-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

Capote Truman Garcia:


     Για κμποσα χρνια η κυρα Χ. Τ. Μλερ ζοσε μνη σ' να ευχριστο διαμρισμα (δυο δωμτια και κουζινολα) σ' να ανακαινισμνο κτριο με πρσοψη απ καφετ ψαμμτη κοντ στο Ιστ Ρβερ. ταν χρα αλλ εξασφαλισμνη χρη στην ασφλεια του κριου Χ. Τ. Μλερ. Τα ενδιαφροντ της ταν περιορισμνα, δεν εχε αληθινος φλους και σπνια πγαινε πρα απ το γωνιακ μπακλικο. Οι υπλοιποι νθρωποι στο κτριο μοιαζε να μη τη προσχουν ποτ. Τα ροχα της τανε πρακτικ, τα μαλλι της εχαν μεταλλικ γκρζα απχρωση κι ταν κοντοκομμνα και πρχειρα κατσαρωμνα. Δε χρησιμοποιοσε καλλυντικ, τα χαρακτηριστικ της ταν αδιφορα, περνοσαν απαρατρητα και στα τελευταα της γενθλια κλεισε τα εξντα να. Σπανως κανε κτι αυθρμητα. Διατηροσε τα δυο δωμτια πεντακθαρα, κπνιζε καν τσιγρο κπου-κπου, μαγερευε για την δια και φρντιζε να καναρνι.
     Κι στερα γνρισε τη Μριαμ. Χινιζε κενο το βρδυ. Η κυρα Μλερ εχε τελεισει το σκοπισμα των πιτων του βραδινο της και φυλλομετροσε μια απογευματιν εφημερδα ταν εδε μια διαφμιση για μια ταινα που παιζταν σ' να γειτονικ κινηματογρφο. Ο ττλος ακουγταν καλς, τσι φρεσε το καστρινο παλτ της, δεσε τις γαλτσες της και βγκε απ το διαμρισμα, αφνοντας να φως αναμμνο στο διδρομο, γιατ τποτε δεν την ενοχλοσε πιτερο απ την ασθηση του σκοταδιο. Το χινι ταν μορφο, πεφτε απαλ χωρς να σκεπζει ακμα το πεζοδρμιο. Ο αγρας απ το ποτμι ξριζε μνο στις διασταυρσεις. Η κυρα Μλερ προχρησε βιαστικ, με το κεφλι σκυφτ, αγνοντας ,τι υπρχε τριγρω, σα τυφλοπντικας που σκβει να λαγομι. Σταμτησε σ' να φαρμακεο-παντοπωλεο κι αγρασε να πακτο καραμλες μντας.
     Βρκε μια μακρι ουρ να περιμνει στο ταμεο και στθηκε στο τλος της. Θα περμεναν λγο για να προυν εισιτρια για λες τις σειρς των θσεων, βγκηξε μια κουρασμνη φων. Η κυρα Μλερ ψαξε μες στη δερμτινη τσντα της σπου βρκε το ανττιμο του εισιτηρου. Η ουρ προχωροσε με το πσο της, τσι,  κοιτντας τριγρω, η κυρα Μλερ για να περσει η ρα, ξαφνικ πρσεξε μια κοπελτσα να στκει κτω απ την κρη της μαρκζας. Τα μαλλι της ταν τα πιο μακρι και παρξενα που εχε δει ποτ η κυρα Μλερ. Τελεως αργυρλευκα, σα μαλλι αλμπνου. Της φτναν ως τη μση, χυτ κι απαλ. ταν λεπτ και ντελικτη. Υπρχε μια απλ αλλ ξεχωριστ κομψτητα στον τρπο που στεκταν, με τους αντχειρες στις τσπες ενς δαμασκην βελοδινου παλτο, φτιαγμνου σε μοδστρα. Η κυρα Μλερ αισθνθηκε παρξενα συνεπαρμνη και χαμογλασε ζεστ ταν η κοπελτσα κοταξε προς το μρος της. Πλησασε κι επε:
 -"Θα μποροσατε να μου κνετε μια χρη";
 -"Μετ χαρς, αν περν απ το χρι μου", της επε η κυρα Μλερ.
 -"Α, εναι πανεκολο. Θα 'θελα απλς να μου αγορσετε εισιτριο, ειδλλως δε θα μ' αφσουν να μπω. Να χω τα λεφτ". Κι δωσε με χρη στη κυρα Μλερ δυο δεκρες και μια πεντρα. Μπκαν μαζ στον κινηματογρφο. Μια ταξιθτρια τους οδγησε στο φουαγι. Η ταινα θα τλειωνε σ' να εικοσλεπτο.
 -"Νιθω αληθιν εγκληματας", επε κεφτα η κυρα Μλερ καθς καθταν. "Εννο, αυτ εναι παρνομο, ε; Εχομαι ειλικριν να μην κανα κτι στραβ. Η μητρα σου ξρει που εσαι καλ μου; Το ξρει ε";
     Η κοπελτσα δε μλησε. Ξεκομπωσε το παλτ της και το δπλωσε στα πδια της. Το φρεμα της απ κτω ταν σεμν και βαθυκανο. Τα δχτυλ της, που δεχναν ευασθητα σα μουσικο, παξανε μηχανικ με τη χρυσ αλυσδα στο λαιμ της. Παρατηρντας τη πιο προσεχτικ, η κυρα Μλερ αποφσισε πως το αληθιν ξεχωριστ της χαρακτηριστικ δεν ταν τα μαλλι της, αλλ τα μτια της, ταν ξανθοκστανα, ατεν, δεν εχανε τποτε παιδικ κι εξαιτας του μεγθους τους, σα να εξαφνιζαν το προσωπκι της. Της πρσφερε καραμλα μντας.
 -"Πως σε λνε καλ μου";
 -"Μριαμ", επε λες και κατ κποιο παρδοξο τρπο αυτ ταν δη γνωστ.
 -"Για δες τι παρξενο κι εγ λγομαι Μριαμ. Και δεν εναι δα και καν πολ συνηθισμνο νομα. Λοιπν, μη μου πεις τι το επθετ σου εναι Μλερ"!
 -"Απλ Μριαμ".
 -"Μα δεν εναι παρξενο";
 -"Κατ κποιο τρπο", επε η Μριαμ και στριφογρισε τη καραμλα πνω στη γλσσα της. Η κυρα Μλερ κοκκνισε και πγε αμχανα πρα-δθε.
 -"Τι πλοσιο λεξιλγιο χεις για τσο μικρ"!
 -"Αλθεια";
 -"Μα ναι", επε η κυρα Μλερ αλλζοντας βιαστικ θμα. "Σου αρσει το σινεμ";
 -"Δε ξρω", επε η Μριαμ, "δεν χω ξαναπει". Γυνακες ρχισαν να γεμζουν το φουαγι και τρα ακουγταν μια μακριν βο απ εκρξεις βομβν στα κινηματογραφικ επκαιρα. Η κυρα Μλερ σηκθηκε βζοντας τη τσντα της υπομλης.
 -"Πρπει να βιαστ αν θλω να βρω θση", επε. "Χρηκα που σε γνρισα". Η Μριαμ νευσε ανεπασθητα.
     Χινιζε λη την εβδομδα. Ρδες και πδια δισχιζαν αθρυβα το δρμο λες κι η ζω συνεχιζταν κρυφ πσω απ να αχν αλλ' αδιαπραστο παραπτασμα. Μες στη σιωπ που 'πεφτε απ ψηλ, δεν υπρχε ουρανς γη, μνο χινι που παρασερνταν απ τον νεμο, θμπωνε τα τζμια, πγωνε τις κμαρες, νκρωνε τη πλη. λη την ημρα πρεπε να 'χεις αναμμνη τη λμπα κι η κυρα Μλερ χασε τις μρες. Η Παρασκευ δεν ταν αλλιτικη απ το Σββατο και τη Κυριακ πγε στο μπακλικο, που φυσικ ταν κλειστ. Εκενο το βρδυ τηγνισε αβγ κι φτιαξε τοματσουπα. Κατπιν, αφο φρεσε μια φανελνια ρμπα και καθρισε το πρσωπ της με κρμα, βολετηκε καθιστ στο κρεβτι με μια θερμοφρα κτω απ τα πδια της. Διβαζε τους Τιμς ταν χτπησε το κουδονι. Στην αρχ νμισε πως πρπει να ταν λθος κι ,τι ποιος ταν θα φευγε. Αλλ' μως χτυποσε και χτυποσε, σπου τα κουδουνσματα γναν επμονο βουητ. Κοταξε το ρολι: περασμνες ντεκα! δεν ταν δυνατ, πντα κοιμταν στις δκα το αργτερο. Σηκθηκε και δισχισε ξυπλητη το καθιστικ.
 -"Μισ λεπτ, ρχομαι". Η πρτα ταν μανταλωμνη κι σο να τη ξεμανταλσει, το κουδονι δεν παψε στιγμ. "Σταμτα", φναξε. Το μνταλο τραβχτηκε κι η κυρα Μλερ νοιξε τη πρτα μια ιδα. "Τι τρχει για τ' νομα του Θεο";
 -"Γεια", επε η Μριαμ.
 -"Ω... γεια", επε η κυρα Μλερ και τραβχτηκε δισταχτικ στο διδρομο, "εσαι κενο το κορτσι".
 -"Νμιζα τι δε θ' νοιγες ποτ, αλλ δε τρβηξα το δχτυλ μου απ το κουδονι, γιατ ξερα πως εσαι σπτι. Δε χαρεσαι που με βλπεις"; Η κυρα Μλερ δεν ξερε τι να πει. Η Μριαμ, εδε, φοροσε το διο δαμασκην βελοδινο παλτ και τρα, ταιριαστ σκοφο. Τ' σπρα της μαλλι ταν πλεγμνα σε δυο λαμπερς κοτσδες και δεμνα στις κρες με πελριες σπρες κορδλες. "Μια και περμενα τσο πολ, θα μποροσες τουλχιστον να μ' αφσεις να μπω;" επε.
 -"Εναι πολ αργ..." Η Μριαμ τη κοταξε ανκφραστα.
 -"Τι σημασα χει; 'Ασε με να μπω. Κνει κρο εκε ξω και φορ μεταξωτ φουστνι". στερα, με μια ευγενικ χειρονομα, παραμρισε τη κυρα Μλερ και μπκε στο διαμρισμα. ριξε το παλτ και το σκοφο της σε μια καρκλα. Φοροσε ντως μεταξωτ φουστνι. 'Ασπρο μετξι. 'Ασπρο μετξι τον Φλεβρη. Η φοστα ταν μορφα πτυχωμνη και τα μανκια μακρι. Θριζε αχν καθς τριγριζε η κοπλα στο δωμτιο. "Μου αρσει το χαλκι, το μπλε εναι το αγαπημνο μου χρμα". 'Αγγιξε να χρτινο τριαντφυλλο σ' να βζο στο τραπεζκι. "Απομμηση", σχολασε μελαγχολικ. "Τι θλιβερ. Δεν εναι θλιβερς οι απομιμσεις"; Κθισε στον καναπ, απλνοντας με χρη τη φοστα της.
 -"Τι θες;" ρτησε η κυρα Μλερ.
 -"Κτσε", επε η Μριαμ. "Νιθω νευρικ ταν βλπω ανθρπους να στκουν". Η κυρα Μλερ βολιαξε σ' να πουφ.
 -"Τι θες;" επανλαβε
 -"Ξρεις, δε νομζω να χαρεσαι που ρθα". Για δετερη φορ η κυρα Μλερ δεν ξερε τι ν' απαντσει, τσι κονησε αριστα το χρι. Η Μτιαμ χαχνισε και κθισε παραπσω, πιζοντας να σωρ απ εμπριμ βαμβακερ μαξιλρια. Η κυρα Μλερ πρσεξε πως η κοπλα ταν λιγτερο χλωμ απ' σο τη θυμταν. Τα μγουλ της ταν φουντωμνα.
 -"Πως μαθες που μνω"; Η Μριαμ συνοφρυθηκε.
 -"Δεν ταν καμι σπουδαα υπθεση. Πως σε λνε; Πως με λνε";
 -"Μα τ' νομ μου δεν εναι στον τηλεφωνικ κατλογο".
 -"Oχ, ας μιλσουμε για κτι λλο". Η κυρα Μλερ επε:
 -"Η μητρα σου θα 'ναι τρελ ν' αφνει να παιδ σαν εσνα να τριγυρν τη νχτα και μλιστα με ττοια γελοα ροχα. Δε θα 'ναι στα συγκαλ της". Η Μριαμ σηκθηκε και πγε σε μια γωνα που να σκεπασμνο κλουβ κρεμταν με αλυσδα απ το ταβνι. Κοταξε κλεφτ κτω απ το κλυμμα.
 -"Εναι να καναρνι". επε. "Θα σε περαζε να το ξυπνσω; Θα 'θελα να τον ακοσω να κελαηδ".
 -"Ασ' τον Τμυ συχο", επε ανσυχα η κυρα Μλερ, "μη τολμσεις να το ξυπνσεις".
 -"Εντξει", επε η Μριαμ, "αλλ δε καταλαβανω γιατ να μη μπορ να τον ακοσω να κελαηδ". Κι στερα: "χεις τποτα να φω; Πεθανω της πενας! Ακμα και σντουιτς με μαρμελδα και γλα, θα ταν μια χαρ".
 -"Κοτα", επε η κυρα Μλερ και σηκθηκε απ το πουφ της, "κοτα, αν σου ετοιμσω μερικ νστιμα σντουιτς θα γυρσεις σα καλ παιδ στο σπτι σου; Πρπει να 'ναι περασμνα μεσνυχτα".
 -"Χιονζει", τη μλωσε η Μριαμ "κι χει σκοτδι και παγωνι".
 -"Κατ' αρχς, δεν πρεπε να ρθεις εδ", επε η κυρα Μλερ πολεμντας να συγκρατσει τη φων της. "Δε φταω εγ για τον καιρ. Αν θες να φας κτι, πρπει να μου υποσχεθες τι θα φγεις". Η Μριαμ ακομπησε τη μια κοτσδα στο μγουλ της. Τα μτια ταν συλλογισμνα, σα να ζγιαζαν τη πρταση. Γρισε προς το κλουβ.
 -"Πολ καλ", επε, "στο υπσχομαι".
     Πσων χρονν εναι; Δκα; ντεκα; Μες στη κουζνα η κυρα Μλερ αποσφργισε να βζο μαρμελδα φρουλα κι κοψε τσσερις φτες ψωμ. βαλε να ποτρι γλα και στθηκε να ανψει τσιγρο. Και γιατ ρθε; γνεψε αρνητικ κρατντας το σπρτο, συνεπαρμνη, μχρι που της καψε το δχτυλο. Το καναρνι κελαηδοσε, αλλ' πως κανε το πρω και καμμι λλη στιγμ.
 -"Μριαμ, σου επα να μην ενοχλσεις τον Τμυ". Καμμι απντηση. Φναξε ξαν και το μνο που κουσε ταν το καναρνι. Τρβηξε μια ρουφηξι κι ανακλυψε πως εχε ανψει το τσιγρο απ το φλτρο και ...αχ, δεν πρεπε να χσει τη ψυχραιμα της. Πγε το φα σ' να δσκο και το ακομπησε στο τραπεζκι. Πρτα εδε πως το κλουβ ταν ακμα σκεπασμνο κι ο Τμυ κελαηδοσε. Αυτ την κανε να νισει αλλκοτα και δεν υπρχε κανες στο δωμτιο. Η κυρα Μλερ δισχισε το μικρ διδρομο που 'βγαζε στη κρεβατοκμαρα, αλλ στη πρτα της κπηκε η ανσα. "Τι κνεις;"ρτησε.
     Η Μριαμ σκωσε τα μτια κι η κφρασ τους δεν ταν φυσιολογικ. Στεκταν δπλα στη τουαλτα με μια μπιζουτιρα ανοιγμνη μπρος της. Για μια στιγμ περιεργστηκε τη κυρα Μλερ, αναγκζοντς τη να τη κοιτξει κατματα και χαμογλασε.
 -"Δεν υπρχει τποτε καλ εδ", επε, "αλλ μου αρσει αυτ". Κρατοσε μια καρφτσα με καμα. "Εναι γοητευτικ".
 -"Μλλον... νομζω πως θα 'πρεπε να τη ξαναβλεις στη θση της", επε η κυρα Μλερ, νιθοντας ξφνου την ανγκη να στηριχτε κπου. Ακομπησε στη κσα της πρτας. νιωθε το κεφλι της αβσταχτα βαρ, κτι της πλκωνε τη καρδι. Το φως σα να τρεμπαιζε. "Σε παρακαλ παιδ μου, εναι δρο απ τον ντρα μου..."
 -"Αλλ' μως εναι μορφη και τη θλω", επε η Μριαμ. "Δωσ' τη μου".
     Καθς η κυρα Μλερ στεκταν, πολεμντας να πει κτι που κπως θα σωζε τη καρφτσα, σκφτηκε πως δεν εχε απ ποιον να ζητσει οτιδποτε, ταν μνη, κτι που εχε πολ καιρ να σκεφτε, αλλ που τρα πρβαλλε με τση νταση μπρος της, που την αποσβλωσε. Εδ, στην δια της τη κμαρα, στη σιωπηλ χιονισμνη πλη, υπρχαν αποδεξεις που οτε να τις αγνοσει μποροσε, οτε -κατλαβε με τρομακτικ διαγεια- να τους αντισταθε.
     Η Μριαμ φαγε λαμαργα κι ταν τα σντουιτς και το γλα τελεωσαν, τα δχτυλ της, με κινσεις σα να σχεδαζαν αραχνις στο πιτο, μζεψαν τα ψχουλα. Η καμα λαμπε στο φουστνι της -το ξανθ προφλ σαν απατηλ εδωλο εκενης που τη φοροσε.
 -"ταν πολ νστιμο", επε αναστενζοντας, "αν και τρα να κικ με αμγδαλα, να κερσι γλασ, θα ταν τλειο. Τα γλυκ εναι υπροχα, δε συμφωνες"; Η κυρα Μλερ ισορροποσε πνω στο πουφ της καπνζοντας να τσιγρο. Ο φιλς της εχε στραβσει και τρχες εχανε ξεφγει και κρμονταν στο πρσωπ της. Τα μτια της ταν ανητα στυλωμνα στο κεν και κοκκινλες στιζαν τα μγουλ της, λες κι να δυνατ χαστοκι της εχε αφσει μνιμα σημδια. "Υπρχει καθλου γλυκ... καθλου κικ"; Η κυρα Μλερ τναξε στχτη στο χαλ. Το κεφλι της ταλαντετηκε ελαφρ, καθς προσπαθοσε να εστισει τη ματι της.
 -"Υποσχθηκες να φγεις αν φτιαχνα τα σντουιτς", επε.
 -"Ποπ, αλθεια";
 -"Μου το υποσχθηκες κι εμαι κουρασμνη και δε νιθω καθλου καλ".
 -"Μη ταρζεσαι", επε η Μριαμ, "απλ σε πειρζω". Πρε το παλτ της, το κρμασε στον πχη της και κοιτχτηκε σ' να καθρφτη για να φτιξει τον σκοφο της. Κατπιν σκυψε κοντ στη κυρα Μλερ και ψιθρισε: "Καληνχτισ με μ' να φιλ".
 -"Σε παρακαλ... θα προτιμοσα να μη το κνω", επε η κυρα Μλερ. Η Μριαμ ανασκωσε τον μο της κι ψωσε το φρδι.
 -"πως θλεις", επε και πγε κατευθεαν στο τραπζι, δραξε το βζο με τα χρτινα τριαντφυλλα, το πγε εκε που το χαλ δε σκπαζε το σκληρ δπεδο και το 'ριξε με δναμη. Γυαλι τινχτηκαν παντο κι η Μριαμ ποδοπτησε το μπουκτο. Κατπιν πγε αργ ως τη πρτα, αλλ' μως προτο τη κλεσει, ριξε να δθεν αθο, πονηρ βλμμα γεμτο περιργεια στη κυρα Μλερ.
     Η κυρα Μλερ πρασε την επμενη στο κρεβτι και δε σηκθηκε παρ μια φορ για να τασει το καναρνι και να πιει να φλιτζνι τσι. Μτρησε τη θερμοκρασα της και δεν εχε οτε δκατα, ωστσο τα νειρ της ταν ταραγμνα σα να ψηνταν στον πυρετ κι η αλλκοτη ασθησ τους παρμενε ακμη κι ταν η ξαπλωμνη κυρα Μλερ κοιτοσε με ολνοιχτα μτια το ταβνι. να νειρο πλεκταν με τα υπλοιπα σα φευγαλο μυστηριδες θμα σε περπλοκη συμφωνα, με τις σκηνς του ολοζντανες σα σχεδιασμνες απ χρι προικισμνο με ταλντο και δναμη: μια κοπελτσα που φοροσε νυφικ και στεφνι απ φλλα ταν επικεφαλς μιας μελαγχολικς πομπς που κατηφριζε να βουνσιο μονοπτι, ασυνθιστα σιωπηλ, σπου μια γυνακα πσω-πσω ρτησε: -"Που μας πηγανει"; -"Κανες δε ξρει", επε νας γρος που βδιζε μπροστ, "δεν εναι σα λουλοδι απ πγο... τσο λαμπερ και λευκ";
     Το πρω της Τρτης ξπνησε νιθοντας καλτερα. Εκτυφλωτικς δσμες ηλιφωτος, περνντας γερτς μες απ τις περσδες, διλυσαν τις νοσηρς φαντασισεις της. 'Ανοιξε το παρθυρο κι εδε τη μρα ξω να 'ναι γλυκι σαν ανοιξιτικη και τον πγο να 'χει λεισει. Κατλευκα σουφρωμνα σννεφα απλνονταν απ τη μια ως την λλη του εκτς εποχς απραντου, γαλανο ουρανο και στην αντικριν μερι της σειρς απ χαμηλς σκεπς, η κυρα Μλερ εδε το ποτμι και καπν ν' ανεβανει απ φουγρα ρυμουλκν, καμπυλωτς στον αγρα που φυσοσε ζεστς.
     Αφο συγρισε το διαμρισμα, πγε στο μπακλικο, εξαργρωσε μιαν επιταγ και κατπιν πγε στο μαγαζ του Σραφτ, που προγευμτισε φλυαρντας χαρομενα με τη σερβιτρα. Αχ, ταν υπροχη μρα, σα γιορτ και θα 'ταν αληθιν κουτ να πει σπτι. Πρε να λεωφορεο στη λεωφρο Λξινγκτον και πγε ως την Ογδοηκοστ κτη οδ, γιατ εχε αποφασσει να κνει μερικ ψνια εδ. Δεν εχε ιδα τι θελε τι χρειαζταν, αλλ' απλ σεργινισε προσχοντας μνο τους περαστικος, που βιαστικο και συλλογισμνοι, της γεννοσαν μιαν ενοχλητικ ασθηση απομνωσης.
     ταν καθς περμενε στη γωνα της Τρτης λεωφρου που εδε τον ντρα. ταν γρος, στραβοκνης και γερτς, φορτωμνος μ' εξογκωμνα πακτα και φοροσε να θλιο καφετ παλτ κι να καρ κασκτο. Ξαφνικ η κυρα Μλερ συνειδητοποησε πως χαμογελοσαν ο νας στον λλον, αλλ' μως δεν υπρχε τποτε φιλικ στο χαμγελ τους, ταν απλ δυο φευγαλα σημδια αναγνρισης. ταν ββαιη πως τον εχε ξαναδε. Ο ντρας στεκταν δπλα σ' να στλο του εναριου σιδηρδρομου και καθς η κυρα Μλερ δισχισε τον δρμο, γρισε και την ακολοθησε απ κοντ. Με την κρη του ματιο της βλεπε το καθρφτισμ του να χορεει στις βιτρνες. στερα, στο μσο του τετραγνου, κοντοστθηκε και στρφηκε προς το μρος του. Αυτς στθηκεν επσης κι γειρε το κεφλι χαμογελντας. Αλλ τι μποροσε να του πει; Να κνει; Εδ, στην πλετη λιακδα, στην Ογδοηκοστ κτη οδ; ταν μταιο και, καταφρονντας τον διο της τον εαυτ για την αδυναμα του, τχυνε το βμα.
     Λοιπν, η Δετερη λεωφρος εναι θλιβερς δρμος, φτιαγμνος απ λογς-λογς κομμτια, αλλο λιθστρωτο, αλλο σφαλτος, αλλο τσιμντο κι αποπνει μνιμα μιαν ασθηση εγκατλειψης. Η κυρα Μλερ περπτησε πντε τετργωνα δχως να συναντσει κανναν, εν την ακολουθοσε ο σταθερς θρυβος των βημτων του στο χινι. ταν φτασε σ' να ανθοπωλεο, ο χος ταν ακμη πσω της. Μπκε βιαστικ κι εδε απ τη τζαμπορτα τον γρο να περν. Εχε τα μτια του στυλωμνα μπροστ και δε βρδυνε το βμα, αλλ κανε κτι παρξενο κι αποκαλυπτικ: χαιρτησε αγγζοντας το κασκτο του.
 -"ξι λευκ επατε;" ρτησε ο ανθοπλης.
 -"Ναι", του επε, "λευκ τριαντφυλλα". Απ κει πγε σ' να μαγαζ με γυαλικ και διλεξε να βζο, σως για ν' αντικαταστσει κενο που 'σπασε η Μριαμ, αν κι η τιμ ταν τσουχτερ και το διο το βζο της φνηκε κακγουστο και φανταχτερ. Ωστσο, μια σειρ ανεξγητων αγορν εχε αρχσει, σα βσει προκαθορισμνου σχεδου, ενς σχεδου για τ' οποο οτε γνριζε κτι, οτε μποροσε να το ελγξει. Αγρασε μια σακολα κερσια γλασ και σ' να αρτοπωλεο, που μλιστα λεγταν "Αρτοπωλεο Φουφολα", δωσε σαρντα σεντς για ξι κικ με αμγδαλα.
     Τη τελευταα ρα ο καιρς εχε κρυσει ξαν. Σα θολωμνοι φακο, χειμωνιτικα σννεφα σκαζαν τον λιο, ο σκελετς ενς πρωρου σορουπου χρωμτιζε τον ουραν και μια νοτερ ομχλη ανκατη με τον νεμο και τις φωνς μερικν παιδιν που παζανε πνω σε λφους βρμικου χιονιο, δινε μιαν ασθηση μοναξις και θλψης. Σντομα πσαν οι πρτες νιφδες κι ταν η κυρα Μλερ φτασε στο σπτι της με τη καφετι πρσοψη, το χινι πεφτε πυκν κι ορμητικ και τα χνρια των ποδιν, με το που αποτυπνονταν, χνονταν.
     Τα λευκ τριαντφυλλα ταν μορφα βαλμνα στο βζο. Τα κερσια γκλασ λμπανε σ' να κεραμικ πιτο. Τα κικ με αμγδαλα, πασπαλισμνα με ζχαρη, περμεναν κποιον να τα φει. Το καναρνι φτερογιζε στη κονια του και τσιμπολογοσε σπρους. Στις πντε ακριβς χτπησε το κουδονι. Η κυρα Μλερ ξερε ποιος ταν. Με τον ποδγυρο της ρμπας της να σρνεται, πγε προς τη πρτα.
 -"Εσ εσαι;" φναξε
 -"Φυσικ", επε η Μριαμ, με τη λξη ν' αντηχε στριγκ απ το διδρομο. "'Ανοιξε τη πρτα".
 -"Φγε", επε η κυρα Μλερ.
 -"Βισου σε παρακαλ... Κουβαλ κτι βαρ".
 -"Φγε", επε η κυρα Μλερ. Γρισε στο καθιστικ, ναψε τσιγρο κι κουσε ρεμα το κουδονι να χτυπ ξαν και ξαν και ξαν. "Σε συμβουλεω να φγεις. Δε πρκειται να σου ανοξω". Σντομα το κουδονι σταμτησε. Για καν δεκλεπτο η κυρα Μλερ δε σλεψε. Κατπιν, μην ακογοντας τποτε, συμπρανε πως η Μριαμ εχε φγει. Πγε στη πρτα, στις μτες των ποδιν και την νοιξε μιαν ιδα. Η Μριαμ ταν μισογερμνη πνω σε μια κοτα, με μιαν μορφη Γαλλδα κοκλα στην αγκαλι της.
 -"Ουφ, νμιζα πως δε θα 'ρχσουν ποτ", επε θυμωμνα. "λα, βοθα με να βλω τοτο δω μσα, εναι πολ βαρ".
     Νιθοντας περισστερο μια παρξενη απθεια, παρ σα να της εχανε κνει μγια, η κυρα Μλερ κουβλησε μσα τη κοτα κι η Μριαμ τη κοκλα. Η Μριαμ κουλουριστηκε στον καναπ, δχως να νοιαστε να βγλει το παλτ τον σκοφο της και παρακολοθησεν αδιφορα τη κυρα Μλερ να ρχνει την κοτα και να στκει τρμοντας και προσπαθντας να πρει ανσα.
 -"Σ' ευχαριστ", επε. Στο φως της μρας δειχνε κουρασμνη κι αδυνατισμνη και τα μαλλι της εχανε χσει τη λμψη τους. Η Γαλλδα κοκλα στην αγκαλι της, φοροσε μιαν υπροχη πουδραρισμνη περοκα και τ' ανητα γυλινα μτια της γρευαν παρηγορι στα μτια της Μριαμ. "Σου 'χω μιαν κπληξη!" συνχισε. "Κοτα μες στη κοτα".
     Γονατζοντας η κυρα Μλερ, νοιξε τη κοτα κι βγαλε λλη μια κοκλα, κατπιν να γαλζιο φρεμα, θυμομενη πως ταν εκενο που φοροσε η Μριαμ το πρτο βρδυ στον κινηματογρφο και για τα υπλοιπα, επε:
 -"λα εναι ροχα. Γιατ";
 -"Γιατ ρθα να μενω μαζ σου", επε η Μριαμ στριφογυρζοντας το κοτσνι ενς κερασιο. "Τι ευγενικ απ μρους σου να μου αγορσεις κερσια"!
 -"Μα δε μπορες! Για τ' νομα του Θεο, φγε... φγε κι σε με συχη"!
 -"...και τα τριαντφυλλα και τα κικ με αμγδαλα; Αχ τι απλοχερι! Ξρεις, αυτ τα κερσια εναι πεντανστιμα. Στο τελευταο μου σπτι μενα μ' να γρο που ταν φτωχς και δεν εχαμε ποτ καλ πρματα να φμε. Αλλ νομζω πως θα 'μαι ευτυχισμνη εδ". Σιπησε για ν' αγκαλισει πιο σφιχτ τη κοκλα της. "Λοιπν δεξε μου που να βλω τα πργματ μου..."
     Το πρσωπο της κυρας Μλερ γινε μια μσκα απ σχημες κκκινες γραμμς. 'Αρχισε να κλαει κι ταν αφσικο κλμα, χωρς δκρυα. λες κι χοντας πολ καιρ να κλψει, εχε ξεχσει πως να το κνει. Τραβχτηκε προσεκτικ σπου γγιξε τη πρτα.
     Δισχισε ψηλαφιστ τον διδρομο και κατβηκε τη σκλα ως τον κτω ροφο. Χτπησε ξφρενα τη πρτα του πρτου διαμερσματος που βρκε μπροστ της, νας κοντς κοκκινομλλης της νοιξε κι η κυρα Μλερ τον προσπρασε και μπκε μσα.
 -"Ε, τι συμβανει διβολε;" της επε.
 -"Τρχει κτι καλ μου;" ρτησε μια να γυνακα που βγκε απ τη κουζνα σκουπζοντας τα χρια της. Η κυρα Μλερ στρφηκε προς αυτ.
 -"'Ακου", φναξε, "ντρπομαι που φρομαι τσι, αλλ, να, εμαι η κυρα Χ. Τ. Μλερ, μνω στον επνω ροφο και..." πεσε τα χρια της στο πρσωπ της, "ακογεται τσο γελοο..." Η γυνακα την οδγησε σε μια καρκλα, εν ο ντρας παιζε νευρικ με κτι ψιλ.
 -"Ναι";
 -"Μνω πνω. να κοριτσκι μ' επισκφτηκε και το φοβμαι. Δε θλει να φγει, οτε μπορ να τ' αναγκσω και... θα κνει κτι τρομερ. Μου 'κλεψε δη τη καρφτσα μου με τη καμα, αλλ ετοιμζεται να κνει κτι χειρτερο... κτι τρομερ"! Ο ντρας ρτησε:
 -"Εναι συγγενς, ε"; Η κυρα Μλερ γνεψε αρνητικ.
 -"Δε τη ξρω. Λγεται Μριαμ, αλλ δε ξρω με σιγουρι ποια εναι".
 -"Πρπει να ηρεμσεις, γλυκι μου", επε η γυνακα χαδεοντας τη κυρα Μλερ στο μπρτσο, "ο Χρυ απ δω θα δει τι θλει αυτ το παιδ. 'Αντε καλ μου". Κι η κυρα Μλερ επε:
 -"Η πρτα εναι ανοιχτ. Το 5Α".
     ταν φυγε ο ντρας, η γυνακα φερε μια πετστα κι πλυνε το πρσωπο της κυρας Μλερ.
 -"Εσαι πολ καλ", επε η κυρα Μλερ. "Συγγνμη για τη κουτ συμπεριφορ μου, αλλ' αυτ το απασιο παιδ..."
 -"Μη στεναχωρισαι, γλυκι μου", τη παρηγρησε η γυνακα. "Τρα κοτα να ηρεμσεις". Η κυρα Μλερ ακομπησε το κεφλι της στο λυγισμνο της χρι, τσο σιωπηλ, που θα μποροσε να κοιμται. Η γυνακα ναψε το ραδιφωνο κι να πινο και μια βραχν φων γμισαν τη σιωπ, με τη γυνακα να κρατ τλεια με το πδι της τον ρυθμ. "σως θα πρπει ν' ανεβομε κι εμες", επε.
 -"Δε θλω να τη ξαναδ. Δε θλω να τη ξαναπλησισω".
 -"Ναι αλλ' αυτ που θα πρπει να κνεις εναι να ειδοποισεις την αστυνομα".
     Τρα κουσαν τον ντρα στη σκλα. Μπκε στο δωμτιο συνοφρυωμνος, με μεγλα βματα, ξνοντας το σβρκο του.
 -"Δεν εναι κανες", επε αληθιν σαστισμνος. "Πρπει να το 'σκασε".
 -"Χρρυ, εσαι βλκας", επε η γυνακα. "Τσην ρα καθμαστε δω και θα 'χαμε..."
 -"Κοταξα παντο", επε "και δεν υπρχει κανες. Κανες, καταλαβανεις";
 -"Πες μου", επε η κυρα Μλερ και σηκθηκε, "πες μου, εδες να μεγλο κουτ; μια κοκλα";
 -"χι κυρα μου". Κι η γυνακα σα να 'βγαζε την ετυμηγορα, επε:
 -"σως ακογοντας τις φωνς..."
     Η κυρα Μλερ μπκε σιγ στο διαμρισμ της, πγε στο κντρο του δωματου και στθηκεν ακνητη. χι, κατ κποιο τρπο δεν εχε αλλξει. Τα τριαντφυλλα, τα κικ και τα κερσια ταν στη θση τους. Αλλ' αυτ ταν να δειο δωμτιο, πιο δειο απ' σο αν λειπαν τα πιπλα και τα μπιμπελ, ψυχο κι απολιθωμνο, σα γραφεο τελετν. Ο καναπς διαγραφταν τρα παρξενος κι απειλητικς μπροστ της, τσι δειος, φανρωνε κτι που θα 'τανε λιγτερο ντονο και τρομερ, αν επνω του ταν κουλουριασμνη η Μριαμ. Στλωσε τα μτια εκε που θυμταν τι εχε αφσει το κουτ και για μια στιγμ, το πουφ στροβιλστηκε. Κοταξε απ το παρθυρο. Ναι, το ποτμι ταν αληθιν, ναι, χινι πεφτε, αλλ' μως δε μποροσε κανες να 'ναι ββαιος για τποτε. Η Μριαμ... την νιωθε τσο ζωνταν εκε.. που ταν μως; Που; Που; Σα να κινεται σ' νειρο, σωριστηκε σε μια καρκλα. Το δωμτιο χανε το σχμα του. ταν σκοτειν και σκοτενιαζε κι λλο κι εκενη δε μποροσε να κνει τποτε, δε μποροσε να σηκσει το χρι της για ν' ανψει τη λμπα. 
     Ξαφνικ, κλενοντας τα μτια, νιωσε κτι να τη σπρχνει προς τα πνω, σα δτης που αναδεται απ πρσινα βθη. Σε περιδους τρμου μεγλης αγωνας, υπρχουν στιγμς που το μυαλ περιμνει σα για μιαν αποκλυψη, εν να λεπτ κλυμμα ηρεμας υφανεται πνω απ τη σκψη. Εναι σαν πνος σαν υπερκσμια καταληψα και στη διρκεια αυτς της ανπαυλας κανες χει συνασθηση μιας δναμης γαλνιας εκλογκευσης. Κι αν δε συνντησε ποτ να κορτσι ονματι Μριαμ; Αν φοβθηκε σαν ανητη στο δρμο; Τελικ, πως οτιδποτε λλο, δεν εχε σημασα. Γιατ το μνο πργμα που χασε εξ αιτας της Μριαμ ταν η ταυττητ της, αλλ τρα ξερε πως εχε ξαναβρε τη γυνακα που ζοσε σε τοτο το δωμτιο, που μαγερευε για την δια, που εχε να καναρνι, που ταν κποια την οποα μποροσε να εμπιστευτε και στην οποα μποροσε να πιστψει: τη κυρα Χ. Τ. Μλερ.
     Ακογοντας ικανοποιημνη, αντιλφθηκε να διπλ χο, ενς συρταριο γραφεου που νοιγε κι κλεινε και που σα να το κουγε πολλν ρα αφο εχε κλεσει πια. Ν' ανογει και να κλενει. στερα, σταδιακ, αυτς ο τραχς χος αντικαταστθηκε απ τον ψθυρο ενς μεταξωτο φορματος, που, ντελικτα αχνς, ζγωνε και δυνμωνε, σπου ο παλμς του κανε τους τοχους να τρμουν κι να κμα ψιθρων κανε το δωμτιο να καταρρει. Η κυρα Μλερ κοκλωσε κι ανογοντας τα μτια αντκρισε να θολ κι ευθ βλμμα.
 -"Γεια", επε η Μριαμ.




__________________________________________

   Περισστερες λεπτομρειες, στα Κλασσικ μου: μερικ κομμτια και βιογραφικ του αγαπημνου Τρομαν Καπτε. Πντως βρσκεται στη συλλογ "λα Τα Διηγματα" ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ "ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ" και δεν ισχυρζομαι πως ο συγγραφας αυτς ανκει στον χρο της ΕΦ, μα τοτο το διγημα -κατ προσωπικ μου γνμη- στκει θαυμσια κι εδ.
              Πτροκλος Χατζηαλεξνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers