-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: ...

    
                           Πορτρατο της απ τον Γ. Ν. Ρολο.

                                       Βιογραφικ

     Γεννθηκε σαν Αιμλια Κορτελη στη Μασσαλα το 1881, που πρασε και τα παιδικ της χρνια, και πθανε στην Αθνα σε ηλικα 60 ετν, στις 26 Ιουλου 1941. Ο πατρας της I. Κορτελης, Κεφαλοντης τη καταγωγ, ταν απ' τους λγιους του 2ου κματος τς ομογνειας. Βρθηκε στη Μασσαλα μετ την Επανσταση το 1821 κι εκε εξδιδε τη γαλλφωνη εφημερδα SEMAPHORE. Στην Αθνα η οικογνεια εγκαταστθηκε ταν η Αιμιλα ταν πολ μικρ. Απ ττε μως γραφε ποιματα κι τανε πολ ταλαντοχα. Πρτος που ξεχρισε το ταλντο της ταν ο νονς της, Αχιλλας Παρσχος που την ανλαβε κτω απ τη πνευματικ του προστασα. τσι η Αιμιλα τλειωσε το Αρσκειο με ριστα και προσλφθηκε καθηγτρια στο σχολεο αυτ, αφο σποδασε φιλολογα. Ιδιατερα μορφη ταν ταν να επικρτησε στους φιλολογικος κκλους με τα πρτα ποιματα που ρχισε να δημοσιεει. τανε ταλαντοχα απ μικρ κοριτσκι κι γινε μλιστα μια πανεμορφη γυνακα, τσο που ενπνευσε τον Σ. Σκπη να γρψει τη Κμη Της Βερενκης και τον γγελο Σικελιαν να πει:

   "τσι θα 'τανε τα μτια της Σαπφος, τα 'καιγε βαθι κρυφ μεγλη φλγα. Κι η κατατομ της, κατατομ αυλητρδας αρχαου ναο".



     Το 1902 κυκλοφρησε η 1η της ποιητικ συλλογ, με ττλο Χρυσνθεμα κι ο Δ. I. Καλογερπουλος που τη προλογζει, παρατηρε πως η ποησ της εναι "σαν αυγ (που) θαμποχαρζει και προιωνζεται την αυγ ολφωτης μρας". Το 1911 παντρετηκε το λγιο Στφανο Δφνη (Θρασβουλο Ζωπουλο) κι κτοτε υπγραφε μ' αυτ το επθετο. Θα το αφοσιωθε ολψυχα στα 30 χρνια που θα ζσουν μαζ, τσι που αυτ η αφοσωση να ωφελσει το ργο εκενου, επηρεζοντς το βαθτατα και να βλψει το δικ της. ζησε κυριολεκτικ στη σκι του ντρα της κι ο Μιχλης Περνθης σημεινει σ' να βιογραφικ της σημεωμα:

    τανε μια σκια που δεν επτρεψε οτε και σμερα ακμη να κερδσει τη σημαντικ θση που της ανκει.

     Ακολοθησε το 1923 η 2η συλλογ της, που εχε ττλο Τα Χρυσ Κπελλα και προλογστηκε απ τον Κωστ Παλαμ.  Στα ποιματα αυτ, πως και στα προηγομενα δημοσιεματ της, υπρχει μι λο ευαισθησα μεταφυσικ αγωνα, μι δεαλιστικ διθεση, αλλ περισστερη μαεστρα κι ωριμτητα στα εκφραστικ μσα. Την δια χρονι (1923) θα κυκλοφορσει σαν πρτο δεγμα το πεζογραφικο της ταλντου το μυθιστρημα Το Τλαντο Της Σμαρς. Αξζει να σημειωθε πως σε λα τα χρνια της ενεργος καρριρας της, δημοσευε ρθρα, διηγματα και ποιματα στα μεγλα περιοδικ και τις εφημερδες της εποχς εκενης. 14 χρνια αργτερα (1937) θα κυκλοφορσει το 2ο μυθιστρημα, που η τεχνικ αρτιτητ του βεβαινει για τη πολλ επεξεργασα που χει γνει απ μρους της συγγραφως στο διστημα αυτ. Το μυθιστρημα τιτλοφορεται Η Ξνη Γη κι εναι το βιβλο που μ' αυτ θα κλεσει τη δημιουργικ της παραγωγ. 4 χρνια αργτερα θα σβσει συχα κι αθρυβα πως ζησε. φησε μι ανκδοτη νουβλλα με ττλο Το Σπτι Με Τον γριο Σκλο, κι χει γρψει πολλ θεατρικ μονπρακτα. Το μονπρακτο ργο της, μλιστα, Gloria Victis τιμθηκε απ την Εταιρεα Ελλνων Θεατρικν Συγγραφων. ργα της μεταφρστηκανε σε γαλλικ & γερμανικ.



     Σημ: Ο Γιννης Σπανς ταν μελοποησε ελληνικ ποηση και πιο συγκεκριμνα, το 1967 στην Ανθολογα Α', συμπεριλαβε το ποημ της Τρεις Νοι... και παρακτω παρατθεται και το ποημα και κτω απ' αυτ, το τραγοδι. Επσης κι λλα τραγοδια της μελοποιηθκαν αργτερα και θα παρατεθονε παρακτω με τη σμανσ τους. Π. Χ. 

Τα ργα

   Ι.Ποηση:
Χρυσνθεμα /Αθνα, κδοση του περ. Πινακοθκη, 1902.
Τα Χρυσ Κπελλα / πρλογο Παλαμ. Αθνα, Ι.Ν.Σιδρης, 1923.
• Διφορα ποιματ της σε περιοδικ κι εφμερδες της εποχς.

  ΙΙ.Πεζογραφα:
Το Τλαντο Της Σμαρς / μυθιστ. Αθνα, Ι.Ν.Σιδρης, 1923.
Η Ξνη Γη / μυθιστ. Αθνα, Εστα, 1937.
• Διφορα διηγματ της κι ρθρα σε περιοδικ κι εφημερδες.

 ΙΙΙ.Μεταφρσεις:
Μπορντ Ανρ: Η Αλαφροσκιωτη / μτφρ: Αιμ. Δφνη, Αθνα, Ζηκκης, 1922.

 ΙV. Θατρο:
Gloria victis - Οι Γροι - Απολτρωση / Μονπρακτα δρματα. (σε τμο με το θεατρ. του Στφανου Δφνη: Το Πατρικ Σπτι). Αθνα, Ι.Ν.Σιδρης, 1921.

====================

                  Αδικοθνατος

Ἦρθες τὴ νχτα κι ἔκατσες στοῦ τραπεζιοῦ τὴν ἄκρη...
Στὸ ροῦχο σου οὔτε κουρνιαχτς, οὔτε στὸ μτι δκρυ.
Μνο ἡ φων σου ἀλαργινὴ σὰν ἀπ' ἀνλια μκρη.

Ὅλοι μαζὶ ἐκαθσαμε, κι ὅλοι μαζὶ σοῦ λμε:
«Ἄδικα ποὺ σὲ κλψαμε, κι ἄδικα ποὺ σὲ κλαῖμε,
κι ἄδικα τ' ὅσο κψαμε λιβνι, κι ὅσο καῖμε!..

«Ἐσ 'σαι δῶ, στοῦ τραπεζιοῦ τὴν ἄκρηα, καὶ κοιτζεις
μ' ὅλο τὸ φγγος τῆς ψυχῆς. Καὶ γελαστὸς μᾶς τζεις
νὰ πῇς τὸ «να» στὸ ρτημα ποὺ ἀπνω μας διαβζεις.

«Καὶ ν, ποὺ μαζωχτκαμε τριγρω. Πς μας τρα,
(πρὶν ὁ μεγλος Ἄστερας χαρξῃ ὥραν τὴν ὥρα)
σὰν τ καλοδια σοὔδωκαν ἀπὸ τὴν Κτου Χρα;

«Σὰν τ καλὰ μᾶς φλαξες μὲς στῆς καρδιᾶς τὰ βθη;
Ἤ μὴ τῆς Ἄρνας πρασες τὴ λμνη, κι ἔχεις μθη
τὸ πῶς ξεχνιοῦνται κι οἱ φιλιὲς καὶ τῆς ζωῆς τὰ πθη;...»

Κι ὅπως σοῦ ἀνπαιξε ἡ ματι, μὲ μιᾶς ἐξεθαρρετη
κι ἔπεσε στὸ θαμπὸ γυαλὶ τοῦ ἀντικρινοῦ καθρφτη,
χλια κομμτια ἐγενηκε καὶ στὴν ποδι μας πφτει.

Κι ἐνῷ σὰ χδι ἁπλναμε στὴν ὄψη σου τὸ χρι,
σβστηκε τὸ ποὺ ἐτρμιζε μπροστ μας ἀχνοκρι
κι ἐστναξε πικρὴ φωνὴ μς στ' ὀρθρινὸ τ' ἀγρι.

    Της Πολιτεας Οι Δρμοι

Ὅμορφοι οἱ δρμοι οἱ πολυσχναστοι
τὴν ἄνοιξη ἢ τὸ καλοκαρι,
ποὺ μᾶς τραβοῦν στῆς πολιτεας ἀνμεσα
τ' αγαπημνα μρη.

Κσμος ὡραῖος περνει κι ἀνερος:
κἄποιο κορμ, κἄποιο φτερ, κἄποια κορδλλα
καὶ προσωπκια, ποὺ θαρρεῖς ἐστθηκαν
τοῦ Γκρὲζ ἢ του Βὰν Ντκ μοντλλα.

Κι ὅλα μαζὶ σὰν ἥσκιοι στὸ παν
κἄποιου στημνου κινηματογρφου
γελοῦν, γλυστροῦν, λυγζουν, χνονται,
σμπως στὴν ἄβυσσο ἑνὸς τφου.

Ὡς τσο, τὰ πλατειὰ προγρμματα
μὲ τοὺς ἐφμερους Πιερρτους καὶ τὰ σκτσα,
ποὺ διαφημζουν τὶς χαρς, ἢ κι ἄσεμνους
πθους ξυπνοῦν στ' ἀνδεα τὰ κορτσα,

μας σταματοῦν τὸ βῆμα τὸ ἄσκοπο
γιὰ νὰ μᾶς ποῦν μὲ τὴν κοιν τους γλῶσσα
γιὰ μταιες δξες, πρσκαιρες χαρς,
ἢ θλψες κι ἄλλα πσα!...

Κι ὅταν βροχοῦλα ἀρχζει χειμωνιτικη
ἀπ' τὰ βαρειὰ τὰ σγνεφα νὰ πφτῃ,
τρμουνε κ' οἱ γραμμὲς στὸν ἄσφαλτο.
σὰν ἥσκιοι σὲ θαμπὸ καθρφτη.

Τῶν δντρων οἱ κορμο, τὰ ξφυλλα
κλαδι, τῶν φαναριῶν οἱ στλοι
σὰν κιρο-σκοῦρο γρφουνται
μὲς στὸ θολὸ τὸ δελι.

Καὶ μνο πσω ἀπ' τὶς κρυστλλινες
τῶν λουλουδιῶν βιτρνες
κερνια, βελουδνια, ἀνγγιχτα
κτω ἀπὸ ρδινες ἀχτνες,

τ' ἄνθια βουβὰ κι ἀσλευτα,
σὰ μαγεμνα ἀπὸ τὴ Μοῖρα,
στκουν,—ψυχὲς ἀνγγιχτες
στοῦ κσμου τὴν πλημμρα.
                                             Φλεβρης 1923

                            ραμα

νειρο γοργοφτρουγο το πρασμ σου, ω κρη!
Στ' ακρνυχ σου ανθος σκορπ η μοσα η Τερψιχρη.

Τ' αρχαο το πνεμα μιαν αυγ, φυσντας το καλμι,
στης Αρκαδας σ' φερε το μυθικ ποτμι.

Κι τσι λουσμνη μες στο φως, ανγγιχτη κι ωραα,
περνς, γλιστρς σαν ραμα σ' αρχαον αμφορα.

Γρω απ' το φυλλοστφανο βωμ οι Θεο στημνοι
στο λγισμ σου απλνουνε τα χρια αναστημνοι.

Και στις ψυχς που σε θωρον, μες στων θνητν τα στθη,
ο μγας Παν εξπνησε και γελαστς εστθη!

                 Γειτονις

Τὶ καλὰ στὶς γειτονιὲς νὰ τριγυρζῃ
κθε ἀπβραδο κανεὶς μὲ δχως ἔννοια...
Ὅπου γλστρες, μιὰ κοπλλα καὶ δροσζει
πρτες, ἄνθια, τὴν αὐλὴ τὴ χωματνια.

Μὲς στὸ πρσινο, σὰν κμποι ἀπὸ ρουμπνι,
τρμουν τ' ἄνθια στὸ μπαλκνι σκουλαρκια·
ττοιο φῶς λοξὰ τὸ μοχρωμα τοὺς δνει,
ποὺ ὀνειρεεσαι βυθος, κορλλια, φκια.

Τὰ παιδι, μελισσολ μὲς στὸ δρομκο:
τὸ πατνι, τὸ φοὺτ-μπὼλ ἤ τὸ τσιλκι.
Δὲν τρομζουν πιὰ σὰ δοῦν τὸ γεροντκο
νὰ βροντῃ, καθὼς περνει, τὸ δεκανκι.

Σλαγος, μπουχς, βου, μπενζνα,
κι οἱ ἀνθρῶποι εἶναι πουλιὰ κυνηγημνα,
σὰν περνῃ καὶ τοὺς σκορπῃ ἡ λιμουζνα
στὶς γωνις, ὄξω ἀπ' τὰ σπτια τὰ κλεισμνα.

Νὰ κι ἡ σοστα ποὺ διαβανει· κκλους γρφει
μὲ τὶς ρδες ποὺ τὴ γῆς βαριὰ τραντζουν.
Δῶ καὶ κεῖ στὰ μαγαζκια οἱ φωνογρφοι
τὶς καρδιὲς μὲ τὸ τραγοῦδι τους σπαρζουν.

Τὸ σκοπὸ κι ὁ καρροτσρης γλυκοσρνει,
δχως τποτ' ἀπ' τὴ νχτα νὰ προσμνῃ.
Στὸ κασσνι του, ὅπως κθεται, τὸν παρνει,
κι ὅπου τ' ὄνειρο τὸν πει, πηγανει.

Κπου ἀπμερα στὸ δρμο τὰ ζευγρια
σμγουν, φεγουν, ξεγλιστροῦν σιγὰ καὶ πᾶνε...
Σβνουν πσω τῶν βημτων τους τὰ χνρια,
καὶ στὸ στρψιμο λυγμοὶ κρυφοὶ ξεσπᾶνε.

Δυὸ φιλκια ἢ καὶ δυὸ δκρια, κι ἓν ἀντο...
Ἄχ! τὸ «χαῖρε» αὐτὸ στῆς γῆς τὴν παραζλη!
-Χτς, ἀλθεια, στὸ δρομκο ἤμαστε δο,
ξνος σμερα εἶμαι γὼ καὶ σὺ μιὰν ἄλλη.-

Καθισμνος στ' ἀγκωνρι σταυροπδι
κι ὁ τυφλὸς παραδομνος τραγουδει.
Λὲς καὶ μσα του ἀκλουθει σκυφτὸς τὸ ξδι
τῆς δικῆς του τῆς ζωῆς ποὺ πει καὶ πει...

Πῶς μοῦ σρνεις τὴν ψυχ μου, ὤ μουεζνη,
στὴ θρησκεα σου ποὺ φγγει στὸ σκοτδι!
Πσα ὁρματα ὑπερκσμια στὴ γαλνη
ποὺ κοιμᾶται στῶν ματιῶν σου τὸ μαυρδι!...

Λγο ἀκμα καὶ τὸ φῶς θὰ ξεψυχσῃ,
κι οὔτε χρῶμα, οὔτε λουλοδι, οὔτε ζευγρι.
Ἄχ, κι' ἂς ἦταν ἀπ' τὸ χος νὰ ξεπηδσῃ
σὰν ὑπσχεση ψηλὰ τὸ νο φεγγρι!

                Η Γη Και Τα Στχυα

Σὲ κποιες ὧρες μυστικὲς ποὺ τ' ἀστερκια κλαῖνε
κι ἐρωτικὲς ἀποθυμιὲς σκορποῦν τριγρω οἱ τποι,
γρνουν τὰ στχυα πρὸς τὴ γῆ, τὴν προσκυνᾶν καὶ λνε:
-Ὥρα καλ μανοῦλα μου, καὶ θὰ μᾶς φᾶν οἱ ἀνθρῶποι.

Σὲ κποιες ὧρες γαληνὲς ποὺ τ' ἀγερκι πνει
καὶ δνει ἀνσα στὰ δεντρ, μοσκοβολιὲς στοὺς κρνους,
σιγομιλει κι ἡ μνα γῆς -ὥρα καλὴ- καὶ λει:
Ἐσᾶς οἱ ἀνθρῶποι θὰ σᾶς φᾶν, κι ἐγὼ θὰ φγω ἐκενους!

---------------------------

Μελοποιημνη... Δφνη:

           Τρεις Νοι...

τανε Θε μου, μια φορ
τρεις νοι (τρεις φλοι, τρα παιδι),
αγπες, νειρα, τραγοδια,
μσα στο φως, μες στα λουλοδια,
τρεις νοι (τρεις φλοι, τρα παιδι).

Τρ' απομνουνε βαθι,
νας εδ κι λλος εκε,
χελη, καρδις, μτια κλειστ,
μσα στο χμα, μες στη γη,
νας εδ κι λλος εκε...

Κθε π' ανθζουν τα κλαδι,
βγανουν τις νχτες τρα παιδι
στ' ασημνια καλοκαρια,
που υψνονται στο φως τα χρια,
βγανουν τις νχτες τρα παιδι.

Και μ' αρμονα γλυκολαλε,
-κιθρα, φλουτο και βιολ-
η θεα του Σομπερτ σερεντα,
κι εν' λ' αγπη, φως, γεμτα,
-κιθρα, φλουτο και βιολ.

Του πρτου η μνα τ' αγροικ
βουβ κι ανβει τα κερι,
τ' λλου αδελφ, και γονατζει,
του τρτου η αγπη θυμιατζει
σ' να κελ καλογρι.

Μορες οι νχτες τριγυρνον
και τα παιδι ξεπροβοδον,
στλνουν μηνματα στ' αστρια,
και με καλβολα τα χρια
τα τρα παιδι ξεπροβοδον.

τανε Θε μου, μια φορ
τρεις νοι... και τρα εναι βαθι
μσα στο χμα μες στη γη,
νας εδ κι λλος εκε,
τρεις νοι (τρεις φλοι, τρα παιδι).

Τρεις Νοι...

              Αγωνα

Κανες δεν εναι, για να δει,
που μ' χουν δσει στο σταυρ
και μ' ν' αγκαθερ κλαδ
μου 'χουν πληγσει το πλευρ.

Μονχα τρμει απ ψηλ
το μισοφγγαρο λειψ
και μες στο στμα με φιλ
κθε που λω πως διψ.

Σκης Παπανικολου

                       Μπορες

Μπορες χλωμ τραγουδιστ που ρωτα μου τζεις,
ζω χαρομενη, τρελλ, μπορες να μου χαρσεις
κι αντ να γρνεις σκυθρωπς κι αινια να στενζεις,
στη λρα σου χαρομενος, μπορες να τραγουδσεις;

Να πρεις γλιο και χαρ και της δροσις σταγνα
και πργο 'νειροφνταστο πανριο να μου χτσεις,
ποτ στα μτια να μη δω τον πγο του χειμνα
και θρνο απ σννεφα γαλζια να μου στσεις.

Μπορες χλωμ τραγουδιστ που χλια-δυο μου λνε,
τα μτια σου τα μορφα γι' αγπη ονειρεμνη,
ποτ τραγοδια να μη πεις, τραγοδια που να κλανε
κι η λρα σου χαρομενη να ψλλει σα διαβανει.

Για με να χτσεις μια ζω απ 'ν' ανθ το χνοδι,
αγν σα φεγγοβλημα, σαν λιου φως, καθρια
και να 'χω για νανορισμα το θεο σου τραγοδι,
να μου θυμζει τη ζω κι χι νεκρ κουφρια.

Στο κσμο που φαντστηκα, μαζ μου να πετξεις
μπορες χωρς η αγπη σου ποτ να κουραστε
και στο ταξδι το πολ ποτ να μη στενξεις;
Για λγε μου, τχα μπορες, χλωμ τραγουδιστ;

Μελοποηση: Ανδρας Αρτμης

              Ελπδα

Τσο σκοτδι, τση θλψη
πφτει απ' τα νφη προς τη γη
που λγο ακμα και θα λεψει
μσα απ' την πλση η αναπνο.

Κι τσι χλωμ και αραι τα φλλα
τρμουν απνω στα κλαδι
σο η καινορια ελπδα τρμει
μσα στου ανθρπου την καρδι.

Φως ανοιξιτικο γα φξε
μες στη θλιμμνη μου ψυχ
κι ας εσαι σαν αστροπελκι
πνω στου δντρου τη κορφ.

Ννα Βενετσνου 1984 "Το Κουτ Της Πανδρας"

                    ραμα

νειρο γοργοφτρουγο το πρασμ σου, ω κρη!
Στ' ακρνυχ σου ανθος σκορπ η μοσα η Τερψιχρη.
Τ' αρχαο το πνεμα μιαν αυγ, φυσντας το καλμι,
στης Αρκαδας σ' φερε το μυθικ ποτμι.

Κι τσι λουσμνη μες στο φως, ανγγιχτη κι ωραα,
περνς, γλιστρς σαν ραμα σ' αρχαον αμφορα.
Γρω απ' το φυλλοστφανο βωμ οι Θεο στημνοι
στο λγισμα σου απλνουνε τα χρια αναστημνοι.

Και στις ψυχς που σε θωρον, μες στων θνητν τα στθη,
ο μγας Παν εξπνησε και γελαστς εστθη!

               Γιωσφ Ελγια

Το μεγλο παιδ το αγαθ το πιστ
που ταν λος καρδι καλοσνη,
αν κι Εβραος πει να βρει τον Χριστ
στων ψυχν που τη λεν βιβλικ τη γαλνη.

Μελετοσε τα ιερ της φυλς του τα βιβλα
ποιητς και σοφς ο Γιωσφ Ελγια.
Μια Ρεβκκα του αγν και την ψελνε αγα
σα Δαυδ σε μιαν ρπα γλυκι.

Σε χωρι μακριν ταν δσκαλος, ξνο
κι ρμο η αρρστια τον χτπησε εκε
στην Αθνα τον φρανε ζωνταν πεθαμνο
για να σβσει σε μια κλινικ.

Στην κοιλδα που λεν Ιωσαφτ πει η ψυχ του
το Χριστ π' αγαποσε πει τρα να βρει.
ταν μρα Σαββτου ιερ, το κορμ του
το σκεπσανε με σεντνι μακρ.

Τ' λλο βρδυ μεσνυχτα φαναρκια κρατντας
κι ο Ραβνος να λει και να λει
τον επραν σκις στο σκοτδι γλιστρντας
τον επραν και πνε οι Εβραοι.

         Θεοφνεια

Θεοφνεια. Ο Ουρανς πανηγυρζει.
ν' σπρο περιστρι φεγει απνου.
Μ' να κλων ο παπς δενδρολιβνου
μ' αγιασμ το γρασδι ραντζει.

Η δηση, κρνος μσα του, κι ανθζει
για το δικ του το ψωμ, για του ζητινου.
Τα μυστικ τα λγια μουρμουρζει,
που λνε για το θμα του Ιορδνου...

    Συναναστροφ

λοι ωραοι, καλβουλοι,
ξνοι δικο και φλοι,
καθστε κ' χω να σας πω
για κποιο νο που πθανε
με τον καημ
του ενς φιλιο στα χελη...

Σπουδαο δεν ταν, ββαια,
δε θα χαλοσε ο κσμος μ' να φιλ...
Μα της Κυρς της ρεσε το νο παιδ
να βλπει πως πλαντζει....
'σπου μια μρα...

Λιγκι ακμα...
μακρι δεν εναι η ιστορα
κι ανσυχα τα μτια ας μη στυλνονται
στου ρολογιο την πλκα...

Δε θα προκμει
στην μση ο δεχτης σα σπαθ
την ρα μας να κψει
κι οτε στο τζκι ν' αποσβσει η θρκα
και θα `χω κι λλη μια ιστορα πει,
πιο θλιβερ, ξνοι, δικο και φλοι,
για ναν που ακμα τριγυρν
να βρει τετρφυλλο τριφλλι
για ποιον, αν βρειτε;...
Για την δια την Κυρ!

Για φαντασθετε!...
Και λνε πως κατβηκε
στον δη ο νος,
σπου μια μρα...

μως θαρρ πως πρασε
για σας η ρα... Κι λεγα
τις δυο ιστορες να δσω
και να `φερνα στην ψη σας
της ευσπλαχνας το δκρυ...
(Να βλπαμε και τι καμε η κυρ,
σαν μαθε πως το παιδ...)

μως και πλι χετε γεια κι ευχαριστ...
Στην κρη εδ θα κτσω μοναχ,
να θυμηθ καταλεπτς απ' την αρχ
την ιστορα... να βρω τη μση...
Ως για το τλος, ββαια, το ξρω πια καλ...

...σπου μια μρα, τσ' εν' αυτ!
Καννας πια δε θα νοιαστε
για τον καημ, για το φιλ,
ξνοι, δικο και φλοι
και για το νο που τριγυρν
να βρει τετρφυλλο τριφλλι!

     Σημ:  σα δεν χουνε τραγοδι σημανει πως δε βρθηκε. Π. Χ

                         κλαυτος Νεκρς

     Εκενο το πρω -να χινοπωριτικο πρω- ηρανε το μπαρμπα-Χρστο στο κρεβτι του κκαλο. Ποις να το 'λεγε; λοι νμιζαν, πως η γυνακα του μζευε γραφς και τρα, κοταξε!… να πεθνει αυτς, που ποτ δεν επε κεφλι. Ως κι ο διος δεν το 'βαζε ποτ στο νου του πως μποροσε τχα να πεθνει μπροσττερα κι λο μλωνε τη γυνακα του:
 -Αθην, δε φυλγεσαι…
το γιο του:
 -Παιδ μου, μη συχζεις τη μητρα σου κι εναι καρδιακι.
     Κι εκενη πια η καημνη το 'χε δεμνο στο μαντλι, πως θα 'μενε καμμι ρα, κει δα που μιλοσε κι λεγε στον ντρα της:

 -Κοτα καλ, Χρστο, μλις πεθνω, να μην τα χσεις. Εκε χω τσα σεντνια σαφ, εδ, σε τοτο το μπαολο, εναι το καφετ μου το τζανφσι, να μου το φορσετε. Στο κτω συρτρι του κομμο, μ' ανασηκσεις το μπγο με τις μλλινες κλτσες, θα βρεις τ' ασημνια κουταλκια, τ' ακος; Και να κοιτξεις το Μιχλη μας να…
     Αλαφρς βχας με δσπνοια της κοβε τις παραγγελες. Ο μπαρμπα-Χρστος που την κουγε μ' επσημη προσοχ τνε μλωνε στο τλος:
Σχασε, βρε γυνακα του Θεο! καλ, τα ξρω πια… Χλιες φορς μου τα 'πες!
Χλιες φορς! Δε θυμονταν πια καλ καλ απ πτε το εχαν πρει απφαση να περιμνουν το Χρο σαν αργοπορημνο μουσαφρη… Και οι δο γροι πεφταν σε βαθι συλλογ.
Πσοι χειμνες πρασαν τσι, απνω απ' το μαγκλι, πσα καλοκαρια κτω απ τον σκιο της κρεβαταρις, πσα χινπωρα πσω απ' τα θαμπ τζμια ν' ακονε τη μοντονη βροχ το σρσιμο των φλλων, που τα σριαζεν ο νεμος μπρος στο κατφλι τους, ανμεσα στις γλστρες με τα κιτρινισμνα γερνια και τους χλωμος τηλγραφους.
μως εκενο το πρω ηρανε το μπαρμπα-Χρστο κουβρι στο κρεβτι του, τσι πως εκοιμνταν, ξυλιασμνον.
Ο Μιχλης, που πγε το πρω να τνε ξυπνσει, πετχτηκεν ξω στην αυλ ξεφωνζοντας:
Ο πατρας μου!… δε μιλει ο πατρας μου!…
Για το θε, να γιατρ! ακοστηκε μια ψιλ γυνακεια φων.
Αμσως τρεξαν οι γειτνισσες. Παιδκια μαζχτηκαν ξω απ την πρτα, που εχε μενει τντα και το κρεβτι κρφτηκε απ γυνακες, σκυμμνες απνω απ' το νεκρ.
Σε λγο, μυρουδι αιθρα εγμισε την αυλ και μια γυνακεια φων ακοστηκε να λει θαρρετ:
Ε, ζω σε λγου σας!… πθανε ο νθρωπος.
λοι ρμησαν και τριγρισαν τη χρα με κινματα γεμτα φροντδα:
Κοτα καλ! μην αρχσεις τις φωνς… Πθανε, ε… λοι θα πεθνουμε.
Το ξρω, παιδι μου, αποκρθηκ' εκενη πανιασμνη· γροι εμαστε, θα πεθνουμε.
Και ττες αρχσανε τα πς και τα γιατ: «Πς φαγε απ βραδς, πς μλησε κι αστειετηκε· πς γρεψε της Ελνης της κρης του— μια κουταλι γλυκ κι εκενη του αρνθηκε, γιατ στη θση που τανε περμενε γννα πο ν' ανβει στο ντουλπι!… στερα πλγιασε με τον Μιχλη, αφνοντς του παραγγελι να μην τον ξυπνσουνε πολ πρω… θελε κι αυτς μια φορ να χουζουρψει…
Σα ναν το 'ξερε! …
Αμ, δε λες που ξουρστηκε χτες;
Ετοιμστηκε ο καψερς!
Αμ, το 'δα απψε εγ τ' νειρο;… το 'δα! λεγε η κρη του ανασανοντας βαρι. Μζευα ραδκια. Ραδκια!… φαρμκι, κατλαβες; Αχ, κι εναι μρες που βλπω στον πνο μου τη γιαγι και το θεο τον Πνο να μου γελον κι λεγα: «Τι να θλουν οι πεθαμνοι απ μνα, τι να γυρεουν!…» Και πο ναν το 'ξερα πως θα 'παιρναν τον πατρα! Αχ, και το πρω που ξπνησα λω της μητρας: —Μητρα, να πω ν' ανψω να κερ στον τφο της γιαγις και του θεου του Πνου, ναν τους
βρσομε κι να πιτο στρι, να μ' αφσουν συχη οι πεθαμνοι…·
Αχ, εγ η στργγλα! ξεφωνισε η κυρα-Χρσταινα, ποιος να μου το 'λεγε, νοικοκρη μου! …
Σςςς!…καμαν λοι· φτνει!…Θα σας βγλουμε ξου!… Πθαν' νας, δεν εναι ανγκη να πεθνουμε λοι! Εσ να κοιτξεις την κρη σου, στη θση που εναι, κι εσ τη μνα σου. Η μια να κνει κουργιο της αλληνς… χι κλματα.
Καλ, παιδι μου, αποκρθηκε η κυρα-Χρσταινα με μια φων σαν πνο και κθισε συχα στο προσκεφλι του πεθαμνου.
Καμι απ τις γυνακες δε μποροσε να τεντσει τα πδια του νεκρο κι εφναξαν το μαγαζτορα της γειτονις, που ρθε σεινιμενος κουνιμενος και με επσημο φος να δσει την κανονικ θση στο ξυλιασμνο κορμ.
Ωστσο δυνατς ομιλες ακογουνταν κι ποιος ερχταν θελε να μθει το πς. Και ττε ξανρχιζε η δια ιστορα: «Αποβραδς φαγε καλ… μας καμε του κσμου τ' αστεα… γρεψε της Ελνης γλυκ…»
Αμξι στθηκε στην εξπορτα κι λοι τρξανε να δονε. νας καλοντυμνος κριος, ακολουθομενος απ το Μιχλη, πδησε κτω κι τρεξε με σπουδ κατ την πρτα που μπαινβγαιναν οι νθρωποι.
Ο γιατρς!…
Ο γιατρς στθηκε στον παρασττη της πρτας με το καπλο στο κεφλι και κοταξε μσα.
Πιστεω, γιατρ μου, του επε δυνατ μια γυνακα, δικα σε φωνξαμε· ο νθρωπος τλειωσε.
Ο γιατρς κονησε το κεφλι, κτι ρτησε και η κυρα-Χρσταινα ρχισε τα δια:
Αποβραδς, γιατρ μου, φαγε καλ· εγρεψε της Ελνης μου μου απ δω…
Σπαινε συ! της επε η γυνακα. Κι πειτα, γυρνντας στο γιατρ, ξακολοθησε: Δεν εχε τποτα ο νθρωπος. Πιστεω, γιατρ μου, συγκοπ.
Ο γιατρς κονησε το κεφλι αδιφορα, σα να 'λεγε: «Εμ… ββαια, τι λλο;» Κι φυγε πλι, βιαστικς, πως ρθε.
Ωστσο ο νεκρς ταν τοιμος, πλυμνος, σαβανωμνος, με σταυρωμνα τα χρια και δεμνα τα σαγνια.
Σε λγο δυο νθρωποι νας πολτης, κι νας δεκανας με το τσιγρο στο στμα ρθαν ν' αναλβουν την κηδεα.
Περνοσαμε απξου κατ τχης και…
ταν εργολβοι κηδειν. Για πτε το μυρστηκαν; Ο δεκανας τρβηξε βιαστικ βιαστικ δυο τρεις ρουφηξις το τσιγρο του, το πταξε χμω, φτυσε και το πτησε:
Τσο η κσσα, τσο το μαξιλρι, τσο η κουρτνα για την πρτα…
ταν σε λγο ο δεκανας φερε την κσσα και την ακομπησε χμω, δπλα στο κρεβτι, ρχισαν λοι μαζ να φιλονικον δυνατ κατ πο πφτει η ανατολ. Τα χρια σταυρνουνταν απνω απ' το νεκρ με γργορες χειρονομες εσχημτιζαν παρδοξες πυραμδες, καθς σηκνουνταν λα μαζ για να δεξουν την ανατολ:
Απ κει!
Κι δειχναν κατ τη δση.
χι, απ δω! κι εσκωναν το δχτυλο κατ το βορι.
Η σαβαντρα επμενε:
Απ κει!…
Ο δεκανας, που τους κοταζε αγαναχτισμνος, χασε την υπομον του:
Τι λες, κυρ μου; απ κει εναι η δση! «δυτικο εμαστε εμες; Εμες εμαστε χριστιανο!… Εσαστ' ευχαριστημνοι, απ την κσσα, λω;
Μμ… καμε η κουμπρα της κυρα-Χρσταινας.
Ορστε και το μαξιλρι…
Και ο δεκανας βγαλε κτω απ' το μαντα του να θλιο μαξιλρι απ μενεξελ σατν, με μαρη μπαμπακερ νταντλα τριγρω.
Για να σου πω, του επε η πιο θαρρετ γυνακα, σειντας το μαξιλρι απνω απ' το κεφλι του πεθαμνου, τι εναι τοτο; Τι νμισες; Ο μακαρτης τανε νθρωπος πως πρπει,
νοικοκρης με τα λα του! λα τα χτματα, απ τα Κουπονια και πρα, δικ του τανε… και γυνακα χει, και παιδι χει, και γιο στο Πανεπιστμιο χει και κρη παντρεμνη κι αδερφ στην…
Καλ, κυρ μου, της αποκρθηκε ο δεκανας αποσβολωμνος· να φρω λλο!… Κι φυγε βιαστικς.
Ξφνου, απ' το βθος της μεγλης αυλς ακοστηκε το τρικμισμα μιας σπαραχτικς φωνς:
Πω, πω, πωω! λαχτρα σας και τρομρα σας, τ' ταν τοτο που πθατε, μωρς;
Κι ρμησε μες στο δωμτιο μια γυναικρα ως εκε πνω, μαυροφορεμνη, ανμαλλη, χτυπντας τον αρα με τις απελπισμνες χειρονομες της.
λοι στρφηκαν κατ' απνω της:
Σςςς!… σκασμς!… Θα σε βγλουμε και σνα ξου!…
Η γυνακα κρωσε. Γρισε και τους κοταξε λους:
Μωρ, δεν πθανε εδ μσα ο νοικοκρης;
Ε, καλ! πθανε ο νας, να πεθνει κι λλος; Πο τα 'χεις τα μυαλ σου! Ξεχνς πως η αδελφ σου εναι καρδιακι και η ανιψι σου στις ρες της;
Η γυνακα γρισε κατ την αδελφ της, που καθταν συχη και την κοταζε με τα στεγν σταχτερ ματκια της, χωρς καμιν κφραση. Φοροσε στο κεφλι να κρπι δεμνο αλαφρ κτω απ' το σαγνι και στο χρι κρατοσ' να λευκτατο μαντλι με μια πλατι ργα μαρη στις ογιες. ταν στεγν, τσαλακωμνε και χρηστο, σαν κι εκενη που το κρατοσε.
Η αδελφ της εχε φουσκσει!
Βρε, Αθην, τριντα χρνια, μονοπροσκφαλο και δεν τονε κλαις τον ντρα σου; Και δεν τονε κλαει κανες σας εδ μσα; Φτου!…
Και με μια χειρονομα, που δειχνε λη της την αγανχτηση εγρισε τις πλτες της κι φυγε μεγαλπρεπη.
Κερ και βολα! της φναξαν απ πσω της οι γυναικολες.
Τον κακ σας τον καιρ! εμουρμορισε η γυνακα βγανοντας στο δρμο.
* * *
ξω ο χειμωνιτικος λιος λαμπε γλυκς και τ' αγερκι εφοσκωνε τους μαρους μπερντδες της εξπορτας. Κι λεγες πως η στενμακρη εκενη αυλ, με τους αψηλος τοχους και με τους βαθι συλλογισμνους ανθρπους τανε το καρβι του χρου, και πως, ραν την ρα, το φουσκωμνο ολμαυρο παν θα το τραβοσε προς το θλιμμνο νεκρονσι… Κι λεγες, πως τρα θα σηκσουν την γκυρα, που τσο βαρι εχε καθσει στο βυθ και πως θ' αρμενσει το πετρωμνο καραβκι μ' λους μαζ τους ξενιτεμνους, που ξεχστηκαν στον απνω κσμο.
Πτε πτε, απ' το μοναχικ δντρο της αυλς, πεφτε συχα συχα καννα φλλο κι εσημδευε το υγρ χμα σαν με χρυσοκκκινα φτερουδκια, αλαφρ, αναφουφουδιασμνα, σπου κποιος περαστικς με τα βαρι του τα πδια τ' αφνιζεν απνω στη μαρη γης.
Απ' το νεκρικ καμαρκι φταναν ως ξω ανακατεμνες ομιλες. Εκε το βρδυ απαντθηκαν νθρωποι, που εχαν χρνια να ιδωθον κι εδοκμαζαν τη χαρ που δνουν τ' ανλπιστα συναπαντματα.
Βρε!… πσα χρνια… .
Οι ντρες ξω στην αυλ, οι μαυροφορεμνες γυνακες μες στο καμαρκι σε κκλο, γρω απ το νεκρ και καθνας στριζε κι ν' ανλογο ξαφνικ σαν του μπαρμπα-Χρστου.
Μια φορ, λεγε δυνατ μια χοντροκομμνη γυνακα, δυο η ρ' απ τα μεσνυχτα, με φωνζουν στου κουμπρου μου του Γιννη. Πηγανω και τι να δω; λαλος ο νθρωπος, με τα μτια γυαλ, με τα δντια σφιγμνα…
Φανταχθετε!… ξεφνισε δπλα της μια νστιμη κοπλα. λοι γρισαν και την κοταξαν κι εκενη ανακθισε στενοχωρημνη.
—Τνε ξεκουμπνουμε, τνε τρβουμε… Τποτα!… «Το κνισμα» φωνζω. Μλις τον γγιξε η 'κνα μεγλ' η χρη της σταυροκοπθηκαν λες να θεριψει ο νθρωπος, να πσει απνω μου!… κι εγ ναν τνε παλεω… κι χι μνο αυτ, μα… με συγχωρετε…
Κι σκυψε στη διπλαν της κοπλα και κτι της επε στο αυτ.
Φαντχθετε!… ξαναεπε η κρη σκανταλισμνη.
— Ναι, να σε χαρ! ρχεται μες στην ρα ο γιατρς και τι μας λει; Πς ταν καλτερα ναν τνε φωνζαμε αμσως, περ που κοιτζαμε με τα εικονσματα, Θε μου, συχρεσε με! …
Χριστς κι η Παναγα! καμαν οι γυνακες κι εσταυροκοπθησαν. Κι λος εκενος ο μαρος κκλος που ατρεμοσε τσην ρα με κατανυχτικ προσοχ, σλεψε σαν απ φσημα βορι και φοσκωσε κι ετναξε αφρος οργς ενντια στον πιστο.
ξαφν' απ το διπλαν καμαρκι ακοστηκαν φιλονικες. Απ την ανοιχτ πρτα φαινταν ο δεκανας ρθιος, μ' να μεγαλπρεπο μαξιλρι στην αγκαλι. Το μενεξελ ατλζι εσπθιζε στο λιγοστ φως της λμπας, σα να εχαν σκορπιστε απνω του χιλιδες αμθυστοι.
Για να σου πω, λεγε ο αδελφς του μπαρμπα-Χρστου, Τ' εναι τοτο; κι γγιξε το προσκφαλο που βολιαξε μαλακ κι εσχημτισε μενεξεδνιες αχτνες γρω απ το χοντρ δχτυλο. Ακος εκε εκοσι φργκα! Για ποιους μας πρασες·' για Σκουζδες; μπας και νμισες πως πθανε κνας υπουργς; τσ!… Επισττης ταν ο νθρωπος… φτωχς νθρωπος…
Ο δεκανας διαμαρτυρθηκε:
Μα, του λγου σου, κυρ μου, δε μου επες το πρω πως τι ο μακαρτης τανε νοικοκρης πως πρπει και πως τι να πρω πσω το φτην μαξιλρι…
Δικαως του λγου! τον εκερανωσε η γυνακα· εκενο δεν τανε μαξιλρι, τανε τσλι!…
Ναν το ξαναφρεις πσω! επε ο αδελφς του πεθαμνου, αγριοκοιτζοντας τη γυνακα.
Εσ πλι φερες να πρμα βασιλικ, δικαιολογθηκε εκενη και ο δεκανας φυγε πλι βιαστικς βλαστημντας.
* * *
Κι ταν πρε πια η μεγλη νχτα, κι λα καταλγιασαν και μια μια οι γυναικολες φυγαν κι παυαν οι συγγενες να δνουν καφδες, κι εν μες στο καμαρκι οι ζωντανο κοιμονταν τσο
βαθι, που λεγες πως μποροσε και να μην ξυπνσουν ποτ, απ το βθος της αυλς, κτω απ τη μεγλη σκεπ ρχισε να χνεται σιγαν να γλυκ τραγουδκι, πρμο σιγκντο, απ κμποσους νους που ξενυχτοσαν μαζ με το Μιχλη:
«Τρ' αγαπω μιαν λλη, μια ξανθ
που εναι πολ πιο μορφη απ σνα
Και ττε ξπνησαν οι θρνοι των πραγμτων: το χλοσμνο πηγαδκι, το μοναχικ δντρο με τα λιγοστ φυλλαρκια, που πεφταν αθρυβα, ο τοχος με τις βαθις ραγισις, που μοιαζαν σαν κλνοι στοιχειωμνοι, το σιγαν τραγουδκι, τ' ακνητα σννεφα, που στελναν πτε πτε καμι ψιχλα… λα κλαιγαν το νοικοκρη του σπιτιο, τον τμιο δουλευτ, που επρασε χιλιοβασανισμνη ζω και τρα φευγε, χωρς ν' αφσει πσω του καννα πνο.
Και το λλο βρδυ, εν ξω η βροχ πεφτε με το τουλομι, μσα στους λυπημνους τανε πλοσιο το τραπζι της παρηγορις. Οι καλεσμνοι ταν πολλο, τσοι που κθουνταν κι απνω στα κρεβτια. λοι εχανε κνει το κουμντο τους· ρχουνταν με τις ομπρλες τους, μουσκεμνοι, φρνοντας σε πιατλες δεμνες σε αλατζαδνιες πετστες, ψρια, μακαρονδες και προ πντων κρασ. Ο Μιχλης, η Ελνη και η κυρα-Χρσταινα, σκυμμνοι απνω απ τα πιτα τους, τργανε βιαστικ, με ρεξη, αδιαφορντας για τους λλους. Συχν σηκνουνταν τα ποτρια με το σπιθβολο ρετσνι.
Ε, Θιος σχωρσ' τονε, κυρα-Χρσταινα.
Θιος σχωρσ' τονε, απαντοσε η χρα κατεβζοντας το ποτρι με ξαναμμνο πρσωπο και μισκλειστα μτια.
—Κερ και βολα! …
Αμν, Παναγι μου, λεγε η κυρα-Χρσταινα.
Καλ, ρτησε ξαφνα κποιος, γιατ δεν τνε πγανε το μπαρμπα-Χρστο στον Αη-Δημτρη, που ταν και μια φορ επτροπος, ναν τνε διαβσουνε, μνε τνε επγαν κατ' ευθεαν στο Νεκροταφεο.
τσι κνει τρα η αριστοκρατα, επε με αξιοπρπεια η κυρα-Χρσταινα κι ρχισε να δηγιται τα επεισδια της περασμνης νχτας: το πς μλωσαν οι δυο κουνιδες της με το νυσταγμνο ξδελφ της, τον Κστα, για λγη θση στον καναπ… Σε κθε της φρση τιναζταν απ τα γλια τσο, που δε μποροσε ν' αποτελεισει την κουβντα· διπλωνταν στα δυο και το σαγνι της γγιζε τι πιτο της· και ττε δεν βλεπες παρ δυο σκυλδοντα και δυο κλεισμνα ματκια, σα δυο μολυβις τραβηγμνες σε στραπατσαρισμνο χαρτ.
νας κομψευμενος φοιτητς, που εφλερτριζε τη διπλαν του κι παιρνε ττοιες πζες που νμιζες πως ταν τοιμος να παξει κιθρα, σκυψε και επε στ' αυτ της νας:
Δε νομζετε, ματμαζλ, τι η κυρα-Χρσταινα απψε εναι η Εθυμος Χρα;

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers