-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: , ,


                                       Βιογραφικ

    Ο Πλτων Ροδοκανκης ταν λληνας λογοτχνης, ιστορικς ερευνητς και δημοσιογρφος. Γεννθηκε στη Σμρνη, που εχαν εγκατασταθε οι Χιτες προγνοι του, εν τανε συγγενς εξ αματος με τον Kλβο. Φοτησε στην Ευαγγελικ Σχολ Σμρνης και στη Θεολογικ Σχολ Χλκης, καθς προοριζτανε για κληρικς. Στρφηκε μως προς τη δημοσιογραφα, που εξσκησε αρχικ στη Σμρνη και μετ στην Αθνα, εργαζμενος στις εφημερδες Ακρπολις κι Εστα, κυρως ως χρονογρφος. Μεγλωσε μσα στην αγκαλι της μητρας του, ανιψις του Κλβου, που προτμησε να κρατσει το επνυμ της, αλλ και με τα χδια της γιαγις του, της Σινιρας Κατνας με τα ψηλ τακονια, απ που -μωρ ακμα- μθαινε για τα κατορθματα των θαυμαστν προγνων του. Μισοσε τα βιβλα του σχολεου, λτρευε λα τα υπλοιπα εξωσχολικ κι νιωθε πως εχε μσα του κατιτ το πολ... ξανθ. Η τρυφερ του φση τον θησε να σπουδσει για να γνει παπς κι εναι η δια που τον ανγκασε ν' αποχωρσει πρωρα απ τη προσπθεια αυτ. Μετ τη Πλη, ρθε στη Θεσσαλονκη και την Αθνα κι γραψε ποιματα, διηγματα, θατρο. Υπρξε νας απ τους ελχιστους γνστες της αισθητικς, της καθημεριντητας και των μυστικν του καλλωπισμο των γυναικν στο Βυζντιο και δηλωμνος βενιζελικς. Ξεκνησε να γρφει στη καθαρεουσα αλλ τελικ αγπησε τη δημοτικ, πργμα για το οποο ο Παλαμς τον επανεσε δημσια. Με το Λαπαθιτη γνωρστηκαν σε μια βλτα στη Σταδου κι τι φαγε στο Βλο μια αδσποτη σφαρα στο στομχι απ λθος.
    Ο πρτος καταγεγραμμνος πργονς του τανε γελωτοποις -μμος στο Βυζντιο κι ο αμσως επμενος εντοπζεται στον 17ο αι. κι εναι ο Κωνσταντνος Ροδοκανκης, ποιητς κι αλχημιστς, προσωπικς γιατρς του Καρλου Β', που δρασε στο Σχο του Λονδνου κι μεινε γνωστς για τη συμβολ του στη καταπολμηση της πανλης με το μυστικ σκεασμα που παργαγε ονματι Alexicacus SpiritusMundi (το αλεξκακο πνεμα του κσμου). λλοι ξακουστο συγγενες του ξρουμε τον Πλωτνο Ροδοκανκη, τον οραματιστ αναρχικ οδηγητ που δρασε στο Μεξικ, τον Δημτριο Ροδοκανκη, τον πργκηπα απ το Μντσεστερ με τους αμφιλεγμενους ττλους τιμς που ζοσε στη Σρο και που διετλεσε 1ος Μγας Διδσκαλος στη ιστορα του Ελληνικο Τεκτονισμο, το Ροδοκανκειο Παρθεναγωγεο της Οδησσο και τη Vila Rodocanacchi στο Λιβρνο της Τοσκνης. Ο τελευταος γνωστς συγγενς του ταν ο Christophe Rodocanachi, ο Γενικς Διευθυντς της Total, που χασε τη ζω του τον Οκτβρη του 2014 στη Μσχα, κατ την απογεωση του εταιρικο του τζετ με προορισμ το Παρσι. Η φρση που συνοδεει το εραλδικ οικσημο της οικογνειας Ροδοκανκη λους αυτος τους αινες λει "Εν ρδω ανθ" (Ανθζω στο ρδο).
     Ξρουμε τλος, τι γραψε μνο στον Σαταν, ο ττλος της πρτης του ποιητικς συλλογς De Profundis εναι ευθεα αναφορ στον Wilde και πως η φρμα της γραφς του στο Βυσσιν Τριαντφυλλο αποτελε ευθεα αναφορ στο Βρθερο του Γκατε: επιστολς σε 1ου προσπου αφγηση ως τη στιγμ της αυτοκτονας των ηρων και ξαφνικ -αδικαιολγητη τριτοπρσωπη αφγηση σε λη τη περιγραφ της αυτοκτονας. Επσης λογοκρθηκε απ την εφημερδα Ακρπολη, που τπωσε λευκ κομμτι στη θση του κειμνου χωρς να τον ειδοποισει, στο 3ο κιλας μρος του ργου, επειδ χαρακτριζε το Χριστ γλεντζ και τον παρομοαζε με τον Σωκρτη -αργτερα απεκλεσε το λογοκριτ του μστορα. 



     Γεννθηκε στη Σμρνη το 1883, γιος του δικηγρου Παναγιτη Σουλιτη και της Δσποινας Ροδοκανκη. Οι αναμνσεις του απ την εποχ εκενη της Σμρνης στοιχειοθετον το πορτρατο ενος μοναχικο παιδιο που του προσφρονται οι καλλτερες κοινωνικς και μορφωτικς προποθσεις. Η στεν σχση του με τα βιβλα ανγεται δη στην παιδικ του ηλικα. Τα πρτα αναγνσματ του εναι τα εκκλησιαστικ βιβλα, νας καθαυτ οδηγς της χριστιανικς αρετς, γργορα πντως τα ενδιαφροντ του επεκτενονται και προς την ελληνικ και ξνη λογοτεχνα. Γενικ μως το ψυχισμ του φανατικο για γρμματα παιδιο διαπερν κτι το τραγικ και θλιμμνο. Η υγεα του κλονζεται κι η οικογνει του αναγκζεται να διαμενει 3 τη στο Κορδελι.
     Εκε το φυσικ περιβλλον τονε βοηθ ν' αναρρσει, αλλ η θλψη τονε κρατ καθηλωμνο ψυχικ. Αποφασζει να φγει απ τον στεν κκλο της οικογνειας με δικαιολογα της φοτησης στη Θεολογικ Σχολ της Χλκης. Πργματι φοιτ εκε. Αντιμτωπος μως με τις απαγορεσεις και τις υποχρεσεις του δκιμου μοναχο, αποφασζει να επιστρψει πλι στη ζω του λακο. Στη Σμρνη δημοσιογραφε με το ψευδνυμο Συραν. Τα πρτα χρνια του 20ου αι. εγκαθσταται στην Αθνα. Στην αρχ εργστηκε ως υπλληλος στο βιβλιοπωλεο Ελευθερουδκης. Στη συνχεια συνεργστηκε δημοσιογραφικ με την Ακρπολι και με πολλς εφημερδες γρφοντας κυρως χρονογραφματα.
     Ωραιοπαθς κι αισθησιακς, πρωτοεμφανστηκε στη λογοτεχνα το 1908 γρφοντας με πολ κομψ φος ποιματα, πεζ, πως De Ρrofundis, 1908, Το Φλογισμνο Ρσο, 1911, αυτοβιογραφικ αφγημα, Το Βυσσιν Τριαντφυλλο 1912, αφηγματα κ.., -λα αυτ ανβαιναν σε συνεργασα με την Ακρπολι- καθς και το ποιητικ δρμα γιος Δημτριος, που παχτηκε απ το θασο της Mαρκας Kοτοπολη το 1917. Στη σκην ανεβστηκαν και τα μονπρακτ του H Θεατρνα, O Πιερττος και Tο Τσακλι, 1912, -ανεβκανε το 1912 και τα 3 απ το θασο Κυβλης Αδριανο-, καθς και το ιστορικ δρμα H Kλυταιμνστρα. Pομαντικς και ταυτχρονα παρνασσικς, συνοδοιπρος του καβαφικο αισθητισμο, νας συγγραφας που θα μποροσε να θεωρηθε πρδρομος των υπερρεαλιστν μας. Τον ενδιαφρον του για τη βυζαντιν Ιστορα χει αποτυπωθε σε δο βιβλα του. Το 1916 εκδδει τα Βυζαντιν Πολπτυχα. Το βιβλο αποτελεται απ σντομα χρονογραφματα που πραγματετονται θματα της βυζαντινς κοινωνικς ζως. Το ιστοριοδιφικ ργο του συγγραφα H Βασλισσα Κι Αι Βυζαντινα Αρχντισσαι, δημοσιεεται μετ το θνατ του το 1920.


                  Το συλο Ανιτων σμερα, υπρξε η τελευταα κατοικα του

     Το 1913 διορστηκε διευθυντς επιδομτων για τα θματα του Α' Βαλκανικο Πολμου. Το 1916 προσχρησε στο κνημα Εθνικς Αμνης του Βενιζλου και ανλαβε την δρυση κι οργνωση του Βυζαντινο Μουσεου στη Θεσσαλονκη, σαν φορος Βυζαντινν Αρχαιοττων. Το 1917 του ανατθηκε η διεθυνση του βυζαντινο τμματος του υπουργεου Παιδεας. Ηταν απ τα πρτα ιδρυτικ μλη της Εταιρας Βυζαντινν Σπουδν.
Διετλεσεν επσης κι υπρξε απ τους ιδρυτς της Εταιρεας Βυζαντινν Σπουδν. Στις 16 Γενρη του 1919, Τετρτη, πεθανει απ φυματωση στο νοσοκομεο του Ευαγγελισμο, που νοσηλευτανε για πνω απ μνα, μλις στα 36. Η δημοσα κηδεα του (εξαιτας της ενασχλησς του με το αρχαιολογικ τμμα του Υπουργεου Παιδεας) θα γνει το επμενο πρω στις 10:30, στο νεδμητο ττε παρεκκλσι του Ευαγγελισμο.
     Ο Πλτων Ροδοκανκης τοποθετεται χρονικ στο τλος της λεγμενης λογοτεχνικς γενις του 1880. Η γραφ του κινεται στα πλασια του αισθητισμο, με αναφορς στο ργο των Γουιλντ, του Ντ’ Αννοντσιο, του πριμου Νκου Καζαντζκη, του Κωνσταντνου Χρηστομνου και τη φιλοσοφα του Ντσε. Αμφιλεγμενη προσωπικτητα, κατηγορθηκε για λογοκλοπα απ το Χρηστομνο για το βιβλο του Το Βυσσιν Τετρδιο κι απφυγε τη καταδκη με τη παρμβαση του Παλαμ. Πιστς του δγματος τχνη για τη τχνη,  διεκδικε, πιτερο σως απ το Χρηστομνο, τον ττλο του κατεξοχν εκπροσπου του αισθητισμο στη πεζογραφα μας. Ιδιοσυγκρασα δραματικ διχασμνη ανμεσα στον ασκητισμ και τον κρατο αισθησιασμ, βρσκει διξοδο στη λυρικ εξομολγηση, πο δεν κρυσταλλνεται πντοτε οτε σε διγημα οτε σε ποηση οτε τελικ σε οποιαδποτε μορφ τυπικ αναγνωρσιμου λγου για τα μτρα της εποχς. Παραμνει κατσταση γραφς επμονα αντιρρεαλιστικ που κυριαρχε το νειρο, λυρικ μθη απροσδκητα κποτε εκφραστικ τλμη, αλλ συχν κι υπερβολικ γλυκερτητα κι λεκτικ υπερεκζτηση. Στ Βυσσιν Τριαντφυλλο κποιες αππειρες ρεαλιστικτερης μυθοπλασας δεν καταλγουνε παρ σε μια σειρ απ λυρικς πρζες με κυραρχο και πλι το στγμα του αισθητισμο: δικοσμος αντ της ουσας.



     Ολα τα στοιχεα των ργων του εντσσουν τον συγγραφα στο πεδο του αισθητισμο. Ολοι οι κριτικο τον εγγρφουν στη πιο ακμαα φση του ελληνικο αισθητισμο. Βασικ θμα των κριτικν υπρξε ο συσχετισμς του με Ελληνες και ξνους πεζογρφους (Wilde, Χρηστομνο κλπ). Η πλειοντητα των λογοτεχνικν ργων του απηχε τις θεωρητικς αντιλψεις κι αναπτσσει τη θεματολογα του αισθητισμο. Η ποψη τι τα δημιουργματα της τχνης συνιστον αυτνομη κφραση της ομορφις οδηγε στην αντιπαρθεση, ακμη και στη σγκρουση, τχνης και πραγματικτητας. Στη λογοτεχνα το περιεχμενο υποβαθμζεται, εξαρεται η σημασα τη μορφς κι επιδικεται η γλωσσικ εκζτηση. Η λογοτεχνα τσι αποδεσμεεται και καταδικζει κθε ννοια διδακτισμο, ηθικς και φιλοσοφας. Οι θεματικς επιλογς της αισθητιστικς πεζογραφας εναι συναφες με την αντληψ της για τη σχση της λογοτεχνας με τη ζω. Προβλλεται το εξωτικ, το αποκλνον στοιχεο, το φανταστικ. Ο Ροδοκανκης αποτολμ μιαν απδραση στο παρελθν, αναπολντας μες στην αχλ της ωραιοπαθος και μελαγχολικς διθεσς του τα παιδικ και νεανικ του χρνια (Το φλογισμνο ρσο), δημιουργε να φανταχτερ δικοσμο γρω απ τον παρφορο ρωτα 2 νων που κορυφνονται και σβνει με το θνατ τους (το βυσσιν τριαντφυλλο). Στη σχση του αισθητισμο με τη decadence ιχνηλατονται οι καταβολς της ντονης πεσιμιστικς τσης του. Τα κυριτερα γνωρσματα της συγγραφικς του ταυττητας θα μποροσαν να συνοψιστον ως εξς: Ωραιολατρεα, αισθησιασμς, ηδονισμς, αριστοκρατηκς κλσεις και πεποιθσεις που εκβλλουν ανυπερθτως στον νιτσεσμ. Πεισιθνατη διθεση κι εξομολογητικ τση.
    Τα ργα μεζονος σημασας του Ροδοκανκη τα συνχει ενιαα αντληψη ποιητικς-λυρικς διθεσης που πηγζει απ τον αισθητισμ. Αρκετ περιγραφικ μρη απ αυτ, αν απομονωθον, μεταδδουν την ασθηση πεζν ποιημτων. Κατ' αντστοιχο τρπο, κποια απ τα πεζ ποιματ του θα μποροσαν να θεωρηθον προδρομικς συμπυκνσεις των αφηγημτων του. Χρσιμο εναι τρα να επικεντρωθε η προσοχ στις γλωσσικς επιλογς του. Η μετβαση απ την αρμονικ και καλαισθητικωττη πραγματικς καθαρεουσα του De profundis, σε μια συνηθισμνη δημοτικ, δε φανερνει απλ την πια υιοθτηση του, της γλσσας που ττε τεινε να υπερισχσει στον ελληνικ λογοτεχνικ λγο. Σημανει τη στροφ του απ τη γλσσα του σχολειο στη γλσα της τχνης -τη στροφ απ τη γλσσα της ποιητικς αρμονας και καλλιπειας στη γλσσα της πεζογραφικς παραστατικτητας και πισττητας.

     Ο αφηγηματικς ιστς του Φλογισμνου ρσου πλκεται γρω απ να πυρνα: Ο νεαρς συγγραφας για να ξεφγει απ τα απειλητικ δχτυα της προασθησης του θαντου που τον ακολουθε απ τα παιδικ του χρνια, επιλγει ως οδ σωτηρας τη ζω του ιερωμνου. Μσα απ τις εμπειρες του μως απ τη Θεολογικ σχολ της Χλκης που φοιτ, θα καταλβει πως ανκει στην εντελς αντθετη κατεθυνση. Στο ργο αυτ ο εξομολογομενος συγγραφας φανερνει συχν τι πρασε τον καιρ του στη σχολ σαν περεργος και δσθυμος επισκπτης. Εντοπζει τη προσοχ του στον αρχιτεκτονικ δικοσμο του μοναστηριο και στο διονυσιασμ και στη καταπιεσμνη σεξουαλικτητα των καλογρων. Αποζημινει με τον περτεχνο γλωσσικ δικοσμ του, να λγο βασισμνο στη καλλον της λογοτεχνικς γλσσας, σμφωνα πντα με το αισθητιστικ ραμα του συγγραφα.
     Το βυσσιν τριαντφυλλο χωρζεται σε 2 μρη. Εχει ως θμα την ερωτικ ιστορα του νεαρο ζωγρφου Γιργου και της Βρας. Στο 1ο μρος, μσα απ τις σκρπιες αισθαντικς ημερολογιακς εγγραφς του Γιργου, που καλπτουνε διρκεια 1 τους, ο αναγνστης συνεννει τα δισπαρτα στοιχεα της πλοκς που υφανεται γρω απ το σφοδρ, αλλ και πλατωνικ ερωτικ ασθημα των δο νων. Στο 2ο μρος νας φλος του Γιργου αφηγεται το θνατο του ζευγαριο το δειλιν της διας μρας που οι δο εραστς ενθηκαν με τα δεσμ του μυστικο τους αρραβνα. Παραδομνοι στον διονυσιακ παγανισμ τους ο Γιργος κι η Βρα περιδιαβζουν φιπποι την ακτ της Ελευσνας. Η Βρα, ταν βλπει να πλησιζει μια τρομερ καταιγδα, καταλαμβνεται απ ιερ μανα κι ορμ στα κματα για να βρεθε στον κυκλνα του φυσικο φαινομνου και να το ζσει, αντιμτωπη με αυτ, σο πιο κοντ μπορε. Ο Γιργος προσπαθε μταια να τη σσει, ως τη στιγμ που βυθζονται κι οι δυο στον υδτινο τφο τους. Πρκειται για ατχημα για αυτοκτονα;
     Ο Γιργος κι η Βρα, ζντας στη χλιδ και στην ευμρεια των αριστοκρατικν τους οικογενειν, απαλλαγμνοι απ βιοτικ προβλματα, χουν μια ντονη φεση ζως. Η μνιμη ευπθει τους τους οδηγε σε νοσηρτητα. Οσο φουντνει η αγπη τους γνονται σαν τις πεταλοδες που καγονται απ την ολθρια δναμη του φωτς, που εδ εκπμπει ο μεγλος ρωτας. Εδ ο αισθητισμς του Ροδοκανκη κορυφνεται μεγαλειωδς. Η περιγραφ της καταιγδας εναι μεγαλειδης. Ο λυρισμς κι ο αισθησιασμς του φους, ιδιατερα στις ερωτικς σκηνς, οδηγον σε κορυφσεις που πλημμυρζουνε τον αναγνστη απ ερωτικ, ανυπρβλητη μαγεα. Απ την λλη μως πλευρ τα πρσωπα μνουν αποκομμνα απ την εξωτερικ πραγματικτητα κι η αφηγηματικ οργνωση εναι χασματικ. Ανεπιφλακτα το στοιχεο κενο που κνει τα ργα του αξιανγνωστα εναι η περιγραφικ-διακοσμητικ τχνη του που μεταμορφνει την πραγματικτητα σε κτι το αδαμντινο, σε κτι κρυστλλινο. τσι στις σελδες του παγιδευμαστε σε ανεπανληπτες στιγμς σπνιας γλωσσικς μαγεας που αναβλζει μσα απ τις περιγραφς κι αντστροφα.



     Απ παπαδοπαδι της Χλκης βρσκεται υμνητς του Σατν, απ αριστοτχνης της καθαρεουσας περν στις επλξεις του δημοτικισμο, απ τον αισθητισμ και την ωραιοπθεια βουτ στην ηθογραφα και τη πραγματικ ζω, απ αμφιλεγμενο πρσωπο των λογοτεχνν γνεται τιμμενο πρσωπο στο σπτι του Παλαμ, απ τη μυσταγωγα της σαρκς αναζητ τις ηδονς του πνεματος, απ την μνηση του υπερανθρπου βρσκεται κηδευμενος στα 36 του στο παρεκκλσι του Ευαγγελισμο, ερμαφρδιτος κι ανδργυνος, μυστικιστς, σκηνοθτης αυτοκτονιν, προφτης του βυζαντινισμο, flauner της Πλης, διαθεματικς, πρδρομος του υπερρεαλισμο, εσττ και φυματικς και πσα ακμη μπορον να ειπωθον για μια πολυσχιδ προσωπικτητα που ζοσε στην επισφλεια ενς διαρκος πειραματισμο. σα και να ειπωθον ισχουν σχυσαν κποια στιγμ στη ζω του, που μοιαζε με γενναα φρσα ενς αριστοκρτη. Να γιατ δεν γινε αρκετ αποδεκτς στον καιρ του εν κι οι φιλλογοι εκφρζονταν με αμηχανα αν χι δυσθυμα για το ργο του. Η απουσα ενς ενοποιημνου στυλ δημιουργοσε περιπλοκς στα ακαδημακ σχματα, εν κι αυτο που τλμησαν να προβονε σε γενικευμνες κρσεις για τη δουλει του χσανε το στοχημα, ξεπερστηκαν, ειδικ μετ την εισαγωγ νων δεδομνων στην ρευνα.
     πως και να 'χει, αν υπρχει κποιο στοιχεο που ενοποιε το ργο του σε λογοτεχνικ σμα, αυτ δεν εντοπζεται στο στυλ στο περιεχμενο των κειμνων. Πρκειται για κτι εξωλογοτεχνικ, που ενσκπτει πριν ακμη συμβε το πρασμα στο χαρτ κι εναι ακριβς αυτ που το διαφοροποιε απ τους λογοτχνες της εποχς. νας ζωοποις ναρκισσισμ που τον απελευθερνει και του δημιουργε επιταχνσεις ως προς την αναζτηση μιας εξωκοινωνικς αλθειας. Μια εκκλησιαστικ πστη στον εαυτ του, που ο διος θα την ονομσει "εγωσμ απερου" και του χαρζει μιαν "αυτοπεποθησιν αγαν", μια εγωτικ δυναττητα να εμπιστευτε τη διασθησ του και να ξεφγει απ το καθεστωτικ πεδο της κφρασης. Γρφει ο διος στον Στιφρχη του κοιτντας απ ψηλ κατ τη Καλαμπκα: "Και πνω στη κορφ αυτς της πυραμδας υψωμνο βρθηκε το πνοπλο εγ μου, αυτ και μνο φωτιζμενο διο λαμπρ μετωρο…".
     Συνεκδοχικ, μιλντας για φυγκεντρο ναρκισσισμ που 'χει αφαιρσει απ μσα του τη φιλοδοξα, αποκρυσταλλνεται σε αναγκαιτητα, και διαχωρζεται απ τον ναρκισσισμ της αυταρσκειας που ξεπφτει σε επιθυμα κοινωνικς ανλιξης κι εξαντλεται σε δημσιες σχσεις, κολακεες κι ενοτε ραδιουργες. Υπρχει μσα του νας φιλσθενος εσωτερικς κσμος που βαστ τα γκμια μιας γενικευμνης ωραιοπθειας που υπακοει στο "Παν σμα γυμνν, εναι νας ελεφντινος" αλλ κι ενς δυναμικο λυρισμο που τον αναγκζει να ομολογσει απ το 1ο του κιλας βιβλο πως "Η κεφαλ μου φλγεται. Φαεινς στφανος δφνης περιλοει με μπνευσιν το πυρσσον μου μτωπον". πειτα θα γνει πιο σαφς ως προς το κλεσμα της κστασης: "Σκυφτς απνω στο στασδι μου εχα τα μτια ττες ανοιχτ, μα τποτε δεν κτταγα, γιατ το βλμμα μου τανε γυρισμνο απ την ανποδη και παρακολουθοσε πνω στον ορζοντα της σκψης μου να ξετυλγεται λη της ιστορας μας η ποηση".


     Γι' αυτ κι ταν γρφει δεν χει απναντ του τον αναγνστη κποιον κριτικ. τλος πντων μπορε να χει ελχιστους, στω και φανταστικος, που του παρχουν μως την απλυτη ελευθερα να γνει νας μοναχικς διαβτης στα καλλιτεχνικ ρεματα. Εξ ου και στραπατσρει τις αναγνωστικς προσδοκες, δε θλει να εδραισει να στυλ, πργμα απαρατητο για να χτιστε η φμη. Για την ακρβεια εναι ανκανος να το κνει, ανκανος να πειθαρχσει σε κτι πραν της μοναδικτητς του. Γι' αυτ και το sui generis ργο του ενχει την ννοια του χειροποητου, εναι πολυδιστατο και διαθεματικ, αναγεννται συνεχς κντρα στους μηχανισμος της γραφς και τελικ ο συγγραφας στκει ανμπορος στο χτσιμο ενς ευρος κοινο. Με ναν περεργο τρπο μως το δικ μας παρν πλησασε περισστερο προς την ατομικτητ του κι απομακρνθηκε απ το λγιο κκλο του Ξενπουλου και του Δροσνη που πρωταγωνιστοσαν ττε. Φανεται πως αυτ το φιλσθενο παιδ απ' τη Σμρνη βρισκτανε πολ μπροσττερα απ την εποχ του. Μπροσττερα θα πει απλς τη προσφορ ενς μεγαλεου ευχαρστησης που σου προσφρει η ανγνωση του ργου του σμερα, καθς βρσκεται μονμως στραμμνο σ' ναν απαστρπτοντα λυρισμ που απαντ στο εδ και το τρα παζοντας μπουνις με ,τι ορθολογιστικ μας τρει τη ψυχ.
     2 παραλειπμενα που αξζει να αναφερθον: Τη 1η εκδοχ του Τριαντφυλλου τη διβασε σε μια στεν ομγυρη καλλιτεχνν μας λει ο Παλαμς και μεταξ αυτν τανε κι ο Περικλς Γιαννπουλος, που εμπνεστηκε απ την ανγνωση της ιστορας και τον τρπο της αυτοκτονας του 2 τη μετ. Επσης απετλεσε την αφορμ για να φτσει ως τα δικαστρια με το Χρηστομνο, που τονε κατηγρησε πως κλεψε την ιδα απ το θεατρικ του ργο Τα Τρα Φιλι: Τραγικ Σοντα Σε Τρα Μρη. Το σημεο που τα 2 κεμενα συγκλνουν εναι κε που οι εραστς κνουν ρωτα μσα σε εκκλησα -στο δε Βυσσιν Τριαντφυλλο πνω στους τφους των Νατν Ιπποτν της Μονς Δαφνου- και μετ την ολοκλρωση της ερωτικς πρξης αυτοκτονον. Αυτ εναι η 1η δκη στα ελληνικ χρονικ για πνευματικ δικαιματα κι εληξε χωρς νικητ καθς ο Παλαμς ως μρτυρας κατθεσε τι στη τχνη και τη δημιουργα αυτο του εδους οι διεκδικσεις πατρτητας εναι περιττς και πως αν το πολ-ψειρσουμε το σημεο της διαμχης κι οι 2 χετε κλψει να νεαρ απ τη Κρτη ονματι Κρμα Νιρβαμ (ψευδνυμο του Καζαντζκη που υπγραψε το φις & Κρνο, στα 20 του). Η τελευταα φρση που ακοστηκε στο ειρηνοδικεο ανκει στο Ροδοκανκη: "Στο κτω κτω κριε Χρηστομνο μου, τι σχση μπορε να χουν μεταξ τους τα ργα μας, εφσον στο δικ σας οι εραστς δδουν μλις τρα φιλι, εν στο δικ μου δδουν χλια".
    Η τελευταα οικα των Ροδοκανκηδων -το σημεριν συλο Ανιτων στην Αγας Ζνης στη Κυψλη-βρσκεται στο σημεο ακριβς που εχε στσει το αντσκην του ο Κιουταχς κατ τη πολιορκα της Ακρπολης. Εκε χτισε, λγα χρνια μετ, και την παυλ του ο αρχηγς του Βρεττανικο Στλου της Μεσογεου, Νααρχος Σερ Μλκολμ, γοητευμνος απ το κλμα της Αθνας και το εξωτικ κι ρημο χωρι Πατσια. Ξρουμε πως το οκημα αποτελε ργο των Κλενθη και Σουμπερτ και πως πριν φτσει στα χρια των Ροδοκανκηδων, κατοικθηκε απ το Σπυρδωνα Τρικοπη και τη Δοκισσα της Πλακεντας, στεγζοντας για να διστημα ακμα και τη Γαλλικ Πρεσβεα. Εκε υπρχει σμερα μια μαρμρινη σκαλιστ επιγραφ, χωρς ημερομηνα νομα, που απλς γρφει "Στη μνμη ενς μικρο παιδιο".

     Το 2008 ανβηκε θεατρικ διασκευ του Βυσσιν Τριαντφυλλου, απ τη θεατρικν ομδα χι Παζουμε, σε σκηνοθεσα Γιργου Σαχνη και δραματουργικ ρευνα του κοινωνιολγου ρη Ασπρολη. Το 2019 ανβηκε στο προαλιο χρο του Ασλου Ανιτων (τελευταα Αθηνακ οικα της οικογνειας Ροδοκανκη) και στο Jubilee Theatre (Roehampton University) στο Λονδνο, η θεατρικ παρσταση Στη Μνμη Ενς Μικρο Παιδιο σε σκηνοθεσα Ιλης Ανδρεδη κι ρευνα αρχεου και τεκμηρων του ρη Ασπρολη, που βασιζτανε στη ζω του Ροδοκανκη, στις απκρυφες πτυχς των γραπτν του και στις ανκδοτες ιστορες γρω απ τη ξακουστ οικογνει του.

ΡΗΘΕΝΤΑ ΤΟΥ:

     Οι δρμοι της Σμρνης και προ πντων οι απκεντροι, τις μεσημεριανς ρες και τις βραδυνς, ταν υπρχει ησυχα, γεμζουν απ ζευγαρκια, κι η καθεμι με το γιαβουκλο της, κορτσια καλν οικογενειν, μεσαας τξεως και του λαο, λες φρδην-μγδην εκε καταλγουν, πσω απ μνδρες, που οτε αστυνομα, οτε καμμα λλη επβλεψις υπρχει, για να επρχεται ως κατευναστικν του ακατασχτου ενθουσιασμο της μικρς ηλικας. Η αλθεια εναι πως αυτ δεν συμβανουν μνον εις τας αποκντρους συνοικας, αλλ κι εις εκενας που εναι ‘’περαστικς’’, καθς λγουν στη Σμρνη, απ τα παρθυρα και απ τις πρτες των οποων, ημπορε να συμπερνει κανες τι τα νιτα σ’ αυτ την πλη κατχονται απ καλπζουσα ερωτοπθεια, που εξηγεται απ μια αντθεση, την οποαν κανες δεν θα επερμενεν. χι δηλαδ απ εμπδια, αλλ απ την ευκολα με την οποαν συνπτονται τα συνοικσια.

     Εσαι νθρωπος χρυσς, το πιστεω· αλλ δι' αυτ ακριβς υποχωρες εις οιανδποτε δναμιν. Εγ προτιμ να εμαι κατασκευασμνος απ μταλλον κατωτρας ποιτητος, το οποον να μην εκτιμ ο κσμος, αλλ και να μη ημπορ να λυγση.
                         -De Profundis

ΕΡΓΑ ΤΟΥ:

Ποηση

• De profundis. Αθνα, τυπ.Εστα, 1909.
• Ο Θραμβος· Πεζ τραγοδι. Αθνα, κδοση του περ. Παναθναια, 1912.

Πεζογραφα

• Βυζαντιν Τρπτυχα. 1916.
• Το φλογισμνο ρσο. Αθνα, τυπ.Εστα, 1911.
• Το βυσσιν τριαντφυλλο. Αθνα, Φξης, 1912.
• Μσα στα γιασεμι· (Σμυρνακ Διγημα). Αθνα, κδοση του περ. Χαραυγ, 1923.

Θατρο

• Ο γιος Δημτριος. Αθνα, 1922.
• 3 μονπρακτα: Η θεατρνα, Ο πιερτος, Το τσακλι, (παραστθηκαν 1912 θασος Κυβλης χωρς επιτυχα)
• Η Κλυταιμνστρα (επσης, αλλ τελικ λα πια εναι λησμονημνα)

Μελτες

• Βυζαντιν πολπτυχα. Αθνα, τυπ. Εστα, 1916.
• Η βασλισσα και αι βυζαντινα αρχντισσαι. Αθνα, Ζηκκης, 1920.

     Ββαια πρπει να προστεθον χρονογραφματα, ταξιδιωτικς εντυπσεις, επιστολς και λοιπ λογοτεχνματα που δημοσιεθηκαν - κι αδημοσευτα ακομα- στον ημερσιο και περιοδικ Τπο που παραμνουν αθησαριστα.


================

 
                                                  Σατν

Θλω να ιδ τους δυστυχες,
που δια παντς στερθησαν
της ανταγειας των ουρανν·
θλω να διεισδσω
μχρι του βθους της γης,
να διατρξω λων των ζοφερν
κατοικιν των. Τι χω να φοβηθ;   Αριστο

Σε αγαπ διτι βασανζεσαι εις τας φλγας.
Μακρν του Παραδεσου της τρυφς, υποφρει η αθνατος παρξς σου το σκτος και το πυρ της Κολσεως.
Μνον δια το σφλμα σου ο Σαβαθ δεν ησθνθη ευσπαγχναν, δεν ευρκε συγγνμην.
ταν επνω εις τα κυαν των ουρανν λιθστρωτα ωδηγες ξιφρης τας φλαγγας των Δυνμεων, κτω απ αργυρς ασπδας εκρπτοντο οι Αρχγγελοι, οι μεγλοι εχθρο σου.
Το μνον σου παρπτωμα υπρξεν τι ηγπησες υπερμτρως τον νθρωπον.
συρες απ την πορφραν των πτεργων σου τον θσανον ενς πτερο, εβθισες την ελεφντινην αιχμν του εις τον φλογερν το ηλου κρατρα, και επ του μετπου των πρωτοπλστων θηκας ως διδημα με χαρακτρα διπυρον, το σημεον της Γνσεως.
Εσαι ο ευεργτης των ψυχν.
Ο πρτος και ο μνος εσαι μρτυς της προδου.
Προσλαβες την απολυταρχαν του μεγλου Ιαβ, ενργησες αυτοβολως και μας εθεοποησας, πως εκπσης του φαεινο σου αξιματος.
Αλλ’ εις τας καρδας εκενων οι οποοι εννοον, θα διαμνης η ευγενεστρα, η γλυκυτρα μορφ εσαε.
Εκυλσθη απ τους κρυσταλλνους των νεφελωμτων πργους εις την σφαλτον της αβσσου, χριν μιας ιδας αλτρουστικς, το ατομικιστικτερον εκ των πνευμτων, ο Προμηθες λων των θρησκευμτων και των μυθοπλασιν.
Απ τα σκοτειν φρατα που κθειρκτον σε κρατοσι οι λεγενες των Σεραφεμ με τας εκ μετλλου μορφς, ακοω να αναβανη ο πνιγηρς γλως σου, ο οποος δεν διαφρει καθλου απ στεναγμν.
Ομο με το ψαλλμενον -Χαλλλου Γιαχ- ενς Χεροβ παμμεγστου, το οποον εκτυλσσει την πρασνην μεγαλειτητα των πτεργων του, μσα εις θυμιματα κοσμικν συστημτων, ακροζομαι την παγερν ηχ της απεγνωσμνης ειρωνεας σου.
Γελς εκε κτω, διτι βλπεις την προσβλητικν κπληξιν των κατηραμνων ψυχν.
Σε ενμιζον σμμαχο· εν συ ο μγας εσαι δικαστς και τιμωρς.
Σρεις τας ξηρς μεμβρνας των αγκυλωτν πτεργων, μαρα ρσα του μοναστικο σου βου, μακρν απ το φως, απ τα χρματα και τας εικνας της δημιουργας.
Εις τα πνιγηρ κελλα του μοναστηριο, που αι ψυχα ρακνδυτοι, ωχρα και ειδεχθες, νηστεουν και προσεχονται μετανοοσαι, ροφ το αχρον βλμμα σου λην την αγριτητα ενς εγωισμο απερου, εκδικουμνου μαν αυτοπεποθησιν αγαν.
ταν δε προς το εσπρας ρπτεσαι εξηντλημνος εις τα φλγοντα του δου κατφλια, διακρνεις αν τα λευκ τενγη της πλσεως να πτερυγζη ο μγας αντζηλος.
Ο Ταξιρχης ρυθμζει εις αρμονας ουρανων οργνων, τους εκστατικος χορος των σφαιρν.
Τα χιονδη μως πταλα των ανθων τα οποα κρατε, ταλαντεονται, ππτουν επ της Γης και μαρανονται.
Και μνον ττε, ττε μνον εγερεις το υπερφανον μτωπν σου, και το εξογκομενον στθος σου που τα ευγενστερα των αισθημτων πλημμυρον, βο εις να χον της Αποκαλψεως, εν ω τα στρα αχνζουν, διαλονται, και στζουν προ των ποδν σου:
Γαβριλ· ρχων Γαβριλ· δεν θα μεθης τας ψυχς επ πολν καιρν ακμη, με το βλσαμον των μαγευμνων σου φυτν. λλοτε επεσκπτεσο τον κσμον· δοκμασε να τον εγγσης τρα με την πτρυγα. Τα φλτρα δια των οποων προσπαθες να υπνωτσης την δινοιαν, γνονται στκτη. Ο καπνς εθλωσε την δξαν σου. Εναι το πυρ της Γνσεως, η φλοξ εκενη η πολτιμος, παν ,τι ρπασα απ του θρνου του Κυρου σου πως προικσω την ψυχν. Η Κρσις, η οποα θα εξαπλωθε μαν ημραν εις την ανθρωπτητα, θα σχηματση με τα κρνα σου μγαν φανν. Θα την φωτση, θα με δικαιση, και διαρρξη τα δεσμ της ατιμας μου. Ττε θα αναρριχηθ εις τας χρυσς επλξεις του Αδωνα, θα ρψω εκ του θρνου του Εκενον ο οποος απ φβον με κρατε εδ και ττε, αετ σκληρ στις μου σχιζες το παρ, θα σου μαδσω τα πτερ· ττε θα θρυμματσω εις τους βρχους του Καυκσου, το αιματηρν σου ρμφος και τους νυχας.

Δξα κι παινος, στον Ουραν ψηλ
ω Σαταν, που βασιλεεις,
ως της Κoλσεως τα βθη που κυριεεις,
και ονειρεεσαι στα σιωπηλBaudelaire

                                            Η Ουραντσα

     Ακμη θυμμαι τη μικρ ξλινη σκλα που ανβαινε στο ηλιοφτιστο δωμτιο. Περνγαμε απ να αυληδκι ψηφιδωμνο με χαλκια κυαν, που στη μσην απλωντανε η σπρη γλστρα με τα φανταστικ κλαδι της τα πελρια. Στο βθος, πλεκε το δχτυ της μια πρτ’ απ χοντροκομμνες βργες πρσινες. Πσω της, γεμτος ποπουλα, φλλα λαχνων και κουτσουλις, βρισκτανε ο ορνιθνας και καθ’ απγευμα π’ ανογαμε τα καλαθκια μας και μασουλζαμε το κεντ, μπροστ σ’ αυτ την πρτα, βγζανε τα κεφλια τους οι κτες, καπελωμνες κοκετστηκα με το φρυγικ τους σκοφο να γυρψουνε με κωμικν ανυπομονησα το μερδικ τους.
     νας κκορας χρυσοπρφυρος λυγιζτανε κποτε σαν τξο και ριχντανε να κνη λυμα κατ’ απ τα βλη της επιθυμας του, πτε την σπρη, πτε τη σταχτι, πτε τη μαυροφορεμνη γυναικολα του. Εμες χτυπγαμε ττες τα χρια και φωνζαμε λα μαζ για να γλυτσωμε τη δστυχη απ του ντρα της τη φτρνα, λγοντας πως κποια βρισι θα τοπε κι’ αυτς τρα την δερνε για τη φρη σε θεογνωσα. Μα οι δασκλες κοκκινζαν, κτι κρυφλεγεν η μα στης αλληνς τ’ αυτ και πειτα γυρζοντας κυτζανε τ’ αγρια με κτι μτια παρξενα, σαν τις ματις ρχνοντας εκενες που βλπουνε με δυσαρσκεια, να κρμεται η αγουρδ’ απ το κλμα, ταν τα χελια, μεσ’ το κμα του μεσημεριο, να δροσιστον επιθυμον με ργες ζουμερς, ζαχαρωμνες.

     Μλις τα θυμμ’ αυτ που γρφω, πως μεσ’ απ το νερ το κοιμισμνο μιας λμνης μικρς, καθρεφτζονται αμφβολα ο βυθς ο χνουδωτς που τρομζουν και τρμουνε, στο πρασμα κποιας μδουσας φανταστικς, μακρυς, αναμαλλιρες λγες.
     μανε δεν μουνα πντε χρον. Με πγαινε σκολι μια δουλ’ απ τη Νξο, η Χρυσνθη. Θαρρν ακμη πως μ’ αγγζει η χοντρ επιδερμδα του χεριο της πομοιαζε σαν τσχα πρστυχη. Βιβλα δε μου δκανε ακμη. Η δασκλα μου, η κυρ’ Αριδνη, μ’ παιρνε στα γνατ της, με χιδευε, μβαζε στο στμα φτες πορτοκλι, και κποτε μου κλλαγε στο στθος με μια καρφτσα καμμι φανταχτερ ζωγραφι, να μεγλο τριαντφυλλο, μια πεταλοδα το αινιο χρι με το σπρο ταντελλνιο μανικτι, που κρατε πννα και γρφει.
     Η κυρ’ Αριδνη, η πρτη μου δασκλα, τανε πολ ξανθ, γεροντοκρη, με μτια χρμα γαλαν και σπρο μαζ, να μεγλο στμα παντ’ ανοιχτ, και κτι χελια, που αν η αξα του φιλιο πρεπε να λογαριζεται με την ποστητα, χωρς λλο αυτ θα εχε το ρεκρ στο πιπλημα, πνω σε χλιαρ στμα μελαχροινο αγαπητικο.
     Οι αναμνσες μου αντηχνε τωρ’ απ τα περασμνα, σαν τους μυστηριδικους εκενους χους που ξομολογονται τνα στ’ λλο, τα παλαι πιπλα, ακουμπησμν’ απ χρνια σε καμρες αρχοντικς, ερημωμνες.
     Θυμμαι εν’ απγεμα, με σκωσαν και πγα κοντ στο τραπζι. Εκε βρισκντανε σωρο φασλια κτασπρα. Η δασκλα μ’ βαλε να σχεδισω μ’ αυτ να γιγαντιαο Α, βαστντας και διευθνοντας η δια τα δκτυλ μου. Ω η ακατρθωτη εργασα! Πς τρεμεν ολκληρο το κορμ μου απ τη συγκνηση της δοκιμασας! Για να μου δση περισστερο θρρος, μια που εδε πως απ την ταραχ μου λιγυζταν το κεφλι, φναξε με τη μιλι της που τλιγε κθε λξη της, θαρρες, μσα σε κροστες απ σλιο:
-Ουραντσα, λα να το σχεδισης και συ.
     Πλι μου σε λγο, διο ακριθκι του κμπου, κτι ακριθκια που διπλνουν στα πλευρ των ρδινα φτερκια και πηδντας σχεδιζουνε καμπλες τρισχαριτωμνες, ρθε και στθηκεν να κοριτσκι, σως μερικος μνες πιο μεγλο απ μνα. τανε κατακκκινο, γουρλωμτικο και ξανθ. Τα μαλλι του δνονταν σαν κερατκια μικρο αρνιο, απ τα πλγια. Η Ουραντσα τανε σοφ. Κατρθωσε να σχεδιση μνη της με τα φασλια, το μυστηριδες σχμα. Την εθαμαζα. Η Ουραντσα τανε για μνα κτι τι υπροχο. Την κταζα με τρμο μαζ και αγπη. Χωρς να ξρω πς, πγα κοντ της, τσι σα να γρευα προστασα.
-Σκψε και φλησ τον, ξεφνησεν η δασκλα στην Ουραντσα.
     Κενη ρχτηκε να μου κολλση να σκαστ φιλ στο μγουλο, μα ‘γω υπερασπστηκα την τιμ μου με τα νχια και τα δντια κραυγζοντας γοερ. Γιατ πριν λγες μρες εχ’ ακοσει να γνεται σοσουρο για μια κρη που ξφνου πρστηκεν η κοιλι της. πως βρισκμουνα κοντ στη μαμ και στις λλες γυνακες, σκωσα το μουτρκι μου ν’ ακοσω το τ και το πς, αν και δεν καταλβαινα γρυ. Ττε μια απ’ τις γυνακες σχεδιζοντας με το στμα της να τερστιον μικρον, σαν νοιγμα πηγς οποθε τρεχεν η αρετ, διεκρυξε με αυστηρτητα για ν’ ακουστ απ μνα: «Ββαια, αφο την φλησε ξνος νθρωπος στο στμα, φυσικ τανε να φουσκση». Φαντζεται λοιπν ο καθνας την απελπισα μου σαν εδα τα χελια της Ουραντσας τοιμα να με υποβλουν στην παραμρφωση της εγκυμοσνης. πειτα δεν ξερα καλ καλ τι μουνα, κορτσι αγρι, μια και που εχα μακρυ μαλλι και φραγα ποδις, ροχο ουδτερο, αχαρακτριστο.
     Το απγεμα μως, ταν σκολσαμε, διασκλισαν οι παιδικς μας κνμες την πρτα του δρμου πηγανοντας με παρλληλο βηματισμ.
Η Ουραντσα τανε γειτνισσ μου. Ερχτανε και μ’ παιρνε απ το σπτι ταχτικ, κι τσι πλι γυρνγαμε το μεσημρι και το βρδυ πσω. Οτε αυτ μα οτ’ εγ μποροσαμε πια να κνωμε ο νας δχως τον λλο. Τ’ ανοιξιτικ’ απογματα μαζωνμαστε μαζ μ’ λλα παιδκια μπροστ στην οξπορτα, πιναμε χρι με χρι, ανοιγμαστε σε κκλο, γυρζαμε και χορεαμε τραγουδντας, ταν τα πιο ψηλ παιδι της γειτονις, (η ηλικα μετριταν ττες με το μπι), κρατντας καλμια μ’ να μεγλο παν στην κρη, παραφυλγανε να χτυπσουνε τις νυχτερδες που θα γλστραγαν απ τ’ ανογματα των τοχων, σα εχανε σκιστ απ τους σεισμος και τις βροχς.
     Ο χορς μας στηντανε τις πιτερες φορς κτω απ το φεγγρι, ταν τα κεραμδια των σπιτιν ψαλδιζαν στους αντικρυνος τοχους δαιμονικ πρινια λο πηχτς σκις. Η Ουραντσα ττες με τη φωντσα της που εχε μσα στα τσακσματ της την κελαδιστικ τρλλα του μαντολνου, τραγοδαγε με παραφορ:

Κ-ψ μια παπαρονα
Τραλαλ λαλ – λαλ…

και την ακολουθγαμε λα μισοπνιγμν’ απ την πολλ την ευτυχα:

Κ-ψ μια παπαρονα
Καλ μου κηπουρ.

     Απ κτι μεγλες που ανβαζαν τις κορφς τους πνω απ τις στγες, στα μσα του δρμου, κει κατ που βρισκτανε ο φορνος του μαστρο-Γιννη, σαν τανε η εποχ που εστολζονταν διες νφες με τα λευκ λουλοδια τους, αργοχυντανε και μας παρχυνε μια ευωδι, θυμζοντας λεμνι και ζυμρι.
     να ττοιο βραδυν, κει που χορεαμε πιασμνα λ’ απ το χρι κι η Ουραντσα φορντας να φουστανκι απ τστι κλαδωτ πδαγε τινζοντας τα μαλλι της πνω στους μους της και τραγουδντας ενθουσιασμνα

Τραλαλ – λαλ λαλ…

τινχτηκε χμω σε μια πτρα του καλντεριμιο κι σκισε το κοτελ της. λα τα παιδι μπξανε τις φωνς και σκορπστηκαν. Τρξανε απ κπου κι χυσαν αγιασμ στο μρος που γνηκε το πσιμο. Σηκωτ την πγανε στο σπτι της και οι μητρες βγκανε στις πρτες με λαχτρα, κι’ ρχισαν να μαλνουν τα παιδι τους, σρνοντας τις φωνς τους για να τις κνουν πιο επσημες.
     Την λλη μρα, πγα, τοχο, μονχος μου στο σκολι. Το διο και τις ακλουθες. πειτα ξφνου, εν’ απγεμα, τσι σαν ν’ κουσα πως η Ουραντσα πθανε…
     Βδομδες πρασαν και στις σαρντα μρες χτπησεν η πρτα και μας φρανε, μσα σ’ να πιτο σκεπασμνο με σπρη πετστα, μικρ ψωμκι ζυμωμνο με το μλι και πασπαλισμνο με κανλλα. Πνω του τανε χαραγμνος νας σταυρς και το μονγραμμα του Χριστο. Η γιαγι μου σαν μου τδωκε να το φω, με συμβολευσε: «Συχωρεμνη νναι, πες το και συ παιδ μου». Επανλαβα τη φρση, μσησα το γλυκ και μυρωδτο ψωμκι και ρτησα: «Γιατ μας τφεραν αυτ το ψωμκι;». Μ’ αποκρθηκε: «Το μοιρζουνε για την ψυχ της Ουραντσας πγιν’ αγγελοδι. ταν πεθανουν παιδκια, αυτ εναι συνθειο να γνεται…». Ανοιγκλεισα ττε τα μτια μου, με πρε το παρπονο κι αρχνησα τα κλματα, νοιθοντας να φρζη ο λαιμς μου απ’ τ’ αναφιλητ, γιατ απ μια κρση λαιμαργας πνθιμης που μ’ εχε πισει και με σπραζε, ερισκα τι λγα μνο απ τα γνωστ μου τα παιδι εχαν πεθνει.

                                                  Φεγγρι

     Την ραν που απλνονται εις τα πεζοδρμια αι σκια των δνδρων, μοιαι με υπροχον κντημα απ αιθερας κλωστς, ο ρωμαντικς, με τον κολλρο του παλτο σηκωμνον ως τα αυτι, απομακρνεται απ τα κντρα και πηγανει να ποτισθε και να βουτξει και να πνιγε μσα εις το ασμι του χειμωνιτικου φεγγαριο.
     Εις τας γωνας των δρμων νυσταγμνα ανοιγοκλεουν τα πρινα βλμματ των η φωτι του κασταν, το φανρι του χωρικο, ο οποος κερν το χρυσ σαλπι εις τα μικροσκοπικ ποτρια του, το καντηλκι του Αγου της ενορας, που ζητε τον οβολν των διαβατν δια να μη ξεραθε το φυτλι εις την αργυρν κανδλαν της εικνος του.
     Φυσ ο βορρης και τα μαρα μαραμμνα φλλα, πριν πσουν εις την παγωμνην γην, δνουν κατ τον ποιητν μαν τελευτααν ευμορφαν εις το τελευταο αυτ ταξδι των, απ τα κλαδι εις το χμα. Με ποαν ελαφρτητα κθονται κατχαμα. Παρ’ λην την φρκην που αισθνονται, αφο γνωρζουν τι πειτα απ ολγες ημρες θα σαπσουν, θλουν η πτσις των αυτ να χει την χριν του πετγματος των πουλιν.
     Εν τω μεταξ, το φεγγρι διαρκς ανεβανει εις το γαλανν βελοδον. να σκυλ με την ουρν μσα εις τα σκλη, κοιτζει την αργυρν ασπδα και ωρεται πενθμως. Το ιερν ζον, το αφιερωμνον εις την Εκτην, αφκε την θαλπωρν του καναπ, επδησε απ κποιο παρθυρον λησμονηθν ανοικτ, και εβγκε να προσευχηθε εις την τρομερν Εφεσαν. Περν να ζευγαρκι, σφικτ αγκαλιασμνο απ την μσην και μη ενδιαφερμενον καθλου δια την ελληνικν μυθολογα και ποησιν. Η σελνη τος χει κολλσει εις τους αστραγλους απ να ζευγαρκι ασημνιες φτερογες, μοιες με εκενες που εστλιζαν τα πδια του Ερμο. Γι’ αυτ δεν περπατον, αλλ χορεουν.
     Το ζευγαρκι απορροφται απ το μυστριον ενς σκοτεινο δρμου, εις το βθος του οποου, με το δκτυλον υψωμνον εις τα χελη, αναμνει ορθα εις την ιερατικ στσιν των αρχαων αγαλμτων, η Ευτυχα. Μια μεγλη ακτνα απ ρευστν ργυρον, κατασταλζουσα δια μσου της σχισμς του παραθρου, θα τους υποδεχθε εις το δωμτιον, που θα απομονωθον απ λον τον λλον κσμον. Και εν σω το φεγγρι εις το στερωμα θα κατρακυλ προς την δσιν, επνω εις το παρκτο θα μετακινεται και η μεγλη ασημνια ακτνα, ομοα με τερασταν βελνην κποιου ρολογιο, που σημανει μνον την ρα ρωτος και ζως.

θνος, 13 Νομβρη 1915

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers