-


Dali &









/




 
 

 

():


         "Cherchez να φαμ!"    Μποστ

 Βιογραφικ  

     Ο Χρσανθος (Μντης) Βοσταντζγλου, του Κλεβουλου και της Ουρανας, γνωστς πιτερο με το ψευδνυμο Μποστ τανε γνωστς σκιτσογρφος και γελοιογρφος, θεατρικς συγγραφας, στιχουργς και ζωγρφος. Γεννθηκε 7 Νομβρη 1918 στην Κωνσταντινοπολη και πθανε το 1995. Το 1920 η οικογνει του κατφυγε στο Γαλτσι της Ρουμανας και το 1926 εγκαταστθηκε στην Ελλδα. Απ παιδ δειξε ιδιατερο ενδιαφρον για τις εγκυκλοπαιδικς γνσεις, τις ξνες γλσσες και τη ζωγραφικ. 
     Το ργο του περιλαμβνει πολιτικς γελοιογραφες, χρονογραφματα, εικονογραφσεις βιβλων και περιοδικν, 16 θεατρικ ργα και πολλς ζωγραφικς συνθσεις. Για να διστημα δολεψε στη διαφμιση που οι ντυπες καταχωρσεις του για τη RENAULT (Ντοφν εστ φιλοσοφεν), Flow Coat/Dupont (βφεν ζι γκοντ πιλτ? ακμα και οι πιλτοι της Λουφτβφε βφουν με βαφς Φλου Κοτ), αφσανε κυριολεκτικ εποχ με τη τλμη και τη διαφορετικτητ τους.
     Απ το 1920 ως το 1926 ζησε με την οικογνει του στη Ρουμανα και στη συνχεια στην Αθνα. Μαθητς Γυμνασου ρχισε τα σκτσα και απκτησε το ψευδνυμο Μντης
Το 1939 ταν η οικογνεια του εχε επιστρψει στην Ελλδα, εισχθη στη Σχολ Καλν Τεχνν, την οποα μως παρτησε μετ απο 6 μνες, καθς θελε να ακολουθσει προσωπικ δρμο. Την δια χρονι πρωτοεμφανστηκε ως εικονογρφος, στο περιοδικ Νεοελληνικ Γρμματα του Δημτρη Φωτιδη

                      

     Κατ τη διρκεια της Κατοχς γινε μλος του ΕΑΜ (1942) και συμμετεχε στην Εθνικ Αντσταση. Η καριρρα του ως σκιτσογρφου ξεκνησε με εικονογραφσεις περιοδικν και παιδικν βιβλων. Το πρτο προσωπικ του βιβλο εκδθηκε με δικ του ξοδα το 1945 κι εχε ττλο "Ο Αγιος Φανοριος: Βοθημα δια την κατανησιν των Κινζων κλασσικν Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι". Θμα για δολεμα, με εμφαν δη στοιχεα, τις επιρρος που δχτηκε απ το καλλιτεχνικ ρεμα του υπερρεαλισμο αλλ και του ιδιτυπου σατιρικο λγου του. Το 1948 παντρετηκε τη Μαρα Παπαγιαννακοπολου με την οποα απκτησε δο γιους, τον ζωγρφο Κστα και τον ηθοποι Γιννη. Το 1952 πιασε δουλει στη Καθημεριν, που ττε διηθηνε η Ελνη Βλχου, στην οποα αρχικ εργαζταν ως ταμας και βιβλιοθηκριος. Το 1953 χει δη εικονογραφσει και το πρτο του κμικ «Κωνσταντνος Παλαιολγος» για τις εκδσεις Ατλαντς, σε κεμενα της Ειρνης Φωτεινο. Το 1954 ξεκιν να εργζεται στις Εικνες. Στη συνχεια απασχολεται ως σκιτσογρφος στον Ταχυδρμο.
     Το 1958 παρουσασε στη στλη του, που εχε ττλο "Το Μποστνι Του Μποστ", τους 3 πλον γνωστος ρωες του: Μαμ-Ελλς, Πειναλων κι Ανεργτσα. Αποκαλυπτικς φιγορες των κοινωνικοπολιτικν και πολιτισμικν μεταλλξεων και αντιφσεων μιας ολκληρης εποχς. Τλος στη συνεργασα του με τη Βλχου δθηκε λγω του κειμνου "Το Επγγελμα Της Μητρς Μου" (1961), γιατ κατηγορθηκε πως εχε ξεφγει απ τα ρια της ευπρπειας. Απ το 1960 ως το 1963 εχε τακτικ εβδομαδιαο σκτσο στην εφημερδα Ελευθερα, εν απ το 1963 ως το 1966 καθημεριν πολιτικ χρονογρφημα και κυριακτικο σκτσο στην εφημερδα Αυγ. Το 1966, κουρασμνος απ το καθημεριν γρψιμο, ανογει το μαγαζ του «Λακα Εικναι» και αρχζει να διακοσμε ποτρια, πιτα και διφορα αντικεμενα, να πουλει αντκες και να ζωγραφζει. Παρλληλα, ξεκλβει χρνο για να σκαρνει τα δεκαπεντασλλαβα θεατρικ του. Τα σκτσα και τα χρονογραφματα, αν και ουσιαστικ τα χει σταματσει, επιστρφει για μικρς περιδους σε αυτ, συνεργαζμενος με τον «Ταχυδρμο», το «Αντ», τον «Θοριο», το «Mens Look», την «Πρωιν» και την «Κυριακτικη Ελευθεροτυπα». Διακσμησε πνω απ 27.000 εδη δρων, με σκιτσα και ζωγραφις, καθς κι ανορθγραφες επιγραφς, στιχκια κι αφιερσεις.



     Ο καλλιτχνης διαρκς γραφε και σκιτσριζε. «Ηταν εργασιομανς σε σημεο... κτηνωδας. Δεν θελε να πετμε σχεδν τποτα. Ο,τι του ρεσε το κρταγε, γεμζαμε τα ντοσι και τις κοτες» λει ο Κστας Βοσταντζγλου. Η αγπη του Μποστ για τη ζωγραφικ ρθε αργτερα. «Τον πρωτοεδα να ζωγραφζει ταν πλον εχα φθσει τα ντεκ μου χρνια» θυμται ο μεγλος του γιος. «Ηταν ρεμος, προς, χωρς εξρσεις και εκνευρισμος. Σμερα λοι εμαστε πιο... νευροπαθες, πως λλωστε προστζει η εποχ μας» συμπληρνει ο Γιννης.

     Η ζωγραφικ δνει σιγ-σιγ την ευκαιρα στα πινλα του ν' αφηγηθον με αλληγορες και συμβολισμος, λα αυτ που δεν μποροσαν να πουν μχρι τρα οι πνες. ρωες της αρχαιτητας και της ελληνικς επανστασης, αλλ και ιστορικ ζευγρια πως ο Ερωτκριτος με την Αρετοσα, ο Ρομος και η Ιουλιτα, η Ασπασα κι ο Περικλς, ποζρουν στα κδρα του αυτοδδακτου Μποσταντζγλου, μπολιασμνοι απ τη λακ ζωγραφικ, την εικονογραφα του Καραγκιζη, την υπερεαλιστικ ματι του Εγγονπουλου και πνω απ' λα, την απλτητα του Θεφιλου.
     Σταθμς ωστσο στην πορεα του ως θεατρικο συγγραφα υπρξε η «Φαστα» «Η απολεσθες κρη» (1964). Εγραψε επσης πεζ κεμενα και ευθυμογραφματα. Παρλληλα ασχολθηκε επ χρνια με το πολιτικ χρονογρφημα, εν για την αγωνιστικ δρση του στον χρο της Αριστερς γνρισε διξεις δη απ την περοδο της γερμανικς Κατοχς αλλ και στη διρκεια της απριλιανς δικτατορας.
     Με τον δικ του ανορθδοξο τρπο, καταπινεται και με το Θατρο. Γρφει, λοιπν, εκτς απ τα αριστουργματα «Φαστα» και «Μδεια», τον δικ του «Δον Κιχτη», την «μορφη πλη», τη «Μαρα Πενταγιτισσα», το «40 χρνια Μποστ».

   «Την 21η Απριλου 1967 μας ειδοποησε ο Ρνος Αποστολδης τι κατεβανουν τα τανκς» θυμται ο Κστας Βοσταντζγλου. «Ο πατρας πρε τον Μκη και τον ειδοποησε. "Κλεσε και θα σε ξαναπρω" του επε ο Μκης. Μετ απ λγο ο πατρας πρε ξαν και του απντησε η γυνακα του Μκη Μυρτ. "Ο Μκης φυγε" του επε. Ετσι κι εκενος αποφσισε να φγει για να μη συλληφθε. Κρφτηκε σ' να σπτι για ξι μνες και αποφσισε να παραδοθε ταν εχαν καταλαγισει κπως τα πργματα. Εμεινε στο κρατητριο περπου ναν μνα και μετ επστρεψε σπτι, που παρμεινε "φιμωμνος" για μεγλο διστημα. Το πρτο κεμενο που γραψε ταν για το "Αντ", το οποο κατασχθηκε. Κι η πρτη μνυση που δχτηκε ταν ξεκνησε τη συνεργασα του με τον Ταχυδρμο το 1973 ταν στη γελοιογραφα του με τους Παττακ, Μακαρζο και Παπαδπουλο ως... κλφτες σε σαλον. Ως το 1974 και τη Μεταπολτευση ακολοθησαν λλες 42 μηνσεις» λει ο Κστας Βοσταντζγλου. Κι ο αδελφς του καταλγει: «Υπρξε νας ευφυς νθρωπος, μια σπνια περπτωση που φησε το αποτπωμ της. Οποιος θλει και μπορε, εντρυφ και κατανοε».

     Απ τα μσα της δεκαετας του 1960 και μετ, αφιερθηκε στη ζωγραφικ και το θατρο. Τα σατιρικ θεατρικ του ργα εναι γραμμνα σε 15σλλαβο. Κατ διαστματα ασχολθηκε και πλι με το σκτσο και την πολιτικ γελοιογραφα. Μετ τη μεταπολτευση συνεργστηκε επσης με το περιοδικ Ταχυδρμος, το Θοριο, το Men's Look και τις εφημερδες Πρωιν & Κυριακτικη Ελευθεροτυπα και Ριζοσπστης. Πραγματοποησε επσης 16 προσωπικς εκθσεις. Συνεργστηκε μεταξ λλων με τα περιοδικ Ομδα, Θεατς, Ελευθερα, καθς και με την Αυγ. Προδικτατορικ συνεργστηκε επσης με τις εφημερδες ΟμδαΜακεδοναΑνεξρτητος ΤποςΕμπρς & Μεσημβριν και με τα περιοδικ Δρμοι της Ειρνης και Θεατς. Λγω των πολιτικν γελοιογραφιν του υπστη διξεις και δχτηκε επανειλημμνα μηνσεις. Το 1973 δημοσευσε αντιδικτατορικ σκτσα και κεμενα στα περιοδικ Αντ και Ταχυδρμος, συνεργασα που συνεχστηκε και για τα πρτα χρνια της μεταπολτευσης. Λγω των πολιτικν γελοιογραφιν του υπστη διξεις και δχτηκε επανειλημμνα μηνσεις. Δοκμασε αρκετς φορς να θσει υποψηφιτητα ως βουλευτς κομμτων της Αριστερς, αλλ δε κατφερε ποτ να εκλεγε.

            

     φυγε απ τη ζω στις στις 13 Δεκμβρη 1995. Το τελευταο καλοκαρι της ζως του πρλαβε να χαρε την απλυτη αποθωση απ το αθηναικ κοιν ανεβζοντας το "Ρωμαος & Ιουλιτα" του στο Ηρδειο.
     Ο Μποστ θεωρεται τι κατφερε να δημιουργσει να εντελς προσωπικ κι αναγνωρσιμο σατιρικ φος ως σκιτσογρφος, κειμενογρφος, θεατρικς συγγραφας, αλλα και ζωγρφος. να απ τα βασικ χαρακτηριστικ του ργου του εναι η γλσσα του και τα επτηδες ανορθγραφα κεμενα. πως εχε δηλσει ο διος, γελοιοποιντας την καθαρεουσα πστευε τι σως μπορσει να βοηθσει στη ταχτερη καθιρωση της δημοτικς γλσσας. Προκειμνου να σατιρσει την καθαρεουσα, ανακτευε λγιες εκφρσεις με λακς κι γραφε εντελς ανορθγραφα, διεκτραγωδντας τον ημιμαθ λληνα, που προσπαθοσε να χρησιμοποισει τη καθαρεουσα, καθς εκενη την εποχ η δημοτικ θεωρονταν "ποπτη", κατ δλωση του ιδου. Συχν με την παραφθορ των λξεων την ανορθγραφη απδοση του χου της δημιουργοσε εσκεμμνα συνειρμος, με λλες ννοιες, τις οποιες διακωμωδε. Επσης συχν, χρησιμοποιοσε μεταφορικς εκφρσεις με την κυριολεκτικ τους ννοια.
     Η στιρα του στοχεει κυρως τον μικροαστ λληνα των μεταπολεμικν 10ετιν, τη καθωσπρπεια, την ημιμθεια και το νεοπλουτισμ, την ξενομανα, τις ντονες ταξικς αντιθσεις της μεταπολεμικς Ελλδας, καθς και την ελληνικ πολιτικ ζω. Σατιρζει ιδιατερα την εξρτηση της χρας απ τον ξνο παργοντα, την εθνικοφροσνη των δεξιν κομμτων και το θεσμ της βασιλεας, ωστσο σε πολλ κεμενα διακωμωδε και τη παρταξη της Αριστερς, που κι ανκε. Σε πολλ απ τα κεμενα του, γρφει σε πρτο πρσωπο ως αφηγητς, ο οποος διηγεται κποια εμπειρα του και σχολιζει δθεν με αφλεια τα γεγοντα.
     Οι 3 πλον χαρακτηριστικο ρωες των γελοιογραφιν του και προσωπικ του δημιουργματα εναι η Μαμ-Ελλς με τα παιδι της, τον Πειναλοντα και την Ανεργτσα. Η Μαμ-Ελλς παρουσιζεται αρχαιοπρεπς, αλλ φτωχοντυμνη κι εξαθλιωμνη, το διο και τα δο μικρ παιδι, που σχολιζουν την επικαιρτητα με ανορθγραφα γραμμνους στχους.
     να απ τα χαρακτηριστικ λου του φσματος του ργου του (σκτσα, κεμενα, ζωγραφικ και θεατρικ ργα) ταν ο συμφυρμς διαφρων φσεων της ελληνικς ιστορας, καθς στο ργο του συνυπρχουν ρωες της αρχαιτητας, του Βυζαντου, του 1821, του πους του 1940 με τον Κωνσταντνο Καραμανλ και τον Ωνση.



     Πολπλευρη και ανσυχη προσωπικτητα, ο Μποστ ασχολθηκε τσο με τις εικαστικς τχνες σο και με την τχνη του λγου. Σκιτσογρφος, εικονογρφος, γελοιογρφος, χαρτογρφος και ζωγρφος, συνεργστηκε με πολλς εφημερδες, περιοδικ και εκδοτικος οκους, πραγματοποησε εκθσεις στην Ελλδα και το εξωτερικ και εξδωσε λευκματα με τη δουλει του, απ τα οποα σημεινουμε ενδεικτικ την ιδιατερα επιτυχημνη κδοση "Σκτσα του Μποστ" με πρλογο του Ηλα Πετρπουλου (1959). Στχοι του μελοποιθηκαν απ το Θεοδωρκη, σε συνεργασα με τον οποο ο Μποστ γραψε και τα κεμενα για την παρσταση "μορφη Πλη" που πραγματοποιθηκε με επιτυχα στο θατρο Παρκ το καλοκαρι του 1962. Εχε προηγηθε το πρτο θεατρικ ργο του με ττλο "Δον Κιχτης" (1961). Σταθμς ωστσο στην πορεα του ως θεατρικο συγγραφα υπρξε η "Φαστα Η απολεσθες κρη" (1964). Ο θεατρικς λγος του Μποστ εκφρζει την αγωνα του για τη σγχρονη Ελλδα μσα απ τη δοδο της ευφυος στιρας και αποτελε καρπ δημιουργικς αφομοωσης των διαβασμτων του συγγραφα αλλ και της λακς ελληνικς παρδοσης. γραψε επσης πεζ κεμενα και ευθυμογραφματα. Παρλληλα ασχολθηκε για χρνια με το πολιτικ χρονογρφημα, εν για την αγωνιστικ του δρση στο χρο της Αριστερς γνρισε διξεις δη απ την περοδο της γερμανικς κατοχς αλλ και στη διρκεια της απριλιανς δικτατορας.
     Εχε το δικ του προσωπικ φος. Σε λα. Στη γλσσα (την επιτηδευμνα και στοχευμνα ανορθγραφη), στο σκτσο, στο χιομορ, στην αφγηση. Ο Μποστ σκιτσρισε και αφηγθηκε την εποχ του με αδυσπητο χιομορ και σμερα τον ξανασυναντομε μσα απ τα θεατρικ του ργα, που συνεχζουν να παρουσιζονται στις ελληνικς σκηνς. Ενα απ αυτ, η δικ του «Μδεια», κακοργα και δολοφνισσα, που σκτωσε τα παιδι της επειδ δεν παιρναν τα γρμματα και δεν τα πγαιναν καλ στο σχολεο. Ββαια αυτ η Μδεια του Μποστ, κατ λθος και θολωμνη καθς ταν, αντ να σκοτσει τα παιδι της, σφαξε κτι γειτονπουλα που ταν εκενη την ρα στο σπτι για να προυν κτι! Ενα θεατρικ κεμενο γραμμνο σε δεκαπεντασλλαβο, πως λα τα θεατρικ του.
     Κποιοι απ τους στχους του εναι διαρκς παρντες: «Αργτερα, αργτερα, επρασαν δυο κτερα...» λμε πολ συχν αντλντας απ την περφημη «Νσο τον Αζορν». Πς συνομιλε με το σμερα ο Μποστ; Και με ποιους τρπους; Και με ποια απ τα χαρακτηριστικ του;

   "Η κατστασις εναι απελπιστικ, εις το πρκον τρξομεν εκε, ογργορα και κουνηθετε και εντχνως ανοιχθτε” διατζει ο επικεφαλς σταυροφρος το στρτευμα που με τα πεταχτ κωλαρκια και το μυτερ τακουνκι κοιτζει με τρμο και λαχτρα τους Τορκους που “τσον οραοι και τσον γριοι” τους χουν περικυκλσει μουρμουρζοντας διφορα ακατονμαστα. “Ανοιχθμεν, κουνηθμεν, δσκολα παραδοθμεν”, του απαντ νας στρατιτης με γενναιτητα".

     Τρα κει πνω παρα με τον Βιζυην και τον Παπαδιαμντη, σγουρα σκαρνει με τον Ροδη τον διλογο πανοργου εραστ:

-“Τι ωραον το φρεμ σας,
   με μεθει το ρωμ σας,
   εσθε πολ ωραα,
  θλετε να κνωμεν παρα;”

με την παρ’ ολγον μοιχαλδα να του απαντ:

 -“Εχεις υπροχον λεκτικν,
    εγγζεις τας χορδς των γυναικν.
    Αλλ εγ εμαι χρα και τιμα,
    δεν κμω τοιατην ατιμα”».

     Μπορομε να επικοινωνσουμε και σμερα με τον Μποστ περισστερο βλποντας την ιστορικ συνχεια και προς τα μπρος και προς τα πσω. Δηλαδ το πς συνδει, μ’ ναν κατεξοχν λακ τρπο κφρασης, μ’ ναν τρπο που δεν σατιρζει το εφμερο πως γνεται στη γελοιογραφα, αλλ καταστσεις βαθτερου χρνου. Αν κποιος διαβζει για τις ιστορικς περιδους μσα στις οποες εκφρστηκε, δημιουργεται μια περεργη σνθεση μες στο νου του. Εν η γελοιογραφα πινει στιγμς, ο Μποστ κατφερνε να αγγζει να συνολικτερο χρνο.
     Ως ζωγρφος ταν αυτοδδακτος και τα ργα του ταν ιδιατερα επηρεασμνα απ το ναφ φος της λακς ζωγραφικς και κυρως τον Θεφιλο, αλλ και τις φιγορες του Θετρου Σκιν, με στοιχεα υπερρεαλισμο. Τα ζωγραφικ του ργα παρουσιζουν ρωες της αρχαιτητας και της Επανστασης του '21 κι ιστορικ ζευγρια. Στα θεατρικ του ργα χρησιμοποιοσε 15σλλαβο στχο στο προσωπικ του φος συμφυρμο πομπωδν καθαρευουσινικων εκφρσεων, με ξνες και λακς εκφρσεις, εν συχν εμφνιζε ιστορικ μυθικ πρσωπα να αναφρονται σε σγχρονες καταστσεις.
     Σε περιδους χιουμοριστικν αναζητσεων γραψε και στχους για 3 ελαφρολαικ τραγοδια πο γιναν επιτυχες στις αρχς της 10ετας του '60. Αυτ εναι "Οι Νεκροθπται", μουσικ Γ. Μαρκπουλου, ερμηνεα Γιργου Ζωγρφου και τα "Η Νσος Των Αζορν" και "Ρονβα", μουσικ Θεοδωρκη, ερμηνεα Μπιθικτση.



     Ιδιατερη μνεα πρπει να γνει και στη σζυγ του Μαρα. Οι γλροι πετοσαν χαμηλ πνω απ τα κματα, μικρο λφοι στον αφρ της ταραγμνης θλασσας, τη 1η Αυγοστου 2014, στη καρδι του καλοκαιριο, που φερε την εδηση τι η Μαρα Βοσταντζγλου, η Θαλασσιν, εχε φγει απ κοντ μας...



     Η μορφ της Μαρας γινε μβλημα και σμβολο, ταν αναγνωρσιμη σε ργα αλληγορικ, ιστορικ χιουμοριστικ, σε ργα που απεικνιζαν τη «Μαρα μετ βζον», που φερναν στον κσμο Γενοβφες και Αθηναες, την Ερωφλη τη Ρωξνη, μελαχρινς κρες με μτια αμυγδαλωτ, που μποροσε να δει κανες ακμη και πνω σε ξλινους δσκους που θμιζαν την Πλη των Ρωμιν, απ την οποα καταγταν ο διος ο Μποστ.



     Και εναι αυτ η ξοδος της Μαρας, που το νομ της, Μαρα-Θαλασσιν, συνεχζει η αγαπημνη εγγον της, που μας φρνει και πλι τη συγκνηση καθς ξαναβλπουμε τα αξεπραστα ργα του Μποστ και τον θυμμαστε και τον διο, μια λεβντικη φιγορα, στητ και πντα παρντα ς το τλος. Στα τελευταα χρνια απ το μαγαζ της Αλεξνδρου Σοτσου.



     Πσα χει να θυμηθε κανες απ εκενα τα χρνια του ’60 και του ’70 αλλ και τα κατοπιν, σο ταν ακμη ακμαος ο Μποστ, ταν κθε ργο του ταν να γεγονς, καλλιτεχνικς σταθμς που αγκλιαζε τον κσμο και που του μιλοσε στην ψυχ, με λακ θυμοσοφα και με αυτ την τσο πηγαα ασθηση του χιομορ, που ανβλυζε συχν πικρ αλλ πντα εστοχο.



     Αυτς ταν νας μορφος κσμος, που με την ξοδ της η ωραα Μαρα μς τον φερε και πλι στο μυαλ και στην καρδι. Κι ισχει πλι τι πσω απ να σημαντικ ντρα, υπρχει επσης μια σημαντικ γυνακα, σως και σημαντικτερη...

     Παρακτω θα παραθσω το... κατηραμνο "Επγγελμα Της Μητρς Μου" τα 3 σματα και 2 διασκεδαστικ κομμτια του καθς και μερικος απ τους πνακς του. Ας εναι ελαφρ το χμα που τονε σκεπζει, γιατ πλεψε κι αυτς απ το δικ του μετερζι και παρλληλα μας γμισε γλιο και χαρ, αλλ χι και χωρς τον απαρατητο προβληματισμ.

================================

                                      Το Επγγελμα Της Μητρς Μου

     ταν η μητρα μου, την ρα που τργαμε, ανγγειλε στον πατρα μου τι θα γνη πρνη, εκενος, που ταν παλαιν αρχν, θλησε με κθε τρπο να την αποτρψη. Δεν το ερισκε σωστ ν’ ακολουθση αυτ το επγγελμα.
 -«Γιατ ειδικς θλεις ν’ ακολουθσης αυτ το επγγελμα και να γνης πρνη;» την ρτησε με καλωσνη, σκουπζοντας το στμα του με την πετστα.
 -«Για να κερδσω χρματα και να εμαι αυτρκης. Δεν θλω συνεχς να σου ζητ χρματα», επε, βζοντας λγη σοπα στα πιτα μας.
     O πατρας μου μεινε για λγο σκεπτικς. Mετ της επε:
 -«Oι προθσεις σου, βεβαως, εναι αγαθς και η επιθυμα σου να συμβλλης με το κατ δναμιν, με συγκινε αφαντστως. Aλλ εσαι τσον βεβαα τι με τον κλδον τον οποον θα ακολουθσης, θα κερδσης αρκετ»;
     H μητρα μου ετναξεν υπερφανα το κεφλι προς τα πσω πως το συνθιζεν και απντησε.
 -«Nαι, το πιστεω. Eμαι υπερβεβαα τι θα κερδσω».
     να αδιρατο χαμγελο φνηκε στην κρη των χειλιν του. ξερα τι ταν ρεαλιστς και δεν επεθετο εκολα.
 -«Tτε, ημπορες να μου αναφρης μερικ ονματα γυναικν αι οποαι να επλοτισαν με αυτ το επγγελμα; Kαι εν μου αναφρης και κατορθσης να με πεσης, ττε εγ ο διος, υπσχομαι να σε βοηθσω και να σου δσω τα αρχικ κεφλαια, στε να θσης τας βσεις μιας αποδοτικς εργασας».
     Tην ρα που ο μπαμπς μασοσε, η μαμ το ανφερε μερικ ονματα γνωστν της κυριν.
 -«Oρστε», συμπλρωσε. «Aυτς πς κερδζουν χρματα»;
     O πατρας μου την κοταξε μειδιντας συγκαταβατικ. πειτα βγαλε τα γυαλι του, τα γρανε κι ρχισε να τα καθαρζη με αργς κινσεις.
 -«Mα, αγαπητ μου, γιατ ομιλες σαν παιδ; Aυτς χουν γνωριμες που τις καλλιεργον εδ και 20 χρνια. Δεν νομζω τι θα χης τας επιτυχας αυτν. Aυτα επεδθησαν απ μικρς ηλικας, κατχουν το επγγελμα καλς κι χουν αποκτσει περαν και ειδικτητα. Δεν ημπορες εσ εις την ηλικαν των 45 ετν να κνης καρριραν. Πολ φοβομαι, τι δεν σταθμζης καλς τα πργματα και οι κποι σου θα αποβον επ ματαω…»
 -«Tουλχιστον, θα χω την ικανοποησιν τι δοκμασα».
 -«Δεν αντιλγω. Aλλ νομζω τι σκπτεσαι ολγον επιπολαως. Πιστεω τι δεν εναι κλσις, αυτ καθ’ εαυτν, αλλ ν… πς να το πομε… το θεωρ δι’ ν περαστικν καπρτσιο».
 -«Πσον λγο με ξρεις…» επεν η μητρα μου αρκετ πειραγμνη.
 -«Aλλ’ ακριβς, επειδ σε γνωρζω καλς, δι’ αυτ επιμνω», συνχισεν ο πατρας μου. «χω την εντπωσιν, τι μετ δο-τρεις μνας θα σου λεψη ο ενθουσιασμς. Θα σου λεψη η απαρατητος πστις δι να συνεχσης».
 -«Σου ορκζομαι εις τα παιδι μας», επε με σταθερ φων η μητρα μου χαδεοντς μας με το στοργικ της βλμμα. «Σου υπσχομαι τι θα υπηρετσω πιστ το επγγελμα που διλεξα. Θλω κποια μρα να εσαι υπερφανος για μνα».
     O πατρας μου ττε δεν φερε αντρρησιν και τλος εκμφθη.
 -«στω», επεν. «Tτε δεν χω παρ να σου ευχηθ καλν προδον και ευδωσιν εργασιν».
     H αλθεια εναι, τι ο πατρας μου βοθησε σημαντικ την μητρα μου στα πρτα της βματα. Aυτς διλεξε την εππλωση, αυτς φρντισε για τον ρουχισμ, αυτς ενδιαφρθηκε για δωμτιο. Tο διαμρισμα δεν ταν πολ μεγλο, αλλ εχε το προσν να βρσκεται κοντ στο σπτι μας. Συνπεσε μλιστα ο ιδιοκττης του διαμερσματος, μαζ με τον πατρα μου να σαν και συμμαθητα. ταν ο πατρας μου του εξγησε για ποιο σκοπ το θλει, προθυμοποιθηκε να βοηθση κι αυτς μ’ λες του τις δυνμεις.
 -«Θα με υποχρεσης», του επε, «αν τη συστσης και σε διαφρους φλους σου και γνωστος για νχη δουλει στα πρτα της βματα. Eνδιαφρομαι προσωπικς».
 -«Aστειεεσαι;» του επε ο συμμαθητς του. «Aυτ εξυπακοεται».
     Δυστυχς, ο φλος του πατρα μου απεδεχθη ασυνεπς και ελχιστα βοθησε. ταν απ τους ανθρπους που υπσχονται κτι, αλλ ουδποτε το εκτελον.
     Tο πλγμα για την μητρα μου ταν βαρ. Στον νθρωπο αυτν εχε βασσει λες της τις ελπδες. Aλλ’ ταν εδε τι αυτς συνεχς επρβαλε κποια δικαιολογα, κατλαβε πως δεν εχε την πρθεση να βοηθση κι τσι ο πατρας μου αναγκστηκε να επιστρψη το δετερο κρεβτι στον μπορο. Mε την ιδα τι η μητρα μου θα εχε φρτο δουλεις -σμφωνα με τις επαγγελες και τις υποσχσεις του συμμαθητο του- εχε παραγγελει δο κρεβτια, στε σε περπτωση κοσμοσυρρος η επιχερησις να μη φαν ανοργνωτος. O ανταγωνισμς με τις λλες κυρες επρομηνετο σκληρς κι να καινοργιο κατστημα δεν πρεπε να εμφανζεται με ελλεψεις. Στη θση του κρεβατιο μπκε μια σιφονιρα με νθη και το διαμρισμα κατπιν χρωματστηκε. H διακσμηση του δωματου στοχισε αρκετ. O μπογιατζς πρε 50 δραχμς το τετραγωνικ μτρο. Yπρχαν κι λλοι με 40, κι νας πρτεινε να το βψη με 35, αλλ’ ο πατρας μου διλεξε τον ακριβτερο. «H ακριβ δουλει εναι και καλ», συνθιζε πντα να μας λη. Γι’ αυτ, κι ταν επ τλους ρθε η ρα της κοστολογσεως της μαμς, σε σχετικ της ερτηση την συμβολεψε να ζητ μλλον ακριβ. «Aκριβ επσκεψις, ρα θα εναι καλ», να σκπτεται ο επισκπτης.
     Aκριβ, αλλ σε ποιο ψος ακριβς; Iδο το ερτημα. πρεπε να εξακριβωθον οι τιμς των λλων κυριν. Πσο παιρναν αυτς ραγε; Δεν κρθηκε σκπιμο να ρωτση η μητρα μου. H θσις της ταν λεπτ. σως να υποψιζοντο. Πιθανν να της διναν και ψευδες αριθμος. Aι γυνακες σπανως λγουν την αλθειαν, εδδασκεν ο Πασκλ που εθεωρετο σοφς. τσι αποφασστηκε να εξακριβση τις αυθεντικς τους τιμς ο πατρας μου, εμφανιζμενος σ’ αυτς ως πελτης. Ξυπνοσε το πρω και, μεθοδικς πως ταν, εξαφανιζταν για συλλογ πληροφοριν. Eχεν αποφασισθ τι στο διστημα αυτ, η μητρα μου θα εργαζταν νευ τιμολογου ως «πειρατικ». Kαι τι δεν κανε ο πατρας μου για να μην αποκαλυφθ η ταυττης του. Mηχανετηκε τα πντα. Kαι γυαλι σκορα φοροσε, και μουστκι φησε και ξνη προφορ χρησιμοποιοσε. Mε δυο λγια γινταν αγνριστος μαζεοντας τιμς. Στο διστημα που εκενος λειπε, η μητρα μου ρχισε σιγ-σιγ να εργζεται και να δημιουργ πελατεα.
     Mια μρα νας κριος, ς 50 ετν, χτπησε το διαμρισμ της κι αφο η μητρα μου τον περιποιθηκε αφνταστα, στο τλος αυτς βγαλε κτι χαρτι και της επε.
 -«Iδο ποιες εναι οι διφορες τιμς».
     ταν ο πατρας μου. Tσο επιτυχημνη ταν η μεταμφεσς του. Kαι αφο της ανφερε τις διφορες τιμς, συμφνησαν να ζητ 300 δραχμς.
     Aκριβς τις μρες εκενες αρρστησε βαρι η αδελφ μου. O πατρας μου βρθηκε σε αδιξοδο. Eχε δσει τα μαλλιοκφαλ του για να νοικιση και να στολση το διαμρισμα, εχε παρατσει τις δουλεις του για να συγκεντρση τιμς και ξαφνικ βρθηκε σε δσκολη θση και χωρς χρματα. τρεξε ττε στη μητρα μου που ρχιζε να στρνη εκενο το μνα και να γνεται γνωστ, για να τον βοηθση.
 -«Πρπει να σσουμε το παιδ. Πρπει να κουνηθομε».
     H μητρα μου ρχισε να κινεται. Aλλ ταν περοδος κατοχς κι ασταθεας του νομσματος κι σον η μητρα μου εκινετο οριζοντως, τσον κι οι τιμς ανρχοντο καθτως. Aπεφσισε ττε να κινεται ορθ, μπως πσουν οι τιμς, αλλ’ η ορθα στσις την κοραζε γι’ αυτ και συνχισε ξαπλωτ. Tο διαμρισμα εσεετο εκ θεμελων.
 -«Kουνσου, κουνσου», ταν η επωδς του πατρα μου. «Mας χρειζονται φρμακα…»
     ρθαν μρες που η μαμ δεν σηκωνταν λεπτ απ το κρεβτι. Στο τλος φηνε και την πρτα ανοιχτ, για να μην κνη τον κπο να σηκνεται και ν’ ανογη.
     Mια μρα ο πατρας μου με το θρρος που εχε, βλποντας την πρτα ανοιχτ μπκε χωρς να χτυπση. H μητρα μου εκενην την ρα εχε δουλει.
 -«Θλω να σου μιλσω για κτι πολ σοβαρ…» της επε.
 -«Σ’ ακοω».
 -«Δεν μ’ αρσει να κουνισαι ταν μιλω».
 -«Mε το να κουνιμαι, δεν πεται τι δεν σ’ ακοω… Λγε».
 -«Pε, πατριτη, δεν πας ξω;» επε ο επισκπτης. «Aφο βλπεις τι χουμε δουλει».
 -«Δεν μιλω σε σας, κριε. Eσες κνετε την δουλει σας, κι εγ την δικ μου…»
 -«Mην δνετε σημασα, κρι μου. Συνεχστε», επε η μητρα μου.
     Kαι ο πελτης φανερ εκνευρισμνος, συνχισε κοιτζοντας γρια τον πατρα μου.
     Kποτε τελεωσε ο κριος κι αφο τρεξε ο πατρας μου και χλασε χιλιρικο γιατ ο ξνος δεν εχε ψιλ, επε στη μητρα μου:
 -«Θα σου αναγγελω κτι δυσρεστο. H κατσταση της μικρς χειροτρεψε. Συνεχς φωνζει, μανολα, μανολα».
     H μητρα μου ακογοντας το φριχτ νο, πεσε πτμα εις το κρεβτι. Mετ, καταλαβανοντας τι η θση της εναι αφσικη και για ν’ αποδεξη τη λπη της, παρμεινε ρθια και λοι ττε κατλαβαν τι κτι σοβαρ συμβανει. Mερικο που σαν στο διδρομο ρχισαν κι λας να φεγουν. Για να φγουν λοι, αναγκστηκε ο πατρας μου να βγη στην πρτα και να πη απ’ το νοιγμα:
 -«H κυρα εναι στο πδι κι πως καταλαβανετε, πολ ασθενς. Παρακαλ, κριοι, πηγανετε».
 -«Περαστικ», ευχθηκαν μερικο, ταραγμνοι. «Σας παρακαλομε μνον, μα πση στο κρεβτι να μας ειδοποισετε».
 -«Aσφαλς. Διτι πως καταλαβανετε, δουλει στο πδι δεν γνεται».
     Φεγοντας οι επισκπτες φιλοσοφοσαν χαμηλφωνα:
 -«Για κοταξε τι εναι ο νθρωπος. Eκε που πριν 5 λεπτ ταν στο κρεβτι, ξαφνικ βρθηκε ορθ».
 -«Kαι προσξατε πσο ντορα στεκτανε; Φανεται εναι πολ σχημα…»
     Tο βρδυ η μητρα μου εχε υψηλ πυρετ. Tο νο, την εχε συντρψει. O γιατρς που ρθε την εξτασε ορθ και της συνστησε πλρη ακινησα. Eπε να της σβσουν και το φως να μην την κουρζη.
     O πατρας μου μεινε τρεις νχτες κοντ της. Tης μλαγε ξαπλωτς απ’ το κρεβτι της κι εκενη ταν ρθια στη μση του δωματου. Kπου-κπου σηκωνταν κι ακουμποσε το χρι του στο μτωπ της για να δη αν καει, και κατπιν κουκουλωνταν στο κρεβτι. H μητρα μου εχε ανσυχο πνο και κθε πντε λεπτ ο πατρας μου αναγκαζταν να σηκνεται και να τακτοποι τις κουβρτες που πφτανε στο πτωμα.
     Tο πρω, νοιγε τα παρθυρα, αριζε το δωμτιο κι ριχνε απνω της καθαρ σεντνια. Δυστυχς, παρ’ λες του τις προσπθειες, κποιο πρωιν που σηκθηκε, την βρκε παγωμνη. Tο διο απγευμα την αντκρυσα για τελευταα φορ ορθ με κλειστ τα μτια. Kαι σ’ αυτ τη θση την θψαμε. Σμερα το να ταφ νας νθρωπος σ’ αυτ τη στση δεν ενοχλε κανναν. Eκενην μως την εποχ που δεν υπρχε χρος οτε στο πρτο νεκροταφεο, οτε στο δετερο, η πρξις αυτ ισοδυναμοσε με επανσταση. Xιλιδες φρετρα παρουσα τσων ανθρπων εθπτοντο επ τη οριζοντως. Oυδες μως εσκφθη τι πινουν πολτιμο χρο. πρεπε να παρευρεθ στην κηδεα ο πατρας μου, που φημιζταν για την παρατηρητικτητ του, για να το παρατηρση κποιος. Tρα ββαια που το θιμο της ορθας ταφς επεκρτησε και ξαπλνεται συνεχς, κανες πια δεν σκφτεται να θψη προσφιλ του πρσωπα πλαγως. Πσοι μως απ μας που πμε στα νεκροταφεα, γνωρζουμε τι η ιδα αυτ της καθτου ταφς ταν σκψις ενς απλο ανθρπου που τυχαως παρευρθη εις την κηδεα της συζγου του;
     Tολμ να επω, ουδες.

                      Η Ρονβα

Η ρονβα αφιχθντος και σταθντος στη γωνι
μελοδας μας παργει εφρανθες η γειτονι
βγνει πρτον ο μπακλης κε μετ ο γαλατς
πλην αργς εξερχoμνη κε πολ το μελετς.

Χαρε ληπηρ ρονβα 
δυστηχς εμε φεβγν 
και αναχωρν εν βα 
την νενις μην ιδν.

Την επβριον ημραν στην γωναν μου στα θες
καταπλφσας η ρονβα τον πλιν αφιχθες 
αηδνες εναι ψλων, παραδεσια πουλι
πτερουγζουν καρδερνε στα ξανθ της τα μαλι.

Χαρε φθυμος ρομβα 
η νενις κατελθν 
δθεν πγε δια κομβα 
κι' εθεθη εξελθν.

Η Νσος Των Αζορν

να πλοον ταξιδεον
με υπροχον καιρν
αιφνιδως εξοκελει
ανοιχτ των Αζορν

Κι νας νος με μιαν ναν,
ωραιτατα παιδι
φθνουν κολυμβν γενναως
εις πλησον αμμουδι

Ζντας βον πρωτογνου 
και ο νος με την κρη
κοταζαν και κπου κπου
εν ρχεται βαπρι

Αλλ φθσαντος χειμνος
και μη φθνοντος βαπρι
απεβωσεν ο νος
και απθανεν η κρη

Αργτερα αργτερα
πλησασαν δυο κτερα
ρθε κι να βαπρι
ματαως ψχνον για να βρει
ματαως ψχνον για να βρει
τον νον και την κρη

Κατηραμνη νσος,
νσος των Αζορν
που καταστρφεις νους
και θπτεις των κορν

Να πσει τιμωρα
απ τον ουρανν
να λεψεις απ' τους χρτας
και των ωκεανν.

Οι Νεκροθπται

Εις το φρετρο θα μπω
και στο μνμα της θα μπω
να με θψουν νεκροθφται
με αυτν που αγαπ.

Η κακοργος κοινωνα
που μας χρισε σκληρ
να χαρε και ν’ απολασει
δο πτματα νεκρ.

Φρτε κλλυβα, λαμπδες
και να ρθεις να με βρεις
να με κλψεις ξαπλωμνον
παραπλερως της νεκρς.

Ετοιμσατε πλερζας
βλτε μαρον ρουχισμν
ρθαν σκοτεινα δυνμεις
και διακψαν τον δεσμν.

Μαρα, φλοι μου, να βλτε
τρξατε να βρειτε ψλται
ευρσκομαι νεκρς
πεθαμνος και νεκρς.

Ψλται και κανδηλανφται
το κορμ μου αναπατε,
κλασατε πικρς
κλασατε επικς.

----------------------------------------------------------

                                   Σρος

     Αφο ματαως επερμενα τρεις μνες να με προσκαλσει καμμι αεροπορικ εταιρεα στο εξωτερικ, αναγκστηκα να τηλεφωνσω σ' να γνωστ μου ναυτικ πρκτορα, μπως υπρχει ελπδα να πω στο εσωτερικ, στω κατστρωμα, αλλ υπ τον ρον να χει και φα. Ο φλος μου, -Πτρος ελγετο- νθρωπος δραστριος, τα κατφερε κι να μεσημρι που γρισα σπτι με μαρη καρδι απ τα λβαρα του αντικαρκινικου αγνος, μου φερε την χαρμσυνον αγγελα:
 -"ντξει", μου επε. "Σββατο απγευμα μχρι Δευτρα πρω θα κνεις κρουαζιρα τρελλ. Σρος, Τνος, Μκονος. χεις ξαναπει";
 -"χι".
 -"ρστε θαυμσια ευκαιρα να πας. Εσαι εχαριστημνος";
     Δεν απντησα αμσως. Σμερα η τεταμνη κατστασις επιβλλει σνεσιν κι χι ενθουσιασμος.
 -"Δεν μπορ να σου πω τρα αμσως, Πτρο μου. Πρπει να το σκεφθ και να σταθμσω τα πργματα. Κνει να σου απαντσω αριο";
 -"Πως δν κνει", επε ο Πτρος. Κι φυγε.
     ταν θλιμμνη Παρασκευ ταν μου το πρτεινε. Περμενα μχρι τις δδεκα το μεσημρι του Σαββτου μπως χουμε νετερα απ καμμι λλη εταιρεα, πρασα βιαστικς δυο-τρεις φορς ξω απ' την AIR FRANCE, ανβηκα ΛΟΥΦΤ ΧΑΝΣΑ χωρς αποτλεσμα, φτασα μχρι ΑΙΘΙΟΠΙΑΝ ΑΙΡΛΑΙΝΣ και ΤΟΥΡΚ ΧΑΒΑ ΓΙΟΛΑΡΗ κι κανα πως κοιτζω τις βιτρνες και στις δωδεκμιση, ταν εδα κι απειδα πως θα κτσω Σαββατοκριακο στην Αθνα, πρα τον Πτρο στο τηλφωνο:
 -"κουσε Πτρο, ετακτοποησα τας ργασας μου. Τρα εμαι ελεθερος και μλλον θα λθω. Τ ρα φεγει το πλοον, επες";
 -"Στις δο ακριβς. Μιμιση να εσαι στο Ρολι, θα σε περιμνω".
     Στο Ρολι μουν μα παρ τταρτο, ντυμνος πολ σπορ. Επρα και ολγους σπρ, πτων τας φλοδ και χαζεων τα βαπρ. Ωραα βεβαως εναι τα εροπλνα, σκφθηκα, αλλ τ τα θλετε... Μνο με το βαπρι αισθνεσαι ασφλεια. Και να βουλιξει, που λει λγος, με λγο κολμπι γλυτνεις. Πινεσαι απ κπου, βγανεις σε καμμι ακτ.
     Καμμι φορ σζονται μνο δο, εσ κι ατ, -ωραιοττη ξανθ με υπροχο σμα- και γλυτνετε σ' να ρημο νησ με χουρμαδις, κοκκοφονικες, πλοσια βλστηση κι εξωτικ πουλι κι εν το υπροχο φεγγρι θ' ανεβανει στον ουραν, αυτ θα σου τραγουδει νοσταλγικ τραγοδια της πατρδας της και θα σε νανουρζει χαδεοντς σου τα μαλλι. Ο μνος φβος σ' αυτς τις περιπτσεις εναι μην εμφανισθον τποτις γριοι καννβαλοι με δηλητηριδη βλη.
     Μ' αυτ θλω να πω πως και τα θαλσσια ταξδια δεν εναι κι αυτ ασφαλ εκατ τοις εκατ, αλλ νομζω πως κατ κποιο τρπο εναι ασφαλστερα απ το αεροπλνο. πειτα, μπως λα τα νησι χουν καννβαλους; Μπορε να σου τχει και νησ τελεως ακατοκητο. Ατ εναι ζητματα καθαρς τχης. Αλλ και να εμφανισθον, ξρω να υπερασπσω και τον αυτ μου και εκενην. Θα πολεμσω γρια και αποφασιστικ ως λλην μαχητς, σκορπζων τον θνατον στους Ιθαγενες. Ξρω πως ο αγν θα εναι νισος και σως συλληφθ και αιχμλωτος και θα καει ο λιος ταν θα με μεταφρουν oι γριοι με αλαλαγμος στην καλβα του αρχηγο. Ξρω απ τρα μλιστα τι θα με ρωτσει:
 -"Πτε ρθες εδ";
 -"Δεν θα δσω λογαριασμ σε κανναν", θα απαντσω.
 -"Και γιατ κθεσαι στον λιο";
 -"Ετσι θλω..."
 -"Θλεις καμμι λεμονδα;" μου 'πε ο Πτρος. "Σε βλπω σχημα".
     Οι μαροι εξαφανσθηκαν ως δια μαγεας. Ο λευκς Πτρος ευρσκετο μπροστ μου.
 -"Δεν χω τποτα. Πμε. ργησες, μωρ Πτρο..."
     Μπρος ο Πτρος, πσω εγ ο μαρος, μπκαμε στον 'Καρασκκη'.
 -"λα", μου επε, "να προυμε κτι στο μπαρ να συνλθεις. Τ θα πρεις";
 -"Τ χει";
 -"Απ' λα υπρχουν στον Καρασκκη".
 -"Ε, ττε ας προυμε να Καραουσκκη, αλλ χωρς σδα".
     Κατβαζα σε μικρς γουλις τον νδοξο πλαρχηγ, κοιτζοντας γρω μου.
 -"Ποις εναι αυτς, Πτρο;" ρτησα, δεχνοντας μι φωτογραφα μεγλη.
 -" ιδιοκττης του πλοου. Νομικς".
 -"Χαρομαι που κερδζουν οι δικηγροι. λλες εποχς, ττοια πλοα ανκαν εις τους εφοπλιστς. Ειλικριν χαρομαι".
 -"Μα... εναι ο Νομικς της εταιρεας...
 -"Κατλαβα. Για βλκα μ' χεις; Μλιστα. Ο νομικς σμβουλος της εταιρεας. Κι απ' ,τι βλπω θα πληρνεται καλ. Αλλιτικα δε θα αγραζε τσο μεγλο καρβι. Δε θα μου φανε, λοιπν, καθλου παρξενο αν αριο μου πουν τι το τδε πλοο ανκει σε ζωγρφο. Βρε Πτρο, δε ρωτς με τρπο την εταιρεα αυτ αν χρειζονται καλλιτχνες";
 -"Θα ρωτσω", επε ο Πτρος και πλρωσε τα ποτ. "λα να σε πω τρα στην καμπνα σου..."
     Ακολοθησα πειθνιος κι βαλα τα πργματ μου εκε που μου 'πε.
 -"Τακτοποισου", τον κουσα να λει, "κι λα μετ στη γφυρα".
     παιξα λγο με τα νερ της βρσης (το κκκινο βγαζε ζεστ νερ), δοκμασα τα κρεβτια, διλεξα το μαλακτερο και διβασα με προσοχ την ανακονωση:

                                 ΕΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΝ ΣΗΜΑΤΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
                               ΑΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΕΠΙΒΑΤΑΙ ΝΑ ΜΑΖΕΥΘΟΥΝ
                      ΜΕ ΤΑ ΣΩΣΙΒΙΑ ΤΩΝ ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΝΑ.

     Το εσημεωσα.
     Βγανοντας, ρτησα να καμαρτο ποι εναι το κατστρωμα να. Ο νθρωπος μου το δειξε ευγενστατα. Υπολγισα νοερ. Εμαστε τσοι, ο χρος εναι τσος, ρα μας παρνει λους. Μτρησα τις βρκες, διαρεσα το σνολον, εντξει και εις το ζτημα αυτ. Υπρχε θσις δι' λους. Ουδες θα πνγετο.
     Ο καιρς ταν θαυμσιος. Η θλασσα εχε λαφρ κυματισμ. Κι εχε δκιο ο ποιητς. Η κτασις του γαλανο Αιγαου εκυμτο. Κι εκυμτο απαλ. Οτε απτομα σκαμπανεβσματα, οτε επικνδυνες κλσεις.
     Γρισα λο το πλοο. Ανβηκα και κατβηκα λες τις σκλες. Πγα μπροστ να δω πς σκζονται τα κματα και πσω, για να δω τον αφρ που βγζαν οι λικες. Πδηξα κοφνια, πρασα πνω απ παλαμρια, πιασα τις αλυσδες της γκυρας, ανβηκα στη γφυρα, εδα με τα κιλια, σκυψα να δω πως δουλεουν οι μηχανς, κοταξα απ τα φινιστρνια τους μαγερους που ετομαζαν το βραδιν φαγητ, δοκμασα λες τις σαιζ-λογκ, γνρισα λες τις τραπεζαρες, διβασα ξι εφημερδες, τρα περιοδικ, μπκα-βγκα 2-3 φορς στην καμπνα μου χωρς λγο, βυθστηκα στην ανγνωση του χρτη για να δω που βρισκμαστε, βρκα τη Γυρο, σιγουρετηκα για τη θση του η-Γιργη και υπολγισα τι σε μισ ρα θμαστε στην Κθνο. Πργματι σε μισ ρα εμαστε στη Γυρο.
     Με εχε μπερδψει ο η-Γιργης.
     Η ρα ταν τρισμιση και το βαπρι δεν λεγε να ξεκολλσει απ ωρισμνα νησι. Πγα απ την λλη μερι του πλοου, επα σκβοντας σα τραγοδια ελαφρ και σοβαρ ξερα, επα και μερικ του Χατζιδκι, πρασα τσι μισ ρα με ευχριστη μουσικ και ξαναπγα απ την λλη μερι. μασταν ακμα εκε. Φανεται τι εκε κοντ θα εχε βυθιστε καννα καρβι που μετφερε κλλα και εμπδιζε τις λικες του 'Καρασκκη'. Το διο γινε κι ξω απ την Τζι.
     Πγα ξαν στο χρτη, μελτησα πλι καλ κι βγαλα ξαν αποτελσματα λλ' αντ' λλων. Σμφωνα μ' αυτ η Αλεξνδρεια πρπει να ταν πολ κοντ μας. Ζτησα τα κιλια και μου φνηκε πως εδα κι ανθρπους με φσι. Τρα, Αιγπτιοι ταν; Τορκοι κτοικοι της Σμρνης ταν Καρπθιοι με τις τοπικς τους στολς; Αυτ δεν μπρεσα να το ξεχωρσω καλ. τριψα καλ τους φακος και ξανακοταξα. ταν κατακκκινα και μεγλα. βγαλα επιφνημα θαυμασμο...
 -"Πτρο, κοτα και συ..."
 -"Τ παθες", μου λει, "και κοιτζεις συνχεια τα καφσια με τις ντομτες; Δεν βρκες τποτ' λλο να κοιτξεις; Ντομτες εναι και τις πνε στη Σρο..."
     δωσα απογοητευμνος τα κιλια πσω. Πργματι, λο το κατστρωμα ταν γεμτο κασλες με ντομτες, φροτα και κιβτια με ψαροκασλες. Πλι καλ που δεν εδα καμμι μαρδα, φλαινα. Θ' ανασττωνα το πλοο κι σως να μου πφταν τα κιλια στη θλασσα.
     Κατ τις πντε φνηκε, επιτλους, μακρι η Σρος. Φναξα γη και το επα και στους λλους. Σε μια ρα το πολ θα πατοσαμε χμα μετ απ τσο βασανιστικ και ριψοκνδυνο ταξδι στο Αχανς Αιγαο.



     Το βαπρι εις την Σρον μπκε Συρζον και Σρον κι εγ τα βματ μου και Σρον παραλλλως και την βαλτσαν, κατλθον εις την Σρον.
     μουν λιγκι εκνευρισμνος, διτι προ ολγου ακριβς εχα μιαν οξυττη συζτηση με μια νεαρ Γαλλδα, την οποα βαλα στη θση της καταλλλως. μασταν διφοροι επιβται στη γφυρα του πλοου κι εγ, εν τη επιθυμα μου να την διευκολνω, της επα δεχνοντς της τον υπροχον γκο του νησιο, χωρς καμμιν στεροβουλα:
 -"Ισ, μαμζλ, λα ιλ ντε Συρ".
 -"Βου ζετ Συρ;" με ρτησε (δηλαδ αν εμαι απ την Σρον).
 -"Νο", απντησα, "ζε σου Ατν". (απ τας Αθνας).
     Και την βαλα στη θση της, διτι, απ' ,τι κατλαβα, εχε διθεσιν ερωτοτροπας. Αι Γαλλδαι, γενικς, νομζω τι ξεκινον απ την πατρδα των με εσφαλμνην γνμην περ Ελλνων. Νομζουν τι λοι oι λληνες ππτουν θματα της γοητεας των κι αυτς σως το κι ο λγος της αδιακρτου ερωτσες της.
     Η Σρος δεν εναι μεγλο νησ. Αλλ οτε και μικρ εναι. Μλλον μτριο μπορε να το χαρακτηρσει κανες. Στο μγεθος εναι σαν την Τνο. Οι νθρωποι που το κατοικον μοιζουν σαν κι εμς και ντνονται πως εμες. Η στολ δε των ναυτν μοιζει καταπληκτικ με την στολν των Ελλνων ναυτν. Μλησα με αρκετος κατοκους στην γλσσα τους. Δεχνουν φιλσυχοι κι ευγενες, χωρς αγρας διαθσεις. Καννβαλον δεν εδα πουθεν. Δεν ξρω τ γνεται εις το εσωτερικν της νσου, διτι δεν πρλαβα να το εξερευνσω λο, αλλ πιστεω τι κι εκε δεν θα υπρχουν.
     Ρτησα για ταμ-ταμ.
 -"χι", με διαβεβαωσαν. "Μνον μπαμ-μπαμ κθε Πσχα, αλλ κι αυτ με τον καιρ κοντεει να εκλεψει".
     Μικροδιαφορα, δηλαδ, διτι αν το μπαμ-μπαμ ελγετο μπαμ-μπουμ, θα το παρμοιο με το δικ μας Πσχα της Ορθοδοξας.
     Παρ' λο που πειτα απ τσο μεγλο ταξδι εχα γνει να εδος Σεβχ Θαλασσινο, ομολογ τι ετρμαξα ταν αντκρυσα το τελνιον. Ο Πτρος με καθησχασε λγοντς μου τι εναι το Τελωνεον και μου συνστησε να διαβζω προσεκτικτερα. Αλλ βλποντς το τσι με κεφαλαα νομζω πως οποιοσδποτε ναυτικς με περαν θα το πθαινε και θα το περνοσε για κατοικα του τελωνου, που το φαντσθηκα αμσως γριο σε εμφνιση με φολιδωτ σμα.
     Οι κτοικοι αντ κρας, τργουν ζα που βσκουν εις την θλασσαν, τα οποα ονομζουν 'ψρυα' και τα μαγειρεουν σ' να γραφικ αντικεμενο με λαβ, που λοι στο νησ αυτ, το φωνζουν 'τυγνυ', γνωστον γιατ. ταν θλουν να τα φνε, βζουν μσα στο 'τυγνυ' να πρμα κτρινο, που το λνε 'λδυ', ρχνουν τα 'ψρυα', μετ ανογουν το στμα τους, τα βζουν μσα, τα μασσνε και τα τρνε. Μετ τα χωνεουν. Δεν κατσα πολλν ρα στ νησ και δεν μαθα τι κνουν κατπιν.
     Θλησα να παρακολουθσω πως τα μαγειρεουν. Στην προκυμαα, καιγε μια φωτι και μια κτοικος του νησιο, αφο βαλε 'λδυ' μσα στο 'τυγνυ', ρριξε μσα μερικ 'ψρυα'. Με εδε που κοταζα περεργα κα μου επε:
 -"Προσξτε τα, σας παρακαλ". Κι αυτ πγε να μιλσει με κποια λλη.
    Εγ κατσα κτω και κπληκτος τα πρσεχα. Πρσεξα πρτα πως κοκκνισαν. Μετ το χρμα τους ρθε προς το καφ σκορο. Μετ πρσεξα που ρχισαν να μαζεουν, να μαζεουν και τελικ να μαυρζουν. "Βρ τ μυστριο φα εν' ατ;" σκφτηκα. "Πς το τρνε τσι μαρο; Τ γεση ραγε να χει";
     Το 'τυγνυ' τρα βγαζε μαρο καπν και μσα τα 'ψρυα' μοιαζαν με μικρ κρβουνα. Εγ εξακολουθοσα να προσχω, χωρς να ξεκολλω τα μτια μου απ το 'τυγνυ'. Σε λγο ρθε η γυνακα. Πρε τ 'τυγνυ' κι ρριξε λο το περιεχμενο στη θλασσα.
 -"Τα κψατε", μου επε.
     Πρα τα πδια μου συντετριμμνος κι ξερενησα το υπλοιπο νησ. Σε κποιο μαγαζ μπκε νας πιβτης του βαποριο, ξνος κι γρασε να κουτ που το επε 'θνκιου'. Ζτησα κι εγ να 'θνκιου' κι ταν αργτερα ανβηκα στο βαπρι, αντελφθην τι στη διλεκτο του νησιο αυτο, 'θνκιου' λνε τα λουκομια.
     Προσφερα στ φλο μου.
 -"Πτρο, θα πρεις να 'θνκιου";
     Ο Πτρος πρε να 'θνκιου', λγων λουκομι. (Συριαν ευχαριστ). Για ναν που δεν ξρει, βλποντας το θνκιου, θα πει πως πρκειται για λουκομι. Κι μως σαν τα Συριαν θνκιου, αμφιβλλω αν υπρχουν σ' λλα νησι. Σε πολλ, βζουν μσα τριαντφυλλο, σ' λλα πλι καρδι φιστκι κι τσι τα θνκιου αποκτον να θαυμσιο ρωμα. Μτρησα κπου εκοσι μαγαζι που πουλνε αυτ το εδος και σχεδν λα εναι βραβευμνα σε Διεθνες Εκθσεις. Αβρβευτο θνκιου δεν πουλιται πουθεν, οτε αβρβευτη χαλβαδπιττα.
     Με μεγλες προφυλξεις προχρησα στο εσωτερικ της πλεως. Βρθηκα σε μια μεγλη πλατεα μ' να μεγλο κτριο με σκαλοπτια περας. Εδ μνει ο Δμαρχος των Ιθαγενν του νησιο. Μπροστ εχε μιαν εξδρα μαρμρινη, για τους μουσικος των ταμ-ταμ. Δπλα σ' αυτν, σ' να ψηλ βθρο, το γαλμα κποιου ρως των. Στη βση του αγλματος με συριαν γρμματα γραφε:

                                          ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ

     Μιαολης στη διλεκτ τους θα πει, αυτς που πολμησε τους εχθρος, λευτρωσε την πατρδα του, νοιξε τις θλασσες για να μπορε να μεταφρεται παντο το θνκιου και να μαγειρεουν οι ντπιοι ελεθεροι τα 'ψρυα' με το 'τυγνυ'.
     Το διο πνω-κτω σημανει και το ΚΑΝΑΡΗΣ και ΚΑΡΑΣΚΑΚΗΣ.
     Κι πως οι τρεις αυτοι ρωες υπηρτησαν τους λληνες ττε, τσι και τα βαπρια που φρνουν σμερα τα ονματ τους ξακολουθον να υπηρετον την Ελλδα και να μεταφρουν ελεθερους ανθρπους σ' ελεθερα νησι.
     Ας φσουμε τρα την υπλοιπη εξερενηση στα ενδτερα του νησιο κι ας γυρσουμε σιγ-σιγ στον ρωα Καρασκον, μη τυχν φγει και μας αφσει ξνους μεταξ αγνστων στην ηρωκ Σρον, διτι απ το τελνιν της, μχρι το τελνιον της ηρωκς Τνου η απστασις εναι περπου εκοσι ηρωικ χιλιμετρα ηρωικς κολυμβσεως για ναν που δεν χει ναλα.
     πειτα κι ολκληρη η περιοχ εκενη λνε πως χει 'ψρυα' που δεν διακρνονται για τον φιλελληνισμ τους.

                                                    Τνος




     Σε μια ρα ο οπλαρχηγς Καρασκος, μας πταξε απναντι. Σφριξε κλφτικα κατ τ συνθει του κι ο μισς πληθυσμς κατβηκε στο λιμνι να υποδεχθε τους θαλασσοπρους. Εδ γινε το αντστροφο της αφξεως του Κολμβου. Oι Ιθαγενες του τροπικο αυτο νησιο μας υποδχτηκαν με κομπολγια, χντρες, αλυσδες, σταυρουδκια και πολχρωμα κορδελλκια.
     Και η Τνος δεν εναι μεγλο νησ. Αλλ οτε και μικρ εναι. Μλλον μτριο μπορε να το πει κανες. Στο μγεθος εναι σαν την Σρο.
     Τρβηξα τρχοντας τον ανφορο για το μοναστρι. Στη μση κοψα γιατ δεν ανβαινα φανεται με παλμ και λαχνιασα. Στον κατφορο κανα ωραα εκκνησι αντιθτως και εχα πολ ωραο στυλ.
     θελα να δω την περφημη Παναγα της Τνου, που κανε τσα θαματα και να δω, τλος πντων, τ πρμα εναι αυτ το Μοναστρι.
     Μπκα πρτα στο πρτο πτωμα.
     Εχα την ντπωση πως μπαινα σε μεγλο Ενεχυροδανειστριο. Παντο σε σρματα εκατοντδες καντλες κι απ κτω τ' ασημνια αφιερματα. Ομοιματα καραβιν, ποδιν, χεριν, βαρελιν, τσαμπιν σταφυλιν και μικρν παιδιν. Απναντι στο Ιερ, τερστιες εικνες με αγους και Παναγες κουκουλωμνες με ασημνια παλτ και μαυρισμνες μορφς σαν μελανιασμνες απ το κρο.
     στραποβολοσε ολκληρος ο νας σα χρυσοχοεο πολυτελεας. κατσα στην ουρ για να προσκυνσω τη θαυματουργ εικνα. Μπροστ στην εικνα καθταν νας δικος μ' να μπαμπκι και σκοπιζε τα αποτυπματα των φιλημτων του καθενς.
     Στο κτω πτωμα του ναο ταν το μρος που βρθηκε κατ το θρλο η θαυματουργ εικνα. Την εχαν σκεπασμνη μ' να καπκι. Δπλα σ' να κουτ πρχε χμα του μρους που βρθηκε. Εχε χρμα σοκολτας σαν καστανχωμα πολυτελεας Το βθος του μικρο αυτο πηγαδιο φτανε το μισ μτρο και δπλα ταν μια πηγ με κρο νερ που ανβρυζε απ' τη γη. Ο κσμος με ευλβεια γμιζε κτι μικρ μπουκαλκια πολχρωμα, πλεγμνα με χρτο.
     Επτ εκατομμρια δραχμς πιασε πρσι το δρυμα της Ευαγγελιστρας απ τις κποισεις των αφιερωμτων. Δηλαδ εκοσι χιλιδες χρυσς λρες. Και τα χρματα αυτ γιναν ργα, υποτροφες, κτρια, σχολς. Κατεβανοντας εδα το "Ευγηρεας Πρνοια" της Τνου κι να μεγλο σχολεο συγχρονισμνο. Παντο ταμπλες που μαρτυρνε για τα ργα που πραγματοποησαν οι σγχρονοι αυτο Δελφο με τη βοθεια των Πανελληνων αφιερωμτων.
     Σε αποθκες, μας επαν, υπρχουν στοιβαγμνα τα τματα που πρκειται να εκποιηθον και να ρευστοποιηθον κθε χρνο. Μας δωσαν διφορα ντυπα πληροφοριακ, αλλ να μη σας κουρσω με ττοια.
     Σας επα τα κυριτερα και πιο εντυπωσιακ. Εκτς αν ενδιαφρεσθε να μθετε πσα πισαν απ δαχτυλδια, πσα απ καρφτσες και πσα απ κολλιδες και βραχιλια. Η απορα σας μπορε να λυθε επ τπου.
     Πρτε να καρβι κι ελτε στην Τνο και κντε σομες και πολλαπλασιασμος με την ησυχα σας στο λιμνι, τργοντας και λουκουμδες. Εγ ευχαρστως να σας δσω το μολυβκι μου. Πραντοτου, δεν θα μπορσω να σας βοηθσω οτε να σας κνω παρα.
     Πρπει να εξυπηρετσω αυτν την να κοπλλα που μοιζει Γερμανδα και κοιτζει σα χαμνη την εκκλησα απ' ξω...
 -"Μπτε σιν, φρολν, διζ εγκλζ, βρυ βρυ παλι..."
     Κι η κοπλλα με τα γαλαν μτια, κθεται κι ακοει σαν μαγεμνη την ιστορα του μοναστηριο της Τνου απ διερμηνα διπλωματοχον της διαλκτου 'Χαρμνι'.
 -"Στ μοναστρ, αβκ μποκο φεντρ εντ βρυ μπιγκ ντορ, φρολιν, εν φου
Μουσολνι, Μουσολνι νιξ καλ, μπομ - μπομ, λλη, λλες παραλα καποτ, φρολν
..."
 -"Αχ, ζο..."
 -"Για, για φρολν. ιν, τσβχ, ντρ τορπντο, μπουμ-μπουμ λο φρολιν".
     Μιλοσα και η φρολιν κρεμταν απ' τα χελη μου. Της μλησα με πθος για την θαυματουργ εικνα και τελικ την χασα.
     τρβηξε για το βαπρι για την εκκλησα να παρακαλσει τη Μεγαλχαρη να μπορε να καταλαβανει τους τργλωσσους τσιτσερνε.
     Μερικ πιτσιρκια που ταν γρω και κουγαν να εξηγ στην κοπλλα, με βγλαν απ αμφιβολες:
 -"Μστερ Αμρικαν, κοπλλα Καρασκκης κτω..."
 -"Θενκ γιου, μπυς. Εφκαριστ. Εσες γκουντ παιντι... Μπ - Μπ".

-------------------------------------------------------------------------------------------

                                      Τα Σκτσα Του




 



























 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers