-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

Chekhov Anton Pavlovich:

                       
          ντον Τσχωφ                              ΑΗΤΟΗ Π. ΥΕΧΟΒ

                                   Βιογραφικ
  
     Ο ντον Παλοβιτς Τσχωφ γεννθηκε στο Ταγκανργκ (Ταγνι), μικρ επαρχιακ λιμνι της θλασσας του Αzov στη ντια Ρωσα, στις 17 29 Γενρη 1860.κι τανε Ρσος συγγραφας, με ργα που χουν αφσει εποχ. Γιος ενς παντοπλη, τανε το 3ο απ 6 παιδι. Το χωριουδκι αυτ ττε, ταν η πιο θλια γωνι ολκερης της χρας, γιατ λγω της στππας που το περιβαλλε, τανε πντα γεμτο βαθει λσπη κι οι κτοικο του τανε κουρελδες. Αυτ μπορομε να φανταστομε πως επηρασε βαθι τον καλλιτχνη κι αυτ φανεται απ το ργο που μας φησε πσω. Ο παππος του τανε δολος μα πλοτισε εκμεταλλευμενος λλους δολους, τσι κατφερε να εξαγορσει την ελευθερα του κι λης της οικογνεις του, για 700 ροβλια το κεφλι. Ειρωνεα! Το 1861 γινε η χειραφτηση των δολων.
     Απ μικρς ταν ταλαντοχος μμος, συμμετεχε στην εκκλησιαστικ χορωδα και συχν μετεχε σ' ερασιτεχνικς παιδικς παραστσεις. Ο πατρας του, Pavel Egorovich, disciplinarian και θρησκευμενος φανατικς, ταν αφιερωμνος στην Ανατολικν Ορθδοξην Εκκλησα και την οικογενειακν επιχερηση. ταν ωστσο και μεθστακας, -παρ' λ' αυτ θελε τα παιδι του να 'ναι μορφωμνα κι τσι στειλε τον γιο του στο 'Αριστοκρατικ', σχολεο της πλοσιας Ελληνικς Παροικας- κι τσι το 1875, αντιμετωπζοντας τη πτχευση -ετε λγω ποτο, ετε για το νοιγμα που επιχερησε, φτιχνοντας μεγλο νο σπτι- αναγκστηκε να δραπετεσει απ τους πιστωτς του στη Μσχα και για τα μετ χρνια η οικογνεια γλστρησεν αρκετ στην νδεια.
     Μνος ο μικρς μεινε πσω για κτι περισστερο απ 3 τη για να τελεισει το σχολεο. Τα κατφερε κνοντας ετε θελματα κι ιδιατερα μαθματα στον γιο ενς πιστωτ, πτε εκποιντας οικιακ αγαθ και προς το τλος, εργαζμενος σε μιαν αποθκην εμπορευμτων ιματισμο. Το 1879 ολοκλρωσε το λκειο και πγε να βρει την οικογνει του, που ζοσε μες στη φτχεια. Γρφεται στην Ιατρικ Σχολ του Κρατικο Πανεπιστημου της Μσχας. Γρφει κατ κρο διηγματα και τα πουλ, για να συντηρηθε αυτς κι η οικογνει του. χουνε χιουμοριστικ χαρακτρα κι εναι πολ σντομα χρονογραφματα της σγχρονης ρωσικς ζως, πολλ κτω απ τα ψευδνυμα Antosha Chekhonte, Strekoza κλπ, το 1880. Δεν εναι γνωστ πσα γραψε κατ τη διρκεια αυτς της περιδου -υπολογζεται πνω απ 120!-, αλλ η παραγωγ του ταν βεβαως καταπληκτικ και κρδισε γργορα φμη ως σατιρικς χρονικογρφος της καθημερινς ρωσικς ζως στους δρμους. Λνε μλιστα πως το μνο που ρωτοσε ταν τα παρδιδε ταν: -"Πσο πληρνετε;" Το 1881 δολοφονεται ο Τσρος Αλξανδρος Β' κι αναλαμβνει ο Αλξανδρος Γ'.
     Ο Leykin ιδιοκττης ενς απ τους μεγλους εκδοτικος οκους, στον οποο παρουσασε μερικ απ τα πιο σνθετα και σοβαρ ργα του, αναγνρισε το ταλντο του αλλ επιχερησε να κρατσει το μκος τους στις 2-3 σελδες. Μερικο θεωρον τι ταν αυτς ο περιορισμς που ανπτυξε το συνοπτικ, συνεπτυγμνο και συνεκτικν φος της μετπειτα πορεας των αριστουργημτων του. Αποφοτησε και πρε το δπλωμα του γιατρο-παθολγου το 1884, αρχζει ν' ασκε το επγγελμα στο κρατικ νοσοκομεο της Μσχας, αλλ δε σταματ να γρφει και μλιστα για μεγλα εβδομαδιαα περιοδικ. Δημοσιεει τη πρτη του συλλογ διηγημτων με ττλο: "Τα Παραμθια Της Μελπομνης". Το 1885 κλθηκε να γρψει για να απ τα πι σεβαστ ντυπα της Αγας Πετροπολης, το Novoye Vremya (Νοι Καιρο) και συνπτει δυνατ φιλα με τον μεγιστνα Alexey Suvorin ιδιοκττη του.



     Απ το 1886 γνεται γνωστς συγγραφας αλλ' ακμα θεωρε το γρψιμο χμπι. Ο Dmitrii Grigorovich, νας απ τους πολλος συγγραφες που τους ρεσανε τα ργα του, τον πεισε ν' αντιμετωπσει το ταλντο του σοβαρ. Σ' να πρα πολ καρποφρον τος, γραψε πνω απ 100! ιστορες και δημοσευσε τη πρτη συλλογ: "Χρωματιστς Ιστορες" ("Pestrye Rasskazy") με την υποστριξη του Suvorin και το επμενον τος η να του συλλογ διηγημτων "Σορουπο" ("Dusk") του αποφρει το μεγλο Βραβεο Ποσκιν (Pushkin). Αυτ χαρακτρισε τις αρχς μιας ιδιατερα παραγωγικς σταδιοδρομας για τον συγγραφα. Παρλληλα μως χει τα πρτα συμπτματα της φυματωσης.
     Το 1887, αναγκασμνος απ υπερκπωση και κακ υγεα, ταξιδεει στην ανατολικ Ουκρανα. Στην επιστροφ, ετοιμζει τη "Στπα",  που δημοσιετηκε τελικ σ' να σοβαρ λογοτεχνικ περιοδικ, το Severny Vestnik. Αυτ η σντομη ιστορα προσδωσε νο φος και γητρο στον συγγραφα, δημοσιεεται σε κριο περιοδικ κι εμφανζει ωριμτητα που δικρινε τη μετπειτα μυθιστοριογραφα του. Η φιλα του με τον Σουβριν δοκιμζεται σκληρ και διαλεται λγον αργτερα, λγω της φιλοτσαρικς γραμμς των Νων Καιρν. Κυκλοφορε τη συλλογ "Αθα Λγια". Το 1888 δημοσιεει τη μονπρακτη κωμωδα, "Ατηση Σε Γμο", τη συλλογ "Διγηματα" και συγχρνως γρφει τη μονπρακτη κωμωδα, "Η Αρκοδα". Την επμενη χρονι γρφει τον "Θεο Βνια" που μως θα εκδοθε πολ αργτερα (1897) και χνει τον αδερφ του Νικολι, -ταλαντοχο ζωγρφο κι ιδιατερα αγαπητ του-, απ φυματωση. Αυτ το τραγικ γεγονς τονε κλονζει βαθι.
     Τον Απρλη του 1890 ταξιδεει στη Σιβηρα και φτνει μχρι τη Σαχαλνη, για να μελετσει απ κοντ τις συνθκες διαβωσης των κρατουμνων και των εξορστων. Συγκεντρνει στοιχεα για την απνθρωπη μεταχερισ τους απ τους δεσμοφλακες κι αποτλεσμα τοτου του ταξιδιο εναι "Η Νσος Σαχαλνη", που μως θα κυκλοφορσει 5 χρνια μετ. Το 1892 αγορζει κτμα στο Μελκοβο, 100 χλμ ξω απ τη Μσχα κι εγκαθσταται αυτς με τους γονες και την αδελφ του. Εργζεται ακοραστα για τη καταπολμηση της χολρας που μαστζει κενα τα χρνια τη κεντρικ Ρωσα. Προσφρει βοθεια σα γιατρς στους χωρικος και στην ανγερση ενς νοσοκομεου γι' πορα παιδι. Οι κτοικοι της περιοχς τονε λατρεουνε σαν Μεσσα.



     Τον Νομβρη του διου χρνου, κυκλοφορε τη νουβλα, "Ο Θλαμος 6", που μλλεται να καθιερωθε ως ν απ τα μεγαλτερα αριστουργματα της παγκσμιας λογοτεχνας. Σε βαθμ μλιστα που αν στω και μνον αυτ εχε διασωθε απ το ργο του, πλι θα του χριζεν εξχουσα θση στους κορυφαους συγγραφες του κσμου. Το 1894 πεθανει ο Τσρος Αλξανδρος Γ' και τον αντικαθιστ ο Νικλαος Β' που 'ναι πραγματικς... αυτοκρτωρ. Η Επανσταση αρχζει να προετοιμζεται κι η αναταραχ αυτ αποτυπνεται στο ργο του.
     Το 1897 κι εν βρσκεται στη Μσχα, επιδειννεται η υγεα του και μπανει σε κλινικ, που διαπιστνεται πως οι δυο πνεμονς του εναι πλον μολυσμνοι κι οι γιατρο του απαγορεουν να μενει το χειμνα κει. Στη κλινικ τον επισκπτεται ο Τολστι. Με τον Σουβριν ταξιδεουνε στη Δ. Ευρπη. Το 1898 απ τη Νκαια, παρακολουθε τις εξελξεις στην Υπθεση Ντριφους κι εκφρζει δημσια την υποστριξη και τον θαυμασμ του στον Ζολ για τη στση του. Πρμα που μως επιφρει την οριστικ διλυση της φιλας του με τον Σουβριν. Την δια χρονι ιδρεται το Θατρο Τχνης στη Μσχα και του ζητε δεια ν' ανεβσει τον "Γλρο", με σκηνοθτες τους Κωνσταντν Στανισλβσκη (Konstantin Stanislavsky) και Ντεμροβιτς Ντντσενκο και πρωταγωνστρια την λγα Κνπερ (Olya Leonardovna Knipper) (1870-1959), στο ρλο της Ννα.
     Τον Σεπτμβρη παρακολουθντας τις πρβες του ργου, γνωρζεται με την λγα. Εν τω μεταξ χτζει εξοχικ στη Γιλτα, που το κλμα θεωρεται κατλληλο για την υγεα του. Η μετακνηση προς τον νατουραλισμ στο θατρο, που κυριαρχοσεν δη στην Ευρπη, φτασε στην υψηλτερη καλλιτεχνικ αιχμ της στη Ρωσα, την δια χρονι με τις πρτες παραστσεις του Θετρου Τχνης και τ' νομ του γινε συννυμο με του συγγραφα, που πρτος 'πτησε' τη σκην του. Ο "Γλρος" σημεινει τρομερν επιτυχα κι αμσως μετ για χρνια, παζονται με τη σειρ, ακμα 3 ργα του: "Ο Θεος Βνια", "Οι Τρεις Αδελφς" κι "Ο Βυσσινκηπος". Το 1899 εκλγεται μλος της Ρωσσικς Ακαδημας.
     Στις 11 Γενρη 1901 πρεμιρα στο Θατρο Τχνης, με τις "Τρεις Αδελφς" και πρωταγωνστρια (Μσσα) φυσικ την λγα. Στις 25 Μρτη γνεται σχεδν κρυφ ο γμος τους και θα ζσουνε σα χωρισμνοι, γιατ κενη θλει να συνεχσει τη καριρα της κι εκενος εναι καταδικασμνος να ζει στη Γιλτα, τη 'χλιαρ Σιβηρα', πως τη λει. Υποβλλεται σε θεραπεα στο σανατριο και τον Αγουστο κνει διαθκη. Την επμενη χρονι παραιτεται απ την Ακαδημα σ' νδειξη διαμαρτυρας, για την ακρωση με τσαρικ διαταγ, της εκλογς του Γκρκι σαν επτιμο μλος της. Το 1903 επιδειννεται η κατσταση της υγεας του κι οι γιατρο συνιστονε το ξηρ κλμα της Μσχας. Τελεινει το τελευταο του διγημα "Η Αρραβωνιαστικι" και τον Οκτβρη στλνει τον "Βυσσινκηπο" στο Θατρο Τχνης.



     Στις 17 Γενρη 1904 πρεμιρα στον "Βυσσινκηπο" και στο ρλο της Ρεβενσκγια η λγα. Στις 8 Φλεβρη ξεσπ ο Ρωσοαπωνικς πλεμος. Η υγεα του κλονζεται σχημα και συνοδευμνος απ την λγα πηγανει στο Βερολνο και πιο συγκεκριμνα στο Badenweiler, που οι γιατρο διαπιστνουνε πως δε μπορε να γνει τποτε πλον. Τονε φορτνουνε φρμακα που αρνεται να πρει, εν προτιμ να μπουκλι σαμπνια. Τη νχτα της 2ας Ιουλου 1904, ξυπν τη γυνακα του, της ψιθυρζει 'ich stierbe' ('πεθανω' γερμ.), αγγζει με τα χελη του μια κοπα σαμπνια και γρνει νεκρς. Η σορς του μεταφρεται σ' να βαγνι με στρεδια κι απ λθος οι παριστμενοι ακολουθον ναν λλο νεκρ στρατιωτικ με τη συνοδεα μπντας. Τελικ ο Τσχωφ κανε χιομορ κι απ ψηλ. Θφτηκε στο κοιμητρι Νοβοντβιτσι (Novodevichy) και πνω απ τον τφο του γρνουνε τα κλαρι μιας κερασις, γιατ ο πραγματικς ττλος του "Βυσσινκηπου" εναι "Ο Κπος Με Τις Κερασις".
     Τα ργα του για τη καθημεριν ζω της συμβιβασμνης αντερης τξης, πτυχαν να λεπτ ποιητικ ρεαλισμ που ταν τη μπροστ απ την εποχ του. Ανγαγε σε τχνη μοναδικ το σντομο διγημα στω κι αν υστεροσε σ' εξωτερικ πλοκ απ' αυτς του Μοπασν (Guy de Maupassant). Η περιγραφ του χαρακτρα βρσκεται και μεταβιβζεται εκολα, μμεσα, απ μια φρση, μιαν ατκα απ μια σημαντικ λεπτομρεια. Συχν λγεται πως τποτε δε συμβανει στα διηγματα και τα θεατρικ του, αλλ τοτο αντισταθμζεται απο τη τεχνικ του στο εξαιρετικ κτσιμο του εσωτερικο δρματος των ηρων. Τα κρια θματ του εναι εργασα κι ρωτας, αλλ οι χαρακτρες του βρσκουνε μνιμα ικανοποηση στην αδρνεια. Οι νετεροι χαρακτρες απεικονζονται συνθως ως θματα ψευδασθησης, οι παλαιτεροι, απομυθοποησης. Η αμελικτη πορεα του χρνου εναι σταθερ ανησυχα, πως εναι οι κοινοτυπες της ζως και της ασυστηματοποητης ανεπιτυχος αναζτησης της σημασας της.
     Οι επιστολς του κατχουν υψηλ θση στη λογοτεχνα και τθενται μνο κτω απ' αυτς του Ποσκιν -κατ τον λογοτεχνικ ιστορικ D. S. Mirsky. Απ τα ργα του, σημαντικτερη θση καταλαμβνουν εκενα που γραφτκανε μετ το 1888. Στο δραματικ του ργο, επιδωξε να μας μεταδσει τη σσταση της καθημερινς ζως, που μως απομακρνεται απ παραδοσιακς ιδες πλοκς και συμβατικος διαλγους. Ο διλογος δεν εναι ομαλς συνεχς, οι χαρακτρες διακπτουν ο νας τον λλο πραγματοποιονται συχν, συνομιλες διαφορετικς συγχρνως κι επσης με διαστματα σιωπς. Τα θεατρικ του χαρακτηρζουνε συνθως τη προσπθεια ενς ευασθητου ατμου να διατηρσει την ακεραιτητ του ενντια στους πειρασμος της κοσμικς επιτυχας. ν επαναλαμβανμενο θμα εναι το σκοπο της ριζικς, ανθρπινης/μηχανικς αλλαγς, ενντια στην ισχυρ αδρνεια των αργν φυσικν/οργανικν κκλων καταστσεων.



     Αν και πτυχε την αναγνριση απ το ρωσικ κοιν πριν πεθνει, στην Ευρπη γινε δισημος μετ τον Α' Παγκ. Πολ., ταν οι μεταφρσεις της Constance Garnett (στην αγγλικ γλσσα) εδανε το φως της δημοσιτητας. Ακμα, το αριστο επιφανειακ δολο φος γραψματς του -που ,τι αφνεται ανεπωτο συχν φανεται πολ σημαντικτερο απ' ,τι λγεται- χει προκαλσει την αποτελεσματικ ανλυση απ τους λογοτεχνικος κριτικος, καθς επσης κι η αποτελεσματικ μμηση στα θεατρικ, του δημιουργικο Chekhov απ μεταγενστερους συγγραφες, τανε πρα πολ δημοφιλς στην Αγγλα στη δεκαετα του '20.
     Στις ΗΠΑ η φμη του ρθε κπως αργτερα, μσω της επιρρος του Stanislavsky. Θεατρικο συγγραφες πως Tennessee Williams, Arthour Miller και Clifford Odets χουν χρησιμοποισει τεχνικς του και λγοι σημαντικο συγγραφες σντομων διηγημτων του 20ο αινα χουνε ξεφγει απ τη γοητεα και την επιρρο του εξ ολοκλρου. Π.χ., η εργασα απ τον βρεταν θεατρικ συγγραφα Michael Frayn συγκρνεται συχν μ' αυτ του Chekhov για την εστασ της στις χιουμοριστικς οικογενειακς καταστσεις και τις ιδες της στη κοινωνα. Οι λεπτς ιστορες της Katherine Mansfield αποκαλπτουνε την επιρρο του. O Cheever για τη δυναττητ του να συλλβει το δρμα και τη θλψη της ζως των χαρακτρων του με την αποκλυψη των υπγειων ρευμτων των προφανς ασμαντων γεγοντων, χει ονομαστε ..."Τσχωφ". Κι λλα πολλ παραδεγματα που μαρτυρνε το πσον επηρασε τη σγχρονη λογοτεχνα, αυτς ο μεγλος Ρσος καλλιτχνης, με τη σντομη ζω.



-------------------------------------

    Ο Αντν Πβλοβιτς Τσχοφ (Ταγκανργκ 1860 - Μπαντενβλερ 1904), εγγονς απελεθερου δουλοπροικου (μουζκου) και γιος παντοπλη που χρεωκπησε το 1876, κατχει ξεχωριστ θση στη παγκσμια ιστορα του θετρου. Σνθετη προσωπικτητα, επαγγελματας γιατρς, τομο μ ντονη κοινωνικ συνεδηση καιπλοσια φιλανθρωπικ δρση, υπρξε απ τους πλον σημαντικος λογοτχνες της γενις του κι ενδεχομνως ο διασημτερος εκτς συνρων Ρσος δραματουργς. Το δραματουργικ του ργο, στεν συνδεδεμνο με τις απαρχς του Θετρου Τχνης του Στανισλβσκι, αντικατοπτρζει με πισττητα τη κοινωνικ πραγματικτητα της κριτικς μεταιχμιακς εποχς του, που απληξε σε μια απ τις πιο συγκλονιστικς μεταβολς της ιστορας.
    Γεννθηκε στις 17(29) Iανουαρου του 1860 στο Ταγκανργκ, εμπορικ κντρο και λιμνι της Κριμαας στα παρλια της Αζοφικς, που αποτελοσε κενη την εποχ μια τυπικ ρωσικ επαρχιακ πλη. Στη τοπικ κοινωνα, η ελληνικ κοιντητα κατεχε ιθνουσα θση, καθς εχε αναπτξει σημαντικ επιχειρηματικ κι εμπορικ δραστηριτητα και διθετε οικονομικ δναμη. Αυτς ταν λλωστε κι ο λγος που ο πατρας του, Πβελ Τσχωφ, χαρακτρας αυστηρς κι αυταρχικς απναντι στη γυνακα του και τα 6 παιδι του (ο Αντν ερχτανε 3ος κατ σειρ) αποφσισε να δσει στους γιους του ελληνικ μρφωση, στε να τους προετοιμσει για τον κσμο των επιχειρσεων. Ο Αντν ανατρφηκε σ’να καταπιεστικ και πολ θρησκευμενο περιβλλον.
    Φοτησε αρχικ, με τον αδελφ του Νικολ, στο ελληνικ δημοτικ σχολεο της πλης, που παρακολοθησε μαθματα για να χρνο, πριν σταματσει εξ αιτας κυρως του περιβητου καθηγητ Νικολου Βουτσιν και των κακν εκπαιδευτικν και παιδαγωγικν μεθδων που εφρμοζε στους μαθητς του. Ο διος πολ αργτερα, σ' επιστολ του προς τον Αγαθοκλ Κωνσταντινδη (Παναθναια, τμ.Η, 1904, σ. 284), σημεωνε πως στη διρκεια της φοτησς του στο ελληνικ σχολεο κατεχε τη νεοελληνικ γλσσα, που μως λησμνησε στη συνχεια. Ας σημειωθε πως αργτερα θα 'ναι ευδικριτη στα ργα του η εξοικεωσ του με την ελληνικ παιδεα: για παρδειγμα, καθς τα περισστερα ονματα των ηρων του εναι συμβολικ, θα συναντσουμε αρκετ με ελληνικς ρζες, με περιπαικτικ λλη πρθεση (π.χ. στο Βυσσινκηπο). Πραν της σντομης επαφς του με την ελληνικ εκπαδευση, εχε την ευκαιρα να γνωρσει πολλος λληνες στη γεντειρ του. Απ το 1868 συνχισε κι ολοκλρωσε τη βασικ του εκπαδευση σε ρωσικ σχολεο, που για 11 χρνια διδχτηκε κλασσικ γραμματεα, ξνες γλσσες και μουσικ.
    Απ μικρς μαθητς ακμα, εργαζτανε στο παντοπωλεο του πατρα του, που συχνζανε χαρακτηριστικο τποι λων των κοινωνικν τξεων της πλης. Ερχταν σε καθημεριν επαφ μαζ τους κι αποτυπνοντς τους στη μνμη του, τους χρησιμοποησε αργτερα ως χαρακτρες στα ργα του. Το σκηνικ της παιδικς ηλικας του συμπληρνεται αφ' ενς απ τις συνθκες ανχειας και φτχειας που βωνε η οικογνει του κι αφ' ετρου απ τη στεν επαφ του με τη φση, που παιξε καθοριστικ ρλο στη διαμρφωση της γενικς του αντληψης για τον κσμο. Απ την ιδιατερη αυτ σχση προλθε το πρτο σημαντικ του ργο, να μεγλο διγημ του με ττλο: Η Στππα (1888), που "...δεν μοιζει μ' αφγημα," καθς γραφε,"αλλ με μια εγκυκλοπαδεια της στππας". Στον πυρνα της αφγησης βρσκεται το ταξδι ενς παιδιο προς τη πλη, για να φοιτσει στο σχολεο. Το καθνα απ τα κεφλαια συγκροτε αυτοτελ αφγηση αν κι λα τα μρη διαθτουν απλυτη εσωτερικ συνοχ. Πρκειται στην ουσα για σνολο εικνων, που συνδονται μεταξ τους μσω της παρουσας του αγοριο. Κατορθνει να φορτσει και να εξανθρωπσει το τοπο κι ως αφηγηματικ τεχνικ συνιστ μια καρια στιγμ στην εξλιξη του συγγραφα.
    Γρω στο 1873 ανακλυψε το θατρο κι ρχισε να παρακολουθε τακτικ παραστσεις των περιοδευντων θασων που επισκπτονταν τη πλη του. Του δθηκε τσι η ευκαιρα να γνωρσει το μελδραμα, το κλασσικ και το σγχρονο θατρο και να διαπιστσει την επιρρο που ασκοσε η τχνη του θετρου στο ακροατριο, ανεξαρττως απ τη κοινωνικ του τξη, γεγονς που τον θησε να ασχοληθε σοβαρ με τη δραματουργα.
    Μετ την οικονομικ καταστροφ του πατρα του (1876), η οικογνει του κατφυγε στη Μσχα, αφνοντας τον Αντν με τον μικρτερο αδελφ του Ιβν, στο Ταγκανργκ ως το 1879, προκειμνου να τελεισουνε το σχολεο τους. Αναγκστηκε να δουλψει για να επιβισει, προσφροντας κατ' οκον παραδσεις, εν προσπαθοσε παρλληλα να βοηθσει οικονομικ και την οικογνει του, που ζοσε σε φοβερ νδεια.
    Το 1880 εγγρφεται στο τμμα Ιατρικς του Πανεπιστημου της Μσχας, που εγκαθσταται μνιμα, αναλαμβνοντας ταυτοχρνως και το ρλο του προσττη οικογενεας. Οι σπουδς του στην Ιατρικ κι η μελτη των φυσικν επιστημν τον επηρασαν στη διαμρφωση του στοχασμο του αλλ και της καλλιτεχνικς του φυσιογνωμας, σε βαθμ που χρνια αργτερα ο διος ομολγησε τι: "Χωρς καμμι αμφιβολα η μελτη της ιατρικς επηρασε καθοριστικ το λογοτεχνικ μου ργο". Σ’ λη τη διρκεια της ζως του υπηρτησε λλωστε με το διο πθος την επιστμη
και τη τχνη.
    Στη παραμον του στη πρωτεουσα εχε την ευκαιρα να παρακολουθε συχντερα παραστσεις μεγλων επαγγελματικν θισων κι ρχισε να σχηματζει σφαιρικτερη ποψη για τη δραματουργα και τον κσμο του θετρου. Π.χ., το 1881, παρακολοθησε τη περφημη ηθοποι Σρα Μπερνρ, στο πλασιο της περιοδεας της στην Αν. Ευρπη κι εν βρκε τις ερμηνεες στη Κυρα με τας καμελας και στη Αδριαν Λεκουβρρ ψογες απ τεχνικς ποψης, δεν κατφερε να τονε συγκινσει. Αντιθτως για την λλη μεγλη Ιταλδα βενττα, Ελεονρα Ντοζε, που παρακολοθησε στην Αγα Πετροπολη χρνια μετ, το 1891, σε μια παρσταση του ργου του Σαξπηρ Αντνιος & Κλεοπτρα, δλωσε: "Δε ξρω ιταλικ, αλλ παιξε τσο καλ που μου φνηκε πως καταλβαινα κθε λξη".
    Το 1880, μετακμισε στη Μσχα και ξεκνησε πανεπιστημιακς σπουδς, γραψε το 1ο μεγλης διρκειας θεατρικ ργο του, τον Πλατνωφ, μακροσκελστατο και φλαρο κεμενο, με μελοδραματικς ολισθσεις, που δεν εχε καμμιν απχηση, οτε ανβηκε ποτ στο θατρο. ρχισε να συνεργζεται με σατιρικς εφημερδες, δημοσιεοντας διηγματα με ποικλα ψευδνυμα. Κεμεν του δημοσιεθηκαν στις εφημερδες Τζτζικας, Ξυπνητρι, Θεατς κι αργτερα στο εβδομαδιαο χιουμοριστικ φλλο Θρασματα. Η ελευθερα απ φρμες και καννες που προσφεραν αυτ τα ντυπα στους συντκτες τους, ταριαζε στο φιλελεθερο πνεμα του, που εξελχθηκε σε πετυχημνο διηγηματογρφο, φροντζοντας πντα τα κεμεν του ν' αφορον μικρς καθημερινς ιστορες και να μην ενοχλον τη λογοκρισα.
    Το 1884 τπωσε με δικ του ξοδα τη 1η του συλλογ που περιελμβανε 6 διηγματα, τα Παραμθια της Μελπομνης, χρησιμοποιντας το ψευδνυμο Αντσα Τσεχωντ. Την δια χρονι αποφοτησε απ το Πανεπιστμιο και ξεκινντας τη σταδιοδρομα του, προσελφθη ως θερπων ιατρς σ' να νοσοκομεο κοντ στο Βοσκρεσνκ. Το επγγελμα του γιατρο του προσφερε ηθικ ικανοποηση και σημαντικ οικονομικ οφλη. Τον Δεκμβρη του διου τους, προσβλθηκε (σε ηλικα μλις 24 ετν) απ φυματωση, που δεν αντιμετπισε, αν κι ειδικς, με αρκετ σοβαρτητα, επιτρποντας τη γργορη εξλιξη της ασθνειας.
    Στο διστημα 1885‐86 συνεργστηκε με τις εφημερδες Γκαζτα της Αγας Πετροπολης και Νοι Καιρο, που δημοσευσε πληθρα διηγημτων του. Δινυε τη πλον παραγωγικ του περοδο, συγγρφοντας πνω απ 100 ιστορες το χρνο, εν ρχισε πλον να υπογρφει με το πραγματικ του νομα. Ττε γνωρστηκε με τον Αλεξι Σουβριν, διευθυντ κι εκδτη των Νων Καιρν, με τον οποο συνδθηκε με βαθει και μακρχρονη φιλα. Η παρουσα του Σουβριν υπρξε καθοριστικ για την επαγγελματικ εξλιξ του, καθς επιμελθηκε και βοθησε στην κδοση σειρς διηγημτων του, ανμεσ τους και της συλλογς του Το σορουπο, που βραβεθηκε με το βραβεο Ποσκιν, το 1887. Η σχση τους χλασε ταν, με αφορμ της υπθεσης Ντρυφους που απασχλησε τη κοιν γνμη το 1898, προκυψε δισταση απψεων μεταξ τους και τους οδγησε σε ρξη.
    Το 1887 ολοκληρθηκε ο Ιβνωφ, μεγλο και σνθετο δραματικ ργο, που παραστθηκε στις 19 Νομβρη στη Μσχα. Η πλοκ του δεν εναι τσο χαλαρ σο στα μεταγενστερα μεγλα ργα, εναι μως απαλλαγμνο απ τα μελοδραματικ στοιχεα του Πλατνωφ. Επανρχεται εδ στα κεντρικ θματα που επεξεργστηκε δη εκε: στη φθορ και τη χρεοκοπα της γερασμνης τξης των ευγενν‐γαιοκτημνων που δεν κατορθνουν να προσαρμοστον στις νες συνθκες και στον εκφυλισμ της πανεπιστημιακς νεολαας που ξεκιν με φιλοδοξες κι νειρα για μια κοινωνικ ωφλιμη δραστηριτητα, δεν αργε μως να αδρανοποιηθε και να βαλτσει μες στα δικ της διανοητικ αδιξοδα. Ο κεντρικς ρωας Ιβνωφ απεικονζει ναν νευρωτικ τπο ρσου διανοομενου, χαρακτρα που ο Τσχωφ επεξεργστηκε και σ' λλα του αφηγματα, πως στο Θλαμο 6. Το ργο δεν ρεσε και δεν σημεωσε επιτυχα παρ αργτερα, ταν ανβηκε εκ νου απ το Αυτοκρατορικ θατρο Αλεξαντρσκι της Αγας Πετροπολης, στις 31 Γενρη 1889. Ακολοθησαν τα μονπρακτα: Η αρκοδα (1888), Πρταση γμου (1889), νας γμος (1890), που ανβηκαν απ ερασιτεχνικος κι επαγγελματικος θισους, καθς η φμη του ρχισε να εδραινεται.



    Ττε αποφσισε να πραγματοποισει το ταξδι στη Σαχαλνη (1890), τπο εξορας πολιτικν κρατουμνων. Το ταξδι, που εχε ως στχο την εκ του σνεγγυς καταγραφ του τρπου διαβωσης των κρατουμνων, γινε κτω απ ιδιαιτρως δυσχερες συνθκες, καθς αναγκστηκε να διασχσει απσταση 4 χιλιομτρων στη περιοχ της Σιβηρας μ' ελλιπ μσα. Το αποτλεσμα του εγχειρματος ταν η δημοσευση του βιβλου του με ττλο: Η νσος Σαχαλνη (1895), μσω του οποου κατγγειλε τις απνθρωπες συνθκες διαβωσης των κρατουμνων στα στρατπεδα συγκντρωσης της νσου. μως το ψυχρ κλμα της Σιβηρας εχε επιπτσεις στην δη επιβαρυμνη υγεα του και γι’αυτ το λγο χρειστηκε να ταξιδψει σε χρες της δυτικς Ευρπης (Αυστρα, Ιταλα, Γαλλα).
    Το 1896 γραψε το Γλρο που πρωτοανβηκε στις 17 Οκτβρη στο θατρο Αλεξαντρνσκι. Το κοιν κι η κριτικ δεν ταν ακμα σε θση να κατανοσουν και να αποδεχτον τη πρωτοποριακ τεχνικ του και το ργο κατληξε σε αποτυχα. Η κακ υποδοχ δημιοργησε στον συγγραφα αισθματα απογοτευσης και την ντονη διθεση να μην ασχοληθε λλο με τη δραματουργα. 2 χρνια μετ και χρις στην επιμον του Νεμιρβιτς‐Ντντσενκο, συνιδρυτ του Θετρου Τχνης της Μσχας, παραστθηκε πλι στις 17 Δεκμβρη 1898, σε σκηνοθεσα Στανισλφσκι, σημεινοντας αυτ τη φορ μεγλη επιτυχα και συντελντας καταλυτικ στη καθιρωσ του. Τη παρσταση του Γλρου διαδχτηκαν τα επμενα χρνια τα λλα κορυφαα ργα της δραματουργικς του παραγωγς: Ο θεος Βνιας (1899), οι Τρεις Αδελφς (1901) κι ο Βυσσινκηπος (1904).
    Το 1892 αγρασε εξοχικ κατοικα στο Μελχοβο, 100 περπου χιλιμετρα ντια της Μσχας, που διμεινε για περπου 10 χρνια μαζ με την οικογνει του και που υποδεχτανε συχν πολλος φλους του, διανοομενους, καλλιτχνες, ηθοποιος, συγγραφες· ανμεσ τους, τους Σουβριν και Ντντσενκο. Ιδιατερη σχση εχε αναπτξει με τον Τολστι, που ως νετερος σεβτανε και θαμαζε απεριριστα, εν αποζητοσε τη κριτικ του κι επηρεαζταν απ το ργο του. Αν και πολλο ειδικο τοποθτησαν τον Τσχωφ δη απ νωρς ανμεσα στους κλασσικος Ρσους λογοτχνες, ο Τολστι ασκοσε στα ργα του αρκετ αυστηρ κριτικ. Επαινετικ σχολαζε κατ καιρος μνο κποια απ τα διηγματ του εν απρριπτε συλλβδην το δραματουργικ του ργο. Αργτερα αναγνρισε ωστσο το ταλντο και την αξα του και μετ το θνατ του τονε χαρακτρισε ως ασγκριτο καλλιτχνη και Ποσκιν του πεζο λγου.
    Τη τελευταα 10ετα του αι., ο Τσχωφ ανπτυξε σημαντικ φιλανθρωπικ ργο που περιελμβανε ενργειες ανακοφισης περιοχν που υπφεραν απ τη πενα, οικονομικς επιχορηγσεις για τη κατασκευ σχολεων, ακμα και τη δωρεν λειτουργα ιατρικο κντρου για την αντιμετπιση κρουσμτων χολρας, εν επεδωκε να 'χει ενεργ συμμετοχ σε αποφσεις που αφοροσανε τα κοιν της περιοχς του, πως ταν η κατασκευ δρμων λλα μικρτερης σημασας ζητματα.
    Το 1899, ταν η υγεα του επιδεινθηκε μετακμισε στη περιοχ της Κριμαας, ακολουθντας τις συμβουλς των γιατρν του και παρμεινε στη Γιλτα ως το τλος της ζως του. Τη περοδο της εκε διαμονς του, στον κκλο των γνωριμιν του προστθηκαν, μεταξ λλων, οι Μξιμ Γκρκι και Σεργκ Ραχμνινοφ. Εξ λλου απ τη περοδο δη της Μσχας και της 1ης συνεργασας του με το Θατρο Τχνης εχε γνωρσει και καταγοητευθε απ τη πρωταγωνστρια του θετρου λγα Κνππερ, που στη συνχεια νυμφετηκε. Καθιερθηκε ως ερμηνετρια ηρωδων του Τσχωφ καθς, εκτς απ το πρσωπο της Αρκντινα που υποκρθηκε στην παρσταση του Γλρου, ταν η 1η διδξασα των ρλων της Ελνα Αντριεβνα στον Θεο Βνια, της Μσα στις Τρεις Αδελφς και της Λιουμπβ στο Βυσσινκηπο. Σ' λο το διστημα της σχσης τους, πριν και μετ το γμο τους το 1901, το ζευγρι αναγκαζταν να ζει χωριστ, καθς η Κνππερ παρμενε στη Μσχα λγω των επαγγελματικν υποχρεσεν της, εν αυτς απφευγε τις μετακινσεις απ τη Γιλτα, που εχε εγκατασταθε, λγω της κακς υγεας του.
    Η μερικ απομνωσ του, η απσταση που τονε χριζε απ τη σντροφ του, καθς κι ο συχν βαρς χειμνας στη κατ τ' λλα ιδανικ για το κλμα της Γιλτα, τονε κατβαλαν ακμα πιτερο ψυχολογικ κι οργανικ. Η κατσταση της υγεας του ενπνεε μεγλη ανησυχα στους γρω του. Σε μια στατη προσπθεια ν' αναστραφε η κακ εξλιξ της, ο Λ. Σουλερζτσκι, συγγραφας και φλος του, πρε τη πρωτοβουλα να γρψει στην λγα Κνππερ προκειμνου να ζητσει τη βοθει της. Μ την επιστολ του απαιτοσε σχεδν απ την λγα τη παρουσα της στη Γιλτα, υπογραμμζοντας ταυτχρονα πως δεν επρκειτο απλς και μνο για το σζυγ της αλλ για να σημαντικ κεφλαιο της ρωσικς λογοτεχνας. Τον Απρλη του 1900, το Θατρο Τχνης οργνωσε εκτκτως περιοδεα στη Σεβαστοπολη και στη Γιλτα, δνοντας προς τιμ του σειρ παραστσεων των ργων του, ανμεσ τους και του Θεου Βνια, που ο Τσχωφ παρακολοθησε 1η φορ επ σκηνς.
    Το 1900 εξελγη Επτιμο Μλος της Ακαδημας των Επιστημν στην Τξη των Γραμμτων, ττλο που αποποιθηκε 2 χρνια μετ, σε νδειξη διαμαρτυρας για την απφαση του τσρου Νικολου Β' να απορρψει αντστοιχη υποψηφιτητα του Γκρκι για πολιτικος λγους.
    κανε τη τελευταα δημσια εμφνισ του στη πρεμιρα του Βυσσινκηπου, το Γενρη του 1904 στη Μσχα, που με την ευκαιρα της 1ης παρστασης του ργου, διοργανθηκε εορταστικ εκδλωση προς τιμ του. Το καλοκαρι του διου τους, ο ντον Τσχωφ που βρισκτανε πλον στο τελευταο στδιο της φυματωσης επισκφθηκε, κατπιν ιατρικς σστασης, μαζ με την λγα Κνππερ, τα λουτρ του Μπαντενβλερ στον Μλανα Δρυμ της Γερμανας, ελπζοντας στη βελτωση της υγεας του. Ευρισκμενος εκε, υπστη μφραγμα τλη Ιουνου και στις 2(15)Ιουλου 1904, στις τρεις τα ξημερματα, απεβωσε σε ηλικα μλις 44 ετν. Η σορς του μεταφρθηκε στη Μσχα, που κι ενταφιστηκε.

                            Λγα λγια για το ργο του:

     Για να ερμηνεσει κανες το ργο του Τσχωφ, πρπει να λβει υπψη του τη συγγραφικ πολυμορφα που το διακρνει, να βυθιστε σε να σνολο κειμνων συντιθμενο απ πεζογραφματα, προσχδια, σημειωματρια, απομνημονεματα και μια ογκωδστατη αλληλογραφα που ανρχεται σε 12 τμους. Σ’ αυτ πρπει να προστεθε μια πληθρα κριτικν των θεατρικν παραστσεων. Ακμη κι οι περφημες διφορομενες παρατηρσεις του για τους ρως του που απευθνει στους ηθοποιος πρπει να ληφθον κι αυτς σοβαρ υπψη. Το παρδοξο εναι πως εν στην εποχ του θεωρθηκε νας εξαιρετικ εκλεπτυσμνος θεατρικς συγγραφας, διανοητικς και δυσνητος, κατανοητς μνον σ' να ορισμνο πολιτισμικ περιβλλον, πως εν επσης το δραματουργικ του ργο χαρακτηρστηκε τσο εντς συνρων σο κι εκτς ως καταθλιπτικ και μλλον απαισιδοξο, η μεταγενστερη πρσληψ του υπρξε ιδιαιτρως εντυπωσιακ.
     Τον Τσχωφ τον οικειοποιθηκε αρκοντως το σγχρονο θατρο. Η κφραση  μλιστα "αυτ δεν εναι τσεχωφικ" αποτελε μια συνθη νσταση κριτικν και θεατν. Αλλ κι οι ερμηνευτς, οι ηθοποιο απ' τη μερι τους συχν αρνονται να υπακοσουν σε μια σκηνοθετικ γραμμ σε μια να μετφραση, εν προσκροει σε παγιωμνες αντιλψεις για ναν συγκεκριμνο χαρακτρα. Οι θεατς πλι που περιμνουν να βυθιστον στον αληθοφαν και ευχριστο κσμο της παλαις αριστοκρατας αντιδρον σε πιτερο αφαιρετικς παραστσεις σε πιο φυσικς απ' το αναμενμενο. Σε αντθεση με λλους μεγλους δραματουργος, πως ο ψεν ο Μπκετ, ο παραδοσιακς Τσχωφ δημιοργησε μια ιδιτυπη ξη στο θεατρφιλο κοιν, ντονα χρωματισμνη απ συναισθηματισμ, που 'ναι ασφαλς αρκετ μακρυ απ τη βαθτερη βοληση του συγγραφα. Αυτ οφελεται εν πολλος στις τσο επεξεργασμνες και γοητευτικς παραστσεις του Θετρου Τχνης της Μσχας, που μσα τα ργα κερδσανε το κοιν της εποχς και καταξιθηκαν. Το διο συνβη και με τις σκηνοθετικς απομιμσεις που ακολοθησαν: δημιουργθηκε να σνολο συμβσεων αναφορικ με τη προσγγιση των ηρων, την ατμσφαιρα, τη διταξη του χρου και τη τοποθτηση των εππλων, πολ δσκολο να ξεπεραστον. Θεωρθηκε για καιρ απ τους συμπατριτες του ιδιμορφος καταγραφας ενς παρωχημνου τρπου ζως και στο εξωτερικ μελαγχολικς νοσταλγς της ιδιτυπης ρωσικς ψυχοσνθεσης, στοιχεο που γνρισε επταση, μετ την Οκτωβριαν Επανσταση, με τη παρουσα των ρσων εμιγκρδων στη Δση.
    ταν απαρατητη η χρονικ απσταση για ν' αποδεσμευθον οι χαρακτρες κι οι καταστσεις απ ερμηνευτικ στερετυπα και ν' αποκτσουν ελευθερα οπτικς και πιο περπλοκο συμβολισμ. Στη μεταπολεμικ Ευρπη, το συγγραφικ ργο του επαναπροσδιορστηκε με δυναμικ τρπο, καθς αμφισβητθηκε η εξιδανκευσ του απ το μοσχοβτικο Θατρο Τχνης. Η πρσληψη του Τσχωφ ως λυρικο ποιητ, που στο ργο του κατοπτρζει τη περοδο του ρωσικο λυκφωτος, αντικαταστθηκε απ' αυτν ενς ειρωνικο κι επιεικ παρατηρητ των ανθρπινων τπων. Το κωμικ στοιχεο που αναβλζει απ τα ργα του συχν αποσιωπθηκε στο παρελθν· τρα μως αναδθηκε, μερικς φορς φθνοντας σ' ακρτητες. Η περιοδικ επταση της επισμανσης πως τανε και κωμικς συγγραφας υπρξε γνιμο αντδοτο στα στερετυπα του λυρισμο και της κρατης μελαγχολας· δεν ργησε μως να καταντσει κι αυτ με τη σειρ του κλισσ. Σμερα τον τοποθετον στη παρακαταθκη των ιερν τερτων. Αυτ μως δεν εμποδζει να τον αποδομσουμε θεατρικ, αναγνωρζουμε σ’αυτν τις επλληλες παραδσεις, τις απορρπτουμε τις ανασυγκροτομε, καθς χει τη μοναδικ προσαρμοστικτητα ενς αληθινο κλασσικο.
     Τα ργα του γρφτηκαν σε μια εποχ, που γεννθηκε η παντοδυναμα του σκηνοθτη. Η εξλιξη του δραματουργικο του ργου (1888‐1904) συμππτει με τη παραπνω ουσιαστικ καινοτομα: περνμε δηλαδ απ τη κυριαρχα της ηθοποιας και του θεματος στο συλλογικ αποτλεσμα και στη δημιουργα ατμσφαιρας. Τα 4 μεγλα του ργα γνονται αποτελεσματικ επ σκηνς μνον με συντονισμνες ερμηνεες, ενορχηστρωμνες με τη δεξιοτεχνα του μαστρου σκηνοθτη. Γιατ πολλ, πρα πολλ υπονοονται κτω απ τις γραμμς, ανμεσ τους. Τα νοματα εξγονται απ τη τοποθτηση των προσπων στο χρο, απ φευγαλες χειρονομες, στσεις, κινσεις και ματις που ανταλλσσουν οι ρωες μεταξ τους. Η ατομικ, εξαιρετικ ερμηνεα δεν αρκε αφο η κατανηση αποτελε τη συνισταμνη ενς συνλου πραγμτων. Επομνως, το θετρ του δε στηρζεται σε πρωταγωνιστικος ρλους κι η σκηνικ του ιστορα εναι λιγτερο να χρονικ μεγλων ηθοποιν και πιτερο εστοχες αποτυχημνες σκηνοθετικς προσεγγσεις, καλς κακς ερμηνεες ενς συνλου συντελεστν μπρος σ' να συγκεκριμνο κοιν.
     Tα αναγνσματ του εχαν απροσδκητη ποικιλα. Στη 10ετα του 1890 διβασε χι μνο Xουπτμαν και ψεν, αλλ και στη διαμον του στη Nκαια (1897‐1898), Στρντμπεργκ και Mατερλιγκ. Tο νο δρμα κατακτ τα θατρα της Eυρπης κι ο Tσχωφ επηρεζεται βαθι απ το ανανεωτικ ρεμα. Πρκειται ορισμνως για λξη δυνατ που τον βοθησε να ξεπερσει την αποτυχα του ργου του Το Στοιχει Του Δσους. Aς θυμηθομε πως ν απ' τα ργα που σφραγζουνε τη τελευταα, ριμη δραματουργικ του περοδο, O θεος Bνιας, χρωστ τη γνεσ του στην ανπλαση του Στοιχειο, που κλενει η πριμη φση των αναζητσεων του.
     Aπ νος διακατχεται απ επιθυμα ανατροπς των παλαιν δραματουργικν δομν, συνειδητοποιντας την ανγκη ανανωσης της φρμας. Στα 22 του, σε ρθρο του με ττλο O μλετ στο θατρο Ποσκιν υποστηρζει πως: "Tποτε δεν χει τσον ντονα ανγκη απ φρεσκρισμα, σο οι σκηνς μας..." M' ανλογο τρπο περιγρφει ο συγγραφας κι φλος του Ποτπενκο μια συζτησ τους: "Eσες, κριοι, εστε απλς υπνωτισμνοι κι υποδουλωμνοι απ τη ρουτνα και δεν μπορετε με καννα τρπο να την αποχωριστετε. Xρειζονται καινοργιες φρμες, καινοργιες φρμες..,". Aυτ ακριβς η τελευταα φρση περικλεεται στον μεγλο μονλογο του Tρπλιεφ, στο Γλρο.
     Αν ο Iβνωφ (1887) και το Στοιχει του δσους (1889) συνθτουν μια πορεα ερευνητικς αναζτησης και μετβασης σ’να λλο εδος δρματος, με το 1ο απ τα μεγλα του ργα, το Γλρο (1896), ο Tσχωφ αρθρνει πργματι τη ρξη του με τη παραδοσιακ δραματουργικ φρμα, προσδδοντας στη σιωπ και στα υπονοομενα ενς φαινομενικ φορτωμνου με κοινοτοπες διαλγου, πρωτγνωρο ψυχολογικ βθος. Παρλληλα με το Στοιχει, εχε γρψει να παρξενο ργο με ττλο Tατινα Pεπνα (με τον υπτιτλο κωμωδα), ως συνχεια του ομνυμου ργου του Σουβριν, που στηριζταν σε πραγματικ γεγοντα. Στο ργο αυτ γνεται χρση ενς νεωτερισμο: του παρλληλου διαλγου επ σκηνς που θ' αποτελσει εφαλτριο για τα ργα της ωριμτητς του, και θα επηρεσει γενικτερα το ρωσικ θεατρικ συμβολισμ.
     O Γλρος (1895), οι Tρεις αδελφς (1900) κι ο Bυσσικκηπος (1903), καθς χαρακτηρζονται απ πολυφωνικ δομ, περιστρφονται γρω απ' ορισμνους χαρακτρες, συνθως πρκειται για γυναικεα πρσωπα, για ηρωδες. Kαι τα 3 χουν ορισμνα κοιν χαρακτηριστικ. Διαδραματζονται μακρυ απ' τη Mσχα τη Πετροπολη κι εκτς απ τις Tρεις αδελφς, που η δρση τους τοποθετεται σε μακρυν μικρ πλη, τ' λλα χουν ως σκηνικ χρο εξοχικς επαλεις, στα ντια της Mσχας. Mια επικεμενη χρεωκοπα απειλε τον κλειστ κσμο, που μσα ζουν οι ρωες των ργων. Kβονται δντρα για να ανοξουν το δρμο στους νους ιδιοκττες. Kαι στα 3 υπρχει μουσικ υπκρουση, επιβλλονται οι καιρικς συνθκες, τα πρσωπα‐χαρακτρες, τλος, τρνε και πνουν επ σκηνς.
   * O Γλρος, αν και χαρακτηρζεται απ τον συγγραφα του ως κωμωδα, πως  κι ο Bυσσινκηπος, διαφοροποιεται εντοτοις σε σημαντικ βαθμ. Eναι το πιο ετερογενς θεατρικ ργο του κι ενδεχομνως το πλον λογοτεχνικ. Γραμμνο μετ απ ρκο που δνει ο συγγραφας να μη ξαναδουλψει θεατρικ κεμενο, ρχεται σα πρξη εκδκησης. Δεν συντρβει απλς τους θεατρικος καννες, αλλ επιτθεται στο διο το θατρο μσω της κεντρικς ηρωδας και του γιο της, προβλλοντας εκ παραλλλου τις 2 αντιθετικς ψεις της λογοτεχνας και του δρματος, τη συντηρητικ και τη πειραματικ, μες απ τους 2 ανταγωνιστς νδρες, τον Tριγκριν και τον Tρπλιεφ. Mρος της ντασης του Γλρου οφελεται αναμφισβτητα στην ασυνθιστα πλοσια αναφορ σ' αυτοβιογραφικ στοιχεα. Στο ργο ενσωματνεται μεγλος αριθμς απ πρσωπα και λεπτομρειες της καθημεριντητας που ανκουν στη σφαρα της ιδιωτικς ζως του δημιουργο, εκολα αναγνωρσιμες απ' τα εμπλεκμενα πρσωπα. Στο πρσωπο του Tριγκριν εκφρζεται η επιτομ της λογοτεχνας που αγγζει το τλος της εξλιξς της, πρκειται για το τλος ενς εδους που εχε δη φθσει στη κορφωσ του. Εναι λθος να γελμε με το πρσωπο του ερωτικο και λογοτεχνικο του αντιπλου, του Tρπλιεφ, που και παρουσιζει το μονπρακτ του στη 1η πρξη. Το ργο μπορε να 'ναι αποτυχα, ο νεαρς ατλαντος, αλλ κρβει το σοβαρ εγχερημα αναζτησης νας μορφς της τχνης και μιας νας σφαρας λειτουργας της. Aναγνωρσιμες εναι κι αρκετς απ τις βαθτερες λογοτεχνικς και δραματικς συγγνειες κι οφειλς του δραματουργο. O Γλρος γρφτηκε αμσως μετ την επαφ που εχε ο Tσχωφ με το νο δρμα. Το ηθικ πλασιο του ργου αποκαλπτει τη κατρρευση των οικογενειακν σχσεων και συμβσεων. Θεωρεται δε προγγελος του ρωσικο συμβολισμο.
   * Mε τον θεο Bνια, πραγματεεται μια απ' τις πιο υψηλς και συνμα κυραρχες κατευθυντριες ιδες του θετρου του, την εγκαρτρηση και την υποταγ στη καθημεριντητα. Tο ργο φρει δνεια απ το Στοιχει του δσους κι ενσωματνσει μερικ ατφια κομμτια: δνεια στα βασικ πρσωπα, με μετατοπσεις κι αλλαγς στα ονματα (π.χ. ο γιατρς και προσττης των δασν στρωφ, Xρουτσφ στο Στοιχει), και σε θματα και δραματουργικς καταστσεις. Δρμα της μοναξις και της αποστρησης χει πολ απλ δομ: η αξα του γκειται στην ατμσφαιρα που περιβλλει τη δρση, που διαμορφνεται κυρως απ τη ψυχολογικ κατσταση των ηρων κι χι απ γεγοντα. H φιξη του συνταξιοχου καθηγητ Σερεμπριακφ και της νεαρς συζγου του διασπ τη ρουτνα της ζως του θεου Bνια και της Σνιας, κρης του καθηγητ απ 1ο γμο. Γργορα αποκαλπεται η αληθιν φση του καθηγητ, με συνπεια τη ρξη και την εσπευσμνη αποχρησ του ζεγους που θα επαναφρει τη κανονικτητα μιας ακνητης ζως, βυθισμνης στη ρουτνα που βινουν νθρωποι συνηθισμνοι. Αυτ, ωστσο, δεν εναι παρ φαινομενικ αληθιν. Γιατ, οτε η Σνια οτε ο θεος Bνιας εναι συνηθισμνα ντα. Διακατχονται απ μεγλη εσωτερικ δναμη, τσι που η παραμικρ τους πρξη αποκτ ασυνθιστη πνευματικ σημασα.
  * Mε τις Tρεις αδελφς, εκφρζει την απραντη απελπισα της χρας του στα τλη του 19ου αι.. Oι 3αδελφς που δεν στερονται χαρτων ζονε σε μακρυν επαρχα της ρωσικς γης. Η 1η, η λγα εναι δασκλα, επιθυμε να ξεφγει απ το επγγελμ της χωρς ωστσο να κνει τποτα για να το πετχει. H 2η, η Mσα, χει πσω της ναν αποτυχημνο γμο απ αγπη κι χει βρει καταφγιο στις μελαγχολικς ονειροπολσεις της. Η 3η, η Iρνα, εναι χαρομενη και επιθυμε να φανε χρσιμη. Tσο διαφορετικς μεταξ τους, συντηρονε κι οι 3 να κοιν νειρο: να φγουν για τη Mσχα. να εξωτερικ συμβν, η περφημη φιξη μιας στρατιωτικς μονδας στη μικρ τους πλη, η συναναστροφ τους με κποιους αξιωματικος κι οι ερωτοτροπες μαζ τους θα συνταρξει αυτ τη ζοφερ ρουτνα και θα γεννσει ενργεια κι ελπδες στη καθεμι τους. H ανατροπ ρχεται σντομα με την αναχρηση του σματος. Τρα πια δεν τθεται καθλου ζτημα για τη Μσχα. Υποτσσονται στη μορα τους αφο η υποταγ εναι η αρετ της δυστυχας. Πολ περισστερο απ ηθογραφικ απεικνιση, ο ρεαλισμς εναι τσο πλοσιος σ' αποχρσεις που αναβλζουν απ παντο και φορτζουνε συγκινησιακ το ργο. Αρκετς φορς αυτ μοιζει προφητικ, μ' αναφορς στην επερχμενη θελλα που θα συμπαρασρει για πντα την οκνηρα, την αδιαφορα και τη πλξη. ργο λοιπν μαρτυρα απ τις πλον χαρακτηριστικς του τλους μιας εποχς.
  * Στο τελευταο ργο του, το Βυσσινκηπο εμφανζεται πλι ο λυρισμς του Γλρου. πως και στις Τρεις αδελφς, το κεντρικ θμα εναι ο χρνος κι οι επιπτσεις του σε μια ομδα ανθρπων. Το πρασμα του χρνου δηλνεται μ' ακρβεια, καθς ο κκλος του βυσσινκηπου, απ' την ανθοφορα του ως τη καρποφορα (Μης με Οκτβρη) αντιστοιχε συμβολικ σ' ναν ανθρπινο κκλο χαρς κι οδνης. Ο πρωταγωνιστς βυσσινκηπος εναι νας συγκεκριμνος τπος αλλ και κτι πιο ουσιδες, πολ πιο καθολικ. Η πλοκ εναι περπου αποσα, χουμε σειρ εικνων που η ατμσφαιρα διαμορφνεται για μιαν ακμη φορ απ τη ψυχολογα των δρντων προσπων. Στο επκεντρο βρσκεται η επιστροφ της Λιουμπφ Αντριεβνα Ρανιφσκαγια απ μακρχρονη απουσα στο Παρσι, που εχε ακολουθσει τον εραστ της. Επκειται ο πλειστηριασμς του κτματος εξ αιτας των συσσωρευμνων χρεν. Αυτ το επαπειλομενο γεγονς βαρανει σ' λα τα πρσωπα της οικογνειας και των οικεων της, χωρς να μπορον να βρον ναν αληθιν τρπο απεμπλοκς και λσης του προβλματος, με εξαρεση τον Λοπχιν, ταπεινς καταγωγς και νυν πλοσιο μπορο, στον οποο θα περιλθει εν τλει ο βυσσινκηπος. Το ργο ολοκληρνεται με την αναχρηση λων, ο καθνας φεγει προς μια να ζω. Κι ο χος του τσεκουριο που κβει τα δντρα υποδηλνει το τλος μιας εποχς. Σ’ αυτ το χρονικ μετβασης απ το αδιξοδο και παρωχημνο παρελθν προς ν υποσχμενο μλλον, η τχνη του Τσχωφ δραματουργο δνει τη θση της στη προφητεα ενς οξυδερκ οραματιστ, που πιστεει στο πεπρωμνο του λαο του.--



=========================


                                          Το Στοχημα

     τανε μια σκοτειν φθινοπωριν νχτα. Ο γροντας τραπεζτης βημτιζε στο γραφεο του απ τη μια γωνι ως την λλη και θυμτανε που δεκαπντε χρνια πριν, να επσης φθινοπωριν βρδυ σαν κι αυτ, εχε στο σπτι του καλεσμνους.
     Σε κενη τη συγκντρωση ταν πολλο γνωστικο νθρωποι κι γιναν ενδιαφρουσες συζητσεις. Μεταξ λλων μιλσανε και για τη θανατικ ποιν. Οι επισκπτες, μεταξ των οποων βρσκονταν αρκετο επιστμονες και δημοσιογρφοι, στη πλειοψηφα τους τχτηκαν αρνητικ, σχετικ με τη ποιν του θαντου. Βρσκανε ξεπερασμνο αυτ τον τρπο τιμωρας, ανρμοστο κι ανθικο για χριστιανικς κυβερνσεις. Ορισμνοι υποστριζαν τι η θανατικ ποιν θα 'πρεπε ν' αντικατασταθε με τα ισβια δεσμ.
 -"Εγ δε συμφων μαζ σας", επεν ο οικοδεσπτης. "Δε δοκμασα μτε τονα μτε τ' λλο, αλλ αν μπορε κανες να κρνει a priori ττε, κατ τη γνμη μου, η θανατικ ποιν εναι ηθικτερη και πιο ανθρωπιστικ απ τα ισβια. Η εκτλεση σκοτνει αμσως, μα τα ισβια σκοτνουνε σιγ-σιγ. Ποις δμιος απ' τους δυο εναι πιο ανθρωπιστικς; Αυτς που σκοτνει μσα σε λγα λεπτ αυτς που σκοτνει λγο-λγο τη ζω για πολλ χρνια";
 -"Και το να και το λλο εναι το διο ανθικα" παρατρησε κποιος απ τους επισκπτες, "επειδ χουν να και τον αυτ σκοπ: την αφαρεση ζως. Η κυβρνηση δεν εναι Θες. Δεν χει το δικαωμα ν' αφαιρσει κενο που δε μπορε να δσει πσω, αν το θελσει".
     Μεταξ των επισκεπτν ταν κι νας νομικς, νος νθρωπος γρω στα εικοσιπντε. ταν του ζητσανε τη γνμη, επε:
 -"Κι η ποιν του θαντου και τα ισβια εναι το διον ανθικα, αλλ αν μου πρτειναν να διαλξω εν απ τα δυο, θα διλεγα ββαια το δετερο. Να ζεις με κποιο τρπο, εναι καλτερα απ το να μη ζεις".
     Η συζτηση ναψε για τα καλ. Ο τραπεζτης, που ττε ταν νετερος και πιο νευρδης, γινε ξαφνικ ξω φρενν, χτπησε τη γροθι του στο τραπζι κι απευθυνμενος στον νεαρ νομκ, φναξε:
 -"Δεν εναι αλθεια! Βζω στοχημα δυο εκατομμρια πως δε θα μενετε σε κελ μτε πντε χρνια".
 -"Αν το λτε σοβαρ", απντησεν ο νεαρς, "βζω στοχημα πως θα μενω χι πντε, μα δεκαπντε χρνια"!
     Κι αυτ λοιπν το ανκουστο κι ανητο στοχημα μπκε! Ο τραπεζτης μη ξροντας ττε, μτε κι ο διος πσα εκατομμρια εχε, κακομαθημνος κι απερσκεπτος, ταν ενθουσιασμνος με το στοχημα. Στο δεπνο περαζε τον νομικ κι λεγε:
 -"Βλτε λγο μυαλ νεαρ μου, πριν ακμα εναι αργ. Για μνα δυο εκατομμρια δεν εναι τποτα, σεις μως κινδυνεετε να χσετε τρα-τσσερα απ τα καλτερ σας χρνια. Λω τρα-τσσερα, γιατ δε θα μενετε περισστερο. Επσης, μη ξεχντε πως η εθελοντικ φυλκιση εναι πολ πιο βαρι απ την υποχρεωτικ. Η σκψη πως οποιαδποτε στιγμ χετε το δικαωμα να βγετε λετερος ξω, θα δηλητηριζει λη σας την παρξη μες στο κελ. Σας λυπμαι"!
     Ο τραπεζτης τρα, βηματζοντας πρα-δθε, θυμταν λ' αυτ κι αναρωτιταν: "Γιατ μπκε αυτ το στοχημα; Ποι τ' φελος που ο νομικς χασε δεκαπντε χρνια ζως κι εγ πετω δυο εκατομμρια; Μπορε αυτ ν' αποδεξει στους ανθρπους πως η θανατικ καταδκη εναι χειρτερη απ τα ισβια; χι ββαια. Μωρολογες κι ανοησες. Απ τη δικ μου πλευρ ταν μια παραξενι ανθρπου που 'ναι χορττος κι απ τη πλευρ του νομικο, απληστα για λεφτ..." Θυμθηκεν επσης αυτ που γναν στερα απ το βρδυ κενο.
     Αποφσισαν ο νομικς να εκτσει την εθελοντικ ποιν του κτω απ την αυστηρτερην επβλεψη, σε μιαν απ τις πτρυγες κοντ στο σπτι του τραπεζτη. Συμφωνσαν τι στη διρκεια των δεκαπντε ετν δε θα 'χε το δικαωμα να περσει το κατφλι της πτρυγας, να βλπει ανθρπους ζωντανος, ν' ακοει ανθρπινες φωνς και να παρνει γρμματα εφημερδες. Του επιτρεπταν να 'χει μουσικ ργανο, να διαβζει βιβλα, να γρφει, να πνει κρασ και να καπνζει. Με τον ξω κσμο, σμφωνα μ' ειδικν ρο, μποροσε να επικοινωνε μνο χωρς να μιλ, μες απ 'να μικρ παρθυρο φτιαγμνο ειδικ γι' αυτ τον σκοπ. Η συμφωνα πρβλεπε ακμα και τις πιο ασμαντες λεπτομρειες, στε να υπρχει αυστηρ απομνωση κι υποχρωνε τον νομικ να μενει στη φυλακ ακριβς δεκαπντε χρνια: απ τις δδεκα το μεσημρι της δεκτης τετρτης Νομβρη 1870, ως και τις δδεκα το μεσημρι της δεκτης τετρτης Νομβρη του 1885. Η παραμικρ αππειρα απ τον νομικ να παραβε τους ρους, στω και δυο λεπτ πριν απ το τλος της συμφωνας, απελευθρωνε τον τραπεζτη απ την υποχρωση να του πληρσει τα δυο εκατομμρια.
     Τον πρτο χρνο φυλακς κι σο μπορε να κρνει κανες απ τα σντομα σημειματα, υπφερε πολ απ μοναξι και πλξη. Απ τη πτρυγα, νχτα και μρα, ακουγτανε συνεχς το πινο. Το κρασ, γραφε, διεγερει τις επιθυμες, που 'ναι εχθρο του φυλακισμνου. 'Αλλωστε να πνεις ωραο κρασ και να μη βλπεις καννα, δεν υπρχει τποτα πιο πληκτικ. σο για τον καπν, βρωμζει τον αρα στο δωμτι του. Τον πρτο χρνο του στλνανε βιβλα κυρως ελαφρο περιεχομνου. Περιοδικ, ερωτικα μυθιστορματα, διηγματα μ' εγκληματικ και φανταστικ περιεχμενο, κωμωδες κι λλα.
     Τη δετερη χρονι η μουσικ σγησε στη πτρυγα κι ο νομικς ζητοσε στα σημειματ του μνο κλασικος. Τον πμπτο χρνο ακοστηκε πλι μουσικ κι ο γκλειστος παρακλεσε για κρασ. Εκενοι που τονε παρακολουθοσαν απ το παρθυρο λγανε πως ολκληρη κενη τη χρονι μνον τρωγε, πινε και ξπλωνε στο στρμα, συχν χασμουριτανε και μιλοσε θυμωμνα με τον εαυτ του. Βιβλα δε διβαζε. Μερικς φορς, καθτανε τις νχτες να γρφει. γραφε για πολλν ρα και κοντ στα ξημερματα σκιζε σε μικρ κομμτια, λα σα εχε γρψει. 'Αλλες φορς τον ακογανε να κλαει.
     Στο δετερο μισ του κτου χρνου, ασχολθηκεν επμονα με τη μελτη γλωσσν, φιλοσοφας κι ιστορας. Ρχτηκε με τα μοτρα στη μελτη αυτν των επιστημν, τσο, που ο τραπεζτης μλις πρφταινε να του στλνει βιβλα. Μσα σε τσσερα χρνια ζτησε και του στελανε, γρω στους εξακσιους τμους. Κατ τη περοδο αυτς της μανας, ο τραπεζτης, μεταξ λλων, λαβε απ τον κατδικ του το εξς γρμμα:

   "Αγαπητ μου δεσμοφλακα! Σας γρφω αυτς τις γραμμς σ' ξι γλσσες. Δεξτε τες στους ειδικος να τις διαβσουν. Αν δε βρονε καννα λθος, ττε πολ θα σας παρακαλοσα, προστξτε να πυροβολσουνε στον κπο με το ντουφκι κι αυτ θα μου πει πως οι προσπθεις μου δε πγανε χαμνες. Οι μεγαλοφυες λων των εποχν κι λων των χωρν του κσμου μιλον σε διαφορετικς γλσσες, αλλ μσα σ' λους καει μια και μνη φλγα. Ω αν ξρατε ποια ουρνια ευτυχα δοκιμζει τρα η ψυχ μου, που ξρω πως να τους καταλβω".

     Η επιθυμα του καταδκου εκπληρθηκε. Ο τραπεζτης πρσταξε να πυροβολσουνε στον κπο δυο φορς. Στη συνχεια, μετ τον δκατο χρνο, ο νομικς καθταν ακνητος στο τραπζι και διβαζε μνο το Ευαγγλιο. Στον τραπεζτη φαιντανε παρξενο που νας νθρωπος που κατφερε να διαβσει σε τσσερα χρνια εξακσιους δσκολους τμους, χρειστηκε να σχεδν χρνο για να διαβσει ν ευκολητο κι χι βιβλο. Μετ το Ευαγγλιο, πρανε σειρ η ιστορα των θρησκειν κι η θεολογα.
    Τα τελευταα δυο χρνια της φυλκισης, ο κατδικος διβαζεν υπερβολικ πολ, χωρς καμμι δικριση. Τη μια φορ μελετοσε φυσικς επιστμες, την λλη ζητοσε Μπιρον Σξπιρ. Σε μερικ σημειματ του παρακαλοσε να του στελουνε ταυτχρονα, χημεα, εγχειρδιο ιατρικς, κποιο μυθιστρημα και κποια φιλοσοφικ θεολογικ πραγματεα. Μ' λα τοτα τα διαβσματα που 'κανε, μοιαζε σε να κολυμποσε στη θλασσα, ανμεσα στα συντρμμια κποιου καραβιο κι επιθυμντας να σωθε πιανταν πληστα πτε απ το 'να συντρμμι και πτε απ' τλλο.
     Ο τραπεζτης θυμταν λ' αυτ τα χρνια και σκεπτταν: "Αριο το μεσημρι στις δδεκα, θα 'ναι λετερος. Κατ τη συμφωνα, υποχρενομαι να του πληρσω δυο εκατομμρια. Αν το κνω, θα χρεωκοπσω οριστικ...". Πριν απ δεκαπντε χρνια δεν ξερε μτε κι ο διος πσα εχε, μα τρα φοβταν να θσει στον εαυτ του το ερτημα: Τα λεφτ που εχε τα χρη του τανε πιτερα; Το ριψοκνδυνο χρηματιστηριακ παιγνδι, οι τολμηρς κερδοσκοπες και το θερμαιμο του χαρακτρα του, απ τον οποο δε μποροσε ν' απαλλαγε ακμα και στα γερματα, οδγησαν λγο-λγο τις δουλεις του σε παρακμ κι ο απαθς, ο επηρμνος, ο περφανος ζπλουτος μεταμορφθηκε σ' να κοιν και μτριο τραπεζτη που τρμει σε κθε νοδο και κθοδο στις αξες που παρνανε τα χρεγραφα.
    "Καταραμνο στοχημα!" μουρμοριζεν ο γρος πινοντας μ' απγνωση το κεφλι του. "Γιατ ντεξε; Γιατ δε πθανε αυτς ο νθρωπος; Εναι ακμα σαρντα ετν. Θα μου πρει ,τι χω και δεν χω, θα παντρευτε, θα απολυσει τη ζω, θα παζει στο χρηματιστριο κι εγ σα ζητινος, θα βλπω με ζλεια και θ' ακοω κθε μρα να μου λει τα δια λγια: 'Μνω υπχρεως απναντ σας για την ευτυχα μου, επιτρψτε μου να σας βοηθσω!' Ε χι, αυτ πει πολ! Η μοναδικ σωτηρα απ τη χρεωκοπα και τη ντροπ, εναι ο θνατος αυτο του ανθρπου"!
     Χτπησεν η ρα τρεις. Ο τραπεζτης βαλε τ' αφτ του ν' αφουγκραστε. Στο σπτι , λοι κοιμντουσαν και το μνο που ακουγταν ταν οθρυβος ξω απ τα παρθυρα που κνανε τα παγωμνα απ το κρο δντρα, να γρνουν ακατπαυστα απ 'δω κι απ κει. Προσπαθντας να μη βγλει μτε χνα, πρε απ το χρηματοκιβτιο το κλειδ της φυλακς, που επ δεκαπντε χρνια δεν νοιξε ποτ, φρεσε το παλτ του και βγκεν απ το σπτι.
     ξω τανε σκοτεινι κι κανε κρο. βρεχε. Στο αλσλλιο φυσοσε με βου, δυνατς, υγρς αγρας. Ο τραπεζτης προσπαθοσε να εντενει την ρασ του, αλλ δεν βλεπε μτε γη, μτε τα λευκ αγλματα, μτε τα δντρα, μτε τη πτρυγα. Πλησιζοντας προς το μρος της, φναξε δυο-τρεις φορς τον φλακα. Απντηση καμμι. τανε φανερ πως εχε πει να καλυφθε απ τη κακοκαιρα και τρα θα κοιμτανε κπου στη κουζνα στο θερμοκπιο.
    "Αν χω το κουργιο να κμω αυτ που σκοπεω", σκφτηκεν ο γρος, "οι υποψες θα πσουνε πρτα απ' λα στον φλακα". Και ψηλαφντας στο σκοτδι τα σκαλοπτια και τη πρτα, μπκε στον προθλαμο της πτρυγας. Προχρησε λγο χωρς να βλπει και βρθηκε σ' να μικρ δωμτιο. 'Αναψε να σπρτο. Δεν υπρχε ψυχ. Εδε μνο το κρεβτι χωρς στρμα, εν στη γωνι μαριζε μια μαντεμνια σμπα. Οι σφραγδες στη πρτα που οδηγοσε στο δωμτιο του φυλακισμνου, ταν θικτες. ταν σβησε το σπρτο, ο γρος, τρμοντας απ τη ταραχ, κοταξε στο παραθυρκι.
     Μες στο δωμτιο φτιζεν αμυδρ να κερ. Ο διος ο φυλακισμνος καθτανε κοντ στο τραπζι. Φαινταν μνον η ρχη του, τα μαλλι και τα πδια. Πνω στο τραπζι, στα δυο καθσματα και στο χαλ κοντ στο τραπζι, βρσκονταν ανοιχτ βιβλα. Πρασαν πντε λεπτ κι ο φυλακισμνος δε κουνθηκε διλου. Τα δεκαπντε χρνια στη φυλακ τονε δδαξαν να κθεται ακνητος. Ο τραπεζτης χτπησε με το δχτυλο στο παρθυρο, αλλ ο φυλακισμνος δεν απντησε στο χτπο, μτε με μια κνηση. Ο τραπεζτης ττε βγαλε προσεχτικ τις σφραγδες απ τη πρτακι βαλε το κλειδ στη κλειδωνι. Απ τη σκουριασμνη κλειδαρι ακοστηκε νας βραχνς χος κι η πρτα νοιξε. Ο τραπεζτης περμενε πως θ' ακουστε αμσως κραυγ κπληξης και βματα, μα περσανε δυο-τρα λεπτ και μσα ταν ησυχα πως πριν. Αποφσισε να μπει στο δωμτιο.
     Στο τραπζι καθταν ακνητος νας νθρωπος που δεν μοιαζε με τους συνηθισμνους. τανε σκελετς τυλιγμνος εφαρμοστ με δρμα, εχε μακρυ σγουρ μαλλι πως οι γυνακες και τραχμαλλη γενειδα. Το χρμα στο πρσωπ του τανε κτρινο μ απχρωση χωματνια, τα μγουλα βαθουλωτ, η ρχη μακρουλ και στεν και το χρι που κρατοσε το μαλλιαρ κεφλι τανε τσο λεπτ κι αδνατο, που, ταν το κοταζες νιωθες φρκη. Τα μαλλι του λμπανε σαν ασμι και κοιτζοντας το γεροντικ κι εξαντλημνο πρσωπο, κανες δε θα πστευε πως ταν μνο σαρντα ετν. Κοιμταν... Μπροστ στο γερμνο κεφλι του, πνω στο τραπζι, ταν να φλλο χαρτιο, που 'χε κτι γραμμνο με ψιλ γρμματα.
    "Απασιος νθρωπος!" σκφτηκεν ο τραπεζτης. "Κοιμται και στα νειρ του σως βλπει εκατομμρια! Αρκε να πρω αυτ τον μισοπεθαμνο, να τονε πετξω στο κρεβτι και να τονε πνξω απλ με το μαξιλρι. Ακμα κι η πιο ευσυνεηδητη πραγματογνωμοσνη δε πρκειται να βρει σημδια βαιου θαντου. αλλ για να δομε τι γρφει εδ..." 'Απλωσε το χρι, πρε απ το τραπζι το χαρτ και διβασε τα εξς:

    "Αριο στις δδεκα το μεσημρι, παρνω την ελευθερα μου και το δικαωμα να επικοινων με τους ανθρπους ξαν. Προτο μως αφσω τοτο το δωμτιο και προτο δω τον λιο, θεωρ αναγκαο να σας πω λγα λγια. Με καθαρ τη συνεδηση μπρος στον Θε που με βλπει, σας δηλνω πως περιφρον και την ελευθερα και τη ζω και την υγεα κι λα σα ονομζονται στα βιβλα σας αγαθ του κσμου.
     Επ δεκαπντε χρνια σποδασα προσεχτικ τη ζω. Εναι αλθεια πως δεν εδα γη κι ανθρπους, αλλ διαβζοντας τα βιβλα σας, γετηκα το αρωματικ κρασ, τραγοδησα τραγοδια, κυνγησα ελφια κι αγριογορουνα, αγπησα γυνακες... Αιθριες καλλονς, πλασμνες με τη μαγεα που τους εμφσησε η μεγαλοφυα των ποιητν σας, μ' επισκπτονταν τα βρδια σα πανλαφρο νφος και μου 'λεγαν ψιθυριστ, θαυμσια παραμθια, που μεθοσανε το νου μου. Μες απ τα βιβλα σας σκαρφλωνα στις κορφς του λμπορους και του Μονμπλν, απ' που τα πρωιν βλεπα τον λιο ν' ανατλλει και τα δειλιν να πλημμυρζει τον ουραν και τις κορφς των βουνν με το πορφυρ του χρυσφι. Απ κει ψηλ, βλεπα πως λμπαν οι αστραπς, ταν πνω απ το κεφλι μου χαρκωναν εκτυφλωτικ τα νφη. βλεπα πρσινα δση, λιβδια, ποτμια, λμνες, πλεις, κουγα τις Σειρνες να τραγουδνε και τους βοσκος να παζουνε τις φλογρες τους, ψηλφιζα τα φτερ εξασιων διαβλων που 'ρχονταν πετντας να μιλσουμε για τον Θε... Ριχνμουν μες στην απθμενην βυσσο των βιβλων σας, κανα θαματα, σκτωνα, καιγα πλεις, κανα κηργματα νων θρησκειν, κατακτοσα ολκερα
βασλεια...
     Τα βιβλα σας μου δσανε σοφα. λα τοτα που για αινες δημιουργοσεν η ακοραστη ανθρπινη σκψη, στριμωχτκαν μες στο νου μου, σ'  να μικρ σβλο. Ξρω πως εμαι πιο γνωστικς απ' λους σας. Περιφρον τα βιβλα σας κι λα τα καλ του κσμου, περιφρον τη σνεση και τη σοφα. Εν' λα εφμερα, ασμαντα, πλασματικ κι απατηλ. Εναι αρρωστημνη φαντασα. Εστε σοφο και περφανοι, αλλ ο θνατος θα σας εξαφανσει απ προσπου γης, ακριβς πως θα κνει και με τα ποντκια, που 'ναι κτω απ το πτωμα. σο για τους απογνους σας, την ιστορα, την αθανασα των μεγαλοφυν ανθρπων σας, θα παγσουν λα θα καον κι αυτ μαζ με τη γινη σφαρα.
     χετε χσει τα λογικ σας και δε βαδζετε στο σωστ δρμο. Το ψμμα το δχεστε σαν αλθεια και την ασχμια για ομορφι. Θα σας κανεν κπληξη αν σαν αποτλεσμα κποιων συνθηκν, στις μηλις και στις πορτοκαλις μεγαλνανε ξαφνικ αντ καρπο, βατρχια και σαρες αν τα τριαντφυλλα αρχζανε ν' αναδδουν μυρωδι ιδρωμνων αλγων. Εκπλσσομαι λοιπν, με σας που ανταλλξατε τον ουραν με τη γη. Δε θλω να σας καταλβω.
     Για να σας αποδεξω στη πρξη τη περιφρνησ μου σε κτι με τ' οποο εσες ζετε, αρνομαι να πρω τα δυο εκατομμρια που κποτε ονειρευμουνα σα να 'ταν ο παρδεισος και που τρα καταφρον. Για ν' αφαιρσω απ τον εαυτ μου το δικαωμα αυτ, θα φγω απ δω πντε ρες πριν απ τον προσυμφωνημνο χρνο και με τον τρπον αυτ, θα καταπατσω τη συμφωνα
".


     Αφο τα διβασεν αυτ ο τραπεζτης, φησε το χαρτ στο τραπζι, φλησε τον παρξενον αυτν νθρωπο στο κεφλι, ρχισε να κλαει και βγκε απ τη πτρυγα. Ποτ λλη φορ, ακμα κι στερα απ μεγλες χασορες στο χρηματιστριο, δεν αισθανταν ττοια καταφρνεση για τον εαυτ του, πως τρα δα. ταν φτασε στο σπτι, ξπλωσε στο κρεβτι, αλλ η συγκνηση και τα κλματα δε τον αφναν να κοιμηθε για πολλν ρα.
     Την λλη μρα το πρω, τρξανε χλωμο οι φλακες και του ανακοινσανε πως ο νθρωπος που 'μενε στη πτρυγα, βγκεν απ το παρθυρο στον κπο, πγε στην εξπορτα κι στερα κπου εξαφανστηκε. Ο τραπεζτης μαζ με τους υπηρτες πγεν αμσως στη πτρυγα και διαπστωσε την απδραση του φυλακισμνου του. Για να μη προκληθονε περιττς διαδσεις, πρε απ το τραπζι το χαρτ με την απρνηση κι επιστρφοντας στο σπτι του, το κλεδωσε μες στο χρηματοκιβτιο.

                                                   Καημς

     Σε ποιον να πω τον καημ μου;

     Σορουπο. Το πυκν νερχιονο νωθρ κνει κκλους γρω απ τα φανρια, που μλις χουν ανψει, σχηματζοντας να λεπτ, απαλ στρμα στις στγες, στα καπολια των αλγων, στα καπλα των περαστικν. Ο αμαξς Ιωνς Ποτποφ χει γνει κτασπρος σαν φντασμα. χει καμπουρισει, σο μπορε να καμπουρισει ζων σμα και κθεται στο κθισμ του χωρς να κινεται. Κι ολκερη χιονοστιβδα να πεφτε πνω του, οτε και ττε δε θα 'βρισκε τη δναμη που χρειζεται για να τινξει απ πνω του το χινι... Το αλογκι του εναι κι αυτ κτασπρο και στκεται ακνητο. τσι πως στκει ακνητο, με το χαρο σχμα του και τα σια σαν μπαστονια πδια του, μοιζει με φτην ζαχαρνιο αλογκι. πως φανεται, εναι βυθισμνο σε σκψεις. Το απσπασαν απ τ' αλτρι, απ τις συνηθισμνες γκρζες εικνες και το 'ριξαν εδ, σ' αυτ τη δνη τη γεμτη απ εκτυφλωτικ φτα ακατπαυστο θρυβο κι ανθρπους που τρχουν.

     Ο Ιωνς και το αλογκι του χουν πολλ ρα να κουνηθον απ τη θση τους. Βγκαν απ την αυλ πριν ακμα ξημερσει και το πρτο αγγι ακμα δε φανεται πουθεν. Αλλ να, στη πλη πφτει η βραδιν καταχνι. Το χλομ φως των φαναριν γνεται πιο ντονο κι λο δυναμνει η φασαρα του δρμου.
 -"Αμαξ, για τη συνοικα Βιμπργκσκαγια!" ακοει ο Ιωνς. "Αμαξ"! Ο Ιωνς τινζεται και πσω απ τις βλεφαρδες, τις σκεπασμνες με χινι, διακρνει ναν αξιωματικ με χλανη και κουκολα. "Στη Βιμπργκσκαγια!" ξαναφωνζει ο στρατιωτικς. "Κοιμσαι; Τ κνεις λοιπν; Στη Βιμπργκσκαγια"!

     Σε απντηση, ο Ιωνς τραβει τα χαλινρια, τσι που απ τα καπολια του αλγου κι απ τους μους του πφτουνε στρματα χινι... Ο αξιωματικς κθεται στο λκηθρο. Ο αμαξς κροταλζει με τα χελη, τεντνει μπροστ σα κκνος το λαιμ, ανασηκνεται πιτερο απ συνθεια παρ απ ανγκη και χτυπ με το καμουτσκι στον αρα. Το αλογκι τεντνει κι αυτ το λαιμ, στραβνει τα πδια του, που μοιζουνε μπαστονια και ξεκιν διστακτικ...

 -"Πο πας να χωθες, διβολε!" ακογονται διφορες φωνς απ τη σκορα μζα των περαστικν, που κινονται προς κθε κατεθυνση. "Πο στο διβολο πας; Κρτα δεξι"!

 -"Εσ οτε να οδηγσεις δε ξρεις! Κρτα δεξι!" θυμνει κι ο αξιωματικς.

     Ο αμαξς βρζει, νας περαστικς τον κοιτ με γριες διαθσεις, εν τινζει απ το μανκι το χινι που 'πεσε πνω του ταν, διασχζοντας το δρμο, ακομπησε με τον μο του τη μορη του αλγου. Ο Ιωνς στριφογυρζει στο κθισμα της μαξας σα να κθεται σε καρφι, χτυπει τους αγκνες του στα πλευρ του και κοιτζει σαν ηλθιος, σα να μη καταλαβανει πο βρσκεται και για ποι λγο εναι κει.

 -"Τ παλινθρωποι που εναι λοι!" κοροδεει ο αξιωματικς. "Προσπαθον να πσουν επνω σου πνω στη μορη του αλγου. Εναι συνεννοημνοι". Ο Ιωνς κοιτζει πσω τον επιβτη και κουν τα χελη... Θλει, πως φανεται, να πει κτι, αλλ' απ το λρυγγα δε βγανει τποτα, εκτς απ να βραχν χο. "Τι;" ρωτ ο αξιωματικς. Ο Ιωνς στραβνει το στμα προσπαθντας να χαμογελσει, σφγγεται για ν' ανοξει ο λαιμς του και να μιλσει, αλλ και πλι μνο βραχνιασμνα καταφρνει να πει:

 -"Ξρετε, αφντη, να... πθανε ο γιος μου τοτη τη βδομδα".

 -"Χμμ!... Κι απ τι πθανε";

     Γυρζει με λο του το σμα προς τον επιβτη και λει:

 -"Και ποις το ξρει! Φανεται απ θρμες... Τρεις μρες τανε στο νοσοκομεο και πθανε... Θλημα Θεο".

 -"Στρψε, διβολε!" ακογεται μια φων στο σκοτδι. "πεσες επνω μου, τ κνεις λοιπν, γρικο μαντρσκυλο; 'Ανοιξε τα γκαβ σου"!

 -"Προχρα, προχρα..." λει ο επιβτης. "τσι πως πμε, οτ' αριο δε θα φτσουμε. Βισου, λοιπν"!

     Ο αμαξς τεντνει πλι το λαιμ, ανασηκνεται και μ' επιδξια και χαριτωμνη κνηση χτυπ με το μαστγιο το λογο. στερα κοιτ κμποσες φορς πσω τον επιβτη, μως αυτς χει κλεσει τα μτια κι πως φανεται, δεν χει διθεση ν' ακοσει.

     Αφο τον πγε στη Βιμπργκσκαγια, σταματ κοντ σε μια ταβρνα, καμπουριζει στο κθισμα και μνει τσι εκε χωρς να σαλεει... Το νερχιονο πλι τον χρωματζει σπρο, αυτν και το αλογκι. Περν μια ρα, λλη μια... Τρεις νεαρο περπατονε στο πεζοδρμιο, χτυπντας τις γαλτσες τους και καβγαδζουν. Οι δυο εναι ψηλο κι αδνατοι, ο τρτος κοντς και καμπορης.

 -"Αμαξ, στη γφυρα της αστυνομας!" φωνζει με τρεμουλιαστ φων ο καμπορης. "Εμαστε τρεις, θα μας πας με εκοσι καπκια"!

     Ο Ιωνς τραβει τα γκμια και πλαταγζει τα χελη του... Εκοσι καπκια δεν εναι καλ τιμ για το αγι, αλλ κενον πια δεν τον νοιζει η τιμ... Τ να ροβλι, τ πντε καπκια -τρα πια του εναι αδιφορο, φτνει μνο να χει αγι... Οι νεαρο, σπρχνοντας και βρζοντας, ζυγνουν στο λκηθρο και κθονται κι οι τρεις μαζ στο κθισμα. Αρχζουν να μαλνουν: ποιοι θα καθσουν και ποιος θα στκεται ρθιος; Μετ απ πολωρο καβγ, καπρτσια και κατηγριες, καταλγουν στ' τι πρπει να στκεται ρθιος ο καμπορης, σαν πιο κοντς.

 -"Λοιπν ξεκνα!" στριγκλζει ο καμπορης ρθιος ανασανοντας στο σβρκο του Ιων. "Χτπα! Φορς βλπω καπλο αδερφκι! Χειρτερο σ' ολκερη τη Πετροπολη δε θα βρεις..."

 -"Χι, χι... χι, χι", χαχανζει ο Ιωνς. ", τι χει ο καθες φορ..."

 -"Λοιπν, εκενο που χεις... 'Αντε, πιο γργορα! τσι θα πας σ' λο το δρμο; Ναι; Θλεις να σου δσω καμι";

 -"Το κεφλι μου πει να σπσει...", λει ο νας απ τους ψηλος. "Χτες στους Ντουκμσοφ οι δυο μας με το Βσκα πιαμε τσσερις μποτλιες κονικ".

 -"Δε καταλαβανω γιατ λες ψματα!" θυμνει ο λλος ψηλς. "λο ψευτις λες".

 -"Να με τιμωρσει ο Θες αν λω ψματα, αλθεια λω..."

 -"Αυτ λοιπν εναι τσο αληθιν σο το τι η ψερα βχει".
 -"Χι, χι!" ψευτογελ ειρωνικ ο Ιωνς. "Κεφτοι οι κριοι"!

 -"Φτου, να σε πρει ο διβολος!" θυμνει ο καμπορης. "Θα τρξεις πιο γργορα, παλιγερε, χι; τσι θα πμε; Χτπα το λγο με το καμτσκι! Μπρος, πο να πρει ο διβολος! Πιο δυνατ χτπα το"!

     Ο Ιωνς νιθει πσω απ' τη πλτη του τον καμπορη να στριφογυρζει και τον ακοει να βρζει με τρεμουλιαστ φων, βλπει τους ανθρπους στο δρμο και το ασθημα της μοναξις αρχζει σιγ-σιγ να γνεται πιο ελαφρ. Ο καμπορης βρζει, μχρι που πνγεται απ το επιτηδευμνο ατελεωτο βρισδι και τονε πινει βχας. Οι δο ψηλο αρχζουν να μιλνε για κποια Ναντιζντα Πετρβνα. Ο Ιωνς τους κοιτζει. στερα απ μια μικρ παση, τους κοιτζει ακμα μια φορ και μουρμουρζει:

 -"Αυτ τη βδομδα... να, δηλαδ... πθανε ο γιος μου"!

 -"λοι θα πεθνουμε..." αναστενζει ο καμπορης σκουπζοντας τα χελη στερα απ το βχα. "Λοιπν, τρξε, τρξε! Κριοι, εγ δεν μπορ λλο να πηγανω τσι. Πτε,

επιτλους, θα μας πει τοτος στον προορισμ μας";

 -"Τσγκλισ το λγο κι εσ πιο δυνατ, ξρεις... στο σβρκο"!

 -"Παλιγερε, τ' ακος; Λοιπν, θα σε τρυπσω στο σβρκο!... Με τον αδερφ σου να κνεις τσιριμνιες, τσι και με τα πδια πηγαναμε! Ακος, παλιμουτρο  αψηφς τα λγια μας"; Κι ο Ιωνς περισστερο κουσε, παρ νιωσε, το χτπο της καρπαζς στο σβρκο!

 -"Χι, χι", γελ. "Τ διασκεδαστικο κριοι... Ο Θες να σας δνει χρνια"!

 -"Αμαξ, εσαι παντρεμνος;" ρωτ ο νας ψηλς.

 -"Εγ, ναι! Χι, χι... Τ διασκεδαστικο κριοι! Τρα χω γυνακα... τη μαρη γη. Χι, χο, χο... να μνμα υπρχει! Πθανε ο γιος μου κι εγ εμαι ζωντανς... Παρξενη υπθεση, ο θνατος κανε λθος στη πρτα... Αντ να 'ρθει σε μνα, πγε στο γιο..."

     Κι ο Ιωνς στρφεται για να διηγηθε με ποιο τρπο πθανε ο γιος του, αλλ κενη τη στιγμ ο καμπορης αναστενζει ελαφρ και δηλνει τι, δξα τω Θε, επιτλους φτασαν. Αφο πρε τα εκοσι καπκια, ο Ιωνς για κμποση ρα κοιτζει τους γλεντζδες, που χνονται πσω απ μια σκοτειν εσοδο. Εναι πλι μονχος και ξαναγνεται ησυχα... Ο καημς, που εχε για λγο μετριαστε, ξανρχεται πλι και του πιζει το στθος με μεγαλτερη δναμη. Τα μτια του Ιων μ' ανησυχα ψχνουνε βασανιστικ ανμεσα στο πλθος που πηγαινορχεται στις δυο πλευρς του δρμου. Δε θα βρεθε, λοιπν, μσα σ' αυτς τις χιλιδες τους ανθρπους στω κι νας που να θλει να τον ακοσει με προσοχ; Αλλ οι νθρωποι τρχουν, χωρς να προσχουν οτε αυτν οτε τον πνο του... Ο πνος του εναι πολ μεγλος, δεν χει ρια. Αν σπαζε το στθος του Ιων και ξεχυνταν απ μσα του ο πνος, του φανεται τι θα πλημμριζε λο τον κσμο. μως καννας δεν τον βλπει. χει χωθε μσα σ' να τσο μικροσκοπικ κλυφος, που δε μπορες να το δεις οτε στο φως της ημρας.

     Ο Ιωνς βλπει ναν πορτιρη που κουβαλ να σακ κι αποφασζει να πισει κουβντα μαζ του.

 -"Φλε, τι ρα εναι τρα;" ρωτ.

 -"Δκα... Γιατ σταμτησες εδ; Πγαινε παραπρα"!
     Ο Ιωνς πηγανει μερικ βματα πιο πρα, σκβει σο γνεται πιτερο και παραδνεται στον καημ του... Το θεωρε πια ανφελο να μιλσει στους ανθρπους. Αλλ δεν περνον οτε πντε λεπτ και τεντνεται, τινζει το κεφλι, σα να 'νιωσε δυνατ πνο, και τραβ τα γκμια... Δεν αντχει λλο. "Πσω στην αυλ", σκφτεται. "Στην αυλ!" Κι η φοραδτσα, σα να κατλαβε τη σκψη του, ρχισε να τρχει με τροχασμ...

     Μετ μιμιση ρα ο Ιωνς κθεται σ' να μεγλο βρμικο πατρι, πνω απ τη σμπα. Το πτωμα κι οι πγκοι εναι γεμτοι ανθρπους που ροχαλζουν. Η ατμσφαιρα εναι αποπνικτικ, τοφες καπνο ανεβανουν προς το ταβνι. Ο Ιωνς κοιτ τους κοιμισμνους, ξνεται και λυπται που γρισε τσο νωρς... "Οτε για βρμη δεν κνουν αυτ που κονμησα", σκφτεται. "Απ' αυτ εναι ο καημς. Ο νθρωπος που ξρει τη δουλει του... που εναι κι ο διος χορττος και τ' λογο χορττο, εναι πντα συχος..."

     Απ μια γωνι σηκνεται νας νεαρς αμαξς, κτι μουρμουρζει νυσταγμνα και κατευθνεται προς τον κδο με το νερ.
 -"Διψς;" ρωτ ο Ιωνς.

 -"τσι φανεται"!

 -"τσι... Στην υγει σου... Εχα κι εγ να γιο, φλε και πθανε... Τ' κουσες πουθεν; Αυτ τη βδομδα, στο νοσοκομεο... Εναι μεγλη ιστορα"!

     Ο Ιωνς κοιτζει τι εντπωση καναν τα λγια του, αλλ δε βλπει τποτα. Ο νεαρς σκεπζεται ως το κεφλι και ξανακοιμται. Ο γρος αναστενζει και ξνεται... πως ο νεαρς διψοσε για νερ, τσι κι αυτς διψει για κουβντα. Σε λγο θα συμπληρωθε μια βδομδα απ ττε που πθανε ο γιος του κι αυτς δε μπρεσε να μιλσει με κανναν... Αισθνεται την ανγκη να μιλσει καθαρ, να τα πει λα πως γιναν...

     Πρπει να διηγηθε πς αρρστησε ο γιος του, πς βασανστηκε, τι λεγε πριν πεθνει, πς πθανε... Πρπει να πει πς γινε η κηδεα και πς πγε στο νοσοκομεο για να πρει τα ροχα του συχωρεμνου. Στο χωρι μεινε η κορολα του Ανσια... Και γι' αυτ πρπει να μιλσει... Εναι, λοιπν, λγα αυτ που 'χει να πει; ποιος τον ακοσει πρπει πειτα να βογκ, ν' αναστενζει, να κλαει... Ακμα και με γυνακες να μιλοσε, θα 'τανε καλτερα. Αυτς, αν κι εναι λιγμυαλες, μως κλανε γοερ απ' τις πρτες λξεις. "Ας πω να δω το λογο", σκφτεται. "Να κοιμηθες πντα προφτανεις... Σγουρα θα χορτσω πνο".

     Ντνεται και πει στο στβλο, που βρσκεται το λογο του. Σκφτεται τη βρμη, το σαν, τον καιρ... Για το γιο, ταν εναι μνος, δε μπορε να σκφτεται... Να μιλσει με κποιον γι' αυτν μπορε, αλλ ο διος να τονε σκφτεται και να φρνει στο μυαλ την εικνα του, του εναι αβσταχτο...

 -"Μασς;" ρωτ ο Ιωνς το λογ του, βλποντας τα γυαλιστερ του μτια. "Λοιπν, μσα, μσα... Αφο δε βγλαμε λεφτ ν' αγορσουμε βρμη, θα φμε σαν... Ναι... Γρασα πια για να κνω κορσες με την μαξα... Ο γιος μου πρεπε να τις κνει κι χι εγ... τανε πραγματικς αμαξς... Να ζοσε μνο..." Ο Ιωνς σωπανει για κμποσο κι πειτα συνεχζει: "τσι, λοιπν, αδερφολα, φοραδτσα... Δεν υπρχει πια ο Κοσμς Ινιτς... Μας φησε χρνους... Πθανε δικα... Τρα, ας πομε πως χεις να πουλαρκι κι εσ εσαι η αγαπημνη του μητρα... και ξαφνικ, ας πομε, αυτ το μοναδικ πουλαρκι μας αφνει χρνους... Δε θα 'τανε πραγματικ λυπηρ";

     Η φοραδτσα μασ, ακοει κι ανασανει μες στα χρια του αφεντικο της.

     Ο Ιωνς συναρπζεται και της τα διηγεται λα...


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers