ÐåæÜ

Ðïßçóç-Ìýèéá

Ï Dali & Åãþ

ÈÝáôñï-ÄéÜëïãïé

Äïêßìéá

Ó÷üëéá-Áñèñá

ËáïãñáöéêÜ

ÅíäéáöÝñïíôåò

ÊëáóóéêÜ

Áñ÷áßá Åëë Ãñáìì

ÄéáóêÝäáóç

ÐéíáêïèÞêç

ÅéêáóôéêÜ

Ðáãê. ÈÝáôñï

Ðëçñ-Ó÷ïë-Åðéêïéí.

Öáíôáóôéêü

Åñ. Ëïãïôå÷íßá

Ãëõðô./Áñ÷éô.

ÊëáóóéêÜ ÉÉ

 
 

ÊëáóóéêÜ 

Yeats William Butler: ÁÝñéíïò ÐïëåìéóôÞò Ôçò ÐÝííáò

         

                                       Βιογραφικü

      Ο Ουßλλιαμ ΜπÜτλερ ΓιÝητς (William Butler Yeats), θεωρεßται απü τους κορυφαßους αγγλüφωνους ποιητÝς του 20οý αι.. ΑσχολÞθηκε με τη ποßηση, τη πεζογραφßα, το θÝατρο, το δοκßμιο και τη μελÝτη. ΕπηρεÜστηκε απü το γαλλικü συμβολισμü, κατüρθωσε να συγκερÜσει το ρομαντισμü με το ρεαλισμü, ενþ στο Ýργο του διαφαßνεται η αγÜπη του για τους μýθους και τις παραδüσεις για τη πατρßδα του, Ιρλανδßα, καθιερþνοντας το κελτικü στυλ, με θÝματα απü τη κελτικÞ μυθολογßα, τη μελαγχολßα και το μυστικισμü. Το 1923 τιμÞθηκε με το βραβεßο Νüμπελ Λογοτεχνßας.
     Ο Yeats γιος του Ιρλανδοý ζωγρÜφου John Butler Yeats και της Susan Pollexfen, γεννÞθηκε στο Δουβλßνο, στις 13 Ιουνßου 1865. Ο πατÝρας του, που εßχε σπουδÜσει νομικÜ αλλÜ Ýγινε ζωγρÜφος, Þτανε σκεπτικιστÞς διανοοýμενος οπαδüς του ορθολογισμοý του John Stuart Mill και λαμπρüς συνομιλητÞς. Η μητÝρα του Þταν απλÞ θρησκευüμενη γυναßκα που της Üρεσε να ακοýει και να λÝει ιστορßες για ξωτικÜ και για φαντÜσματα.



     Το 1877, πηγαßνει στη ΣχολÞ Γκüντολφιν, üπου Ýχει μÝτριες σχολικÝς επιδüσεις. ΞυπνÜ μÝσα του ο ιρλανδικüς πατριωτισμüς. Για οικονομικοýς λüγους, η οικογÝνεια επιστρÝφει στο Δουβλßνο στα τÝλη της 10ετßας του 1880, αρχικÜ διαμÝνοντας στο κÝντρο της πüλης κι Ýπειτα μετακομßζοντας στο προÜστιο Χωθ. Στα τα Ýτη 1881-1883, τελειþνει το Λýκειο, ενþ περνÜ αρκετü χρüνο στο ατελιÝ του πατÝρα του, üπου κι Ýρχεται σε επαφÞ με πληθþρα καλλιτεχνþν και συγγραφÝων του Δουβλßνου. Στα 1884-6, φοιτÜ στο Metropolitan School of Art. ΑυτÞ τη περßοδο ξεκινÜ να γρÜφει και τα πρþτα του ποιÞματα και το 1885 τα εκδßδει, μαζß με Ýνα δοκßμιο Η ποßηση του Σερ ΣÜμιουελ ΦÝργκιουσον στο Dublin University Review. Τα πρþτα αυτÜ ποιÞματÜ του Ýχουν επηρεαστεß Ýντονα απü το στιλ των Προρραφαηλιτþν ποιητþν και τη ποßηση του ΠÝρσι ΣÝλλεú, ενþ λßγο αργüτερα στρÝφεται στους μýθους, στη λαúκÞ ιρλανδικÞ παρÜδοση και στη ποßηση του Ουßλλιαμ ΜπλÝικ.
     Τα πρÜματα Þταν αρκετÜ δýσκολα γι' αυτüν. ¼ντας ονειροπüλος, δε μποροýσε να συγκεντρωθεß στα μαθÞματÜ του κι οι συμμαθητÝς του τονε κοροúδεýανε, γιατß δεν Þτανε δυνατüς και δεν Þταν ¢γγλος. Το 1880 επιστρÝψανε στην Ιρλανδßα. Παρακολοýθησε μαθÞματα στο Erasmus High School, ως τα 18 κι η συμπεριφορÜ του Üρχισε τüτε να γßνεται χαρακτηριστικÞ.
Προσπαθþντας να καλýψει τη μεγÜλη δειλßα του, Üρχισε ν' αποκτÜ μια βυρωνικÞ πüζα και να μιμεßται το ηρωικü βÜδισμα του Irving στον "'Αμλετ"  (εßχε δει τη παρÜσταση με τον πατÝρα του). Αν στο προηγοýμενο σχολεßο στο Λονδßνο εßχεν υποφÝρει αρκετÜ απ' τις κοροúδßες των συμμαθητþν του, τþρα περνοýσε στην αντεπßθεση και γινüτανε δýσκολος νεαρüς. Προς μεγÜλην απογοÞτευση του πατÝρα, που 'θελε ν' ακολουθÞσει οικογενειακÞ παρÜδοση και να σπουδÜσει στο Trinity College, γρÜφεται κι ακολουθεß μαθÞματα ζωγραφικÞς στο Metropolitan School of Art του Δουβλßνου. Εκεß γνωρßστηκε μ' Ýνα συμφοιτητÞ του George Russel (ποιητÞ που 'γραφε με ψευδþνυμο ΑΕ), που συμμερßζεται κι ενθαρρýνει το ενδιαφÝρον του για το υπερφυσικü και το απüκρυφο. Σ' αυτü τον παρÜξενον Üνθρωπο βρßσκει Ýναν Üξιο αντßπαλο του πατÝρα, πνευματικÞ κι ηθικÞ στÜση που αψηφοýσε τον ορθολογισμü. Μαζß αφοσιþνονται σε μελÝτες ανατολικþν θρησκειþν κι ευρωπαúκÞς μαγεßας και μÜλιστα ιδρýουνε μαζß μ' Üλλους, τον Ερμητικü Σýλλογο Δουβλßνου, που συνεδριÜζει 1η φορÜ το 1885 με πρüεδρο τον Yeats.



     Αρχßζει να γρÜφει ποßηση ενþ συγχρüνως ενδιαφÝρεται ιδιαßτερα για το ποιητικü θÝατρο. Το 1885 δημοσιεýονται 1η φορÜ 2 λυρικÜ ποιÞματÜ του: "Song Of The Faeries" & "Voices" και το λυρικü δρÜμα "The Island Of Status" στο Dublin University Review. Η ποßησÞ του αρχικÜ, φανερþνει διÜφορες επιδρÜσεις (π.χ. Shelley Þ Προρραφαηλιτþν ποιητþν, που 'χε γνωρßσει απ' τον πατÝρα του), αυτüς üμως εßχε συγκεκριμÝνη κατεýθυνση: Þθελε να γρÜψει για τους Ιρλανδοýς και για τη πατρßδα του. ¸τσι δανεßστηκε στοιχεßα απü τα παραμýθια και τους θρýλους του τüπου του, χρησιμοποιþντας και τη μορφÞ της μπαλÜντας ("Crossways", 1889, "The Rose", 1893) Þ γρÜφοντας αφηγηματικÞ ποßηση ("The Wanderings Of Oisin", 1889), üπου το ιρλανδικü υλικü παρουσιÜζεται με προρραφαηλιτικü ýφος και συμβολιστικÞ μÝθοδο. Με τη δημοσßευση μιας Üλλης ποιητικÞς συλλογÞς ("The Wind Among The Reeds", 1899), η ποßησÞ του εßχε αρχßσει να γßνεται περισσüτερο πολýπλοκη.
     Εντωμεταξý το 1889 γνþρισε την ηθοποιü, φεμινßστρια, επαναστÜτρια, εθνικßστρια κι ακτιβßστρια Μοντ Γκον (Maud Gonne), γυναßκα που, üπως τελικÜ παραδÝχτηκε κι ο ßδιος, Ýπαιξε σημαντικü ρüλο στη ζωÞ του κι επηρÝασε σημαντικÜ τη ποßησÞ του απü κει κι Ýπειτα. Την ερωτεýτηκε και σαγηνεýτηκε απ' αυτÞ κι εκεßνη επßσης εßχε μαγευτεß απü μερικÜ ποιÞματÜ του, ωστüσο δεν ενÝδωσε στον ÝρωτÜ του. Το 1895 της ζÞτησε να τον παντρευτεß κι αρνÞθηκε. Τον επüμενο χρüνο σýνηψε δεσμü με την Olivia Shakespear ßσως στη προσπÜθειÜ του να ξεφýγει. Ο δεσμüς αυτüς κρÜτησε 1 χρüνο. ΜετÜ, μÜλιστα 3 διαφορετικÝς διαδοχικÝς ακüμα χρονικÝς στιγμÝς (1899, 1900, 1901), ξαναζÞτησε σε γÜμο τη Μοντ, που τις αρνÞθηκεν üλες!



     Το 1903 και προς μεγÜλη του φρßκη κεßνη παντρεýτηκε τον σημαντικü Ιρλανδü εθνικιστÞ, ακτιβιστÞ John MacBride, στο Παρßσι και μαζß του Ýκανε Ýνα γιο. Ωστüσο μετÜ Ýνα χρüνο πÞρε διαζýγιο και γýρισε στην Ιρλανδßα. Η φιλßα τους συνεχßστηκε και τελικÜ το 1908 κατÜφερε να ολοκληρωθεß ο Ýρωτας του για κεßνη, πλην üμως üχι με τ' αναμενüμενα για κεßνον αποτελÝσματα, μια κι εκεßνη δε θÝλησε να του προσφÝρει Üλλη νýχτα. Εßναι γνωστü πως υπÞρξε η μοýσα του και πως τον ενÝπνευσε σε πολλÜ ποιÞματα, μεταξý των οποßων και το "Επιθυμεß Τα ΥφÜσματα Του Ουρανοý" (που υπÜρχει παρακÜτω). Χαρακτηριστικüς ο στßχος που κλεßνει το ποßημα:

   "...ΠερπÜτα απαλÜ, γιατß πατÜς στα üνειρÜ μου..."

   Σχεδüν 20 χρüνια μετÜ, ο καλλιτÝχνης ανακÜλεσε ποιητικÜ και τη νýχτα κεßνη που περÜσανε μαζß, με το ποßημÜ του:

 ¸νας 'Αντρας ΓÝρος Και ΝÝος

Τα üπλα μου εßναι σαν αυτü το βÝλος που συρßζει
και την ομορφιÜ τÞνε ξαπλþνει καταγÞς.
Πρþτα τη φυλÞ ολÜκερη εσýντριψε
και πÞρε τη μεγÜλην ευχαρßστηση,
που γκρÝμισε τον ¸κτορα τον μÝγιστο
και σκüρπισε τη Τροßα σε συντρßμματα...



     Ο ΓιÝητς εßχε γνωρισθεß επßσης με τον Arthur Symons, που, με δικÞ του βοÞθεια, κεßνος Ýγραψε "Το Συμβολιστικü Κßνημα Στη Λογοτεχνßα" (1899). O Symons Ýφερε τον Yeats σ' επαφÞ με το κßνημα του Mallarme, χωρßς üμως να πÜψει να ενδιαφÝρεται για καθαρÜ ιρλανδικÞ καλλιτεχνικÞ παραγωγÞ. Το αποτÝλεσμα Þταν η ßδρυση του Ιρλανδικοý Θεατρικοý Συλλüγου, του ιρλανδικοý εθνικοý θεÜτρου που αργüτερα Ýγινε γνωστü ως Abbey Theatre. Σ' αυτÞ τη προσπÜθεια εßχε τη συνεργασßα του Edward Martyn, του George Moore και της Augusta Gregory. Απü το 1903 κι Ýπειτα, üντας αναγνωρισμÝνος πλÝον, ξεκινÜ σειρÜ επισκÝψεων στις ΗΠΑ, δßνοντας διαλÝξεις. Το 1914 και το 1919 δημοσιεýονται οι ποιητικÝς του συλλογÝς "Responsibilities" και "The Wild Swans At Coole" αντßστοιχα.

      
                                 στη μÝση η Maud Gonne το 1900

     Το 1911, στα 46 του, γνωρßζει τη Georgie (George) Hyde Lees (1892-1968και συνÜπτουνε σχÝση, που τελικÜ, στις 20 Οκτþβρη 1917 καταλÞγει σε γÜμο. Η Τζüρτζι του χÜρισε 2 παιδιÜ, την Anne (1919) και τον Michael (1921). Για τη κüρη του θα γρÜψει τη "ΠροσευχÞ Για Τη Κüρη Μου" και για τον γιο τη "ΠροσευχÞ Για Τον Γιο Μου". Η Τζüρτζι βοÞθησε τον ΓιÝητς, καθþς μοιρÜστηκε μαζß του μυστικισμü κι εσωτερισμü και τον þθησε ν' αυτοματοποιÞσει τη γραφÞ του.
     Το 1923 τιμÞθηκε με το Νüμπελ Λογοτεχνßας. Το 1925 δημοσßευσε Ýργο με τßτλο "A Vision", αλλÜ τελικÜ το απÝσυρε, το ξανÜγραψε και το 1937 το εξÝδωσε με τη νÝα του μορφÞ. Πρüκειται για Ýνα ημι-αστρολογικü σýστημα που εξηγεß τους ανθρþπινους τýπους, την ιστορßα και τη μετÜ θÜνατο πορεßα της ψυχÞς, χρησιμοποιþντας κεντρικü σημεßο αναφορÜς τη κυκλικÞ αντßληψη του χρüνου και τις 28 φÜσεις της σελÞνης. Επßσης, στο Ýργο αυτü θεωρεßται ως εμπνεýστρια κι αρωγüς η Τζüρτζι. Το 1928 δημοσιεýει την συλλογÞ "The Tower" και το 1930 γρÜφει το θεατρικü "The Words Upon The Window-Pane". ¸γραψε επßσης τα Ýργα: "The King Of The Great Clock Tower", "The Winding Stair", "Wheels & Butterflies", "A Full Moon In March", "Essays 1931-1936", "Purgatory", "The Death Of Cuchulain" κ.Ü.

   "Τþρα που χÜθηκαν τα σκαλοπÜτια μου
    πρÝπει να πÜω να ξαπλþσω εκεß
    που ξεκινÜν üλες οι σκÜλες,
    στο μαγαζß οστþν
    και λερωμÝνων κουρελιþν,
    της καρδιÜς
..
."


     ΠÝθανε στο Roquebrune-Cap-Martin στη Γαλλßα, στις 28 ΓενÜρη 1939, σ' ηλικßα 74 ετþν, πιστεýοντας üτι, αν ο Üνθρωπος δε μπορεß να γνωρßσει την απüλυτη αλÞθεια, μπορεß τουλÜχιστον να την ενσαρκþσει. Η μÝρα του θανÜτου του Þταν, üπως λÝει ο W.H. Auden, "μια σκοτεινÞ και κρýα μÝρα το ιρλανδικü αγγεßο Ýμεινε Üδειο απü τη ποßησÞ του". Στο Ýργο του, ωστüσο, ο Yeats εßχε αμφισβητÞσει την εξουσßα του θανÜτου:

   "Καιρüς πια τη διαθÞκη μου να γρÜψω... κι εδþ τη πßστη μου δηλþνω: θÜνατο και ζωÞ κι üλα, τα δημιοýργησε Ýνας Üνθρωπος απ' τη πικρÞ ψυχÞ του, üλα, ναι, και Þλιο και σελÞνη κι Üστρα κι ακüμη πρüσθεσε αυτü, πως οι νεκροß ανασταßνονται κι ονειρεýονται..."

                 

     Ο William Butler Yeats Þταν αυτüς που προσπÜθησε να θυμßσει στους συμπατριþτες του και να διδÜξει τους ξÝνους την αξßα και τον πλοýτο της κÝλτικης και δη ιρλανδικÞς παρÜδοσης, Ýχοντας ως Ýδρα τη πατρßδα του, τη στιγμÞ που Üλλοι Ιρλανδοß συγγραφεßς την εγκατÝλειψαν για μεγÜλα χρονικÜ διαστÞματα της ζωÞς τους, üπως οι Joyce, Shaw & Beckett.
     ΘÜφτηκε αρχικÜ στο μÝρος που 'χε πεθÜνει βÜσει της επιθυμßας του, μα το 1948 μεταφÝρθηκε η σορüς του στο κοιμητÞρι του παρεκκλησιοý Drumcliff, στο Σλßγκο στην Ιρλανδßα και στη πλÜκα του πÜνω γρÜφει:

                                        Με παγωμÝνο ΒλÝμμα
                                        στη ΖωÞ στο ΘÜνατο
                                        πÝρασε ΚαβαλλÜρη


   
                      Το ΜνÞμα του ΓιÝητς στο Drumcliff County Sligo

   (Σημ ΔικÞ μου:  Αυτü το κομμÜτι ολÜκερο, δε θα μποροýσε ν' ανεβεß δßχως τη πολýτιμη βοÞθεια του φßλου και συνοδοιπüρου ΧρÞστου Σωτηρüπουλου, τον οποßον ευχαριστþ μες απ' τη καρδιÜ μου και του εýχομαι καλÞ συνÝχεια σε τοýτο το μακρý ταξßδι της μÝρας μες στη νýχτα).
___________________
___________________


        Δεν ΥπÜρχει ¢λλη Τροßα

Γιατß να τη κατηγορÞσω üτι γÝμισε τις μÝρες μου μιζÝρια,
¹ üτι δßδαξε με κÜποια καθυστÝρηση
σ' ανßδεους Üνδρες, τους πιο βßαιους τρüπους,
¹ üτι Ýβαλε σοκÜκια πÜνω απü λεωφüρους.

Εßχε τßποτ' Üλλο πÝρ' απü θÜρρος, ßσο μ' επιθυμßα;
Tß θα μποροýσε να της φÝρει την ειρÞνη, μ' Ýναν νου,
που η αριστοκρατßα το απλοποßησε σα φωτιÜ,
με ομορφιÜ σαν τεντωμÝνου τüξου,
εßδος αφýσικο σε μια τÝτοιαν εποχÞ,
üντας ψηλÜ, απüμερα και τüσον αυστηρÞ;

Γιατß, τß Üλλο θα μποροýσε να 'χε κÜνει, Ýτσι που 'ναι;
ΥπÞρχε τÜχα Üλλη Τροßα για να κÜψει;

        Νησß Της Λßμνης Ινισφρß

Εγεßρομαι να φýγω τþρα, στο Ινισφρß να πÜω
μικρü καλýβι πÞλινο με καλαμιÝς να χτßσω
εννιÜ βραγιÝς με φασολιÝς, κυψÝλες θα γεμßσω
μονÜχος μες των μελισσιþν τον βüμβο νÜ περνÜω.

Να βρω γαλÞνη μια σταλιÜ, γιατß η γαληνÞ πÝφτει
κεριοý σταγüνα απ’ της αυγÞς το βÝλο ως τους λυγμοýς των γρýλλων.
Τα μεσανýχτια τρεμολÜμπουνε, τα μεσημÝρια πορφυρüς καθρÝπτης,
η εσπÝρα σπαρταρÜει εκεß με τις φτεροýγες σπßνων.

Θα σηκωθþ να φýγω, γιατß νýχτα-μÝρα
ακοýω της λßμνης τα νερÜ πως την üχθη τυλßγουν.
Στο γκρßζο καθþς στÝκομαι το πεζοδρüμιο πÝρα
ακοýω της λßμνης τις φωνÝς, τα φυλλοκÜρδια μου να σμßγουν.

 μτφρ.: ΔημÞτρης Κοσμüπουλος

   ΠλÝοντας Προς ΒυζÜντιο

Δεν εßναι τüπος για τους γÝροντες αυτüς.
Οι νÝοι αγκαλιασμÝνοι, πουλιÜ στα δÝντρα,
-οι γενιÝς αυτÝς που σβÞνουν- στο τραγοýδι τους,
θÜλασσες σμÜρια τα σκουμπριÜ,
ποτÜμια σμÜρια οι σολομοß,
το θÞραμα το ψÜρι και η σÜρκα,
üσο βαστÜ το καλοκαßρι ψÜλλουνε το κÜθε τι
που σπÝρνεται, γεννιÝται και πεθαßνει.
ΑλλοπαρμÝνοι απ' τη λÜγνα τοýτη μουσικÞ
παραμελοýνε üλοι τους του νου
τα αειθαλÞ κι αγÝραστα Μνημεια.

Ο γÝρος εßναι τιποτÝνιο πρÜγμα,
κουρελιασμÝνο ροýχο πÜνω σε μπαστοýνι,
εκτüς αν η ψυχÞ χτυπÜει παλαμÜκια
και τραγουδÜει δυνατÜ, πιο δυνατÜ,
στο κÜθε νιο ξεφτßδι της θνητÞς της φορεσιÜς,
δεν εßν' ωδεßο μουσικÞς, μον' η σπουδÞ της,
στα μεγαλüπρεπα του νου της τα μνημεßα.
¸τσι λοιπüν αρμÝνισα τις θÜλασσες για να ´ρθω
στην Üγια του ΒυζÜντιου πολιτεßα.

Σοφοß που στÝκεστε στην Üγια φλüγα του Θεοý
σαν να 'στε στο χρυσü ψηφιδωτü του τοßχου,
βγεßτε απ' την Üγια τη φωτιÜ, στροβιλιστεßιτε,
γενεßτε δÜσκαλοι του τραγουδιοý για τη ψυχÞ μου.
ΚÜψετε τη καρδιÜ μου κι αναλþστε τη
που Üρρωστη απ' τον ποθο,
δεμÝνη σ´ Ýνα ζþο που ξεψυχÜ,
δεν ξÝρει τþρα πια τι εßναι!
Και δεχτεßτε με παρακαλþ
στη Τεχνουργßα της Αιωνιüτητας.

Κι Üπαξ και βγω απ' τη φýση μου, δε θα κρατÞσω
για σωμÜτινη ýπαρξÞ μου, τßποτ' απü δαýτη,
αλλÜ μια τÝτοια που οι Γραικοß χýνουνε χρυσοχüοι,
απü σφυρÞλατο χρυσü, μαλαματÝνιο σμÜλτο,
για να κρατÞσουνε ξυπνü τον νυσταλÝο ΡÞγα,
Þ στÞνουν σε χρυσü κλωνß, να τραγουδÞσει,
στους ΡÞγες και τις ΡÞγισσες του Βυζαντßου,
τÜ που περÜσαν, που περνÜν και που θα 'ρθουνε.

μτφρ.: ΠÜτροκλος

        ΑυτÜ Εßναι Τα Σýννεφα

ΑυτÜ εßναι τα σýννεφα του ¹λιου που δýει,
Η μεγαλοσýνη που κλεßνει το φλογισμÝνο μÜτι του:

Ο αδýναμος αρπÜζει αυτü που 'χει κÜνει ο δυνατüς,
Ως üτου καταρρεýσει, ü,τι εßχε ανυψωθεß
Κι η διαφωνßα επικρατÞσει της ομοφωνßας,
Κι üλα τα πρÜγματα Ýχουν γßνει ßσα κι üμοια.
Κι επομÝνως, φßλε, αν η μεγÜλη διαδρομÞ σου διανýθηκε,
κι üλα τοýτα Ýτσι γßναν, τüτε ακüμα πιüτερο
αν Ýχεις κÜνει τη μεγαλοσýνη σýντροφü σου,
τüτε για τα μικρÜ παιδιÜ εßναι που στενÜζεις:

ΑυτÜ εßναι τα σýννεφα του ¹λιου που δýει,
Η μεγαλοσýνη που κλεßνει το φλογισμÝνο μÜτι του...

Επιθυμεß Τα ΥφÜσματα Του Ουρανοý

Αν εßχα τα κεντημÝνα υφÜσματα του ουρανοý,
ΚαλοδουλεμÝνα με χρυσü κι ασημÝνιο φως,
Τα γαλÜζια και τα μουντÜ και τα σκοτεινÜ υφÜσματα
Της νýχτας και του φωτüς και του ημßφωτος,
Θα τ' Üπλωνα κÜτω απü τα πüδια σου...

ΑλλÜ εßμαι φτωχüς κι Ýχω μονÜχα τα üνειρÜ μου
Και τα üνειρÜ μου εßναι αυτÜ που Ýχω απλþσει στα πüδια σου
ΠερπÜτα απαλÜ, γιατß περπατÜς επÜνω στα üνειρÜ μου...

         ΔευτÝρα Παρουσßα

¼λα καταρρÝουν χωριστÜ, δßχως το επßκεντρü τους
Επικρατεß παντοý μονÜχα η αναρχßα
Καταπνßγεται η τελετÞ της αθωüτητας
Καλýτερο: πλÞρης απουσßα πεποßθησης
Χειρüτερο: πλÞρης επικρÜτηση της ΕμπÜθειας

Και τßνος Üγριου θηρßου Þρθ' η þρα,
να γεννηθεß στης ΒηθλεÝμ τα μÝρη;

 Η ΜπαλÜντα Του Παπα-Κßλιγκαν

Ο γερο-παπÜς, ο ΠÞτερ Κßλιγκαν
νυχτοÞμερα, Þτανε πεθαμÝνος απ' τη κοýραση,
μιας κι οι μισοß απ' τους ενορßτες του
Þ στο κρεβÜτι κεßτονταν Þ στο νωπü το χþμα.

ΚÜποτε, ενþ στο μοýγχρωμα του δειλινοý
μισοκοιμüτανε πÜνω στο κÜθισμÜ του,
κι Üλλος φτωχüς του μÞνυσε να πÜει ταχιÜ κοντÜ του,
Κι Üρχισε κεßνος να θρηνεß με πßκρα και να λÝει:

"Εγþ ανÜπαψη καμιÜ, μÞτ' ησυχßα Þ χαρÜ πια Ýχω,
μια κι οι Üνθρωποι αδιÜκοπα πεθαßνουν... και πεθαßνουν
".

Κι ευθýς βÜζει φωνÞ: "Τα λüγια μου αυτÜ, ΘÝ μου, συγχþρα!
Δεν εßμ' εγþ αυτüς που μßλησε, αλλÜ το σÜρκινü μου στüμα
"!

ΓονÜτισε και γÝρνοντας στο κÜθισμÜ του
προσευχÞθηκε κι εκεß, αποκοιμÞθηκε.

ΠÜνω απ' τους αγροýς κýλησε του δειλινοý η þρα.
Να κρυφοφÝγγουν Üρχισαν τα λßγα αστÝρια τþρα,
σιγÜ-σιγÜ και πιο πολλÜ, μýριες φορÝς το χßλια,
κι ο Üνεμος ετÜραζε ολüγυρα τα φýλλα.
Ο Κýριος εκÜλυψε τον κüσμο με σκοτÜδι,
και μßλαγε με ψßθυρους στο γÝνος των ανθρþπων.
Κι ως το πουλß τιτßβισε, το χÜραμα Þρθε πÜλι.

Ο γÝρο-παπÜς, ο ΠÞτερ Κßλιγκαν,
τινÜχθηκε ορθüς.
"Κακüμοιρε, κακüμοιρε! Ο Üνθρωπος απÝθανε
την þρα που κοιμüμουνα πÜνω στο κÜθισμÜ μου
".


Απü τον ýπνο τ' Üλογο, πηγαßνει και ξυπνÜ,
και, με πολλÞν αφροντισιÜ, ταχιÜ το καβαλÜ.
Και τρÝχει τþρα, üσο ποτÝ παλιÜ δεν εßχε τρÝξει,
σε καλντερßμια απÜτητα κι απü τους βÜλτους μÝσα.
Τη πüρτα του την Üνοιξε του Üρρωστου η γυναßκα:

-"ΠαπÜ μου εδþ 'σαι πÜλι";
Κι εκεßνος τη ρωτÜ ευθýς:
-"¸χει ο φτωχüς πεθÜνει";
-"Ναι, πÝθανε μια þρα πριν".

Ο γÝρο-παπÜς, ο ΠÞτερ Κßλιγκαν,
απü τη θλßψη του Ýνιωσε το σþμα να λυγÜει.
"ΤαχιÜ εσý σαν Ýφυγες τη πλÜτη του γυρνÜει,
και σα χαροýμενο πουλß ξεψýχησε και πÜει
"!


Ο γερο-παπÜς, ο ΠÞτερ Κßλιγκαν,
τ' ακοýει αυτü κι αμÝσως γονατßζει:

-"Εκεßνος που 'πλασε τη νýχτα με τ' αστÝρια
γι' αυτοýς που απü κοýραση νιþθουν να χÜνουν αßμα.
Εκεßνος, για να βοηθÞσει στην ανÜγκη μου,
Ýστειλε 'Αγγελü Του μÝγα.

Εκεßνος που πορφυροß μανδýες τον τυλßγουνε,
και τους πλανÞτες Ýχει να φροντßσει,
στον τιποτÝνιο που κοιμÜται στη καρÝκλα του,
σπεýδει Üμεσα, συμπüνοια για να δεßξει
".

      ¼ταν Εßσαι ΓÝρος

¼ταν εßσαι γκρßζος, γερασμÝνος
κι απü τον ýπνο νικημÝνος
και θες απü τη πυρκαγιÜ να ξεμακρýνεις
πÜραυτα τοýτο το βιβλßο σου ν' ανοßγεις.

Πüσοι λατρÝψαν τις στιγμÝς της ευτυχßας σου,
την ομορφιÜ σου, αληθινÜ Þ ψεýτικα;
Μα Ýνας Üνθρωπος αγÜπησε την ευλαβÞ ψυχÞ σου!
ΑγÜπησε τη θλßψη που 'βγαινε στη μορφÞ σου

και περνþντας κÜτω απ' τους καμμÝνους φρÜχτες
ψιθýρισε θλιμμÝνα πως η ΑγÜπη το 'βαλε στα πüδια
και πÜλλει πÜνω απ' τις κορφÝς των βουνþν
και κρýβεται μÝσα στο πλÞθος των Üστρων...

             

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers