνο το «Σμλνυ» φεγγε σαν φανρι. Για να δεξει στο μλλον να περσει».
     Ανκει στους λληνες λογοτχνες του μεσοπολμου που στραφκανε προς τον κοινωνικ ρεαλισμ. Η ιδιοτυπα του ργου του γκειται στον 'ερασιτεχνικ' τρπο γραφς, που υπηρτησε εν πλρη συνειδσει, καθς ο διος υποστριζε πως δε τον ενδιαφρει η Τχνη αλλ η καταγραφ της πραγματικτητας κι η κατδειξη της κοινωνικς ανιστητας. Παρολαυτ στο σνολο του ργου του δεσπζει η τση να στρφεται εξ ολοκλρου γρω απ να κεντρικ ρωα-αφηγητ (που συνθως παραπμπει στον διο το συγγραφα), που ανκει στους περιθωριακος τπους καταπιεσμνων κοινωνικ στρωμτων που μας δνει τη προσωπικ του οπτικ της μοναξις, του ανεκπλρωτου του ρωτα και της δυστυχας του κσμου.
     Το ργο του εναι ντονα επηρεασμνο απ την ευρωπακ λογοτεχνα του ρεματος του σοσιαλιστικο ρεαλισμο (Κνουτ ΧμσουνΜαξμ Γκρκυ, Πανατ Ιστρτι κ.α.): ρεαλιστικ απεικνιση τοπων και προσπων μ’ ντονο συνασθημα που αγγζει κποτε το μελοδραματισμ, βιωματικ γραφ, ηθογραφικ και συμβολικ στοιχεα. Σ' ργα του πως το "Συννεφιζει" το "να Παιδ Μετρει Τ' 'Αστρα" (που μεταφρστηκε στα γερμανικ), αξιοσημεωτη εναι η ψυχογραφικ τεχνικ, -δημιουργε ολοκληρωμνους ζωντανος χαρακτρες που συναπαρτζουν μιαν ολκερη μικρ κοινωνα- η αφηγηματικ του δναμη. Σμφωνα με το Βασλη Βασιλικ, «θεωρεται ο πιο πολυδιαβασμνος λληνας πειτα απ τον Νκο Καζαντζκη».
     Πολυγραφτατος και πολυδιαβασμνος λογοτχνης, ο επονομαζμενος και Μαξμ Γκρκι της Ελλδας. Η πνα του χει αμεστητα, λυρισμ, δναμη και ρεαλισμ. ργα του: «Συννεφιζει», Οι Κερασις Θ’ Ανθσουνε Και Φτος» και το μπεστ-σλερ "να Παιδ Μετρει Τ' 'Αστρα" διαβστηκαν πολ απ τη νεολαα τις δεκαετες του '50, του '60 και του '70.
     Βιβλα του μεταφρστηκαν σε πολλς γλσσες, κυρως στις ανατολικς χρες, πως η Πολωνα, η Ρουμανα, η Βουλγαρα κ.. Επσης κποια απ' αυτ μεταφρστηκαν στα κινεζικ και στα βιετναμζικα. Στην Ευρπη δημοσιεθηκαν αρκετ αποσπσματα απ το ργο του, κυρως σε καλλιτεχνικ περιοδικ και εφημερδες. Tο μυθιστρημα του «να Παιδ Μετρει Τ' στρα» χει μεταφραστε και στα γερμανικ. Κποια ποιματα του μελοποιθηκαν, με γνωσττερα το «Ερωτικ Κλεσμα» απ τους αδερφος Κατσιμχα και τον Νταλρα και το «Οι Κερασις Θ’ Ανθσουνε Και Φτος» που ερμηνεει ο Αντνης Καλογιννης σε μουσικ του Σπρου Σαμολη.
     Ο βγκος του ακομπησε στο στθος μας. Ο Λουντμης, αγωνστηκε για λα τα πανανθρπινα ιδανικ. Το ργο του αποτελε ραψωδα αναστσιμη των ανθρπων που αγωνζονται για το ραμα. Η πνα του, με αμεστητα, λυρισμ, δναμη και ρεαλισμ ακουμπ τις καρδις μας κι ενεργοποιε τη σκψη.
     Μρος της κριτικς του καταλογζει τεχνικς κι εκφραστικς ατλειες, στρατευμνο φος που αποβανει σε βρος της οικονομας της αφγησης, αλλ αναγνωρζει το λυρικ του οστρο. Κποιοι λλοι θεωρον το ργο του απολτως ξεπερασμνο σμερα, καθς αναφρεται σ' να κσμο που δεν υπρχει πια.
     Προσωπικ ποψη: Το 1ο του βιβλο που διβασα, τανε φυσικ το «να Παιδ Μετρει Τ’ στρα» και μαγετηκα. μουνα 17 ετν κι δη διβαζα απ τα 13. Εχα ξεκινσει πλι με δανεικ βιβλο, απ τη ττε φιλλογ μου, Ζω Κατσιαμπορα, (που δε ξρω τι κνει και που βρσκεται τρα, μα ελπζω να ‘ναι καλ. Καλ της ρα) που μου χε δσει «Το Τλος Της Μικρς Μας Πλης» του Δημτρη Χατζ και μου εχε αρσει πρα πολ. Τελεινω λοιπν το βιβλο του, κι ακριβς τη μρα που επιλγω να του το επιστρψω, στο σχολεο, ρχεται κι νας πλανδιος μπορος βιβλων. Πω και χαζεω, μα το βαλντι μου δεν ντεχε πολλ-πολλ. Κοιτ τα βιβλα και βλπω μπλικα του Λουντμη. Κοιτ τα χρματ μου, μλις που φτνανε για κολατσι, και το φτηντερ του, ταν σα-σα. Μια ποιητικ συλλογ με ττλο: «Το Σπαθ Και Το Φιλ» και δε το σκφτηκα και πολ, κενη τη μρα απλς μεινα νηστικς. Ττε δεν ξερα πως ο ττλος τανε παρμνος απ το στχο της «Μπαλντας Της Φυλακς Του Ρντινγκ» του σκαρ Ουιλντ, μα δεν εχε σημασα! Θυμμαι πως το κρτησα στο χρι μου, και δεν βλεπα την ρα να ξεμπερδψω με το βσανο της σχολικς μρας και να ριχτ πνω του. Οι λλοι κνανε γργορα κκλο γρω μου κοιτντας με… φθνο κι εγ καμρωνα! Βλπετε ταν δη πασγνωστος στις ηλικες μας. Κλησε πολ νερ στο αυλκι απ ττε. Ο «πρτος μου νεανικς, εφηβικς ρωτας» ωρμασε και πια πρασα σε πιο διαφορετικ λογοτεχνικ σκαλοπτια, αφο μως εχα πια διαβσει καμμι 10αρι βιβλα του. «Οι Κερασις Θ’ Ανθσουν Και Φτος», «κσταση», τις συνχειες του «Παιδιο», «Αγλαστη νοιξη» και «Κτω Απ’ Τα Κστρα Της Ελπδας», κι λλα πολλ.
     Εκενο λοιπν που πιστεω εναι πως τα βιβλα του κυρ-Μενλαου, εναι ,τι ακριβς πρπει να διαβζει να παιδ, που θλει να ξεφγει απ τη παιδωμ και να εισλθει στην εφηβεα-μετεφηβεα. Να πισει το χρι του και να τον αφσει να του δεξει τον κσμο, γιατ, τσι πως θα του τονε δεξει, δε θα τονε ξαναδε ποτ. Και κπου-κπου, μεγλος ντας πια, να ρχνει καμμι ματι, να ξεπλνει λιγκι τη ψυχ του, για να παρνει πλι δυνμεις να ριχτε στη σκληρ τραχι πραγματικτητα.
     Γιατ αυτς ταν ο κυρ-Μενλαος: νας γλυκτατος δσκαλος.  Π. Χ,

-----------------------------------------------------------

         Ερωτικ Kλεσμα

λα κοντ μου, δεν εμαι η φωτι.
Τις φωτις τις σβνουν τα ποτμια.
Τις πνγουν οι νεροποντς.
Τις κυνηγον οι βοριδες.
Δεν εμαι, δεν εμαι η φωτι.
 
λα κοντ μου δεν εμαι νεμος.
Τους νεμους τους κβουν τα βουν.
Τους βουβανουν τα λιοπρια.
Τους σαρνουν οι κατακλυσμο.
Δεν εμαι, δεν εμαι ο νεμος.

Εγ δεν εμαι παρ νας στρατολτης
νας αποσταμνος περπατητς
που ακομπησε στη ρζα μιας ελις
ν' ακοσει το τραγοδι των γρλων.
Κι αν θλεις, λα να τ' ακοσουμε μαζ.

Ο Σταχτς Θνατος

Θαρροσα ως τρα -φλοι μου καλο-
θαρροσα ως τρα...
πως λα τα πρματα
βαδζουν στη γη
με το αληθιν τους χρμα.
Η Χαρ σπρη.
Η Θλψη χλωμ.
Ο ρωτας ρδινος
Ο Θνατος μαρος.
τσι θαρροσα...

Και περνοσα τις μρες μου,
με τα χρματ μου τακτοποιημνα.
Με τα νειρ μου συγυρισμνα.
Με τα ποιματ μου καθαρογραμμνα...
Γιατ τσι τα 'βλεπα.
τσι νμιζα.

Μα μια μρα...
Μι μρα -φλοι μου καλο-
να σταχτ σννεφο φησε τον ουραν του
κι πεσε στη κμαρ μου.
Και ττε... λα... χασαν το χρμα τους.
Η Θλψη γινε σταχτι.
Σταχτι κι η χαρ.
Σταχτς κι ρωτας.
Και σταχτς -αλμονο- κι ο Θνατος.
 
Ω Σειρνα, εσ...
Εσ που τα 'βαψες λα.
Που τ' λλαξες λα,
γιατ δεν φηνες το Θνατο
-τουλχιστον αυτν-
να με πρει με τ' αληθιν του χρμα;

Το Παραμθι Ενς Ραγισμνου ρωτα

Μι φορ κι να καιρ,
ταν να γραμμφωνο.
να ολομναχο γραμμφωνο.
Μα μπορε και να μην τανε γραμμφωνο
και να 'ταν μνο να τραγοδι,
που ζητοσε να γραμμφωνο,
για να πει το καημ του.

Μι φορ κι να καιρ,
ταν νας ρωτας.
νας ολομναχος ρωτας
που γριζε με μια πλκα στη μασχλη,
για να βρει να γραμμφωνο
για να πει το καημ του.

"ρωτα μη σε πλνεψαν
  λλων ματιν μεθσια
  και μεσ' τα κυπαρσια
  περνς με μι' λλη νι;
  ρωτ' αδικοθνατε,
  ρωτα χρυσομλλη,
  αν σ' εδαν με μιν λλη,
  ταν η Λησμονι
".


Μι φορ κι να καιρ,
δεν ταν νας ρωτας,
δεν ταν νας πνος.
ταν μισς ρωτας -μισς πνος-
και μι μισ πλκα,
που 'λεγε το μισ της σκοπ:
"ρωτα μη σε... ρωτα μη σε...
  ρωτα μισ... ρωτα μισ
..."


Θε μου!
Μα δε βρσκεται να χρι!
να πονετικ χρι,
για ν' ανασηκσει τη βελνα
και ν' ακουστε ξαν,
ολκληρος ο ρωτας,
ολκληρο το τραγοδι:

"ρωτα μη σε σκτωσαν
  τα μαγεμνα βλη;
  ρωτα Μακιαβλλι.
  Τα μτια που σε λβωσαν,
  με δκρυα πικραμνα,
  καρφι 'ταν πυρωμνα
  και μπχτηκαν βαθι
".

......................................................

Ποις μου χτυπ το τζμι;
Μη μου χτυπτε.
Δεν εμαι 'δω.
Εδ κατοικε η Μοναξι
με μνιμη νοικρισα τη Πλξη.

Μη μου χτυπτε λοιπν το τζμι.
Μταια χτυπτε.
Εγ δε μπορ ν' ανοξω.
Δε μπορ να συρτ
οτ' ως τη πρτα του σπιτιο μου,
οτ' ως τη πρτα του λλου κσμου.

Μη μου χτυπτε λοιπν το τζμι.
Δεν εμαι 'δω.
Εδ ειν' να ξερ ντομο
σ' να κσμο, -φρετρο-
που απαγορεεται -με κνδυνο ανστασης-
ακμη κι ο θνατος σου!

Μη μου χτυπτε λοιπν το τζμι.
Κνετε λθος.
Λθος στο σπτι.
Λθος στη πρτα.
Λθος στον αινα.
Λθος. Λθος. Λθος!

Γιαυτ πψτε.
Πψτε -για το Θε- να μου χτυπτε!
Σας το ξαναλω- μ!
Εδ δε κατοικ εγ.
Εδ κατοικε μια αιμοβρα
κι ακροβτισα αρχνη,
που πριν λγο φαγε μια πεταλοδα.
Μια χρυσ, λεπτ πεταλοδα,
που -αλμονο- εχε τ' νομ μου!


  Α ρα δεν εχα αγαπηθε, αυτ ταν λο  
   σως ανητα υποδθηκα το ρλο
  Γ ελωτοποιο πολ μετρας κλσης
  Λ ησμονημνος σε μιν χρηστη αποθκη
  Η λθιος κοκλος με σπασμνη μτη
                       
 (4 Ποιματα απ το: "Κτω Απο Τα Κστρα Της Ελπδας")
..........................................................................

Οι κερασις θ' ανθσουνε και φτος στην αυλ
και θα γεμσουν μ' νθια το παρτρι.
Πικρ που ειν' η 'Ανοιξη σαν εσαι δχως ταρι!
Πικρ που 'ν' η ζω!

'Ανοιξε το παρθυρο στη πρων γιορτ,
για να 'μπουν οι μοσχοβολις απ το περιβλι.
Αχ κθε του τριαντφυλλο και μια πλγη απ βλι,
εναι για 'σε ποιητ!

Κουρστηκα να σε καρτερ, ρωτα και να λινω,
'πα στο βιβλο της ζως σκυμμνος, μια ζω.
Μ' αν τανε να 'ρχσουνα για να στω πρω,
χλια θε να 'δινα πρων, να ζσω εκενο μνο.

 -------------------------------------------------              

Θρμβοι αιματνιοι στου κλαβι, κυλσαν τη καδνα.
Κκκινη γρη, που το δρμο πρε της νοτις.
Ψυχ, που θλασσα γινες, -μια θλασσα φωτις-...
Μπαλντα του Σοπν Νομερο να.
............................................................................
Αντο Γαλνη τρα πια. Αντο σεμν Ησυχα
κι αντο 'συ στοχαστικ μου Ρεμβασμ,
Χαρ που στ' αποδεπνι σου δε βρκα οτε ψιχα
και καλς ρθες βιαστικ και βαιε Χαλασμ!

Στχτη η Αγπη. Η Ελπδα αββαιη καταχνι.
Καπνλα, αιμφυρτα φτερ, συντρμμια, πνοι...
Μες στις ρωγμς ο Θνατος, σα κρος βοριας, τρυπνει
κι οι νθρωποι -σφγια- τονε προσμνουν στα παχνι!

Ορθ η Φοβρα μοναχ και μοναχ η Οργ,
-κλψτε μικρο, που για μεγλοι 'χατε φτσει-
Η Δξα εφτερογισε, λγο να ξαποστσει,
επνω στα κεφλια σας και μσεψε γοργ!

Μικρ Εαυτ, που για αητς ανβαινες κι απ ψηλ,
τον λιο βλθηκες, σα σννεφο να 'σκισεις.
Γραμμνο σου τανε σα σννεφο να λισεις
και σα βροχ να πσεις χαμηλ.

Και τρα απ το χμα αυτ, που ποτισμνο το 'χω 'γω
με των ματιν μου τη βροχ και με τον εαυτ μου,
ζητ φωτι, απ' τη στοργ του τελευταου εντμου,
ν' ανψω, να πυρποληθ και να φλεγ!

Τους πρους δε κατφερα να τους λατρψω και να τους
παρηγορσω που 'κλαιαν, πνω στους δειους μλους.
Ειν' η καρδι μ' ολκλειστη για τους ουρνιους, δυνατος.
Και για τους γνους... και για λους... και για λους...

Στιγμ δε τη ξεδψασα την γρια 'παντοχ μου,
θλιμμνος κι ντας κλαιγα και που τραγοδαγ' ντας...
Και το κορκι, που απ' τα Ηλσια μ' φερε πετντας,
για πληρωμ, μου πρε τη ψυχ μου!
...................................................................................
Καλ μου τλειωσε ο Σοπν; Α πσο υπροχη σουν!
Κι εγ δε μπρεσα απλν, οτ' ναν παινο να βρ.
Μα πως να σε παινψουνε, πως να χειροκροτσουν,
τα χρια τοτα που τριντα χρνια, κμαν στο σταυρ;

(2 Ποιματα απ το "Οι Κερασις Θ' Ανθσουν Και Φτος")

Ο Εξγγελος Των Περσν

Σαν φτασε ο Εξγγελος στα Σοσα

με καταξεσκισμνο αντερ
για ν’ αναγγελει το χαμ της Σαλαμνας…
Και πρε η σναξη να βογκ.
Και πτρωσαν ολοσοσουμοι οι γροι
κι η τοσσα απμεινε μπρος την πλη
σαν γαλμα χρυσ…

Απ ‘ναν μακριν αμμοσωρ
νας καταμναχος σκλος
-σαν πανρχαιος χρησμς-
νωσε το κλμα του,
με τον ψυχοδαρμ των γρων.
Και συνταρχτηκαν συθμελα οι Ναο
και τα χρυσ παλτια της Περσας.

Ττε η μεγλη βασλισσα,
δεχνοντας τ’ οδυρμενο σκυλ
«Να σταματσει!» πρσταξε.
«Να σταματσει να διηγται ο Εξγγελος
και να κοπον οι οδυρμο
και το θρηνολι των γερντων».

Ττε η σναξη σα μαρη κιονοστοιχα
πτρωσαν στον τπο της.
Και με βλμμα ετοιμσβηστο:
«Τι δηλο;» ρτησαν. «Μεγαλοδξαστη βασλισσα!
Τι δηλο αυτ η σιωπ;»

Κι η Βασλισσα
-μαδντας την πλουσικομη κεφαλ της-
«Αλ!… επε. Αλ. Εγ
το πικρ το γγελμα το λαβα.
Σαν σταματσει το κλμα του σκυλιο
θ’ αρχσει ο θρνος της Περσας!»

Το Αληθιν Μας Ροχο

Το πιο πολτιμο ροχο μας.

Το πιο επσημο ροχο μας.
Το πιο εμφανσιμο ροχο μας.
Η χλαμδα μας.
Το φρκο μας.
Το νυχτικ μας.
Το μνο σωστ μας.
Το μνο πιστ μας.
Το μνο αινιο ροχο μας
εναι το πετσ μας.

Και δεν ντρπομαι αν εναι μαρο,
σπρο
μελαψ.

Ντρπομαι για κενους
που το χωρζουν
σε μαρο,
σπρο
και μελαψ.

Ας Μη Μετρσουμε

Ας μη καθσουμε να μετρσουμε

ποιανο δκρυα τανε πιο ζεστ.
Μπορε πιο ζεστ να ‘ναι κενα
που δε χθηκαν ακμη.

Ας μη καθσουμε να ρωτσουμε
ποιο αμα ταν πιο κκκινο.
Μπορε πιο κκκινο να ‘ναι
κενο που πρκειται να χυθε.

Ας μη ρωτσουμε να μθουμε
ποιανο ιδρτας ταν πιο καυτς.
λοι οι ιδρτες χουνε τη γψη
που ‘χουνε τα δκρυα.

Λοιπν…
Ας μην πνιγμαστε στους ορισμος.
Στις χρονικς και κτητικς αντωνυμες.
(«Σμερα»… «Χτες»… «Αριο»…)

Κλψαμε χτες στην Αφρικ
με τα βασανισμνα μτια των Νγρων.
Κι αριο θα κλψουμε στη Σαγκν
με τα οργισμνα μτια των Βιετναμζων.
Αριο μπορε να πσουμε στο Κονγκ
να ιδρσουμε στην Κοβα.

Γιατ εμαστε απ κενους
που ιδρνουνε, πεθανουνε και κλανε
σε κθε κορμ που ιδρνει και κλαει.
Κρυνουμε σμερα στη ζογκλα.
Ιδρνουμε αριο στον Αρκτικ.
Το κορμ μας εναι νας πλαντης.
Με λα μαζ τα κλματα.

Πνεσε, κλψε, πενα.
Μνο μη κνεις τον λλον
να πονσει και να πειν.

Κι εσ φημισμνε, εσ δοξασμνε
εσ, δυνατ… να μνο ξρε:
Πως σο ψηλ κι αν ανβεις
ποτ δε θα φτσεις το μπι των χαμηλν
που θυσιστηκαν για ψηλ πργματα!

     3 ποιματα απ "Το Σπαθ Και Το Φιλ"

                         Το Κορτσι Με Το Φεγγρι Στο χρι

Το θυμτανε. Πντα. Δυνατ. Τις μρες και τις νχτες. Σαν «νειρο», σα μοσκοβολι, κι λεγε… -το ‘λεγε λες τις στιγμς, και το παργγελνε με πθος στον εαυτ του αν γλτωνε, αν ξανανβαινε στο φως, να ψξει, να κοσκινσει λον τον κσμο, σπου να την βρει ποια κι αν ταν, πως κι αν την λεγαν… και να σκψει να της φιλσει τα χρια, να την γεμσει με δακρυσμνα «ευχαριστ».
Εκε μσα που τον θαψαν, που τον εχαν σα λεψανο ριγμνο, λαχτρισε και δψασε. Δψασε για να σημαδκι χλη, για μια σταλτσα του απνω κσμου. να γλιο μικρο παιδιο να τζιτζκι… Κτι που να μη θυμζει αυτν τον μουχλιασμνο και πνιγερ τφο. Εκε κτου τα ‘χε ξεχσει λα. Το χρμα του κσμου, τη μρα. Τι χρμα εχε, αλθεια, η μρα; ταν γαλζια; σπρη;… Γιατ εδ τα μτια του ταν χρηστα, περιττ. Εδ ζοσε μνο με τ’ αφτι και τα δχτυλα. Την πρτη μρα που τον κατβασαν εχε μαζ του και τη μτη του μα στερα την χασε. Τον πιασε καταρρο κι ανστησαν λα. Πρφτασε μονχα να μυριστε τι βρομοσε βαρι κι ανυπφορα εκε μσα… Κτι σαν υπνομος, σαν λκκος ψοφιμιν. τι βοιζε σα βαθ πιθρι. στερα λα μπερδετηκαν. Το σκοτδι τα κατπιε και τ’ αφνισε λα. Κπως τσι θα ‘πρεπε να ‘ναι στον δη. τσι χαρα, τσι στυφ. Μνο που τρα πρπει να του προυν αυτ τ’ νομα, και να τον λνε «Απομνωση». Θα του ταιριζει περισστερο.
Εχε μια πκρα, που την φερε μαζ του απ’ ξω. τι δεν πρφτασε να δει το φεγγρι. Το σπτι που κρυβτανε ταν παρμερο, σα μια γοβα, με τα παρθυρα πντα κλειστ, πντα, μρα και νχτα.
… το φεγγρι… πρεπε να εχε προφτσει να το δει. μορφα εναι και με τον λιο, , ναι… και μ’ αυτν, εναι πολ μορφα. Μα με το φεγγρι… Μ’ αυτ εναι αλλιτικα. Ο κσμος γνεται μαγευτικς, σαν παραμυθνιος. Σκψου… Αυτς κι εκενη το Ολγκι με φεγγρι. Βρδυ αττικ. Και το φλαρο ζεστ χερκι της χωμνο στο δικ του. Το Ολγκι… Ακουμπισμνο απνω του σφικτ στο ξλινο καναπεδκι. Κι απ πνω η ακακα με το φεγγρι μπλεγμνο στα κλαρι της. «Ολγκι… κψε μου κενο το χρυσ μλο» «Κλεσε τα μτια να στο κψω…». Το μγουλ της, τρυφερ, μεταξνιο, τριβτανε μ’ να μικρ θρισμα απνω του. «, τι γλυκ και μοσκοβολημνο φεγγρι…».
Τρα που να εναι, τι να κνει; Το Ολγκι…
ταν τρυφερ, το μνο τρυφερ συναπντημα της ζως του. Μικρ… ολομναχο. Ανδεο απ’ τη ζω και τις παγδες της. Γελοσε σα φρεσκοκομμνο ρδι και δεν βλεπε τους λκους που ακνιζαν γρω της τα δντια τους. Το εχε ανταμσει λγο πριν απ το γκρεμ και τ’ ρπαξε και το ‘σφιξε πνω στο τμιο στθος του. Και το καλπιασε. Κενη ακομπησε στο μπρτσο του και πτησε θαρρετ.
Μα αν γλτωσε το Ολγκι απ’ το γκρεμ κι απ’ τα δντια των λκων, λλος γκρεμς, νας αληθινς τφος, ανοχτηκε για τον διο. λλοι λκοι ρχισαν να μυρζουν τα δικ του τα βματα. Το κατλαβε στην ρα. Και της το ‘πε κενη τρεμε…
Ξρεις, Ολγκι. Το καταλαβανω, πως η ανσα μου εδ πνου θα εναι λγη. Μια μρα θα με σρουν σα φονι, ναι, εμνα. Θα μου ζητσουν να πατσω το ψωμ μου. Να παραδσω τους συντρφους μου. Να βρσω το δκιο του νηστικο. Να πω μαρτον για λα που αγπησα. Κι εγ θα πω «χι». Και ττε, Ολγκι, δεν χουμε καιρ να στο εξηγσω γιατ߯ ττε μπορε να με κρεμσουν ανποδα, να με θψουν ζωνταν. Και να με κρατον, κρεμασμνο θαμμνο, σπου να πσω ν’ απαρνηθ. Ττε, Ολγκι, θα μενεις ολομναχο. Και πρπει να σφξεις τα δντια σου. Παντο παραμονεουνε λκοι διψασμνοι για πλσματα σαν και σνα. Πρπει να σφξεις τα δντια και να περιμνεις σπου να με ξεθψουνε γιατ κποτε θα με ξεθψουνε. Θα κουραστονε και θα με ξεθψουνε. Ττε θα μου ξαναδσεις πλι να σφξω το χερκι σου… και δε θα τ’ αφσω πια ποτ.
Που να εναι ραγε τρα το μικρ του, το ολμικρ του Ολγκι;…
Εδ κτου λα ταν μαρα σαν κατρμι. λα σκεπασμνα με νχτα πηχτ. Μπερδεμνα τα μερνυχτα. Σμιγμνη η νχτα με τη μρα σε μια μνη νχτα χωρς σνορα. Εχε πψει πια να μετρει, γιατ απ πο ν’ αρχσει; Με τι να μετρσει; Εδ ταν λα να μονοκμματο σκοτδι. Οι ρες, τα λεπτ, οι μνες και τα χρνια. Τα ρολγια και τα καλαντρια, ταν γι’ αυτος που ζουν στο ξφωτο του κσμου, που χουν τα μτια, και που τους χρειζονται τα μτια. Εδ «ζω» θα πει ψηλαφ.
τσι σερνταν αυτ η σωτη μαυρλα, τσι λμναζε αυτ η ασκωτη πσσα που απνω τη λνε χρνο. Κι τσι θα σερνταν, κι τσι θα λμναζε… αν…
Αν δεν γιντανε αυτ το θαμπωτικ και πρωτκουστο, αν κποτε, ξφνου δεν γινταν φως. Τι ταν; Απ πο ξεκνησε; Τι ζητοσε;… Δεν ξερε. Η αλθεια εναι τι γινε, τι κποτε μσα στα βαθι γκατα πεσε φως. Μλις το εδε, τριψε καλ τα μτια του, κονησε το μυαλ του, μην ταν ψμα, μην τον περιπαζανε τα νειρα. χι. ταν αλθεια! Σρτηκε με τα τσσερα και κλλησε τα μτια του στην τρυπολα του κελιο. ταν φως! να κορτσι (νειρο;…) να κορτσι αλαφροπτητο περνοσε με το φεγγρι στο χρι. Φλησε το βρμικο σανδι της πρτας… ταν φως! Η ζω ταν ακμη στη θση της! Μα δεν πρφτασε να χαρε. Χοντρ βματα ακοστηκαν ξοπσω της. Και μ’ λο του το σστισμα μπρεσε να ξεχωρσει τη βαρι σιλουτα του Σβαρτς, του βασανιστ και σκυλνθρωπου, που δκα ολκερα μερνυχτα τον παδευε, πριν τον θψει εδ μσα. Ναι, ταν αυτς. Μα που την πγαινε την γνωστη με το φεγγρι; Δεν πρφτασε να την μελετσει καλ, εχε μνο ξεχωρσει τα μαλλι της χρυσ πσω απ’ το φως, και το μπι της, αρκετ ψηλ. Τποτ’ λλο. Τα βματα πρασαν κι σβησαν.
Κθισε να τρβει τα μτια του. ταν φως; ταν αλθεια; Ο κσμος πρασε απ δπλα του γργορος σαν αστραπ, και χθηκε πσω απ’ το διδρομο. χωσε το κεφλι του μσ’ στα μπρτσα κι απμεινε κει. Πρασαν ρες, δε θυμταν πσες. Σγουρα. Δεν ταν αληθιν ,τι τρεξε. Του φνηκε. λα τα ‘φερε ο πυρετς. Ο πυρετς απ’ τις κακοφορμισμνες πληγς του. τσι θα ταν. Κρμα…
Κοιμταν. Τον εχε κλεφτοπρει τσι κουλουριασμνος, πως μενε. Μπορε να ονειρετηκε κιλα. να νειρο γεμτο φεγγρια, φεγγρια και κορτσια. να παγκκι μια ακακα… Μα τι ‘ταν αυτ; Σκωσε το κεφλι του. Το φεγγρι. Το κορτσι με το φεγγρι ξαναπερνοσε. χι, δεν ταν νειρο… Δεν ταν ψμα… Αχ… εξασιο πρασμα… χαμγελο της ζως. Υπρχεις λοιπν; Κι εσ γυνακα, ποια κι αν εσαι, να ‘σαι ευλογημνη. Αφο υπρχει το φως λα υπρχουν. Τρα μπορε να κυλσει σος μαρος χεμαρρος θλει. Η ζω υπρχε! Και τον περμενε.
Ττε ορκστηκε. Αν ζοσε, αν ανβαινε στο φως, να ψξει, να την βρει, και να την βρει, και να την προσκυνσει, ποια κι αν ταν, πως κι αν την λεγαν. Γιατ τον δυνμωνε, γιατ κατβηκε στα τρταρα, για να του φρει το φως, και την εγκαρτρηση.
τσι το θυμταν: Δυνατ, επμονα, με πθος… λον τον κατοπιν καιρ, σος ταν. Τον ρκο τον εχε βψει στις πληγς του. Το θυμταν κι ταν σρτηκαν οι βαρις αλυσδες γιατ κποτε οι αλυσδες σρτηκαν και τον πταξαν ξαν στο φως. Θυμταν και τα λγια που αλλξανε ξοπσω του οι φλακες. «Μπορες απ’ την πτρα την ξερ να βγλεις νερ, απ’ αυτν δε βγζεις λξη».
Δπλα στο Ιεροξεταστριο ταν να καφενεδκι. Κθισε στην πρτη καρκλα που σκνταψε. Κθισε, γιατ δεν μποροσε οτε να δει, οτε να σκεφτε, οτε να περπατσει. Ακμα ψηλαφοσε… ρθε νας μεσκοπος ντρας και στθηκε απ πνω του.
Απ κτω ρχεσαι;… του λει με πονετικ φων. Φανεσαι. Εσαι σα χασς. Να σου φρω να καφεδκι, παιδ μου, να στυλωθες;
Πσον καιρ χω; Τον ρωτ.
Που να ξρω… Πτε σε πισανε; πε μου και θα το βρομε.
Αρχς Απρλη.
Χμ… Σμερα χουμε τλη του Νομβρη.
Τλη του Νομβρη;…
Εφτ μνες… Εφτ ολοστργγυλους μνες… Μνο με ψωμ… Νερ και ψωμ, που του το πετοσαν αμλητοι απ’ την τρυπτσα. Αμλητοι, για να μην ακοσει ανθρπινη μιλι, κι αναθαρρσει…
Ο καφετζς ξαναγρισε με το δσκο.
Πρε, παιδ μου. Κι απθεσε τον καφ.
Δεν τον πρσεξε. πεσε πνω στο νερ με λαχανητ.
Μπρμπα… του λει. Και γαντζνει πνω στο ροχο του. Μπρμπα, ποιος κι αν εσαι. κανα ναν ρκο εκε κτω. Και θλω τρα που βγκα να τον ξεπληρσω…
Ποιον παιδ μου; Λγε…
Κποτε… δεν ξρω πτε. Μα μια μρα… μια νχτα…, δε θυμμαι εκε κτω γινε φως. να κορτσι…
σε, ξρω.
Ξρεις;
Ναι, σε, ξρω… Να, εκειδ στο στενκι κθεται. Τη βλπεις κενη την πρτα την κανελι με το χερολι; , κει κθεται.
Ποιος; Το κορτσι;
Το κορτσι. Δσε στην πρτα τρεις χτυπησις και θα σ’ ανοξουνε. Το ξρω το κορτσι. Εναι το τελευταο κελεπορι του Σβαρτς. χει καναδυ μνες που το σπτωσε.
Του Σβαρτς;… Κνει σαστισμνος. Και καλ, γιατ ο κριος δεν πηγανει εκε; Γιατ την κατεβζει στον μαρο κσμο, κτου στα γκατα της γης;
πιαστος κσμος, παιδ μου, χαλασμνος, πς το λνε… Να, εναι διτροπος, διεστραμμνος, βδα… πς το λνε;
σε, μπρμπα, κατλαβα. Στην κανελι πρτα επες; σε, κατλαβα. Γεια σου…
χωσε τη σκοφια του βαθι κι φυγε. Παραπατοσε σα μεθυσμνος. Σερνταν τοχο-τοχο σπου φτασε στο χερολι της καφετις πρτας και κρεμστηκε απνω του. να ξεπλυμνο μοτρο χραξε την πρτα και τον κοταξε στυφ-στυφ.
Παινε παρακτω, χριστιαν μου… Δεν χει…
Τι;
Δεν χουμε λιαν.
πιασε με δναμη την πρτα και την σπρωξε μσα.
Λιαν;… Λιαν επες; Για ποιον λοιπν με πρασες;
Η γρι τον μτρησε φοβισμνη.
Καλ… Κπιασε. Μα τι ορζεις;
Θλω… (Σταμτησε. Τι θελε;… Σκοπισε τον ιδρτα του). Θλω τη… (Μα πως την λεγαν;). Θλω… Θλω τη… την «απαυτ»… τη λεγμενη του Σβαρτς.
Χμ…Χμ… κνει η γρι και ξερογλεφεται. Δεν εναι για τα δοντκια σου, καψερ μου. Παινε.
χι, γιαγι. χι, να μη χαρ τα μτια μου. Δεν…
Παινε… παινε… Δεν εναι για κανναν. Μη βλπεις με κενον. χει το λγο της. Ποιον λγο;… Κενη ξρει. Κτι, λει, της ταξε… Δεν εναι της «δουλεις» το κορτσι, μτια μου. Τρβα.
Γιαγι… κνει και της σταυρνει τα χρια. Δε με κατλαβες. Δε με νοιζει ποιανο εναι και τι κνει. Εγ θλω μνο να τη δω. Τποτα λλο. Μνο να τη δω.
Να τη δεις; λλο και τοτο! Και γιατ;
Κενη την ρα ακοστηκαν ξοπσω βματα.
Να… πες τα στην δια… λει η γρι. κου, λγα, κορτσι μου. Στρφηκε. Κοντ του ταν να τραπζι…
Τι εναι, γιαγι; Ρτησε το κορτσι.
Ττε γινε κτι σα σεισμς. Μα αυτς ωστσο δεν πεσε. Στθηκε αντκρυ της σαν κρινη σκι… (Το μικρ του πναγνο Ολγκι…).
Κενη παιξε με δναμη τα μτια. στερα τα ‘κλεισε και περμενε τα νχια του. Δεν γινε… Ο νθρωπος που στεκτανε αντκρυ της βγαλε αργ-αργ το σκοφο του και γοντισε. Κενη πεσε στα χρια της γρις. Κτι ζεστ γγιξε το μτωπ της… να ζεστ στμα πρασε σιγ, λεπτ, με ευλβεια απ’ τα μαλλι της… Κι στερα ξεμκρυνε…
νοιξε τα μτια της. Ο νθρωπος με το φιλ φευγε. Κι η τραγισκα του… ταν ακμη κρεμασμνη απ’ το χρι… Της ρθε να φωνξει. Να τρξει ξοπσω του, να τον προφτσει…, μα τα πδια της ταν κολλημνα. θελε να του φωνξει. Να περιμνει. Να δει πως θα πφτει, και πως θα φιλε να-να τα βματ του… μα κενος εχε ξεμακρνει. Ακοστηκε να κλενει ξοπσω του η πρτα.
Και ττε… Ττε κατλαβε… κι μπηξε φωνޯ κατλαβε… πως στον τφο που κατβηκε για να τον βγλει, μεινε για πντα θαμμνη η δια…

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers