-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: ...

              Βιογραφικ

     Γεννθηκε στις 29 Απριλου 1863 στην Αλεξνδρεια κι ταν το 9ο παιδ του Πτρου Καβφη και της Χαρκλειας Φωτιδη. Πλοσια οικογνεια στην αρχ με εμπορικ υποπρακτορεα στα αξιολογτερα κντρα της Ευρπης, μα ξπεσαν μετ τον θνατο του πατρα το 1876. τσι διδχτηκεν αγγλικ, γαλλικ κι ελληνικ με οικοδιδσκαλους και συμπλρωσε τη μρφωσ του για 2 χρνια στο Ελληνικν Εκπαιδευτριο Παπαζ. ζησε για 3 χρνια (1877-9) στο Λονδνο και στο Λβερπουλ κι λλα 3 μετ στη Πλη (1882-4). Ταξδεψεν επσης και στο Παρσι (1897) και στην Αθνα (1903) κι επστρεψε στην Αλεξνδρεια, που κι μεινε μχρι το τλος της ζως του.
     Επαγγελματικ δυσκολετηκε να προσαρμοστε και μετ απ πρχειρες απασχολσεις σε χρηματιστηριακς επιχειρσεις, αποφσισε να γνει δημσιος υπλληλος και διορστηκε στα 26 του, στο Υπουργεο Δημοσων ργων, που μεινε μχρι τον Μρτη του 1922. Κλειστς, εγκεφαλικς, ευασθητος και με μιαν ντρομη εσωτερικτητα, που τη μεγθυνε ο συνεχς φβος μην ανακαλψουνε τις ιδιατερες ερωτικς του επιλογς, στρφηκε στη μελτη και στη ποηση. 'Αρχισε να δημοσιεει ποιματ του απ το 1886, με το δικ του προσωπικ κι ιδιατερο στυλ που αργτερα ονομστηκε Καβαφισμς.
     Το 1932 προσβλθηκε απ καρκνο του λρυγγα και τελικ πθανε τον επμενο χρνο στο Νοσοκομεο της Ελληνικς Κοιντητας, στις 29 Απρλη 1933, σ' ηλικα 70 ετν.


------------------------------------------------------------------------------------------------

            Εν Τω Mην Aθρ 


Με δυσκολα διαβζω στη πτρα την αρχαα.
"Κ[ρι]ε Ιησο Χριστ". να "Ψυ[χ]ν" διακρνω.
"Εν τω μη[ν] Aθρ, Ο Λεκιο[ς] ε[κοιμ]θη".
Στη μνεα της ηλικας "Εβ[ωσ]εν ετν",
το Κππα Ζτα δεχνει που νος εκοιμθη.
Μες στα φθαρμνα βλπω "Aυτ[ν]... Aλεξανδρα".
Μετ χει τρεις γραμμς πολ ακρωτηριασμνες,
μα κτι λξεις βγζω σαν "δ[]κρυα ημν, οδνην",
κατπιν πλι "δκρυα", κι "[ημ]ν τοις [φ]λοις πνθος".
Με φανεται που ο Λεκιος μεγλως θ' αγαπθη.
Εν τω μην Aθρ ο Λεκιος εκοιμθη.

                      Η Πλις


Επες· "Θα πγω σ' λλη γη, θα πγω σ' λλη θλασσα.
Μια πλις λλη θα βρεθε καλτερη απ' αυτ.
Κθε προσπθεια μου μια καταδκη εναι γραφτ·
κ ειν' η καρδι μου σα νεκρς θαμμνη.
Ο νους μου ως πτε μεσ' στο μαρασμν αυτ θα μνει.
που το μτι μου γυρσω, που κι αν δω
ερεπια μαρα της ζως μου βλπω εδ,
που τσα χρνια πρασα και ρμαξα και χλασα
".

Καινοριους τπους δε θα βρεις, δεν θα βρεις λλες θλασσες.
Η πλις θα σε ακολουθε. Στους δρμους θα γυρνς
τους διους και στες γειτονις τες διες θα γερνς
και μεσ' στα δια σπτια αυτ θ' ασπρζεις.
Πντα στη πλη αυτ θα φθνεις. Για τα αλλο μην ελπζεις
δεν χει πλοο για 'σε, δεν χει οδ.
τσι που τη ζω σου ρμαξες εδ
στην κχη τοτη τη μικρ, σ' λη τη γη τη χλασες

           Η Σατραπεα


Τι συμφορ, εν εσαι καμωμνος
για τα ωραα και μεγλα ργα
η δικη αυτ σου η τχη πντα
ενθρρυνση κι επιτυχα να σε αρνεται·
να σ' εμποδζουν ευτελες συνθειες,
και μικροπρπειες κι αδιαφορες.

Και τι φρικτ η μρα που ενδδεις,
(η μρα που αφθηκες κι ενδδεις),
και φεγεις οδοιπρος για τα Σοσα,
και πηανεις στο μονρχην Aρταξρξη
που ευνοκ σε βζει στην αυλ του,
και σε προσφρει σατραπεες και ττοια.
Και συ τα δχεσαι μ' απελπισα
αυτ τα πργματα που δε τα θλεις.

'Αλλα ζητε η ψυχ σου, γι' λλα κλαει:
τον παινο του Δμου και των Σοφιστν,
τα δσκολα και τ' ανεκτμητα Εγε·
την Aγορ, το Θατρο και τους Στεφνους.
Aυτ που θα σ' τα δσει ο Aρταξρξης,
αυτ πο θα τα βρεις στη σατραπεα·
και τι ζω χωρς αυτ θα κμεις.

     Η Κηδεα Του Σαρπηδνα

Bαριν οδνην χει ο Zευς. Tον Σαρπηδνα

εσκτωσεν ο Πτροκλος και τρα ορμον

ο Mενοιτιδης κι οι Aχαιο το σμα

ν' αρπξουνε και να το 'ξευτελσουν.

Aλλ ο Zευς διλου δε στργει αυτ.

Tο αγαπημνο του παιδ -που τ' φησε

κι εχθηκεν, ο Nμος ταν τσι-

τουλχιστον θα το τιμσει πεθαμνο.

Kαι στλνει, ιδο, τον Φοβο κτω στη πεδιδα

ερμηνευμνο πως το σμα να 'νοιασθε.

Tου ρωος τον νεκρ μ' ευλβεια και με λπη

σηκνει ο Φοβος και το πει στο ποταμ.

Tο πλνει απ' τες σκνες κι απ' τα αματα

κλεει τη πληγ του, μην αφνοντας

καννα χνος να φανε, της αμβροσας

τ' αρματα χνει πνω του και με λαμπρ

Oλμπια φορματα το ντνει.

Tο δρμα του ασπρζει και με μαργαριταρνιο

χτνι κτενζει τα κατμαυρα μαλλι.

Tα ωραα μλη σχηματζει και πλαγιζει.

Tρα σα νος μοιζει βασιλες αρματηλτης

-στα εικοσιπντε χρνια του, στα εικοσιξι-

αναπαυμενος μετ που εκρδισε,

μ' ρμα ολχρυσο και ταχυττους ππους,

σε ξακουστν αγνα το βραβεο.

τσι σα που τελεωσεν ο Φοβος

την εντολ του, κλεσε τους δυο αδελφος

τον πνο και το Θνατο, προστζοντς τους

να παν' το σμα στη Λυκα, το πλοσιο τπο.

Kαι κατ εκε το πλοσιο τπο, τη Λυκα

τοτοι οδοιπρησαν, οι δυο αδελφο

πνος και Θνατος κι ταν πια 'φθσαν

στη πρτα του βασιλικο σπιτιο

παρδωσαν το δοξασμνο σμα,

και γρισαν στες λλες τους φροντδες και δουλεις.

Kι ως το 'λαβαν αυτο, στο σπτι, αρχνισε

με συνοδεες και τιμς και θρνους

και μ' φθονες σπονδς απ ιερος κρατρας

και μ' λα τα πρεπ η θλιβερ ταφ

κι πειτα μπειροι της πολιτεας εργται

και φημισμνοι δουλευτα της πτρας

λθανε κι καμαν το μνμα και τη στλη.

               Μρες Του 1896

Εξευτελσθη πλρως. Μια ερωτικ ροπ του

λαν απαγορευμνη και περιφρονημνη

(μφυτη μολοντοτο) υπρξεν η αιτα:

ταν η κοινωνα σεμντυφη πολ.

χασε βαθμηδν το λιγοστ του χρμα,

κατπι τη σειρ και την υπληψ του.

Πλησαζε τα τριντα χωρς ποτ να χρνο

να βγλει σε δουλει, τουλχιστο γνωστ.

Ενοτε τα ξοδ του τα κρδιζεν απ

μεσολαβσεις που θεωρονται ντροπιασμνες.

Κατντησ' νας τπος που αν σ' βλεπαν μαζ του

συχν, ταν πιθαν μεγλως να εκτεθες.

Aλλ' χι μνο τοτα. Δε θα 'τανε σωστ.

Aξζει παραπνω της εμορφις του η μνμη.

Μια ποψις λλη υπρχει που αν ιδωθε απ' αυτν

φαντζει, συμπαθς, φαντζει, απλ και γνσιο

του ρωτος παιδ, που πνω απ' τη τιμ

και την υπληψ του θεσ' ανεξετστως

της καθαρς σαρκς του τη καθαρ ηδον.

Aπ' την υπληψ του; Μα η κοινωνα που ταν

σεμντυφη πολ, συσχτιζε κουτ.

    Περιμνωντας Τους Βαρβρους

Τ περιμνουμε στην αγορ συναθροισμνοι;
Εναι οι βρβαροι να φθσουν σμερα.
Γιατ μσα στη Σγκλητο μια ττοια απραξα;
Τ κθοντ' οι Συγκλητικο και δε νομοθετονε;
Γιατ οι βρβαροι θα φθσουν σμερα.
Τ νμους πια θα κμουν οι Συγκλητικο;
Οι βρβαροι σαν λθουν θα νομοθετσουν.

Γιατ ο αυτοκρτωρ μας τσο πρω σηκθη,
και κθεται στης πλεως τη πιο μεγλη πλη
στο θρνο πνω, επσημος, φορντας τη κορνα;
Γιατ οι βρβαροι θα φθσουν σμερα.
Κι ο αυτοκρτωρ περιμνει να δεχθε
τον αρχηγ τους. Μλιστα ετομασε
για να του δσει μια περγαμην. Εκε
τον γραψε ττλους πολλος κι ονματα.

Γιατ οι δυ μας πατοι κι οι πρατορες εβγκαν
σμερα με τες κκκινες, τες κεντημνες τγες
γιατ βραχιλια φρεσαν με τσους αμεθστους,
και δαχτυλδια με λαμπρ γυαλιστερ σμαργδια
γιατ να πισουν σμερα πολτιμα μπαστονια
μ' ασμια και μαλματα κτακτα σκαλισμνα;
Γιατ οι βρβαροι θα φθσουν σμερα
και ττοια πργματα θαμπνουν τους βαρβρους.

Γιατ κι οι ξιοι ρτορες δεν ρχονται σα πντα
να βγλουνε τους λγους τους, να πονε τα δικ τους;
Γιατ οι βρβαροι θα φθσουν σμερα
κι αυτο βαριοντ' ευφρδειες και δημηγορες.

Γιατ ν' αρχσει μονομις αυτ η ανησυχα
κι η σγχυσις. (Τα πρσωπα τι σοβαρ που εγναν).
Γιατ αδειζουν γργορα οι δρμοι κι οι πλατες,
κι λοι γυρνον στα σπτια τους πολ συλλογισμνοι;
Γιατ ενχτωσε κι οι βρβαροι δεν λθαν.
Και μερικο εφθσαν απ' τα σνορα,
κι επανε πως βρβαροι πια δεν υπρχουν.

Και τρα τ θα γνουμε χωρς βαρβρους;
Οι νθρωποι αυτο σαν μια κποια λσις!

              Μονοτονα

Τη μια μοντονην ημραν λλη

μοντονη, απαρλλακτη ακολουθε. Θα γνουν

τα δια πργματα, θα ξαναγνουν πλι

οι μοιες στιγμς μας βρσκουνε και μας αφνουν.

Μνας περν και φρνει λλο μνα.

Aυτ που ρχονται κανες εκολα τα εικζει

εναι τα χθεσιν τα βαρετ εκενα.

Και καταντ το αριο πια σαν αριο να μη μοιζει.

          Εκμισα Εις Την Τχνη

Κθομαι και ρεμβζω. Επιθυμες κι αισθσεις

εκμισα εις τη Τχνη, κτι μισοειδωμνα,

πρσωπα γραμμς ερτων ατελν

κτι αββαιες μνμες. Ας αφεθ σ' αυτν.

Ξρει να σχηματσει Μορφ της Καλλονς

σχεδν ανεπαισθτως το βο συμπληροσα,

συνδυζουσα εντυπσεις, συνδυζουσα τες μρες.

   Απολεπειν Ο Θες Aντνιον 


Σαν ξαφνα, ρα μεσνυχτ', ακουσθε

αρατος θασος να περν

με μουσικς εξασιες, με φωνς

τη τχη σου π' ενδδει πια, τα ργα σου

που απτυχαν, τα σχδια της ζως σου

που βγκαν λα πλνες, μη ανωφλευτα θρηνσεις.

Σαν τοιμος απ καιρ, σα θαρραλος,

αποχαιρτα τη, την Aλεξνδρεια που φεγει.

Προ πντων να μη γελασθες, μη πεις πως ταν

να νειρο, πως απατθηκεν η ακο σου,

μταιες ελπδες ττοιες μη καταδεχθες.

Σαν τοιμος απ καιρ, σα θαρραλος,

σα που ταιριζει σε π' αξιθηκες μια ττοια πλι,

πλησασε σταθερ προς το παρθυρο,

κι κουσε με συγκνηση, αλλ' χι

με των δειλν τα παρακλια και παρπονα,

ως τελευταα απλαυση τους χους,

τα εξασια ργανα του μυστικο θισου,

κι αποχαιρτα τη, την Aλεξνδρεια που χνεις.

           Θερμοπλες

Τιμ σε 'κενους που στη ζω των

ρισαν και φυλγουν Θερμοπλες.

Ποτ απ' το χρος μη κινοντες

δκαιοι κι σιοι σ' λες των τες πρξεις,

αλλ με λπη κιλας κι ευσπλαχνα

γενναοι οσκις εναι πλοσιοι κι ταν

εναι πτωχο, πλ' εις μικρ γενναοι,

πλι συντρχοντες σο μπορονε

πντοτε την αλθεια ομιλοντες,

πλην χωρς μσος για τους ψευδομνους.

Και πιτερη τιμ τος πρπει

ταν προβλπουν (και πολλο προβλπουν)

πως ο Εφιλτης θα φανε στο τλος,

κι οι Μδοι επιτλους θα διαβονε.

                Ιθκη

Σα βγεις στο πηγαιμ για την Ιθκη,

να εχεσαι να 'ναι μακρς ο δρμος,

γεμτος περιπτειες, γεμτος γνσεις.

Τους Λαιστρυγνας και τους Κκλωπας,

το θυμωμνο Ποσειδνα, μη φοβσαι,

ττοια στο δρμο σου ποτ σου δε θα βρεις,

αν μν η σκψη σου υψηλ, αν εκλεκτ

συγκνηση το πνεμα και το σμα σου αγγζει.

Τους Λαιστρυγνας και τους Κκλωπας,

τον γριο Ποσειδνα δε θα συναντσεις,

αν δε τους κουβανες μεσ' στην ψυχ σου,

αν η ψυχ σου δε τους στνει 'μπρς σου.

Να εχεσαι να 'ναι μακρς ο δρμος.

Πολλ τα καλοκαιριν πρωιν να εναι

που με τι ευχαρστηση, με τι χαρ

θα μπανεις σε λιμνας πρωτοειδωμνους

να σταματσεις σ' εμπορεα Φοινικικ,

και τες καλς πραμτειες ν' αποκτσεις,

σεντφια και κορλλια, κεχριμπρια κι βενους,

κι ηδονικ μυρωδικ κθε λογς,

-σο μπορες πιο φθονα ηδονικ μυρωδικ-

σε πλεις Aιγυπτιακς πολλς να πας,

να μθεις και να μθεις απ' τους σπουδαγμνους.


Πντα στο νου σου να 'χεις την Ιθκη.

Το φθσιμον εκε ειν' ο προορισμς σου.

Aλλ μη βιζεις το ταξδι διλου.

Καλτερα χρνια πολλ να διαρκσει

και γρος πια ν' αρξεις στο νησ,

πλοσιος μ' σα κρδισες στο δρμο,

μη προσδοκντας πλοτη να σε δσει η Ιθκη.

Η Ιθκη σ' δωσε τ' ωραο ταξδι.

Χωρς αυτ δε θα 'βγαινες στο δρμο.

'Αλλα δεν χει να σε δσει πια.

Κι αν πτωχικ τη βρεις, η Ιθκη δε σε γλασε.

τσι σοφς που γινες, με τση περα,

δη θα το κατλαβες η Ιθκες τι σημανουν.

               Φωνς

Ιδανικς φωνς κι αγαπημνες

εκενων που πθαναν εκενων που 'ναι
για μας χαμνοι σα τους πεθαμνους.

Κποτε μες στα νειρα μας ομιλονε.

Κποτε μες στη σκψη τις ακοει το μυαλ

και με τον χο τους για μια στιγμ επιστρφουν

χοι απ τη πρτη ποηση της ζως μας

σα μουσικ, τη νχτα, μακρυν, που σβνει...

(αυτ το ποημα στην αρχικ του κι αποκηρυγμνη μορφ ταν τσι:

Εν' αι γλυκτεραι φωνα σαι δια παντς

εσγησαν, σαι εντς

καρδας μνον λυπηρς πενθμως αντηχοσιν.

Εν τοις ονεροις ρχονται δειλα και ταπεινα

αι μελαγχολικα φωνα

και φρουν εις την μνμην μας την τσον ασθεν

αποθανντας ακριβος, ους κρα γη

καλπτει και δι' ους αυγ

ποτ δεν λμπει γελαστ, ανοξεις δεν ανθοσιν.

Στενζουν αι μελωδικα φωνα κι εν τη ψυχ

η πρτη ποησις ηχε

του βου μας -ως μουσικ, την νκτα, μακριν)

         Το Πρτο Σκαλ

Εις το Θεκριτο παραπονινταν

μια μρα ο νος ποιητς Ευμνης:

-"Τρα δυ χρνια πρασαν που γρφω

κι να ειδλλιο καμα μονχα.

Το μνον ρτι μου ργο εναι.

Αλμονον, εναι ψηλ της Ποησης η σκλα

κι απ' το σκαλ το πρτο εδ που εμαι

ποτ δε θ' ανεβ ο δυστυχισμνος".

Επ' ο Θεκριτος:-"Αυτ τα λγια

ανρμοστα και βλασφημες εναι.

Κι αν εσαι στο σκαλ το πρτο, πρπει

να 'σαι περφανος κι ευτυχισμνος.

Εδ που φθασες, λγο δεν εναι,

τσο που καμες, μεγλη δξα.

Κι αυτ ακμη το σκαλ το πρτο

πολ απ' το κοιν το κσμο απχει.

Εις το σκαλ για να πατσεις τοτο

πρπει με το δικαωμ σου να 'σαι

πολτης εις των ιδεν τη πλη.

Και δσκολο στη πλη εκενην εναι

και σπνιο να σε πολιτογραφσουν.

Στην αγορ της βρσκεις Νομοθτας

που δε γελ καννας τυχοδικτης.

Εδ που φθασες, λγο δεν εναι,

τσο που καμες, μεγλη δξα".

     Che Fece... Il Gran Rifiuto

Σε μερικος ανθρπους ρχεται μια μρα

που πρπει το μεγλο Ναι το μεγλο χι

να πονε. Φανερνεται αμσως ποιος το 'χει

τοιμο μσα του το Ναι και λγοντας το πρα

πηγανει στη τιμ και στη πεποθησ του.

Ο αρνηθες δε μετανινει. Αν ρωτιονταν πλι

χι θα ξανλεγε. Κι μως τον καταβλλει

εκενο τ' χι -το σωστ- σε λη τη ζω του.

                     Τεχη

Χωρς περσκεψη, χωρς λπη, χωρς αιδ

μεγλα κι υψηλ τριγρω μου κτισαν τεχη.

Και κθομαι κι απελπζομαι τρα εδ,

λλο δε σκπτομαι, το νου μου τργει αυτ η τχη,

 

διτι πργματα πολλ ξω να κμω εχον.

Α! ταν κτιζαν τα τεχη πως να μη προσξω.

Αλλ δεν κουσα ποτ κρτον κτιστν χον.

Ανεπαισθτως μ' κλεισαν απ το κσμον ξω.

           σο Μπορες

Κι αν δε μπορες να κμεις τη ζω σου πως τη θλεις,

τοτο προσπθησε τουλχιστον

σο μπορες: Μη την εξευτελζεις

μες στη πολλ συνφεια του κσμου,

μες στες πολλς κινσεις κι ομιλες.

Μη την εξευτελζεις πιανοντς τη,

γυρζοντας συχν κι εκθτοντς τη

στων σχσεων και των συναναστροφν

τη καθημερινν ανοησα,

σπου να γνει σα μια ξνη φορτικ.

    Nοι της Σιδνος (400 μ.X.)

Ο ηθοποις που φεραν για να τους διασκεδσει

απγγειλε και μερικ επιγρμματα εκλεκτ.

Η αθουσα νοιγε στο κπο πνω

κι εχε μιαν ελαφρ ευωδα ανθων

που εννονταν με τα μυρωδικ

των πντε αρωματισμνων Σιδωνων νων.

Διαβσθηκαν Μελαγρος και Κριναγρας και Pιανς.

Μα σαν απγγειλεν ο ηθοποις,

"Aισχλον Ευφορωνος Aθηναον τδε κεθει..."

(τονζοντας σως υπρ το δον

το "αλκν δ' ευδκιμον", το "Μαραθνιον λσος"),

πετχθηκεν ευθς να παιδ ζωηρ,

φανατικ για γρμματα και φναξε:

-"A δε μ' αρσει το τετρστιχον αυτ.

Εκφρσεις τοιοτου εδους μοιζουν κπως σα λιποψυχες.

Δσε -κηρττω- στο ργο σου λη τη δναμ σου,

λη τη μριμνα και πλι το ργο σου θυμσου

μες στη δοκιμασαν ταν η ρα σου πια γρνει.

τσι απ σνα περιμνω κι απαιτ.

Κι χι απ' το νου σου ολτελα να βγλεις

της Τραγωδας το Λγο το λαμπρ-

τι Aγαμμνονα, τι Προμηθα θαυμαστ,

τι Ορστου, τι Κασσνδρας παρουσες,

τι Επτ επ Θβας- και για μνμη σου να βλεις

μνο που μες στων στρατιωτν τες τξεις, το σωρ

πολμησες και συ το Δτι και τον Aρταφρνη".

          Aς Φρντιζαν...

Κατντησα σχεδν ανστιος και πνης.

Aυτ η μοιραα πλις, η Aντιχεια

λα τα χρματ μου τφαγε:

αυτ η μοιραα με το δαπανηρ της βο.

Aλλ εμαι νος και με υγεαν αρστην.

Κτοχος της ελληνικς θαυμσιος

(ξρω και παραξρω Aριστοτλη, Πλτωνα

τι ρτορας, τι ποιητς, τι ,τι κι αν πεις).

Aπ στρατιωτικ χω μιαν ιδα,

κι χω φιλες μ' αρχηγος των μισθοφρων.

Εμαι μπασμνος κμποσο και στα διοικητικ.

Στην Aλεξνδρεια μεινα ξι μνες, πρσι

κπως γνωρζω (κι εναι τοτο χρσιμον) τα εκε:

του Κακεργτη βλψεις και παληανθρωπις και τα λοιπ.

θεν φρον πως εμαι στα γεμτα

ενδεδειγμνος για να υπηρετσω αυτ τη χρα,

τη προσφιλ πατρδα μου Συρα.

Σ' τι δουλει με βλουν θα πασχσω

να 'μαι στη χρα ωφλιμος. Aυτ εν' η πρθεσ μου.

Aν πλι μ' εμποδσουνε με τα συστματ τους-

τους ξρουμε τους προκομνους: να τα λμε τρα;

αν μ' εμποδσουνε, τι φταω εγ.

Θ' απευθυνθ προς τον Ζαβνα πρτα,

κι αν ο μωρς αυτς δεν μ' εκτιμσει,

θα πγω στον αντπαλ του, τον Γρυπ.

Κι αν ο ηλθιος κι αυτς δεν με προσλβει,

πηγανω παρευθς στον Υρκαν.

Θα με θελσει πντως νας απ' τους τρεις.

Κι εν' η συνεδησς μου συχη

για το αψφιστο της εκλογς.

Βλπτουν κι οι τρεις τους τη Συρα το διο.

Aλλ, κατεστραμνος νθρωπος, τι φταω εγ.

Ζητ ο ταλαπωρος να μπαλωθ.

Aς φρντιζαν οι κραταιο θεο

να δημιουργσουν να τταρτο καλ.

Μετ χαρς θα πγαινα μ' αυτν.

                 Διακοπ

Το ργο των θεν διακπτομεν εμες,

τα βιαστικ κι πειρα ντα της στιγμς.

Στης Ελευσνος και στης Φθας τα παλτια

η Δμητρα κι η Θτις αρχινον ργα καλ

μεσ' σε μεγλες φλγες και βαθ καπνν. Aλλ

πντοτε ορμ η Μετνειρα απ τα δωμτια

του βασιλως, ξπλεγη και τρομαγμνη,

και πντοτε ο Πηλες φοβται κι επεμβανει.

                  Kερι

Του μλλοντος οι μρες στκονται μπροστ μας

σα μια σειρ κερκια αναμνα-

χρυσ, ζεστ και ζωηρ κερκια.

Οι περασμνες μρες πσω μνουν,

μια θλιβερ γραμμ κεριν σβυσμνων

τα πιο κοντ βγζουν καπνν ακμη,

κρα κερι, λιωμνα και κυρτ.

Δε θλω να τα βλπω με λυπε η μορφ των,

και με λυπε το πρτο φως των να θυμομαι.

Εμπρς κοιτζω τ' αναμνα μου κερι.

Δε θλω να γυρσω να μη διω και φρξω

τι γργορα που η σκοτειν γραμμ μακρανει,

τι γργορα που τα σβυστ κερι πληθανουν...

-----------------------------------------------------------------------------------

ΑΠΟΚΗΡΥΓΜΕΝΑ

                     Κτσται

Η Προδος οικοδομ εναι μεγλη -φρει

καθες τον λθον του, ο εις λγους, βουλς, ο λλος

πρξεις- και καθημερινς την κεφαλν της αρει

υψηλοτραν. Θελλα, αφνδις τις σλος

εν επλθη, σωρηδν οι αγαθο εργται

ορμσι και το φροδον των υπερασπζοντ' ργον.

Φροδον, διτι καθενς ο βος δαπανται

υπρ μελλοσης γενες, κακσεις, πνους στργων,

να η γενε αυτ γνωρση ευτυχαν

δολον και μακρν ζων και πλοτον και σοφαν

χωρς ιδρτα ποταπν, δολην εργασαν.

Αλλ' η μυθδης γενε ουδποτε θα ζση

η τελειτης του αυτ το ργον θα κρημνση

κι εκ νου πας ο μταιος κπος αυτν θ' αρχση.

           Αν Μ' Ηγπας

        Aν του βου μου το σκτος

        φαειν ρωτος ακτς

        διεθρμαινεν, ο πρτος

        της αλγοσης μου ψυχς

ο παλμς θελεν το ραψωδα ευτυχς.

        Δεν τολμ να ψιθυρσω

        ,τι θελον σε ειπε:

        πως χωρς εσ να ζσω

        μοι εναι αφρητος ποιν-

αν μ' ηγπας... πλην, φευ, τοτο εν' ελπς απατηλ!

        Aν μ' ηγπας, των δακρων

        θελον το τρμα ιδε

        και των πνων των κρυφων.

        Οι δε πλνοι δισταγμο

δεν θα ετλμων πλον να δεξουν την δολαν των μορφ.

        Εν τω μσω οραμτων

        θεων θελ' ευρεθες.

        Pδα θαλερ την βτον

        θα εκσμων της ζως-

αν μ' ηγπας... πλην, φευ, τοτο εν' απατηλ ελπς!

----------------
  
                   Δυνμωσις

ποιος το πνεμα του ποθε να δυναμσει,
να 'βγει απ' τ σβας κι απ την υποταγ.
Απ τους νμους, μερικος θα τους φυλξει,
αλλ το περισστερο θα παραβανει
και νμους κι θιμα κι απ' την παραδεγμνη
και την ανεπαρκοσα ευθτητα θα βγει.

Απ τες ηδονς πολλ θα διδαχθε.
Τη καταστρεπτικ δεν θα φοβται πρξη·
το σπτι το μισ πρπει να γκρεμισθε.
τσι θ' αναπτυχθε ενρετα στη γνση.

(κρυμμνα ποιματα 1877 – 1923)

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers