-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: - ...

 
Ο Ζαχαρας Παπαντωνου με τον Γιαννολη Χαλεπ,
ξω απ το σπτι του δετερου στον Πργο της Τνου
.


                        Βιογραφικ

     Ο Ζαχαρας Παπαντωνου γεννθηκε στο Καρπενσι το 1877. Γονες του ταν ο δημοδιδσκαλος Λμπρος απ το χωρι Γραντσα, που ττε ανκε στο δμο Απεραντων του νομο Ευρυτανας κι η Ελνη, κρη του συμβολαιογρφου Καρπενησου, Ζαχαρα Ηλικαυτου, των οποων ταν το 2ο παιδ. Γεννθηκε στο σπτι των Γιργου και Βασλη Φαρμακδη στο σπτι του Βα­σ­λη Μπλα­τσ, κατ το Μιχλη Σταφυλ κι εχε 3 αδλφια, το Χαρλαο, το Θανση και τη Σοφα. Λγω της καταγωγς του πατρα του ταν γραμμνος στα δημοτολγια του χωριο Γραντσα.
     Στο Καρπενσι τελεωσε τις 3 πρτες τξεις του δημοτικο σχολεου, συνχισε στην μφισσα και τελεωσε το Γυμνσιο στην Αθνα, καθς το 1890 εγκαταστθηκαν οικογενειακς εκε, λγω των μεταθσεων του πατρα. Γρφηκε, μως παρακολοθησε ελχιστα μαθματα στην Ιατρικ σχολ του Πανεπιστημου Αθηνν, που την εγκατλειψε ταν λιποθμησε στο πρτο μθημα της ανατομας. Σποδαζε επσης ζωγραφικ κι φησε πρχειρα σκτσα, μερικς προσωπογραφες σχεδιασμνες με το μολβι και γελοιογραφες, εν το 1911 λαβε μρος σε κθεση στο Ζππειο με γελοιογραφες κι λλα σχδια.



     Στρφηκε απ τα φοιτητικ του χρνια προς τη συγγραφ και τη δημοσιογραφα και σε ηλικα δεκαξι μλις ετν ξεκνησε να αρθρογραφε στην Ακρπολη του Βλ. Γαβριηλδη. Ως το 1898, οπτε κυκλοφρησε η πρτη ποιητικ συλλογ του με ττλο Πολεμικ τραγοδια, συνχισε να συνεργζεται με περιοδικ κι εφημερδες πως η Εφημερδα των συζητσεων, ο Χρνος κι η Σκριπτ, που υπρξε αρχισυντκτης απ το 1900 ως το 1905. Ως δημοσιογρφος δημοσευσε με τα λογοτεχνικ ψευδνυμα «Αβδηρτης», «Χρης Ημερινς», «Ο λλος» κι «Ο Φωνογρφος» και συνεργστηκε με τις εφημερδες «Ακρπολις» του Βλση Γαβριηλδη, με το «Σκριπτ», στο οποο εργστηκε κι ως αρχισυντκτης γρφοντας πολιτικ ρθρα και χρονογραφματα, «Το στυ», εν στο «Ελεθερο Βμα» δημοσευσε κριτικς εικαστικν τεχνν.
     Την 6η Απριλου του 1897, η «Πρωα» και το «Σκριπτ» εχαν την εδηση της ημρας. Η πρτη λγω των σχσεων της με τον ττε πρωθυπουργ Δηλιγιννη εχε ειδσεις απ «πρτο χρι» κι ταν η εφημερδα που θα δημοσευε σε αποκλειστικτητα τη διακοπ των σχσεων Ελλδας–Τουρκας και τη κρυξη του πολμου. Το «Σκριπτ» τυπνονταν στο διο τυπογραφεο και νυχτερινς συντκτης εκενο το βρδυ ταν ο Παπαντωνου, ο οποος μαζ με τον αρχιεργτη της «κλεψαν» την εδηση με τον τρπο που περιγραψε ο διος:

   «...Εκε εις το βθος, εις δεκαπντε βημτων απστασιν, εν ο αρχιεργτης της Πρωας, εστοιχειοθτει μετ φβου Θεο το πολτιμον χειργραφον, ο αρχιεργτης του Σκριπτ παρηκολοθει απ μακρν τας κινσεις των χεριν του και απ τα κινσεις αυτς ...κατρθωσε ...να «διαβσει» την εδησιν, που εχε ως εξς:
   "Αργ, καθ’ ην στιγμν τθεται το φλλον υπ το πιεστριον, λθεν η εδησις τι η Πλη, δωκεν τα σχετικ διαβατρια εις τον εν Κωνσταντινουπλει πρεσβευτν μας κ. Μαυροκορδτον και τω εκοινοποησεν την διακοπν των σχσεων"».

     Συνεργστηκε επσης με τα περιοδικ «Παναθναια», «Νουμς», «Ηγησ», «Καλλιτχνης» και «Να Ζω». Στη διρκεια των ετν 1908-11 ταν ανταποκριτς στο Παρσι της εφημερδας «Ταχυδρμος» του Αριστεδη Κυριακο, η οποα δικοψε την κδοσ της και στερθηκε τη μισθοδοσα του, εν εγκλωβστηκε στη Γαλλικ πρωτεουσα αναζητντας την επμενη επαγγελματικ του στγη. Με τη βοθεια του Σωτρη Σκπη, προσλφθηκε στην εφημερδα «Εμπρς» του Δημητρου Οικονμου-Καλαποθκη, ως τακτικς χρονογρφος και δημοσευσε τα περφη­μα «Παρισιν γρμματα». Σε ρθρο του στις 4 Ιουνου 1917, παρουσαζε ως καθκον κθε γνσιου λληνα πατριτη τη «...συστηματικν αγραν κι αποτελεσματικν καταδωξν» του ρεμπτικου τραγουδιο, για τη μετδοση του οποου θεωροσε υπεθυνα «τα λακ θεατρδια-μεταξ των οποων ο φρικαλος Καραγκιζης, ο ρως των ελλνων», εν πρτεινε απαγρευση κθε εισαγωγς χου απ τη Σμρνη και χαρακτριζε το ζτημα «δημοσας ασφλειας».
     Το 1904 γνεται να απ τα πρτα μλη της εταιρας Η Εθνικ Γλσσα, με στχο την υπερσπιση της δημοτικς (μαζ με τους Μαλακση, Πορφρα, Χατζπουλο, Καρκαβτσα, Κονδυλκη κι λλους). Για την Εθνικ γλσσα συνταξε τον επμενο χρνο τη διακρυξη Προς το ελληνικ θνος, εκθτοντας τους στχους της. Απ το 1908 και ως το 1911 βρθηκε στο Παρσι ως απεσταλμνος της εφημερδας Εμπρς του Αριστεδη Κυριακο. Παρλληλα αρθρογραφοσε σε γαλλικς εφημερδες και γνρισε να καλλιτεχνικ ρεματα. Μετ την επιστροφ του στην Αθνα εγκατλειψε τη δημοσιογραφα (με μοναδικ εξαρεση τη συγγραφ χρονογραφημτων στην εφημερδα Εμπρς ως το 1914) και διακρθηκε σε μια κθεση ζωγραφικς στο Ζππειο για σχεδισματα και γελοιογραφες που εχε δημοσιεσει κατ καιρος σε διφορα περιοδικ.
     Επιστρφοντας στην Ελλδα, εγκατλειψε τη δημοσιογραφα κι ασχολθηκε με τη Δημσια Διοκηση, ταν μσω του Στφανου Γραντσα βουλευτ Αιτωλοακαρνανας, μρος της οποας αποτελοσε κι η Ευρυτανα, γνωρστηκε με τον Ελευθριο Βενιζλο.
Απ το 1912 και ως το 1916 διετλεσε νομρχης στη Ζκυνθο, τις Κυκλδες, τη Καλαμτα και τη Σπρτη. Απ τη θση του Νομρχη προθησε την ιδα οργνωσης εργατικο σωματεου στη Σρο καθς επσης τη διοργνωση του πρτου Πανιονου Συνεδρου για τα 50 χρνια της νωσης της Επτανσου. Ως νομρχης Λακωνας διχθηκε ποινικ για παρβαση καθκοντος, διτι αρνθηκε μαζ με τον εισαγγελα Α. Ργκο, να υπογρψει τον αφορισμ του Βενιζλου απ τους ιερωμνους και τθηκε εκτς υπηρεσας, οδηγθηκε σε δκη, στην οποα μως απαλλχτηκε. Συμβν για το οποο γραψε:

   «Ετιμθηκα με τον Αργυρον Σταυρν Ιπποτν του Βασιλικο Τγματος του Σωτρος και με την καταδωξη του Εφετεου Ναυπλου».

     Το 1917 πθανε ο πατρας του και τον επμενο χρνο γραψε (σε συνεργασα με τους Δ.Ανδρεδη, Αλ.Δελμοζο, Π.Νιρβνα και Μ.Τριανταφυλλδη και εικονογρφηση του Π. Ρομπου) "Τα Ψηλ Βουν", ργο που προορστηκε για αναγνωστικ της Γ' τξης του δημοτικο σχολεου (εχε προηγηθε ανθεση του ργου στον Παπαντωνου απ το Υπουργεο Παιδεας της επαναστατικς κυβρνησης Βενιζλου).
     Τον επμενο χρνο αυτοκτνησε σε ηλικα 39 ετν ο αδελφς του Θανσης, που αντιμετπιζε ντονες ψυχικς διαταραχς απ τα 22 του. Το 1920 τπωσε την παιδικ ποιητικ συλλογ "Τα Χελιδνια", αφιερωμνη στον αδελφ του, η οποα επανεκδθηκε το 1931 με ττλο Παιδικ τραγοδια. Μετ την ανατροπ της κυβρνησης Βενιζλου η να κυβρνηση αποφσισε να καον δημοσως τα αναγνωστικ της εκπαιδευτικς μεταρρθμισης, ανμεσα στα οποα και τα "Ψηλ Βουν".
     Το 1918 διορστηκε Διευθυντς της Εθνικς Πινακοθκης κι αργτερα πρεδρος του μνιμου 5μελος καλλιτεχνικο συμβουλου της, θση που διατρησε μχρι τον θνατ του. Ταξινμησε κι εμπλοτισε τις συλλογς της με ργα των Ελλνων ζωγρφων και χαρακτν της εποχς, Γζη, Λτρα, Μαλα, Παρθνη, Γαλνη και του πρτου της διευθυντ, του ζωγρφου Ιακωβδη. Αγρασε το μοναδικ ιδιχειρο ργο του Γκρκο , «Η Συναυλα των Αγγλων» το 1931, με το ποσ των 5.000.000 δραχμν που απσπασε απ τον Αλξανδρο Παπαναστασου. Ως Διευθυντς της Πινακοθκης, επε:

   «…πς εναι δυνατν να ανακηρξω επσημα και με την υπογραφ μου λους τους ζωγρφους κι οπαδος των εικαστικν τεχνν, μεγλους νδρες και δημιουργος. Προτιμ, οπωσδποτε, να τους χω εχθρος μου».

     Το 1922 διορστηκε καθηγητς της Αισθητικς κι Ιστορας της Τχνης στην Ανωττη Σχολ Καλν Τεχνν του Πολυτεχνεου, θση την οποα διατρησε ως το 1938, που εκλχθηκε μλος της Ακαδημας Αθηνν. Πρτεινε τη σσταση «Συμβουλου Δημσιας Καλαισθησας» κι αγωνστηκε ως σχολιογρφος αλλ στη συνχεια κι ως Ακαδημακς, να διασσει τις συνοικες απ τη τσιμεντοποηση και τα βουν της Αττικς απ τη λατμηση. Οραματστηκε τον ενιαο αρχαιολογικ χρο της Ακρπολεως και πρτεινε να υπρχει ριο στο ψος των κατασκευν, κατργηση της μεσοτοιχας κι παρξη αυλς. Δεν παψε παρλληλα να ασχολεται με τη τχνη και τη κριτικ, εν βραβετηκε μαζ με τον Στλιο Σπερντζα και την Ελνη Μ. Νεγρεπντη (κατπιν Ελνη Ουρνη) στον επσημο διαγωνισμ Στρατιωτικν Ποιημτων που προκρυξε ο Ελευθριος Βενιζλος.

     Το 1923 εξδωσε τη ποιητικ συλλογ του "Πεζο Ρυθμο" και τους 3 τμους των Νεοελληνικν αναγνωσμτων για τις πρτες τξεις του δημοτικο, τιμθηκε με το εθνικ Αριστεο Γραμμτων και Τεχνν και διορστηκε καθηγητς στο Αμαλειο ορφανοτροφεο και τη Σχολ Καλν Τεχνν. Την δια χρονι ταξδεψε σε Ευρπη, Κωνσταντινοπολη κι γιο ρος στα πλασια των καθηκντων του ως διευθυντ της Εθνικς Πινακοθκης. Τσσερα χρνια αργτερα τυπθηκε η συλλογ διηγημτων του "Διηγματα", εν απ το 1929 κι ως το 1937 εκδθηκαν το θεατρικ ργο "Ο ρκος του πεθαμνου", διασκευ απ το δημοτικ τραγοδι "Του νεκρο αδελφο", η ποιητικ συλλογ "Τα Θεα Δρα", το ιστορικ δοκμιο "Ο θων" οι ταξιδιωτικς εντυπσεις "γιον ρος" και δυο συλλογς διηγημτων με ττλους "Βυζαντινς ρθρος" κι "Η θυσα".
     Το 1938 αναγορετηκε μλος της Ακαδημας Αθηνν στην δρα της λογοτεχνας, θση απ την οποα υπβαλε την πρτη του εισηγητικ κθεση στη δημοτικ, γεγονς που προκλεσε αντιδρσεις. Ο Ζαχαρας Παπαντωνου πθανε τη πρτη μρα του Φεβρουρου του 1940 απ καρδιακ συγκοπ. Πολλ ανκδοτα κεμεν του εκδθηκαν μετ το θνατ του.
     Το 2001 στη διατριβ της η Φωτειν Κεραμρη, επιχερησε τη βιβλιογρφηση του ργου του, το οποο βρκε τι αποτελεται απ 3.276 λμματα. Κλυψε η ερευντρια τις εφημερδες, στις οποες εργστηκε ως δημοσιογρφος, απ 16 ως 34 ετν, επσης εκενες στις οποες δημοσευσε αργτερα σε σταθερ βση, καθς και κποια περιοδικ, δχως τα επαρχιακ ντυπα και του Παρισιο. Το μεγαλτερο μρος του ργου του παραμνει ανκδοτο και δισπαρτο.
     Παρουσιστηκε στη λογοτεχνα τα μαθητικ του χρνια, με το σατιρικ στιχοργημα «Αι μηχανορραφαι» και με το διγημ του «Ο Ψωμς» που με εισγηση του Γρηγορου Ξενπουλου συμπεριλφθηκε τον Απρλη 1895, στην «Εικονογραφημνη Εστα» και το τελευταο του «Η κοπλλα στο παρθυρο», δημοσιεθηκε στις 25 Δεκεμβρου 1938, στο «Ελεθερον Βμα». Ως πεζογρφος, θεωρεται μεταξ των αρστων, χαρακτηριστικ του υπρξαν η πρωτοτυπα, η σαφνεια, η πυκντητα κι η γραφικτητα. Γλσσα του, με μικρς εξαιρσεις, υπρξε η απλ αστικ καθομιλουμνη με στοιχεα καθαρεουσας, στα χρονογραφματ του. Ως διηγηματογρφος χρησιμοποιε τη δημοτικ. Το περιεχμενο των διηγημτων του εναι ποικλο, οι τποι του παρμνοι απ την αστικ επαρχιακ ζω. Χαρακτηριστικ του γνρισμα, η φυσιολατρα.
     Η ποησ του ως προς τη στιχουργα χαρακτηρζεται απ ευχρεια, επιμλεια και μετρικ ποικιλα. Ως προς τη μορφ εναι γραφικ, ως προς το περιεχμενο απαισιδοξη. Ως σχολικς ποιητς και συγγραφας, εναι ενθουσιδης οπαδς της συναισθηματικς αγωγς. Απ ηθικ ποψη οπαδς των ομαδικν ιδεωδν. Ενδεικτικ εναι η γνμη του Γρηγορου Ξενοπολου, ο οποος το 1928, κρνοντας το ργο του τα «Διηγματα» γραψε:

   «λοι σχεδν οι ρως του ανρχονται εις περιωπν συμβλων. Τα διηγματα αυτ χουν χρμα, λλ’ χουν κι ορζοντα, ατμσφαιραν, βθος, ψυχν, πνον. Εναι μα τχνη ανωτρα».

---------------------------------------------------------------------------------------------

Το Τραγοδι Της Μνας

Τρα σγνεφα ταξδευαν
-Τραγοδα το σιγ-
Τρα σγνεφα ταξδευαν
Κατ το Καρπενσι...

Το 'να ψηλ κρεμμενο
-Φλογρες θα το πονε-
Το 'να ψηλ κρεμμενο
Λαμπδιαζε στη δση.

Τ' λλο βορις το μχουνταν
-Τραγοδα το σιγ-
Τ' λλο βορις το μχουνταν
Και σαν αχνς εχθη...

Το τρτο το πυκντερο
-Φλογρες θα το πονε-
Το τρτο το πυκντερο
Τ' αργοταξιδεμνο

Απνου απ τη κονια μου
-Τραγοδα το σιγ-
Απνω απ τη κονια μου
Αρμνισε κι εστθη

Βαρι φουρτουνιασμνο...

      Ανθρπινη Ιστορα

(Απ τη συλλογ Θεα Δρα, 1932)

Περμενε. Φτνουν χειρτερες ρες.
Να ξχασε η μορα σου λες το σκοπ της;
Ησχασε. Ο πνος δεν εναι προδτης.
Ακμα σου μλλονται μπρες και μπρες.

Περμενε. Ακμα η ψυχ σου θα μθει.
Στην πουλη αυτ που σε ζνει γαλνη
Ο νους που σε μχεται δχτυα σου στνει.
Σκοτδια σου φανονται, ανογονται βθη.

Για κθε χαμγελο που χεις σκορπσει,
Για κθε ματι σου σε αυγολα, σε δση
Γι’ αυτος που παρστεκες λησμονημνους
Γι’ αυτος που συμπναγες κατατρεγμνους.

Αν κτταξες , ρδο, αν σε δρσισε βρση,
Αν χεις πεσμνες ψυχς αναστσει,
Για κθε ομορφι που στοχστηκες, που εδες,
Για τα υπνοφαντσματα, για τις ελπδες,
Των σπρων συννφων καρτρει τη λσσα
Που φγανε χινια και θαρθουνε πσσα.

Του πνου σημανουν μεσορανα οι ρες
Ορθς να δεχτες τις μελλομενες μπρες.
Στη μαρη βουβ λησμονι να βυθσεις
Καθς η αιματβρεχτη δξα της δσης.

                 Αγροτικ

Στο στβλο ρθ' απψε το φεγγρι...
Εκοταξεν απ' το παρθυρ του,
εδε την αγελδα, το μοσκρι,
το βδι που μασοσε το σαν του.

Στο κπο μας ανσυχα γλιστροσε,
ανβηκεν επνω στη συκι μας,
εμτρησε τα λγα πρβατ μας,
εδε το γδαρ μας και γελοσε.

Πγε στ' αμπλι, πγε στο λιοστσι,
κουσε τα κουδονια απ' το κοπδι,
χωρς κουβ κατβη στο πηγδι
κι πιε πολ νερ να ξεδιψσει.

Στης λεκας μας τα φλλα παιχνιδζει,
στον ουραν το καθαρ ανεβανει.
Μια χνα το κοιτζει σαστισμνη
κι ο σκλος μας ακμα το γαβγζει.

            Η Προσευχ Του Ταπεινο

Κριε, σαν ρθεν η βραδι, σου λω τη προσευχ μου:
'Αλλη ψυχ δεν βλαψα στο κσμο απ' τη δικ μου.
Εκενοι που με πλγωσαν σαν αγαπημνοι.
Τη πκρα μου τη βσταξα, μου δνεις και τη ξνη.

Μ' απαρνηθκαν οι χαρς. Δε τις γυρεω πσω.
Προσμνω τα χειρτερα. Ειν' αμαρτα να ελπσω.
Σαν ευτυχα αγαπ της νχτας τη φοβρα.
Στη πρτα μ' λλος δε χτυπ κανες, απ' τον αγρα.

Δεν χω δξα. Ειν' συχα τα ργα που 'χω πρξει.
'Ακουσα τη γλυκει βροχ, τη δση 'χω κοιτξει,
δωκα στα παιδι χαρς, σε σκλους λγο χδι,
ζευγδες καλησπρισα που γριζαν το βρδι.

Τρα δεν χω τποτε να διξω να κρατσω.
Δε περιμνω ανταμοιβ, πολλ 'ναι ττοια ελπδα!
Ευδκησε ν' αφανιστ, χωρς να ξαναζσω.
Σ' ευχαριστ για τα βουν και για τους κμπους που εδα.

   Λυπημνα Δειλιν

Στης γειτονις της φτωχικς
γυρζ' ο νους μου, τα στεν,
τα λυπημνα δειλιν
στοχζομαι της Κυριακς.

Μσα στη κκκιν' αντηλι
το μαραμνο θηλυκ
δχως ελπδα και μιλι
ποτζει το βασιλικ.

Κανες διαβτης δε περν,
κανν' αυτ δε καρτερε,
που στο μπαλκν' ορθ φορε
το γιορτιν της το γκρεν.

Σα Μορα κθεται μια γρι.
Στο φως μιας πρτας ρημαδιο,
μακραν' ο σκιος του παιδιο...
Καμπν' ακογεται μακρι.

Στο σννεφο το βυσσιν
θα πσ' ο λιος να κρυφτε.
Ψαλμς ακογετ' η φων
του τελευταου πραματευτ.

λα σταμτησαν εκε.
Αργε πολ να 'ρθει η βραδι...
Πως χω τη καρδι βαρι
το δειλιν τη Κυριακ.

    Ο Γεροβοσκς

Πσα χρνια πρασα
κι σπρισα κι εγρασα
πνω στα ψηλματα
βσκωντας τα πρβατα!

Τις κορφς επτησα
και νυχτοπερπτησα
και σε δντρα γερικ
εδα κι εδ' αγερικ!

Σε ψηλς ανηφορις
σα κοτσφι χθηκα
κι πεσα σε ρεματις
και αποκοιμθηκα!

Πνω στη καπτα μου,
φορεσι και στρμα μου,
εδα 'νερατα γυρτς
ξυπνητς και κοιμιστς!

Σ' αητορχη εσκλωσα
με το λκο μλωσα
κι ναψα τρανς φωτις,
σε τετρψηλες κορφς!

Εδα τ' στρι στο βουν,
που το λεν' Αυγεριν
και στη καθαρ βραδι
χρτασα τη ξαστερι!

Μρμηγκα δε ζμιωσα
κι νθρωπο δε θμωσα.
Πρα τα μικρ τ' αρνι,
σα παιδι στην αγκαλι!

Μια ζων επρασα
κι ειπ' ο Θες κι εγρασα
και το χινι το πολ,
μου 'πεσε στη κεφαλ!

'Αειντε προβατκια μου,
περπαττ' αρνκια μου,
πμετε σιγ-σιγ
και μας 'πρεν η βραδι...

Σερενδα Στο Παρθυρο Του Σοφο

Σοφ μου το τετρσοφο
που σε φωτ, λυχνρι
να 'τανε, λει, φεγγρι
και 'συ εκοσι χρον!
Να 'τανε τχα η γνση σου
με τον αγρα μχη,
μια δασωμνη ρχη
ξεκνημα πρων...

Να 'τανε τχα η σκψη σου
συρτο χορο τραγοδια,
μιαν αγκαλι λουλοδια,
μιαν ιστορα τρελ,
τα μρια που δε γνρισες
νερ θα τα 'χες μθει
με δσκαλο τα πθη,
μ' να κλεφτ φιλ.

Πολ τη καταφρνεσες
τη ζω, παναθεμτη...
Και τρα; Εναι φευγτη
σαν νειρο πρων.
Χειλκια ανθον στη γειτονι
γαροφαλα στη γλστρα
κι εσ διαβζεις τ' στρα
και τον βαθ ουραν.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers