ÐåæÜ

Ðïßçóç-Ìýèéá

Ï Dali & Åãþ

ÈÝáôñï-ÄéÜëïãïé

Äïêßìéá

Ó÷üëéá-Áñèñá

ËáïãñáöéêÜ

ÅíäéáöÝñïíôåò

ÊëáóóéêÜ

Áñ÷áßá Åëë Ãñáìì

ÄéáóêÝäáóç

ÐéíáêïèÞêç

ÅéêáóôéêÜ

Ðáãê. ÈÝáôñï

Ðëçñ-Ó÷ïë-Åðéêïéí.

Öáíôáóôéêü

Åñ. Ëïãïôå÷íßá

Ãëõðô./Áñ÷éô.

ÊëáóóéêÜ ÉÉ

 
 

Öáíôáóôéêü 

Boris: Íåáñüò Õðåñôáëáíôïý÷ïò 'Áãíùóôïò


            Ο Ελ Φρüντο ΜÜξιμο Κι Η Πτþση Του Φεγγαριοý

     Μη με ρωτÞσετε πως τα ξÝρω αυτÜ. Μη με ρωτÞσετε πως τα Ýμαθα, οýτε πως τα εßδα, οýτε ΓΙΑΤΙ τα εßδα, οýτε ΓΙΑΤΙ σας τα λÝω. ΑπλÜ τα εßδα. Και τþρα με ανÝβασαν μπροστÜ σε αυτü το κρýο κοινü και Ýνα βλÜκα με σφυρß που επιμÝνει πως δεν εßναι ξυλουργüς, να τους τα πω. Γιατß κÜτι Ýγινε κι εßμαι ο μüνος που το εßδε. Το ψυχρü κοινü ταρακουνÞθηκε. ΚÜθισα και μου βÜλαν Ýνα βιβλßο στα πüδια. ¢ρχισα να λÝω...
     ΠερπÜταγε μüνος. Τα παποýτσια του μýριζαν ροýμι, τα χÝρια του Þταν καλυμμÝνα ως τη μÝση απü τα μανßκια του παλτοý. ΣκαμμÝνο πρüσωπο, μýτη γαμψÞ. ΚαπÝλο παρÜλληλο στη μýτη του. Κακüς. Ηταν αυτü που οι κÜτοικοι της πüλης φοβοýνταν πιο πολý σε κÜθε επιδρομÞ. ΜÜλλον Þταν Ýνας απü αυτοýς. Ο θαλασσινüς αÝρας Ýφερε φαντÜσματα μαζß του, τον ψÝκασε στο πρüσωπο. Εκεßνος χαμÞλωσε το καπÝλο και συνÝχισε να περπατÜει κουτσαßνωντας. Το περπÜτημα του Ýμοιαζε με χαλασμÝνο ρολüι, που üσο πÝρναγε η þρα οι χτýποι συντüμευαν και δυνÜμωναν. ΚÜτι πλησßαζε. Χþθηκε κοιτþντας αριστερÜ δεξιÜ σε μια εßσοδο με χαμηλü φωτισμü. Οι χτýποι σταμÜτησαν.
     Νýχτα. ΦεγγÜρι. ΓερασμÝνο, με στÞθια που κρÝμονται προς τη γη σα μουχλιασμÝνα φροýτα. Η πüλη λýγιζε χαμηλÜ, κουρασμÝνη. Ο θüρυβος του ξýλου που τρßζει, και η μυρωδιÜ του. Κρýο πολý. Τι Üλλο να σας πω. ΚÜθε φορÜ που Ýρχονται αυτοß, κÜτι αλλÜζει. Σα να σπεßρουν λιβÜνι απü κηδεßα στον αÝρα. Και τα δÝνδρα να γßνονται ταφüπλακες. Τι Üλλο να σας πω. Περßμενα. ΜετÜ μπÞκα κι εγþ μÝσα. Δεν Ýβλεπα τßποτα. Μüνο μýριζα, ροýμι και σταφßδες κι ανθρþπινο ιδρþτα. Και γυναικεßο Üρωμα. Ελαφρý, üχι πολý, σου τρýπαγε τη μýτη üπως το καρφß τον τοßχο. Σýρθηκα σα μισοπαρÜλυτος ως το μÝρος απ' üπου Ýρχονταν τα βογγητÜ. Και το Üρωμα. Σε μια καρÝκλα απÜνω, αφημÝνο το πανοφþρι του και το καπÝλο, κατσιασμÝνο. ΚÜθισα. ΠÜνω στο καπÝλο. ¸να παρÜθυρο φþτιζε θολÜ τη σκηνÞ. Μüνο τα παπλþματα Ýβλεπα. Κι απ' Ýξω το φεγγÜρι, να ραντßζει με το κßτρινο φως του τη σκηνÞ. Ακοýστηκαν βÞματα κÜτω απü το παρÜθυρο. ΣταμÜτησαν. ΑναπνοÝς. ΚÜποιες φωνÝς μεθυσμÝνων, που προσπαθοýσαν να μιμηθοýν τον Þχο του βιολιοý και να τραγουδÞσουν μελωδßες απü το καμπαρÝ που εßχε κλεßσει εδþ κι þρες.
     Εκεßνος σηκþθηκε απ' το κρεββÜτι, φüρεσε το καπÝλο και τη καμπαρντßνα του στα γρÞγορα κι Ýφυγε. Η γυναßκα Ýκλαιγε. ¹ταν περßεργο, κανεßς τους δε μ' εßδε, -ευτυχþς που πρüλαβα να σηκωθþ απ' το καπÝλο του, αλλιþς ποιος ξÝρει που θα Þμουν τþρα... ΒγÞκε Ýξω. ΒγÞκα Ýξω. Ισως να πÞγαινε πßσω στο πλοßο τους, δε ξÝρω. ¢ρχισε να τρÝχει, κουτσαßνωντας, να τρÝχει και να ανασαßνει με δυσκολßα. ΚοπÜναγε τις σιδερüπορτες πßσω του κι αγκομαχοýσε, σα να 'θελε κÜπου να φτÜσει πρþτος. ΣταμÜτησε Ýξω απü την πýλη του νεκροταφεßου. Το φως του φεγγαριοý εßχε γßνει μωβ. Τα δÝντρα Þταν γυμνÜ και ξεραμÝνα. Μια θηλειÜ κρεμüταν απü το μακρýτερο κλαδß. Μια Üδεια θηλειÜ. ¸να ναρκοπÝδιο γεμÜτο πτþματα. Πνεýματα μÜλλον. Κι οι ατμοß τους λες και κοýναγαν το φεγγÜρι πÜνω κÜτω, το θüλωναν.
     ΜπÞκε μÝσα. Χωρßς να κοπανÞσει τη σιδερüπορτα. ΞεραμÝνος κι αφυδατωμÝνος σα σταφßδα. ΑνÝβηκε στο ψηλüτερο λüφο. Εκεß, στα μαυσωλεßα, μοναχικοß ζωντανοß, μοναχικοß νεκροß. Πλοýσιοι. Η ζωÞ τους, ο θανατüς τους, αγγελßα ξεπεσμÝνου εργÝνη. ¸τριψε τα χÝρια του να ζεσταθεß. Ο ατμüς της αναπνοÞς, του θολωνε το πρüσωπο, το κοýναγε πÜνω κÜτω σα κοýνια μωροý. Η σκιÜ μιας κουκουβÜγιας τον σκÝπασε προσωρινÜ, αλλÜ γρÞγορα Ýφυγε. Ακολοýθησε τη σκιÜ, πÜνω στο βρÜχο. ΜÝχρι το ψηλüτερο μαυσωλεßο.
     ΣταμÜτησε μπροστÜ στο κοντü κτßριο και κοßταξε δεξιÜ του το φεγγÜρι. Ακοýμπησε το μÝτωπο στο κρýο μÜρμαρο. ¸να φως Üστραψε στο διπλανü δÜσος. ¸να πρüσωπο Ýσκυψε πÜνω απ' το φεγγÜρι. Σα να το πÞρε απüφαση, üρμηξε πÜνω στο κτßριο σπρþχνωντας με τους þμους του την πüρτα. Τρεις φορÝς. Η πüρτα Üνοιξε. ¸σπασε. ¼ρμηξε μÝσα. Σα να ζωντÜνευαν τα κλÜμματα της χÞρας, τα κομμÝνα λüγια του παπÜ. Οι κατÜρες των üσων εßχε σκοτþσει. Ο ßδιος ο θαλασσινüς αÝρας, που αναγκÜστηκε να γßνει συνοδüς στα θανατικÜ ταξßδια και στις Üδικες αιματοχυσßες του. Τον τρÜβηξε Ýξω αναπνÝωντας θαλασσινü αÝρα. ¸να πτþμα. ¸να κρανßο με τρßχες που ανÝμιζαν Üγαρμπα κι Ýνα τρýπιο καπÝλο του γαλλικοý ναυτικοý. Πτþμα. Το ταρακοýναγε εκδικητικÜ. ΜετÜ το ακοýμπησε κüντρα στο δÝντρο κι Üρχισε να το γρονθοκοπÜει.Τρýπιο, ξεχαρβαλωμÝνο. ΝτροπιασμÝνο για αμαρτßες παλιÝς. Χωρßς καμμιÜ μετÜνοια, ντροπιασμÝνο. Το Üφησε να πÝσει, ταλαιπωρημÝνο, σα νυκτερßδα καμμÝνη απü το φως.
     ΚÜθησε κι ο ßδιος, στο χþμα. ¸να σýννεφο Ýκρυψε το μισüγυμνο φεγγÜρι μÝχρι τη μÝση. ΒαριανÜσαινε. ¸βγαλε το καπÝλο και το 'βαλε στο διπλανü σταυρü. Ακοýμπησε τους αγκþνες του στα γüνατα. Κοßταξε απüτομα δεξιÜ. Προς το φεγγÜρι. Φαινüταν μÝσα απü τη θηλειÜ. Στρογγυλü, καταλÜθος στρογγυλü.
     Το καπÝλο του νεκροý ταρακουνÞθηκε απü τον αÝρα. Αρμýρα...
     Σηκþθηκε απüτομα. Κοßταξε προς το φεγγÜρι, Ýστριψε Ýνα τσιγÜρο και κÜθισε να κοιτÜει τον νεκρü. Κοßταξα τη ταφüπλακα: Ελ Φρüντο ΜÜξιμο. Τ' üνομα κÜποιου χαμÝνου πειρατÞ. Θυμüμουν την ιστορßα üλη. Ενας πειρατÞς, παλιüς, που χÜθηκε κÜπου στις καραúβες. ΘεωρÞθηκε νεκρüς, θýμα μιας βßαιας ανταρσßας ενÜντια στο καπεταναριü του. ΜετÜ απü μιαν Ýκλειψη, κÜπου στη μÝση του αλατιοý, τüνε πÝταξαν στα πεινασμÝνα ψÜρια. Ο τÜφος του χτßστηκε κενüς, Üδειος. Κι üλες οι μοιρολÜτρισσες Þταν πληρωμÝνες. Το χÝρι του Ελ Φρüντο ΜÜξιμο Ýκανε Ýνα γδοýπο καθþς Ýπεφτε σα βαρßδι στο Ýδαφος. ΓεμÜτο δακτυλßδια.
     Πλησßασε το πτþμα. Το κλþτσησε με φüρα, τüσο δυνατÜ που ξεκüλλησε το κεφÜλι. Κýλησε κÜτω, Ýφτασε μÝχρι τη σιδερüπορτα και σφηνþθηκε ανÜμεσα στα κÜγκελα. Το φεγγÜρι χαμÞλωσε, βαρý. ΜετÜ σκοτεßνιασε απüτομα, δε ξÝρω τι Ýγινε. Γýρισε προς το μÝρος μου και κοßταζε τα δÝντρα. ΚÜτι Ýψαχνε. ΜετÜ ξαναγýρισε προς τον τÜφο, πÝταξε το τσιγÜρο του στο πτþμα του παλιοý πειρατÞ κι Üρχισε να ταρακουνÜει την ταφüπλακα πÝρα δþθε. Σα δÝντρο που το ξεριζþνεις. ΡÜγισε. Εκεßνος συνÝχισε. ΤελικÜ την τρÜβηξε Ýξω κι Ýπεσε απü πÜνω της.
     ¢ρχισε να την καθαρßζει με ταχýτητα, να βγÜζει τα χþματα και τις ρßζες, απü το μÝρος που βρισκüταν κÜτω απü τη γη. ΚÜτι Ýλαμψε. ¸λαμπε πολý. Το 'βλεπες σα δεýτερο φεγγÜρι, κÜτω απü το χþμα, σα φτηνüς αντικατοπτρισμüς, με χωμÜτινες απολÞξεις. Το φßλησε.
     ¹ρθε πÜλι προς το μÝρος μου. ¸ψαχνε πÜλι. ¸σκυψε, σÞκωσε μια πÝτρα απü χÜμω και ξαναπÞγε στον διαλυμÝνο τÜφο. ΠÝταξε την πÝτρα πÜνω σ' αυτü που γυÜλιζε. ΤαρακουνÞθηκα. Το φεγγÜρι χαμÞλωσε. ΣÞκωσε την πÝτρα και την ξαναπÝταξε πÜνω στο πρÜγμα που Ýλαμπε. ΞανÜ και ξανÜ. Και το φεγγÜρι χαμÞλωνε μες στους ατμοýς. Και νüμιζα πως Üκουγα τα τýμπανα των ιθαγενþν των καραÀβων.
     Τουπα-ταπα-τουπα-ταπα-τουπα-ταπα-τουπα-ταπα-τουπα-ταπα...
     ΧαμÞλωνε ρυθμικÜ, σα να το εßχανε δεμÝνο με τροχαλßες απü την Üκρη της γης και να το τρÜβαγαν. Λες κι Þταν θεατρικü σκηνικü κι εßμασταν στο διÜλειμα. ¢κουγα και το σκουριασμÝνο τροχαλüσκοινο καθþς σερνüταν και τριβüταν πÜνω στη τροχαλßα. ΣÞκωσε ξανÜ την πÝτρα, την σÞκωσε üσο ψηλüτερα μποροýσε και την πÝταξε κÜνωντας Ýνα σÜλτο στην ταφüπλακα. Και τüτε συνÝβη:
     Το φεγγÜρι θÜφτηκε. ΚÜπου Ýπεσε και χþθηκε μÝσα στα χþματα. Και τα χþματα Ýκλεισαν απü πÜνω. Και χτßσανε μια πüλη απü πÜνω. Και περπατεß κüσμος πÜνω στο φεγγÜρι. Ναι, περπατεß! Και χωρßς να το ξÝρει. ¢μα σκÜψεις τη γη ßσαμε σαρÜντα γιÜρδες, θα το δεις. Γκρι σκοτεινü, μουντιασμÝνο, σα πεθαμÝνο. Με τρßχες να κρÝμονται. Και δακτυλßδια. ¢σχημο. Χωρßς μοιρολÜτρες να το κλαßνε.

                                         15/10/2001

                ΕκδρομÞ Του Μηχανικοý Στο Αεροδρüμιο

     ΜετακινÞθηκε παρÜλληλα προς το κÜθισμα και κÜθισε δυü θÝσεις παραδßπλα. Κοßταξε ευθεßα μπροστÜ και τα μÜτια του Üναψαν σπßθες, οι κüρες τους ανοιγüκλεισαν και τα ανοιγüκλεισε απüτομα. Η κßνηση στο αεροδρüμιο αυξημÝνη üπως πÜντα, αλλÜ οι τοßχοι Ýμοιαζαν να ρουφÜνε κÜθε Þχο μÝσα στην τερÜστια αßθουσα αναμονÞς. Ενοιωθες πως üταν κÜποιος θα Üνοιγε το στüμα του να μιλÞσει, Ýνας τερÜστιος ανεμιστÞρας στο μακρινü ταβÜνι θα ροýφαγε τον Þχο σα μπουρμπουλÞθρα. Οι κινÞσεις αργÝς, τα καρüτσια Ýμοιαζαν να σÝρνονται κοιμισμÝνα πÜνω στο μÜρμαρο, και οι βαλßτσες τραμπαλßζονταν σα χοντρÝς χορεýτριες μπαλλÝτου στους ιμÜντες.
     Στο χÝρι του κρατοýσε μια σακκοýλα Üσπρη με κüκκινο πλαßσιο μαζß με Ýνα περßεργο εξÜρτημα μηχανολογικü. Κüσμος πÝρναγε μπροστÜ του, πÝρασα και εγþ μπροστÜ του. Μου δüθηκε η εντýπωση πως Þταν σκαλιστüς στον τοßχο, Ýτσι ακßνητος που καθüταν σα παγωμÝνο κρýσταλλο. Και καθþς τον προσπÝρασα, μου φÜνηκε να χÜνει τις τρεις του διαστÜσεις, να μην εßναι πιÜ σκαλιστüς και ανÜγλυφος, μα να γßνεται επßπεδος, ζωγραφιστüς. Κüλλησε πßσω στον τοßχο σαν αυτοκüλλητο και οι κüρες των ματιþν του αναδιπλþνονταν ρυθμικÜ. ΚαμμιÜ απολýτως κßνηση, Ýμοιαζε να μην αναπνÝει. Το χÝρι του στιλβωμÝνο πÜνω στη σακκοýλα, την κρÜταγε σα γερανüς σφιχτÜ.
     Ηταν το μüνο ακßνητο κομμÜτι της αßθουσας αναμονÞς. ΚομμÜτι. Σαν τοßχος. ΠαγερÜ ανÝκφραστος, σκαλισμÝνη μορφÞ σε μÜρμαρο. Η μüνη κßνηση πÜνω του ερχüταν üταν κÜποιος Üνοιγε την πüρτα, και ο αÝρας Ýσπρωχνε τα μαλλιÜ του προς τα αριστερÜ, üλα μαζß, σα να Þταν κολλημÝνα.
     Στην απÝναντι μεγÜλη τζαμαρßα Ýπεφταν οι σκιÝς των αεροπλÜνων, και τραμπαλιζüταν απü τους αÝρες. Δßπλα του μια γιαγιÜ εßχε αποκοιμηθεß και Ýγερνε το κεφÜλι της στον τετρÜγωνο του þμο. Μüλις τον ακοýμπησε, ξýπνησε απüτομα και πετÜχτηκε προς την Üλλη μεριÜ. Εκεßνος σηκþθηκε αργÜ και κατευθýνθηκε προς Üλλη θÝση.
     Το περπÜτημα του Ýμοιαζε κουρδισμÝνο… Κοýναγε το δεξß χÝρι ταυτüχρονα με το αριστερü πüδι, εναλλÜξ μετÜ και για το Üλλο πüδι. Και το κεφÜλι του Ýστριβε ανεπαßσθητα προς τις γωνßες της αßθουσας, σα να ψÜχνει κÜτι να βρει. Το δεξß του χÝρι πλησßασε το αριστερü, Üρπαξε το μηχανολογικü εξÜρτημα και το Ýχωσε βßαια στην δεξιÜ τσÝπη. Κατευθýνθηκε προς την τουαλÝτα.
     Το μÜτι του καθρεπτιζüταν πÜνω στον καθρÝπτη και το εßδωλο του τραμπαλιζüταν σα φλιπερÜκι μεταξý του καθρÝπτη και του ματιοý του, και Ýμοιαζε να ξεμακραßνει ολοÝνα. Οι κüρες των ματιþν του συστÜλθηκαν απüτομα. Μπερδεýτηκε, και κοßταξε κÜτω στο νιπτÞρα. Εβγαλε το μηχανικü εξÜρτημα και το ακοýμπησε στον νιπτÞρα. Εβρεξε τα χÝρια του και Üπλωσε το νερü πÜνω στα μαλλιÜ του. ΣτÝγνωσαν αμÝσως.
     Κλεßστηκε σε μιÜ απü τις μονωμÝνες τουαλÝτες. Εβγαλε το κßτρινο γκρι μπουφÜν και την μπλοýζα του. Απü την δεξιÜ τσÝπη του Ýβγαλε Ýνα χωνß και το στερÝωσε στον δεξιü του þμο, στην τρýπα που εßχε εκεß. Εβαλε το κλειδß στην ειδικÞ θÞκη στο στÝρνο του και ετοιμÜστηκε.
     Το εξÜρτημα. Εψαχνε στη μνÞμη του να βρει το εξÜρτημα. Μüνο με αυτü θα μποροýσε να γυρßσει το κλειδß στο στÝρνο του. Πανικüβλητος, Üφησε τα ροýχα του μÝσα στην τουαλÝτα και βγÞκε με το χωνß στον þμο και το κλειδß στο στÝρνο μπροστÜ στον καθρÝπτη, üπου εßχε αφÞσει το εξÜρτημα. Το μÜγκωσε στα δÜχτυλα του, και τη στιγμÞ που Ýκανε να γυρßσει για να ξαναμπεß στην τουαλÝτα, ανοßγει η πüρτα. Οι τοßχοι παγþνουν και βρÜζουν ταυτüχρονα. Οι κüρες των ματιþν του πÜλλονται σαν ανθρþπινες καρδιÝς, με ψεýτικη αγωνßα, ατσÜλινη. Το χωνß στον þμο του τραμπαλßζεται και η αλυσιδßτσα στο κλειδß τρÝπεται αριστερÜ δεξιÜ. Το νερü στη βρýση ακüμα τρÝχει. Εκεßνος Ýχει το εξÜρτημα στο χÝρι του.
     ΑπÝναντι, παγωμÝνος και φοβισμÝνος, μüλις εßχε μπει ο υπÜλληλος που καθÜριζε τις τουαλÝτες. Το μουστÜκι του εßχε παγþσει και απü κÜτω το στüμα του Ýμοιαζε με χωνß, παγωμÝνο και τρεμÜμενο συνÜμα. Ετρεμε, καρφωμÝνος στην ßδια θÝση. Κοιτοýσε ευθεßα μπροστÜ, αυτü το πρÜγμα που σα χαλασμÝνο εργοστασιακü εξÜρτημα εßχε μεταμφιαστεß σε Üντρα και ανÜσαινε σα κουρασμÝνος εργÜτης δßπλα στο νιπτÞρα. Οι ιμÜντες μÝσα του, οι τροχαλßες, οι βßδες, οι μετρητÝς και τα καλþδια μÝσα του, üλα ανÜσαιναν αποτελεσματικüτητα. Και ποτÝ σα μηχανÞ δεν εßχε αποτýχει.
     ¢ρπαξε το εξÜρτημα απü το νιπτÞρα και το χÝρι του μαγνητßστηκε γýρω του. Στιλβþθηκε εκεß, σα να γεννÞθηκαν μαζß ως μηχανÝς, απü την ßδια μηχανÞ. Εσφιξε στη γροθιÜ του την αλλüκοσμη τανÜλια και την βοýιξε με δýναμη στο κεφÜλι του ανθρþπου. Ξεκüλλησε την τανÜλια απü το σμπαραλιασμÝνο κεφÜλι, και την κÜρφωσε στην πλÜτη του καθþς ο Üνθρωπος Ýπεφτε. ΓραμμÝς αßματος στüλισαν προσωρινÜ τον αÝρα, ýστερα κÜθισαν πÜνω στο δÝρμα του, στο χωνß, στους τοßχους, και στα μÜτια του απÜνω. Τα μÜτια του Ýκλεισαν και ξανÜνοιξαν, οι κüρες συστÜλθηκαν και διεστÜλλησαν, και το αßμα πετÜχτηκε με βßα απü μÝσα τους. ΜπÞκε πÜλι στην τουαλÝτα.
     Κλεßστηκε εκεß. Το πτþμα Ýξω εßχε κολλÞσει το πÜτωμα. Τα γυαλιÜ του Üχνιζαν, το στüμα του κολλημÝνο στο πÜτωμα, το μουστÜκι λερωμÝνο απü το ßδιο του το αßμα. Η κηλßδα αßματος γýρω μεγÜλωνε. Ηχος κανÝνας, το τερÜστιο βεντιλατÝρ του αεροδρομßου μοýγκωνε τα πÜντα.
     Εκεßνος πανικüβλητος Ýκοψε το σωλÞνα απü το καζανÜκι και τον Ýβαλε στο χωνß. Με την τανÜλια γýρισε το κλειδß στο στÞθος του, και το χωνß Üρχισε να ρουφÜει το νερü. Μαζß με το νερü, μπÞκαν μÝσα του και οι ρανßδες αßματος που εßχαν πεταχτεß πÜνω στο χωνß. Τα υγρÜ στροβιλßστηκαν για λßγο στο χωνß παßρνωντας μια ροζ απüχρωση σα βυσσινÜδα και χÜθηκαν στις εσωτερικÝς του σωληνþσεις. Τα μÜτια του Üστραψαν. ¸βγαλε το χωνß και το κλειδß. ΠÝταξε το κλειδß στη χÝστρα και τρÜβηξε το καζανÜκι. Ντýθηκε και βγÞκε γρÞγορα πÜλι Ýξω, στην αßθουσα αναμονÞς.
     Το τερÜστιο βεντιλατÝρ που ροýφαγε τους Þχους εßχε σταματÞσει να δουλεýει. Τþρα μπερδευüταν απü τους πολλοýς Þχους, μπλÝκονταν, γßνονταν μια τερÜστια πολýχρωμη γιρλÜντα και χþνονταν βßαια σα τρυπÜνι μÝσα στα αυτιÜ του. Τα πüδια του Üρχισαν να κουνιοýνται ρυθμικÜ, ακολουθþντας τον Üτυπο ρυθμü του θüρυβου. Τα κοýναγε πÜνω κÜτω και τα Ýτριβε με μηχανικÝς κινÞσεις πÜνω στο μÜρμαρο. Ακουγüταν μÝσα σε üλους τους Üλλους Þχους και ο θüρυβος απü τους πιεστÞρες και τους ιμÜντες στα πüδια του. Ενα παιδÜκι τον πιτσßλισε με το νεροπßστολο στο γüνατο και το υγρü διαπÝρασε το ýφασμα και Ýβρεξε το δÝρμα του. Κρýωσε.
     ΞαφνικÜ στο μυαλü του Üστραψαν οι εικüνες απü τη δολοφονßα που μüλις εßχε διαπρÜξει. Η τανÜλια καθþς σφηνωνüταν ανÜμεσα στα κüκκαλα και τους ιστοýς του κρανßου, οι πιτσιλιÝς το αßμα, τα λευκÜ πλακÜκια που λαμπýριζαν απü πßσω, και ο Þχος απü το νερü που Ýτρεχε στη βρýση και στο καζανÜκι μÝσα στην τουαλÝτα. Ανατρßχιασε. Τα μαλλιÜ του κÜθισαν σε μια περßεργη στÜση, πεταγμÝνα üρθια και σγουρÜ.
Για μια στιγμÞ τα πÜντα πÜγωσαν γýρω. Ο καπνüς που πλανιüταν γýρω πÜγωσε και Ýμεινε στον αÝρα κρυσταλλωμÝνος, ο κüσμος πÜγωσε και κοκκÜλωσε σαν πÝτρινα αγÜλματα. Εκεßνος σηκþθηκε και περπÜτησε προς την Ýξοδο. Καθþς Ýφευγε, οι ανÜγλυφοι Üνθρωποι, σα μαρμÜρινες μορφÝς, του φÜνηκαν να στιλβþνονται επßπεδοι, σα ζωγραφιÝς με μια διÜσταση. ΠÝταξε την τανÜλια στον καπνü και θρυματßστηκε. ΠερπÜτησε προς την Ýξοδο και ξανακοκκÜλωσε, πριν üλα ζωντανÝψουν ξανÜ.

                                                  10/1/2002

     Η ΜελοδραματικÞ Δολοφονßα Του Σενιüρ Φελßπε ΣÜντσεζ

     Οι υπüλοιποι εßχαν αποκοιμηθεß γýρω απü την πισßνα. Ο Þλιος στο ψηλüτερο σημεßο. ΚÜτω φαινüταν η παραλßα και τα Üσπρα κυματÜκια της θÜλασσας, ο κüσμος που βοýταγε και τα φρßσμπι που βολτοφÝρναν πÜνω κÜτω τον κÜβο. Αραλßκι. Καλοκαßρι. ΦραπÝ Þ κοκτÝιλ, üλοι με μια τρÜπουλα στο χÝρι. Νüτια Ισπανßα, τα παρÜλια στη Μεσüγειο. ΓÞινος παρÜδεισος...
     ΧαμÝνος στο δρüμο, περπατþντας κÜπου μεταξý ΝεβÜδας και ΒαλÝνθιας. Ο ιδρþτας να βολτοφÝρνει στο μÝτωπο του. ΠουκÜμισο ανοιχτü, φανελÜκι βρþμικο απü τη λÜσπη και μαλλß κολλημÝνο στο κεφÜλι σα τρßχινο τουρμπÜνι. ¹λιος κι αντιηλιÜ απü την Üσφαλτο. ¢κουγε τον εαυτü του ν' αναπνÝει. ¢κουγε τα πüδια του να σηκþνονται και να ξανακουμπÜνε το Ýδαφος. Εßχε γßνει πιÜ μηχανικü το περπÜτημα. Το Ýνα πüδι πÞγαινε πιο μπροστÜ για να μην πÝσει. Και μετÜ το Üλλο. ΕναλλÜξ και περπÜταγε. Νüμιζες πως κÜτω απü το δÝρμα του αντß για κüκκαλα και μýες εßχε δοκÜρια και τροχαλßες, πρωτüγονα μηχανÞματα για να περπατÜει «αυτüνομα». ΚÜπου μακριÜ φÜνηκε μια πινακßδα.
     Ο Ενρßκε σηκþθηκε. Γελοýσε, Ýτσι που εßχαν αποκοιμηθεß οι Üλλοι. Εμοιαζαν με αυγÜ χυμÝνα αδÝξια σε κÜποιο τηγÜνι. ¢λλοι τους εßχανε μεßνει με το στüμα ανοιχτü, με μýγες να σουλατσÜρουν στο μπρÜτσο, Üλλοι κρατοýσαν ακüμα το ποτÞρι με την πßνια κολÜντα και αποκοιμüντουσαν ενþ το ποτü χυνüταν στο νερü της πισßνας. Αραλßκι. Δυο-τρεις γκüμενες ανÝβηκαν απü την παραλßα στην πισßνα. Ο Ενρßκε Ýγνεψε στη μια κι αυτÞ κÜθησε κοντÜ του.
     Εψαξε βιαστικÜ στις τσÝπες του. Το παντελüνι κüλλαγε στα πüδια του απü τον ιδρþτα κι η πλÜτη του Ýλιωνε. Μýριζε επιτÝλους την αλατßλα της παραλßας. ¸φτανε. ¸βγαλε Ýνα πιστüλι απü την τσÝπη. Ο δρüμος Üδειος. Μüλις Ýφτασε μπροστÜ στην πινακßδα, το Ýστρεψε στον αριθμü των χιλιομÝτρων κι Üνοιξε μια τρýπα, ακριβþς στο κÝντρο του οχτþ. Ο σενιüρ Φελßπε ΣÜντσεζ φαινüταν πραγματικÜ Ýτοιμος για κÜθε ενδεχüμενο. Και πραγματικÜ πολý κουρασμÝνος.
 -"Τι θα πιεις κοýκλα; ΛÝγομαι Ενρßκε και το μÝρος αυτü εßναι δικü μου".
 -"Δε θα Ýλεγα üχι σ' Ýνα μπακÜρντι με τριμμÝνο πÜγο κýριε Ενρßκε".
 -"Μη με λες κýριο, νιþθω Üσχημα".
 -"ΑλÞθεια, κýριε Ενρßκε, ο συνÝταιρος σας Ντον Φελßπε, τι απÝγινε; Τον ψÜχνω, μου εßχε εμπιστευτεß κÜτι δικü του και πρÝπει να του το επιστρÝψω".
     Το μÜτι του Ενρßκε Üστραψε. Τþρα γßνονταν üλα ξεκÜθαρα επιτÝλους. Ο Φελßπε Ýλειπε δýο εβδομÜδες τþρα κι εßχε θεωρÞσει πως Ýφυγε, üπως Ýλεγε, για το ΜαúÜμι. "Εμ βÝβαια", σκÝφτηκε ο Ενρßκε, "ο Φελßπε παραεßναι ηλßθιος για να κÜνει κÜτι τÝτοιο. Θα γυρßσει εδþ, Ýτσι δειλüς που εßναι. Και θα πει ως πρüσχημα πως Üφησε το πορτοφüλι του στη γκüμενα αυτÞ. ¼λο τρýπια Üλλοθι εßσαι, Φελßπε".
 -"Ο Φελßπε üταν Ýφυγε μου παραχþρησε την κυριüτητα του μÝρους. Μου εßχε πει οτι θα πÞγαινε στο ΜαúÜμι για νÝες δουλειÝς. Δε νομßζω να τον ξαναδοýμε".
     Σηκþθηκε και Ýκανε νüημα στο σερβιτüρο.
     ΜυρωδιÜ αλατιοý και βρεγμÝνου γυναικεßου κορμιοý. Αντιηλιακü, Üμμος, θαλασσßλα. Κι Ýνα ελαφρý Üρωμα μπýρας, μÜλλον απü ψευδαßσθηση. Στο βÜθος η θÜλασσα, με τ' Üσπρα κυματÜκια. ΚτÞρια χαμηλÜ, με κÞπους, δρüμοι μεγÜλοι και γεμÜτοι εντυπωσιακÜ αυτοκßνητα. Γυναßκες καλοντυμÝνες με οπßσθια κουνÜμενα σα τραμπÜλες. Κι ο Üλλοτε αξιοπρεπÝστατος σενιüρ Φελßπε ΣÜντσεζ, καταúδρωμÝνος σα κομμÜτι καταúφι με σορüπια, να ζÝχνει τη βρþμα της ταξιδιÜρικης κοýρασης, την υγρασßα που του Ýκοβε την πλÜτη στα δυο, αξýριστος κι αχτÝνιστος. Και τα μÜτια της υψηλÞς κοινωνßας στραμμÝνα πÜνω του, χωρßς ν' αναγνωρßζουν καν ποιüς εßναι, μα μονÜχα να αναρωτιοýνται «αχ τον φουκαρÜ, πως να βρÝθηκε σε τÝτοια κατÜσταση;».
     ΠÝρασε Ýξω απü μιÜ μπυραρßα, Ýπαιζε το "Τhe Thrill Is Gone". ¢ρχισε να σιγοτραγουδÜει τα λüγια και το βÞμα του γρηγüρεψε.
     Ο Ενρßκε γýρισε πλÜι στην κοπÝλα με δýο ποτÜ.
 -"Το μπακÜρντι σας μαντÜμ. Παραξενεýομαι, ακüμα δε μου εßπατε το üνομα σας..."
 -"Προτιμþ να μÝνω ανþνυμη".
     Ο Ενρßκε πÜγωσε. Πρþτη φορÜ αποτυγχÜνει. ΜετακινÞθηκε λßγο στην ξαπλþστρα και πλησßασε πιο πολý την üμορφη γυναßκα.
 -"ΚοιτÜτε, ξÝρω πως Üπειροι πριν απü μÝνα σας Ýκαναν τα κοπλιμÝντα του τýπου «τα μÜτια σας εßναι σαν ανοιχτü πÝλαγος, αφÞστε με να γßνω καúκι ναυαγημÝνο σ' αυτÜ» και διÜφορα παρüμοια. Δε θÝλω να γßνω σα τους Üλλους". Η κοπÝλα ροýφηξε λßγο απü το ποτü της και τον κοßταξε στα μÜτια. Δε μιλοýσε. "Μη γßνεστε ψυχρÞ. ΑλÞθεια, γιατß μου αρνεßστε το üνομα σας; Εßναι μÞπως απüρρητη πληροφορßα;"
     Η κοπÝλα σηκþθηκε, κρατþντας το ποτü.
 -"Αν Ýρθει ο κýριος ΣÜντσεζ, θα 'μαι στο δωμÜτιο τετρακüσια εßκοσι οχτþ. Πεßτε του πως εßναι επεßγον".
 -"Μα..."
 -"Σας ευχαριστþ για το ποτü".
     H ταμπÝλα φÜνηκε: «Albergo Della Notte». Πανδοχεßο Της Νýχτας. Θυμüταν σα χθες, πως τοýβλο-τοýβλο το εßχε χτßσει. Θυμüταν το πρüβλημα που εßχε προκýψει με την υδροδüτηση της πισßνας, τα συνεταιριλßκια με κεßνο τον απατεþνα τον Ενρßκε. Και τþρα, üσο Ýλειπεν εκεßνος σε μιÜ αποτυχημÝνη κομπßνα στο ΜαúÜμι, ο Ενρßκε να λυμαßνεται τους κüπους του. Να φÝρνει φßλους του, να διοργανþνει üργια στο ξενοδοχεßο και μονÜχα σε τÝσσερα δωμÜτια να Ýχει κανονικοýς πελÜτες. ¼λα τ' Üλλα απü τους τσüγλανους τους φßλους του Ενρßκε. Σßγουρα εßχε απολýσει ορισμÝνες καθαρßστριες λüγω οικονομικοý ελλεßματος και το ξενοδοχεßο θα βρþμαγε τρισÜθλια. Μüνο τον μπÜρμαν δε θ' απÝλυσε. ºσιωσε το γιακÜ του κι ανÝβηκε τα σκαλιÜ της πισßνας.
     Τα βλÝμματα τους συναντÞθηκαν. Ο Ενρßκε πÜγωσε για μια στιγμÞ. ΜετÜ σηκþθηκε τρομαγμÝνος, σα να εßχε ξυπνÞσει απü κÜποιο ευχÜριστο üνειρο, μÜζεψε τις πετσÝτες του και το ποτü κι ανÝβηκε γρÞγορα προς τα πÜνω. Ο Φελßπε κÜθησε σε μια απü τις σεζλüνγκ. ¸βαλε τα χÝρια πßσω απü το κεφÜλι και κÜθησε να κοιτÜει τα ελÜχιστα βαμβÜκια γýρω απü τον Þλιο.
     Tο επüμενο πρωß ο σενιüρ Φελßπε ΣÜντσεζ βρÝθηκε πνιγμÝνος να επιπλÝει στην πισßνα...

                                15/11/2001

                        Ο ΠανδοχÝας Κι Η ΜαριονÝτα

     Το ζευγÜρι απομακρýνθηκε βιαστικÜ απü το συντριβÜνι. Εßχε αρχßσει να βρÝχει. Ο ουρανüς εßχε το μωβ φθινοπωρινü χρþμα της βραδιÜς, τα κτÞρια γýρω κοκκßνιζαν απü ντροπÞ. ΠιασμÝνοι χÝρι-χÝρι, ακολοýθησαν τον Þχο του τακουνιοý της γυναßκας πÜνω στα καλντερßμια της Ρþμης. ΚÜπου βαθιÜ, στα σπλÜχνα της φθινοπωριÜτικης Ιταλßας, Ýνα ζευγÜρι μüνο στο δρüμο. Κι η βροχÞ να ραντßζει ανελÝητα και να μουσκÝυει το γκρι του χþματος.
     ΦτÜσανε στο πανδοχεßο και μπÞκαν üσο πιο γρÞγορα μποροýσαν μÝσα. ¢φησαν τις ομπρÝλες τους στην εßσοδο. Η γυναßκα ανατρßχιασε και κοýνησε περßεργα το κεφÜλι της για να διþξει το ρßγος απü πÜνω της.
     Ο πανδοχÝας καθüταν ακßνητος πßσω απü το γραφεßο της ρεσεψιüν και κοßταζε ατÜραχα ευθεßα μπροστÜ. ¸μοιαζε γυÜλινος. Τα μÜτια του ακßνητα, σα στιλβωμÝνα και βαμμÝνα απü πÜνω με κÜποια χρþματα ξεφτισμÝνα, üπως τα παλιÜ τσßγκινα παιχνßδια. ¸να καπÝλο κÜλυπτε το πÜνω μÝρος του κεφαλιοý του, σαν να Ýκρυβε κÜποια τερÜστια πληγÞ. Το κεφÜλι του Þταν χωμÝνο μÝσα στο καπÝλο. Τα φρýδια του Þταν παχιÜ, μισÜ Ýξω απü το καπÝλο και μισÜ καλυμμÝνα απü αυτü. Ηταν αξýριστος και χλωμüς και κοßταζε ευθεßα μπροστÜ, Ýνα λεκÝ στην πρÜσινη ταπετσαρßα του απÝναντι τοßχου, Ýνα λεκÝ απü την υγρασßα της βροχÞς.
     Το ζευγÜρι πλησßασε τη ρεσεψιüν. Ολα τα κλειδιÜ Þταν στη θÝση τους. ¸μοιαζαν να κουνιοýνται λßγο, να τρÝμουν, σα να Þθελαν να φýγουν απü τα μικρÜ κουτÜκια üπου τα εßχαν κλεισμÝνα. Ο Üντρας Ýβγαλε στυλü και συμπλÞρωσε τα στοιχεßα του στο τετρÜδιο που υπÞρχε πÜνω στον ξýλινο πÜγκο. ΜιÜ διανυκτÝρευση. Τομασßνο ΟυμπÝρτο και Λýντια Αστραπüντε. Κι υπÝγραψε.
     Ο πανδοχÝας σÞκωσε το δεξß του χÝρι. ΚολλημÝνη σ' αυτü, απü τον αγκþνα και πÜνω Þταν μια μαριονÝτα. ΞεφτισμÝνη απü παλιü ξýλο που εßχε ρουφÞξει υγρασßα, με λευκü δÝρμα και μÜτια που Ýμοιαζαν να Ýχουν ξεβÜψει και μαλλιÜ κüκκινα λαμπερÜ. Φοροýσε κοστοýμι üμοιο με αυτü του αφεντικοý του. Ενα πρÜσινο σακÜκι με μπαλþματα στους αγκþνες κι Ýνα πορτοκαλß κοτλÝ παντελüνι. Και καρü πρÜσινο πουκÜμισο. Η μαριονÝτα αναδýθηκε σιγÜ σιγÜ πßσω απü τον πÜγκο. Εκλεισε το τετρÜδιο κι Üνοιξε το στüμα της.
 -"Σας εýχομαι ευχÜριστη διαδρομÞ" εßπε και χαμογÝλασε δßνοντας στον Üντρα το κλειδß.
     Εκεßνος στÜθηκε για μια στιγμÞ παραξενεμÝνος, μα η γυναßκα τον Üρπαξε απü το χÝρι κι ανÝβηκαν μαζß γρÞγορα τις σκÜλες. Ο πανδοχÝας Ýμεινε να κοιτÜ τον λεκÝ στον απÝναντι πρÜσινο τοßχο. Πριν σαρÜντα χρüνια, üταν Þταν νÝος ακüμα και δοýλευε στο λιμÜνι, εκεß στις αποβÜθρες, μεταφÝροντας κιβþτια με προúüντα για τις μακρινÝς χþρες της ανατολÞς, εßδε το χÝρι του να κüβεται απü Ýνα συρματüσχοινο. Τυλßχτηκε γýρω απü τον αγκþνα του, του το Ýκοψε απü εκεß και κÜτω, και το πÝταξε πÜνω στο σκαρß του πλοßου. Το αßμα κýλησε πÜνω στην πλþρη, üπως παλιÜ που πετÜγαν μπουκÜλια σαμπÜνιας για το καλοτÜξιδο και λουζüταν το πλοιü το πιοτü. Και το πλοßο βÜφτηκε με το αßμα του.
     ¸κτοτε, στο χÝρι του πÜνω φιγουρÜρει αυτÞ η μαριονÝτα. Του τη κüλλησε εκεß ο ιατρüς γιατß Þταν φτηνÞ, πιο φτηνÞ απü χÝρι με γÜτζο. ΣαρκαστικÞ, τα βρÜδια να τραγουδÜ καθþς ο πανδοχÝας κοιμÜται, "κüψτου το χÝρι για να χωρÝσει στο μανßκι". Να γυαλßζουν τα ξεφτισμÝνα μÜτια της, κÜθε φορÜ που ο πανδοχÝας προσπαθοýσε να ξαναμιλÞσει. Του Ýφυγε φαßνεται, μαζß με το χÝρι κι η λαλιÜ. Κι ο πανδοχÝας κοιτοýσε χλωμüς κι αξýριστος, με το κεφÜλι κλεισμÝνο απü το καπÝλο, τον λεκÝ στον πρÜσινο τοßχο.
     Το νερü χτýπαγε δυνατÜ στο τζÜμι. Το νερü κýλαγε πÜνω στα τζÜμια και αυλακωνüταν, üπως το γλυκü πιοτü της σαμπÜνιας που λοýζει τα νÝα πλοßα πριν απü το πρþτο τους ταξßδι. Το ζευγÜρι καθüταν ξαπλωμÝνο στο κρεβÜτι να καπνßζει. Με μÜτια σα ξεφτισμÝνα, γυμνοß κι οι δýο. Το φως αναμμÝνο. Η μαριονÝτα Ýκανε βüλτες στα μυαλÜ τους. "Σας εýχομαι ευχÜριστη διαδρομÞ. Σας εýχομαι..." Η μαριονÝτα... Το Üσπρο ξýλο της μαριονÝτας, τα ξεφτισμÝνα μπλε μÜτια της και τα κüκκινα μαλλιÜ. "...ευχÜριστη διαδρομÞ". Το παγωμÝνο βλÝμμα του πανδοχÝα, κÜπου καρφωμÝνο απÝναντι σε κÜποια κρεμÜλα του τοßχου. Χλωμüς, σα κομμÜτι ξýλο, με μÜτια ξεφτισμÝνα σα ψεýτικα. Και τα κλειδιÜ πßσω να τρßζουν.
     Ο Üντρας γýρισε απüτομα προς τη γυναßκα.
 -"Δε ξÝρω τι μ' Ýχει πιÜσει". Η γυναßκα τον κοßταξε με μÜτια τρομαγμÝνα. "Τρüμαξα. Ο τýπος εßχε κομμÝνο χÝρι κι αυτÞ η μαριονÝτα μοιÜζει με αδÝξια βαλμÝνο χανζαπλÜστ. Αηδßασα, τρüμαξα, δεν μπορþ. ΚατÜλαβε με". Η γυναßκα ροýφηξε το τσιγÜρο της με αδιÜφορο ýφος. Ο Üντρας κοßταξε προς την πüρτα. Γýρισε προς τη γυναßκα που δε μιλοýσε. "Ας δοκιμÜσουμε ξανÜ". ΑγκαλιÜστηκαν και φιλÞθηκαν. Το νερü Üρχισε να χτυπÜ πιο δυνατÜ στο τζÜμι, ακουγüταν σα ταμποýρλο, που ολοÝνα γρηγüρευε. Και μπÞκανε κÜτω απü τα σκεπÜσματα. Και το κρεβÜτι Üρχισε να τρßζει. Ολο και πιο γρÞγορα. ΒαριÝς ανÜσες, τα τσιγÜρα να καßνε Þρεμα στο τασÜκι και το τζÜμι να χτυπιÝται με τους ανÝμους και τα νερÜ της βροχÞς.
     Τα βÞματα του ανÝβαιναν γρÞγορα τις σκÜλες, η μαριονÝτα εýθυμη. Τραγουδοýσε. "Κüψτου το χÝρι για να χωρÝσει στο μανßκι. Κüψτου το χÝρι για να χωρÝσει..." Ο πανδοχÝας κοßταζε χαμηλÜ τα πüδια του, καθþς Üφηναν πßσω Ýνα-Ýνα τα σκαλιÜ. Η μαριονÝτα πιÜστηκε απü το κεφÜλι της. Η πüρτα Üνοιξε. "...στο μανßκι".
     Το ζευγÜρι σταμÜτησε. Το κρεβÜτι συνÝχισε να τρßζει. Τα τσιγÜρα ακüμα καßγανε στο τασÜκι. Η βροχÞ στο τζÜμι δυνÜμωνε. Ο πανδοχÝας κοßταζε απÝναντι στο τζÜμι. Το ζευγÜρι κοιτοýσε πανικüβλητο και λαχανιασμÝνο τον πανδοχÝα. Ο πανδοχÝας κοßταζε απÝναντι στο τζÜμι. Η μαριονÝτα κοιταζε το ζευγÜρι. Το ζευγÜρι κρυβüταν, ο Üντρας Ýτρεμε. Ο πανδοχÝας Ýβγαλε Ýνα μαχαßρι απü την τσÝπη του. Η βροχÞ σταμÜτησε, το κρεβÜτι σταμÜτησε να τρßζει. Η μαριονÝτα Üρχισε να τραγουδÜει. "Κüψτου το χÝρι για να χωρÝσει στο μανßκι. ΣφÜξτον με το κουτÜλι σου. ΣφÜξτον". Ο πανδοχÝας ýψωσε το μαχαßρι, με το μÜτι γαλβανωμÝνο πÜνω στο τζÜμι. Η μαριονÝτα συνÝχισε να τραγουδÜ. Το μαχαßρι κατÝβηκε με δýναμη.
     ¸κοψε το κεφÜλι της μαριονÝτας. ΜετÜ το δεξß της χÝρι. Κι αυτÞ συνÝχισε να τραγουδÜ. Η μαριονÝτα γονÜτισε. Ο πανδοχÝας μÜτωνε, μÜτωνε απü τις πληγÝς της μαριονÝτας πÜνω του. Μια γραμμÞ αßματος σχηματßστηκε στο λαιμü του. Το πτþμα του Ýπεσε πÜνω στη διαμελισμÝνη μαριονÝτα.
     Η βροχÞ στο τζÜμι ξανÜρχισε...   
                                                                                 30/11/2001
------------------------

Φιλοξενεßται και στους ΕνδιαφÝροντες με κεßμενÜ  του και βιογραφικü!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers