-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

          Bιογραφικ

     Ο Κωσταντνος (Κστας) Χατζπουλος ταν μυθιστοριογρφος, ποιητς, διηγηματογρφος, μεταφραστς και δοκιμιογρφος, απ τους πρωτοπρους του δημοτικισμο και του σοσιαλισμο στην Ελλδα. Υπρξε μα απ τις μεγαλτερες προσωπικτητες των ελληνικν γραμμτων.
     Γεννθηκε στις 11 Μρτη 1868, πρωττοκος γιος του κτηματα Ιωννη Χατζπουλου και της Θεοφανς Δτσικα, στη Μελκη Αγρινου (σημεριν Βραχρι) κι εχε 6 αδλφια, την Αλεξνδρα, το Δημτριο, το Γεργιο, την Ασπασα, το Ζαχαρα και τον Αγαμμνονα. Η μητρα του, τανε ψυχοκρη μιας απ τις πλουσιτερες οικογνειες του Αγρινου -τα δυο ανπαντρα τκνα, τον Σωτρη και την Ελνη Στικου- κι οι γονες της ζτησαν απ το γαμπρ τους να προυνε κοντ τους και να μεγαλσουνε το 1ο παιδ τους, τον Κστα. που προερχταν απ μεγλη οικογνεια κοτσαμπσηδων, πολλ μλη της οποας ταν Φιλικο και αγωνιστς του 1821. Ο Σωτρης Στικος κι η αδελφ του Ελνη εχαν αιχμαλωτιστε απ τους Τορκους στη πολιορκα του Μεσολογγου, ο νας απδρασε κι η λλη κατληξε σε χαρμι στο Μοναστρι, απ' που την απελευθρωσε ο αδελφς της. ζησαν μαζ ως τον θνατ τους, μετ τον οποο ο Κωσταντνος κληρονμησε τον παππο του κι η μητρα του, Θεοφαν, την αδελφ του και νον της. Αυτ σως τελικ ν' αποτλεσε και το μρος της ατυχας του, γιατ διαμρφωσε τον χαρακτρα του προς τον ευερθιστο εγωισμ και τη νοσηρ απομνωση, σο κι αν αυτ επσης του εξασφλισεν νετους βιοτικος ρους κι φθονες αφορμς ψυχικν μεταπτσεων. Τλειωσε το δημοτικ σχολεο του Αγρινου, παρακολοθησε το γυμνσιο στο Μεσολγγι και στη συνχεια φοτησε στη Νομικ Σχολ του Πανεπιστημου Αθηνν, που εχε γραφτε σε ηλικα μλις 14 ετν κι αποφοιτ με το βαθμ "Καλς".



     Το 1ο μεγλο του ταξδι τανε δρο του πατρα του για την ολοκλρωση των εγκκλιων σπουδν του, το καλοκαρι του 1882. Το ταξδι αυτ πραγματοποιθηκε σε ηλικα 14 ετν κι τανε συμβολικ συγκυριακ, αφο γινε με να πλοο που εχε 1ο σταθμ τη Κρκυρα και 2ο το Μπρντεζι της Ιταλας, που 38 τη μετ, γινε η ταφ του Επστρεψε ως δικηγρος στο Αγρνιο. χοντας λσει το βιοποριστικ του πρβλημα, λγω της μεγλης κτηματικς περιουσας, που κληρονμησε απ τους γονες της μητρας του, εγκατλειψε το επγγελμα πολ σντομα κι αφιερθηκε στη λογοτεχνα. τσι εγκαταστθηκε πλι στην Αθνα, που αναμχθηκε ενεργ στην ττε πνευματικ ζω. Το 1897 πρε μρος ως φεδρος αξιωματικς του στρατο στον Ελληνοτουρκικ πλεμο. Η εμπειρα του απ την κατσταση του ελληνικο στρατο ταν απογοητευτικ και αυτ, μαζ με την ιδεολογικ στροφ του, συνετλεσε στη τελικ απρριψη της Μεγλης Ιδας, γεγονς που εξφρασε στο διγημ του Αντρτης (1907), που αναφρεται ακριβς στον πλεμο αυτ.



     Ο Παλαμς, νας απ τους θαυμαστς του, ενθυμομενος τα κοιν μαθητικ τους χρνια στο Μεσολγγι, γρφει: "...Τον αγναντεω ξω απ το σπτι μου μαθητοδι, φηβο, να προχωρε στο δρμο,φροντισμνο, κομψοντυμνο, στα κατλευκα.στερα απ χρνια βρεθκαμε ανταμωμνοι στην Αθνα. Εγ πρεσβτερος, κπως ακουσμνος με τους στχους μου, σκρπιους εδ κι εκε. Ο Χατζπουλος ταν να ξυπνο παιδ, ζωηρ, ανυπταχτο, διαχυτικ συμμαζεμνο, μα αξιαγπητο,που μου κνησε την προσοχ, μου ξπνησε τη συμπθεια. Και στο τλος το θαυμασμ. Αργτερα γρφτηκε στο πανεπιστμιο στα νομικ. Και πρε το δπλωμ του, κατρθωμα για τους ανθρπους του εδους του".
     Στη Λογοτεχνα εμφανστηκε σε νεαρ ηλικα, το 1884, δημοσιεοντας το ποημ του λα Ξανθ στο περιοδικ Εβδομς. Χρησιμοποιοσε συνθως τα ψευδνυμα: Πτρος Βασιλικς και Γληγρης Παπαστθης. τανε δημοτικιστς και στον αγνα μεταξ καθαρευουσινων και δημοτικιστν που μαιντανε την εποχ εκενη, βοθησε με την κδοση του βραχβιου αλλ πρωτοποριακο περιοδικο Η Τχνη, που εξδωσε απ το 1897 ως το 1899, σκησεν ωστσο μιαν ευεργετικν επδραση στην εξλιξη του ποιητικο λγου και μπορε να θεωρηθε σταθμς στη πορεα της καθαρς λυρικς ποησης, πρωτοποριακ σε εππεδο διεθνος ενημρωσης για τη λογοτεχνικ κνηση και σε εππεδο συνεργατν, που συνεργστηκαν επιφανες εκπρσωποι του δημοτικισμο (Γρυπρης, Παλαμς, Νιρβνας, Καρκαβτσας, Μαλακσης, Θεοτκης, Μπομ, Πορφρας κ..). Υπηρτησε τη θητεα του στη Στρατιωτικ Σχολ της Κρκυρας κι στερα, το 1891 νοιξε δικηγορικ γραφεο στη πατρδα του, στο Αγρνιο. Ωστσο, κριες ασχολες του ταν η μελτη, η ποηση και τα συχν ταξδια στην Αθνα. Κληρονομντας τη μεγλη περιουσα των Στικων, απκτησεν οικονομικν ευχρεια κι τσι παρτησε οριστικ τη δικηγορα κι αφοσιθηκε στη τχνη. Οι διαμονς του στην Αθνα γνανε διαρκστερες, οι γνωριμες του με φιλολογικος κκλους που 'χαν αρχσει απ τα φοιτητικ του χρνια, γναν αποκλειστικτερες κι η οριστικ του κλση προς τη ποηση πιο επιτακτικ απ ποτ.


                                            H Γυνακα του

     Γρω στα 1899 παρακολοθησε μαθματα γερμανικν με τον Κρολο Νττριχ, μετπειτα καθηγητ πανεπιστημου στη Δρσδη. Ακογοντας τον φλο του Γιννη Καμπση, ταξιδεει στη Γερμανα, το 1900, που ζησε και σποδασε στη Δρσδη, το Μναχο και τη Λειψα, τελειοποιντας τη γλσσα κι εντρυφντας με πθος στη βορειν φιλολογα και ποηση. κι εντρφησε στη φιλολογα και την ποηση των βρειων λαν, που επηρασαν το ργο του. Η διαμον του στην Ευρπη αποτλεσε τομ στη ζω του, καθς εκε γνρισε και νυμφετηκε τη Φινλανδ σπουδστρια Σννυ Χγκμαν (Sanny Häggman) και συνδθηκε μαζ της με βαθ ασθημα. Πγε μαζ της στη πατρδα της και μετ κατβηκανε κι οι δυο τους στην Ελλδα. Παντρευτκανε στο Αγρνιο στις 14 Μη 1901 κι εγκατασταθκανε στην Αθνα, που ασχολθηκε κυρως με μεταφρσεις κλασσικν, κι υπρξε υποδειγματικ σθζυγος. Το 1902 γεννθηκε η κρη τους, Σντα. Ευερθιστος, ανικανοποητος και βαθτατα δυστυχς πντοτε, μπρεσε να βρει συμπαρσταση στη γυνακα του, γαλνη και κατανηση. Αλλ η Ελληνικ πραγματικτητα τονε κορασε κι αποφσισε να ξαναφγει στη Γερμανα. Εκε ασπστηκε τον Μαρξισμ.
     Ενθουσιστηκε με τη προδο των σοσιαλιστικν ιδεν, στις οποες στρφηκε με πθος, προπαγανδζοντας τη διδοσ τους και στην Ελλδα κι εν' αυτς που μετφρασε στη γλσσα μας το Κομμουνιστικ Μανιφστο του Μαρξ, δημοσιευμνο στο Νουμ .και στον Εργτη του Βλου το 1908. Απ το Μναχο και το Βερολνο στειλεν αρκετς ανταποκρσεις στην εφημερδα Σκριπ και με συχν γρμματα στους λογους φλους του, προσπθησε να τους μυσει στο σοσιαλισμ. Επσης, δρυσε στο Μναχο τη Σοσιαλιστικ Δημοκρατικ νωση. Τλος, το 1911 δρυσε στη Γερμανα, με συμμετοχ των εκε εβρισκομνων Ελλνων σπουδαστν, το Αδερφτο Της Δημοτικς, που συγκεντρνονταν λληνες και Γερμανο διανοομενοι που ενδιαφρονταν για το ελληνικ γλωσσικ ζτημα. Την δια χρονι κατβηκε για μερικος μνες στη πατρδα για λουτροθεραπεα.



     Το 1914, με την κρηξη του Α' Παγκ. Πλ., επστρεψε στην Ελλδα κι ρχισε να εκδδει διηγματα και δημοσευσε ρθρα, δοκμια, κριτικς και μεταφρσεις σε ντυπα πως ο Νουμς, η Να Ζω (Αλεξνδρειας), καθς επσης στο Δελτο του Εκπαιδευτικο Ομλου και παρμεινε ως το 1920. Επιστρφοντας στην Ελλδα, με την ναρξη του Α' Παγκ. Πολ. κι χοντας δη διακψει τη σμπραξ του με το Σοσιαλιστικ Κντρο Αθηνν κι λλες σοσιαλιστικς ομδες, γινε μλος της Εταιρεας Κοινωνικν και Πολιτικν Επιστημν, με επικεφαλς τον Α. Παπαναστασου. Θα πψει να 'ναι μλος του Σοσιαλιστικο Κντρου Αθηνν -αν και δεν θα αποκηρξει τις σοσιαλιστικς ιδες-, απογοητευμνος απ τις διαμχες των μελν του. "χι επειδ", πως γρφει ο Τκης Καρβλης στη Παλαιτερη Πεζογραφα μας, "εχε εγκαταλεψει τις σοσιαλιστικς του ιδες, αλλ γιατ αφενς μεν εχε αηδισει απ' τις διαμχες των μελν του, αφετρου δε διαπστωσε την αδυναμα του να υποταχθε στις οποιεσδποτε σκοπιμτητες και να συνδυσει τη θεωρητικ σκψη με τη πολιτικ δρση".
     Σ' να γρμμα στoν Νκο Γιαvvι το 1914 γρφει: "Αγαπητ φλε, σκφτηκα το πρμα καλτερα. Ο σεβασμς στον εαυτ μου δεν μου επιτρπει να ανακατευτ πια με τους παλιανθρπους του Σ.Τ.Ε.Τ.Ε., στω και πολεμντας τους. Μου φανουνται λα αυτ ματαιοπονες. Το κρυγμα του σοσιαλισμο κατ τα ξνα πρτυπα εναι πρωρο ακμη για το ρωμι εργτη. Το πρτο πο του χρειζεται εναι να μθει να διαβζει και να γρφει και να πρει μερικ ηθικ μαθματα. Εναι η πστη που σχημτισα τρα που γνρισα απ κοντ τη πραγματικτητα. Με τη πεποθηση μου αυτ εννο να μενω, χωρς να θλω, να επηρεσω οτε σνα, οτε κανναν λλο. τσι νομζω εμεθα εξηγημνοι. Σε ασπζομαι δικς σου πντα. Κωσταντνος Χατζπουλος". (Το νομ του, του ρεσε να το γρφει χωρς -ν-).



     Για την απογοτευσ του αυτ ο Γιαννις γρφει: "Τονε φραμε στα 1914, μσα σε να περιβλλο πρωτγονο, μσα στις μικροπονηρις, στις προστυχις, στις καχυποψες, στους ψωροεγωισμος και τους σαλιρικους φαφλατισμος του αμρφωτου λληνα εργτη.. απ τις πρτες μρες ο Χατζπουλος εχε χσει τα νερ του. […] τσι ταν μαζεφτκαμε λοι οι σοσιαλιστς στην «αθουσα Δρακολη» και εχε δοθε η προεδρεα στο Χατζπουλο για να μας ενσει, η ψυχ του Κστα πρασε απ να αληθιν μαρτριο. Στη φιλοσοφημνη του λογικ κουε ν’ απαντον τα ηλθια επιχειρματα των ξεστων, ακμη κι ενς μεθυσμνου! Ως που νας απ τον χλο θιξε εκενο που ο Κστας εχε για το πιο ιερ, τη σοσιαλιστικ ηθικ του, και μ’ αυτ τη νευροπθει του. Αλλομονο! Απ ττες φυγε και μας παρτησε".
    Στη διρκεια του Εθνικο Διχασμο συμπαρατχθηκε με τον Ελευθριο Βενιζλο και τον Αγουστο του 1917 διορζεται διευθυντς στην υπηρεσα Ελληνικς λογοκρισας. Στην δια υπηρεσα δολευαν κι οι Θεοτκης, Ντνος Κυριαζς και Παπαντωνου. Στις 30 Οκτωβρου του 1918 στλνει επιστολ παρατησης απ την υπηρεσα, η οποα μως δεν γινε αμσως αποδεκτ. Αυτ συνβη λγους μνες αργτερα, πργμα που πολλο του το καταλγισαν εις βρος του. Ψυχρνθηκε με τον Πορφρα, τον Καρκαβτσα, τον Ταγκπουλο. Τον Σεπτμβρη του 1917 πεθανει η μητρα του και τον επμενο χρνο πεθανει κι ο πατρας του. Ττε πουλ τα κτματα του στη περιοχ Λυκορρχια, τα οποα αγορζει ο καπνμπορος Παπαστρτος και δημιουργε το Πρκο και τα Παπαστρτεια εκπαιδευτρια.
    Το 1920 σκοπεει να εκποισει τη περιουσα του και να μενει οριστικ συχος στην Αθνα. Με τη γυνακα και τη κρη του Σντα, επιχειρε να τελευταο ταξδι στη Γερμανα, με το ιταλικ ατμπλοιο Μοντενγκρο, που 'χει αφσει τα πιπλ του, αλλ στο πλοο, ξω απ τη Κρκυρα, παθανει μιαν οδυνηρ κρση τροφικς δηλητηρασης και πεθανει, στις 20 Ιουλου, σ' ηλικα 52 ετν. Τονε θψανε στο Κοιμητρι του Πρντεζι. Τα οστ του μαζ με της μητραςτης μεταφρθηκαν πολλ χρνια αργτερα στο Α' Νεκροταφεο Αθηνν, απ τη κρη του.



     Μετ το θνατ του, η γυνακα του γραψε 2τομο βιβλο αναμνσεων, που κλενονται πολλ στοιχεα ερμηνεας της κλειστς και πολυδαδαλης ποιητικς του προσωπικτητας. Στις 30 Σεπτεμβρου του 1956, γνανε στο Αγρνιο τ' αποκαλυπτρια της προτομς του.. Η γεντειρα πλη του, το Αγρνιο, σε νδειξη τιμς δωσε το νομ του σε κεντρικ πλατεα της πλης που βρσκεται κι ο ανδριντας του. Με τη λογοτεχνα ασχολθηκε κι ο αδελφς του Δημτρης Χατζπουλος, γνωστς με το ψευδνυμο Μπομ, εκδτης του περιοδικο Δινυσος κι ο Ζαχαρας επσης με τη δημοσιογραφα.
     Ο Κωσταντνος Χατζπουλος, που υπγραφε τα περισστερα ργα του με το ψευδνυμο Πτρος Βασιλικς, υπρξε μα απ τις σημαντικτερες προσωπικτητες των ελληνικν γραμμτων. Αν και επηρεασμνος απ τη λογοτεχνα των βορειοευρωπακν χωρν, δωσε ωραα ργα -με τη λεπτ του λυρικ ιδιοσυγκρασα- που διατηρον ντονο το ελληνικ χρμα. Η ποησ του στην αρχ διακρινταν για τη μελαγχολικ ρομαντικ της δισταση, η οποα εκφραζταν συγκρατημνα, χαμηλφωνα και με επιμελημνο στχο. Αργτερα, προσχρησε στο Συμβολισμ, το καλλιτεχνικ κνημα που γεννθηκε στη Γαλλα, ως αντδραση στο Νατουραλισμ και τον Ρεαλισμ. Δημοσευσε 4 ποιητικς συλλογς, 3 συλλογς διηγημτων, 3 νουβλες, ρθρα, κριτικς μελτες και λογοτεχνικς μεταφρσεις. Ξεκνησε τη λογοτεχνικ του δραστηριτητα μσα στους κλπους της λεγμενης Νας Αθηνακς Σχολς, παρουσιζοντας στα 1α ργα του επιδρσεις απ τα ρεματα του συμβολισμο και της ηθογραφας.
     Μετ το ταξδι του στη Γερμανα στη σκψη του προστθηκαν νες επιρρος απ το νατουραλισμ, το συμβολισμ και το σοσιαλισμ, τις οποες προσπθησε να προωθσει παρλληλα προς τον αγνα του για την υπερσπιση της δημοτικς κι οι οποες βρκαν την ολοκλρωσ τους στο μυθιστρημα Φθινπωρο, που θεωρθηκε ως σταθμς στην ιστορα της ελληνικς πρσληψης του συμβολισμο κι σκησε σημαντικ επδραση στις μεταγενστερες προσπθειες στον διο χρο. Αρκετ αργτερα, μετ τη θητεα του στο σοσιαλισμ και στις νεωτερικς ττε απψεις περ ρεαλισμο, πως τις γνρισε στη Γερμανα και τη Γαλλα, προσπθησε να αναπαραστσει με σο γνεται πισττερο τρπο τη ζω της ελληνικς επαρχας, θλοντας χι μνο να απεικονσει τα κρατοντα θη αλλ και να καταγγελει μμεσα την καθυστρηση σε λα τα εππεδα της αγροτικς κοινωνας και την πνιγηρ ατμσφαιρα σε κθε εκδλωση της καθημερινς της ζως. Τα θματα λλωστε αυτ τον απασχλησαν λγο ως πολ και στα επμενα βιβλα του, τουλχιστον στον κκλο των πεζογραφημτων του, τα οποα πραγματεονται τη ζω στην παιθρο Ελλδα στις αρχς του 20ο αι.



     Η διαφοροποηση που παρατηρεται απ το να βιβλο του στο λλο γκειται στο τι ο συγγραφας με γοργ ρυθμ αποκολλθηκε απ Το αρχικ ιδεδες της νατουραλιστικς διαγραφς των γενικν ρων, οι οποοι αποδδουν και χαρακτηρζουν το καθεστς της αγροτικς κοινωνας, και κατρθωσε να εμβαθνει περισστερο στις αιτες, χι απαρατητα οικονομικς φσεως, της ανθρπινης συμπεριφορς. Εξλλου πως ο φλος του πεζογρφος Θεοτκης, υιοθτησε κι αυτς, για να σντομο μως διστημα, την ττε κυριαρχοσα τση των νατουραλιστν συγγραφων να αποδδουν ρεαλιστικ το περιβλλον, τους χαρακτρες και τις σχσεις τους. Ιδιατερη μνεα πρπει να γνει στις μεταφρσεις, με τις οποες επιχερησε να καταστσει γνωστ στην Ελλδα κποια απ τα σημαντικτερα ονματα της ευρωπακς λογοτεχνας. Ως το καλλτερο ργο του στο χρο της μετφρασης θεωρεται ο Φουστ του Γκατε, εν μετφρασε επσης την Ιφιγνεια εν Ταροις του διου κι ργα των Σαξπηρ, Ιψεν, Γκγκολ, Στρντμπεργκ, Γρλπαρτσερ, Χουπτμαν, Χφφμαννσταλλ κι λλων. Μετφρασε επσης το Κομμουνιστικ Μανιφστο των Μαρξ-Εγκελς, εν αξιοσημεωτα εναι επσης τα κριτικ του κεμενα. πως γραψε το 1920 ο Ουρνης, "ο Χατζπουλος εστθη […] η πνευματικ γφυρα απ την οποαν το σγχρονο ευρωπακ πνεμα επρασε δι να λθει εις την Ελλδα των δασκλων και της λιμναζοσης σκψεως".
     Το 1928 κατ τη διρκεια της δημαρχας του Ανδρα Παναγπουλου, η Πλατεα Υπαθρου Αγορς, η οποα βρσκονταν μπροστ στο σπτι του, μετονομζεται με απφαση του Δημοτικο Συμβουλου σε Πλατεα Χατζοπολου.
     Το 1956, ο Θρμιος γλπτης Κλαρχος Λουκπουλος κατασκευζει τη προτομ του, η οποα τοποθετετε στην Πλατεα μχρι που ο Δμος κατασκευζει στο πλι της προτομς δημοτικ ουρητρια (Βεσπασιανς). Ξεσηκνεται μεγλος φιλολογικς και πολιτιστικς θρυβος και η προτομ του μεταφρεται στο Παπαστρτειο Πρκο.
     Τον Μη του 2008 γνονται στην ανακαινισμνη πια πλατεα Χατζοπολου τα αποκαλυπτρια μας νας προτομς του Κ. Χατζπουλου, την οποα φιλοτχνησε ο γλπτης Βασλης Παπασικας.
     Τλος, ο Δμος Αγρινου, με τη συμπλρωση εκατ ετν απ το θνατ του, χει ανακηρξει το τος 2020, τος Κστα Χατζπουλου.


================


                  λα Ξανθ *

λα ξανθ αγπη μου, η αρνδα σου σε κρζει
πρα στην ακροποταμι, στα πρσινα λειβδια,
τρα π' ο λιος γειρε, που πινει να βραδυζει
τρα π' αρχσαν στις βοσκς να βγανουν τα κοπδια.
Να δεις τ' αρνκι που πηδ τριγρω στη βρυσολα,
και πλι πως χαρομενο γυρζει στη μανολα.

Θυμσου μια φορ κι εμες σαν εμαστε παιδκια
πως παζαμε τρελ-τρελ μες στ' γρια λουλοδια,
θυμσου πως σου στλιζα τ' ολχρυσα μαλλκια.
Θυμσου πσα σου 'λεγα και μου 'λεγες τραγοδια.
Τα χρνια κενα πρασαν, τρα σαν μ' αντικρζεις
τα γαλαν τα μτια σου αλλοθε τα γυρζεις.

* Εναι το πρτο δημοσιευμνο ποημα του στο περιοδικ ΕΒΔΟΜΑΣ, το 1884, σ' ηλικα 16 ετν. Ο Δ. Καμπορογλου που διηθυνε ττε, γραψε αργτερα, σχετικ: "να πρω του 1884, εισλθεν εις το γραφεον μου, εν ωχρν κι υπξανθον παιδ, κρατντας να χαρτ. Μου επε δε, με συστολν και με το ττε παρθενικν ερθημα, τι πρκειται περ ποιματς του, δια την δημοσευσιν του οποου με παρεκλεσε.... Το διβασα. το απλον, τρυφερν και με ποιητικν ιδως σκψιν.
 -
'Θα το δημοσιεσω' του επα κι φυγε καταχαρομενος.
     Κατπιν ρχισε κθε τσον να με επισκπτεται, ως του τον αγπησεν λος ο κκλος της ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ, φλοι, δημιουργο και δημιουργομενοι
".


             Ας Τη Βρκα...

Ασ' τη βρκα στο κμα που θλει να τρχει,
ας ορζει τ' αγρι, τιμνι-παν,
τα φτερ πλωσε πλρια, κρη ο κσμος δεν χει,
εναι πι' μορφοι οι γνωστοι πντα γιαλο,
η ζω μια δροσι εναι, να κμα, ας το φρει
που θλει τ' αγρι, που ξρει τ' αγρι.

Ας αλλζουν λιβδια με βρχους και δση,
γρω ας φεγουν πο πργοι, πο καλβας καπνς,
ετ' ειδλλιο γελομενο απλνετ' η πλση,
ετ' αντρτες και μπρες σου κρεμ ο ουρανς,
μη θαρρες το παν σου μπορες να βαστξεις,
που θλει το κμα μαζ του θ' αρξεις.

Τ γυρεεις, τ θλεις μη κι εσ το γνωρζεις;
χεις πισει ποτ σου το τι κυνηγς;
Μη 'που σπρνεις καλ το κακ δε θερζεις;
Δε σκοντβεις σε ρτημα σ' τι ρωτς;
τι σ' χει μαγψει κι τι σου 'χει γελσει,
το 'χεις μνος κερδσει, μοναχς ετοιμσει;

'Ασε ττε το κμα που θλει να σπζει,
ασ' τις ζλες να σρνουν τυφλ τη καρδι
κι αν τριγρω βογγ κι αν ψηλ συννεφιζει,
κπου ο λιος σε κποιο γιαλ θα γελ
κι αν πικρ τη ψυχ σου το δκρυ τη ρανει
πντα κπου κρυφ, μια χαρ τη προσμνει.

           Δε Γυρεω Ξνο

Δε γυρεω ξνο, δε ρωτω κρυφ,
                  δε γυρεω χρη.
Κτι μου 'χουν πρει μες απ' τη ψυχ
                  κτι μου 'χουν πρει.

Και δεν ταν οτε ξωτικι
                  και δεν ταν χρια
κι ταν να βρδυ που 'παιζαν θολ
                  στο γιαλ τ' αστρια.

Κι ρθε νας αγρας κι ρθ' νας βορις
                  κι ρθ' να σκοτδι,
-ω αδερφ, χαμνο κποιο θησαυρ
                  που θρηνομ' ομδι.

Μες στο κμα ανογει δρμο μυστικ
                 δεχνει το φεγγρι...
Κτι μου 'χουν πρει μες απ' τη ψυχ,
                 κτι μου 'χουν πρει.

τρεμε να Βραδυ

Επα «σ' αγαπ»
και το κμα σποσε
σιγαλ απαλ
σα να ξεψυχοσε.

Επα «σ' αγαπ»
κι τρεμε το αρι,
σμπως στη φων
να 'κλαιε να αρι.

Επα «σ' αγαπ»
κι πεφτε το βρδυ,
σμπως στη φων
να 'τρεμε να βρδυ.

                   Σιγ Η Πηγ...

Σιγὰ ἡ πηγὴ στὴ λαγκαδιὰ κυλᾶ μὲς στὰ χαλκια,
σιγὰ κι ἀργὰ τὰ ἰσκιματα γλιστροῦν τοῦ δειλινοῦ
στὰ θμνα σκρπια βσκουνε πηδντας τὰ κατσκια
στὸ βρχο τὸν ὀρθψηλο τοῦ ἀπὸγκρεμνου βουνοῦ.

Κι ἀνρια τὰ κουδονια τους ἀκοονται στὴ ρχη
ὁληχα ἐδῶ, κομμνα ἐκεῖ, βραχνφωνα ἄλλα ἡχοῦν,
λὲς σμαντρα πολλαλα καὶ κρμονται στὰ βρχη
καὶ οἱ ἀχο τους φεγουνε ψηλὰ κι ἀνερα ξεψυχοῦν.

Καὶ τὸ ἀερκι ἀνλαφρο τὰ πεῦκα ἀργοαναδεει
καὶ ἱσκινουν κι ὅλο ἰσκινουνε τὰ πλγια χαμηλὰ
καὶ μιὰ κατσκα ἀπ’ τὶς πολλὲς παρμερα ἀλαργεει
καὶ πει καὶ ὁλρθη στκεται σὲ μιὰ κορφὴ ψηλ.

Κι ἀκνητη, σὰ χλκινη στημνη ἐκεῖ καρφνει
ἀσλευτο τὸ βλμμα της σὰν πρὸς τὸν οὐραν,
ὅθε τὸ βρδυ πιὸ χλομὰ τὰ γιουλια του ὅλο ἁπλνει
κι ὅλο πιὸ ἀχνὰ τὰ ρδα του σκορπζει στὸ βουν.

Κι εἶναι, καθὼς ἐκεῖ θωρεῖ, σὰν κτι νὰ κοιτζη,
κτι στὰ μκρη ἀλαργιν, ποὺ δὲ θωρεῖς ἐσ·
κι ὁλρθη πντα στκεται - καὶ τὸ βουνὸ χλομιζει
μιὰ λμψη μνο τὴν κορφὴ τρα φωτᾶ χρυσ.

῞Οσο ποὺ ἀργὰ καὶ σιγαλὰ σβνει στερνὰ κι ἐκενη
κι ἁπλνει ἕνα μισὸφωτο, θαμπ, χαλκὰ λευκ,
μισφωτο, ποὺ σορουπο, σιγὰ σιγὰ ἔχει γνει,
ποὺ καὶ ἡ κατσκα χνεται χαλκὴ μὲς στὸ χαλκ.

Κι ὅπως στὴ ρχη βσκοντας μακρανει τὸ κοπδι,
κπου ἕνα μνο ἀπβαθα κουδονι τρα ἠχεῖ
σὰν κλμα, σὰν παρπονο, ποὺ σκπασε τὸ βρδυ
στ’ ἀλαργινὰ ὅ,τι ἀλαργινὸ ζητοῦσε μιὰ ψυχ.

            Φθινπωρο

λα, με ρδα του φθινοπρου
να στεφανσω τα μαλλι στου
αυτ ταιριζουν ομορφτερα
στη χλωμιασμνην ομορφι σου.

Να τα κοιτξω που τριγρω σου
θα πφτουνε ξεφυλλισμνα,
πως ολγυρα στη νιτη σου
τσα νειρα μου εδα σβησμνα.

λα, με ρδα του φθινοπρου
να στεφανσω τα μαλλι σου,
αυτ ταιριζουν ομορφτερα
στη μαραμνην ομορφι σου.

Να τα κοιτζω που τριγρω σου
θε να μαδονε στον αρα,
πως θωρ και την αγπη μας
τρα να σβνη μρα μρα.

Του Βασιλι Της Θολης

Του βασιλι της Θολης
πεθανοντας χρυσ
του χρισε η καλ του
ποτρι ναν καιρ.

λα για κενο δνει
του κσμου τα καλ.
ταν με κενο πνει
το δκρυ του κυλ.

Σαν εταν να πεθνει,
τις χρες του μετρ
και χρισμα τις κνει
και μνο αυτ κρατ.

Και τους ιππτες κρζει
στη σλα την ψηλ,
στο πατρικ παλτι
στο ακροθαλσσι εκε.

Και μπρος στο παραθρι
φλγα στερν ρουφ
και το γιο το ποτρι
στο πλαγο πετ.

Τα κματα το αρπονε,
το βλπει να βυθ,
τα μτια του σφαλονε,
και δεν ξανπιε πια.

                                 Ο Μπαρμπα-Αντνης

Ακουμποσε ορθς στον τοχο, ανασκωνε την πλατι λερ μανικ και τντωνε το χρι. Ο παππος του δενε σφιχτ το μπρτσο με μια καλτσοδτα κι στερα δινε τη νυστερι στη φλβα. Το αμα πηδοσε αχνοκκινο, γρφοντας τξο στον αρα, πειτα χαμλωνε σιγ σιγ, ως που στλαζε θλο και σκορο, σα μισοστειρωμνη βρση απο σκουριασμνη κνουλα, χμω στις αγριδες της αυλς.
Κι ο Μπαρμπαντνης τον κοταζε με τα θαμπ μτια του, τον κοταζε και θυμταν τον παλι γιατρ, που χτισε κει στην εξοχ το σπτι, το σπτι αυτ που αγρασε στερα ο παππος. Μαζ με το σπτι πρε ο παππος και το νυστρι του παλιο γιατρο και τη συνθεια ν' ανογει κθε νοιξη τις φλβες των χωρικν και των βοσκν, που κατοικοσαν εκε ολγυρα σε αχεροκαλβες κτω πλατις, ψηλ στενς, πως χωνι αναποδογυρισμνα. σε μια απ' αυτς κι ο Μπαρμπαντνης.
Η εξοχη ηταν περισσοτερο ερημια. Γυρω ακαρποι πετρινοι λοφοι με δω και κει, στα πλαγια, χλωρασιες που μοιαζαν σα νησακια, και ακπου που ενα δεντρο, που εστεκε σαν ερημιτης στην κορφη. Οταν ερχοταν η ανοιξη, ημερωνε, γελουσε λιγο ο τοπος, μα γληγορα ξαναπαιρνε τη σκυθρωπη, συνηθισμενη του οψη, Ητανε σα να διαλεξε το μερος ο βαρυς και σκυθρωπος, ο ιδιοτροπος και ασκητικος παππους. Κανεις δε σιμωνε στοσ πιτι, κανεις δεν του εκανε υπηρετης. Ο Μπαρμπαντωνης μονο ερχοταν κι εστεκε καθε πρωι στην πορτα.
Ηταν γεροντας ψηλος, στεγνος, σαν ξεραμενο δεντρο. Φορουσε φουστανελλα, μαυρη σκουφια και μυτερα αρβανιτικα τσαρουχια. Δεν εβλεπε καλα, κι περπατησια του ηταν κοντη και χορευτη και σκονταβε σε καθε πετραδακι. Μα ακουμπωντας στην ωηλη του γλιτσα, που την προβαλλε παντα μπροστα σαν τριτο ποδι, πηγαινε τακτικα στην πολη κι εφερνε στην πορτα, οσο που τον εδιωχνε ο αππους.
Γυριζε τοτε στη καλυβα του, στην πλαγια της ραχης και καθοτανε μπροστα στην πορτα. Εβγαζε απο το σελαχι το μακρυ σουγια μ ετην λαβη απο μαυρο κερατο, κι επιανε κι εσκιζε και πελεκουσε μικρα παλουκια και κλαδια απο λυγαριες, κι επλεκε με αυτες το φραχτη, που χωριζε τον τοπο του απο του γειτονα τον κηπο. Επλεκε και διορθωνε και στεριωνε το φραχτη, γιατι του φαινοταν πως αυτος ο φραχτης ζυγωνε ολοενα στην καλυβα κι εφτανε σιγα σιγα παντα κοντυτερα ατη ριζα μιας αχλαδιας που ηταν μπροστα απο την καλυβα. Επειτα ξανακαθοτανε στην πορτα, καθοτανε και κοιταζε εξω περα, και φαινοτανε σα να περιμενα.
Ο παππους βαριοτανε τη φλυαρια του και τον αφηνε να περιμενη. Μα, οταν η πληξη του χειμωνα τον καρφωνε κι αυτον μοναχο μερες ολακερες
μπροστα στο τζακι, εβγαινε και τον ζητουσε. Τον εβαζε και καθιζε στην ακρη πλαι στην πορτα, του θυμουσε παντα να μακραινη την καρεκλα απο τον τοιχο, οπου κρεμοταν το δικο του επανωφορι, και τον αφηνε να λεη τα νεα απο την πολη και να διηγαται για τον παλιον καιρο. Κι ο Μπαρμπαντωνης διηγοτανε για τον παλιο καιρο, για την Αρβανιτια αποθε ηρθε, την Επανασταση που ειχε πολεμησει, για τα ρεντιφικα και το στρατο οπου εκαμε υστερα, για τη λιγη συνταξη που δεν του φτανει. Επειτα για τη γυναικα του -μια χηρα που πρωτα τον παντρευτηκε, μα υστερα, οταν αρχισε και γεραζε, τον αφησε και πηρε αλλον νιοτερο- για το γιο της, ενα μαγκα που ερχοταν και τον εδερνε και του επαιρνε τη συνταξη. Για ολα αυτα μιλουσε και ξαναμιλουσε, μιλουσε και κλαιγοταν, οσο που τον βαριοταν ο παππους και τον ξαναδιωχνε.
Κι ο Μπαρμπαντωνης γυρνουσε παλι στην καλυβα κι επιανε και πελεκουσε, κι εσκιζε και πελεκουσε, κι επειτα καθοτανε παλι στην πορτα, καθοτανε και κοιταζε σα να περιμενε.
Ωσπου τον ξαναφωναξε ο πππους, κι ερχοταν παλι και ξαναρχιζε και διηγοταν παλι γαι την Αρβανιτια και τους πολεμους, για την κονκαρδα του αγωνιστη, που ειχε ακομα στην καλυβα, για τη γυναικα, που δεν ειχε πια, και για το γιο της, που ερχοταν και τον εδερνε, Και διηγοταν υστερα για τον παλιο, τον Μπαβαρεζο το γιατρο, που εχτισε το σπιτι εκει, και τον θυμοτανε ψηλον, παχυ, με μακρυα ξανθα μουστακια, τον θυμοτανε που καβαλουσε το αλογο, το αλογο που ειχε αυτος και συγυριζε -το καβαλουσε καθε πρωι και πηγαινε τριγυρω στα χωρια και γιατρευε τον κοσμο. Επειτα γυριζε και φυτευε κλαρια στον κηπο κι εσπερνε σπορους στις βραγιες. Φυτευε κι εσπερνε, οπως το λεγαν τα βιβλια, τα βιβλια, που ειχερ ενα σωρο α. αυτα και διαβαζε, και εκει μεσα διαβαζε για ολα, και κει μεσα διαβαζε για τον κοσμο, πως θ'αλλαξη.
 -Παλαβος ανθρωπος, τον εκοβε ο παππιυς.
 -Σοφος ανθρωπος, βασιλικος γιατρος. ελεγε ο Μπαρμπαντωνης.
Για τον παππου ειχε χαλασει για παντα ο κοσμος απο τοτε που διωξανε τον πρωτο βασιλια και καμαν συνταγμα στον τοπο. Και θυμωνε και ξαναδιωχνε το Μπαρμπαντωνη. Κι ο Μπαρμπαντωνης γυριζε και ξανακαθιζε στην πορτα της καλυβας. Γυριζε και καθιζε και πελεκουσε κι εσκιζε και κοιταζε. Κοιταζε μπρος του περα και φαινοτανε σα να περιμενε. Αν ηταν ο προγονος του που περιμενε, ο προγονος του ερχοταν παντα. Ερχοτανε, τον φωναζε αποπισω απο την καλυβα, του γυρευε τη συνταξη, τον εδερνε, και του επαιρνε τη συνταξη. Και τοτε ξαναρχοταν ο Μπαρμπαντωνης στον παππου. Μα του μιλουσε παλι για τον παλιο γιατρο και για τον κοσμο, που ελεγε κεινος πως θ'αλλαξη, κι παππους θυμωνε και ξαναδιωχνε τον Μπαρμπαντωνη.
Κι ο Μπαρμπαντωνης ξαναγυριζε στην πορτα της καλυβας και καθοταν παλι και στυλωνε τα θαμπα ματια εμπρος του και κοιταζε το φραχτη του γειτονα να του ζυγωνη την καλυβα, να φτανη παντα κοντητερα στη ριζα της αχλαδιας, που ηταν μπροστα απο την καλυβα. Κι εβγαζε παλι το σουγια και πελεκουσε κι εσκιζε, εσκιζε κι επλεκε τα κλαδια και στεριωνε το φραχτη. Και πιανοταν με τα γειτονα. Ο γειτονας του γυρευε να του πουληση τον τοπο με την αχλαδια, κι ετσι να βγη για να παντα απο την υποψια. Μα ο Μπαρμπαντωνης την ηθελε την αχλαδια. Την ηθελε. γιατι την ειχε κεντρωμενη ο ξενος γιατρος, την ηθελε γιατι ηθελε να καθεται στον ισκιο της το καλοκαιρι, την ηθελε γιατι ηθελε να καθεται και να φυλαη τ'αχλαδια της απ'τα παιδια και τους βοσκους, κι οσα γλιτωνανε να τα μαζευη και να τα παη της γυναικος του.
Τα πηγαινε δεμενα στο μαντηλι με τα ρουχα, που της πηγαινε μαζι, για να τα πλυνη. Κρατουσε αυτη τ'αχλαδια, και του γυριζε τα ρουχα, κι Μπαρμπαντωνης γυρνουσε στην καλυβα κι επιανε παλι τον ισκιο του και φυλαγε. Κι επιανε παλι και πελεκουσε κι εσκιζε, κι επλεκε και στεριωνε, δυναμωνε το φραχτη. Οσο που κουραζοταν. Και τοτε ξανακθοταν παλι ασλευτος στη θεση του και κοιταζε, κοιταζε μπροστα ρου, και φαινοτανε σα να περιμενε.
Αν ηταν τουτο που περιμενε, ηρθε. Μια μερα, εκει που κοιταζε, ο φραχτης δε χορευε μπροστα του πια, δεν περπατουσε. Ειχε χαθη. Ακομα του φανηκε, πως κι η καλυβα χαθηκε αξαφνα και παει. Ο Μπαρμπαντωνης φωναξε κι επεσε χαμω. Του φανηκε, πως χαθηκε και παει κι ολος ο κοσμος μαζι μ ετην καλυβα, γιατι αγαπουσε την καλυβα, τηνηθελε να καθεται, την ηθελε να πεθανη μεσα. Ο Μπαρμπαντωνης ξανφωναξε, μα οπως απλωσε το χερι, το χερι του αγγιξε τον τοιχο, κι ενιωσε ευθυς τι χαθηκε, και συρθηκε πασπατευτα με την μακρια του γκλιτσα ως το κατωφλι του παπου κι εφερε το νεο. Και σερνοταν, ετσι κι υστερα καιρο, μηνες πολλους ως το κατωφλι του παπου, οσο που επεσε κι απο τα ποδια του μαι μερα. Τωρα μπορουσε μονο και καθοτανε δτην πορτα, καθοτανε και κοιταζε αδεια με τα ματια, κοιταζε και φαινοταν, πως περιμενε.
Αν κεινο που περιμεν ηταν η γυναικα του, η γυναικα του ηρθε. Ηρθε και τον πηρε σπιτι της, αφου πηρε και τα χρηματα, που φυλαγε ο παππους απο την συνταξη του Μπαρμπαντωνη. Μα ο Μπαρμπαντωμης δεν αργησε πολυ να παραγγειλη, πως τον αφηνουν νηστικο, κι ο παππους εστειλε και τον ξαναφεραν στην καλυβα. Και ξαναπιασε παλι τη θεση του μπροστα στην πορτα, τηνεπιασεμα πια δεν κοιταζε και δε φαινοταν πως περιμενε. Καθοταν και χτυπουσε τη γκλιτσα του κατω στη γη, καθοταν και διηγοταν ιστοριες στους βοσκους και στους διαβατες. Διηγοτανε για την Αρβανιτια, την Επανασταση και την κονκαρδα που τη φυλαγε τωρα στον κορφο, για τον παλιο γιατρο που καβαλικευε και πηγαινε και γιατρευε στον κοσμο, κι υστερα γυριζε και φυτευε κλαρια κι εσπερνε σπορους, οπως το διαβαζε μες στα βιβλια. Και διηγοταν για την αχλαδια και για το γειτονα που γυρευε να την παρη. Να πελεκηση και να φραξη δε μπορουσε πια, μονο σερνοταν με τα γονατα στο χωμα κι εψαχνε χαμω και μετρουσε το φραχτη με τα χερια.
Ακουγονταν οι φωνες του. Κι εβγαινε τωρα ο παππους και μαλωνε το γειτονα, κι εβγαινε κι εδιωχνε τον προγονο, που γυρευε κι αυτος να του χαριση ο Μπαρμπαντωνης την αχλαδια και την καλυβα. Μα ο Μπαρμπαντωνης δεν το εκανε, γιατι φοβοταν μην ο προγονος πουληση την καλυβα, κι αυτος την ηθελε, την ηθελε για να πεθανη μεσα.
Πεθανε στον αχερωνα μας, οπου τον μαζεψε ο παππους, οταν επιασε ο χειμωνας, για να μην ξεπαγιαση στην καλυβα. Ως τις στερνες στιγμες του διηγοταν ιστοριες, θυμοταν την Αρβανιτια και τους πολεμους και τον ξενο γιατρο, που του συγυριζε αυτος το αλογο, το γιατρο που γιατρευε τους χωρικους και φυτευε κλαρια κι εσπερνε σπορους, οπως το διαβαζε μες στα βιβλια. Για τ'αλλα, που διαβαζε ο γιατρος μες στα βιβλια, δε διηγοταν. Σωπαινε, αμα εφτανε ως εκει, κι εσκυβε χαμω στη φωτια κι εμενε ασαλευτος εκει και δε φαινοταν πως περιμενε. Μονο λιγες στιγμες πριν ξεψυχηση, ανσηκωθηκε αξαφνα και γυρισε προς τη μερια, οπου φανταζοτανε, πως ειναι η πορτα. Σταματησε στη θεση αυτη και φανηκε, σα να περιμεν. Μα γρηγορα ξαναπεσε ησυχα, βγαζοντας μαι βραχνη φωνη, αφηνοντας εναν αχο, που εμοιαζε με γελιο.
Τον ακουσε ο παπους, που σεριανουσε με σουφρωμενα φρυδια περα δωθε στο μακρινο χαγιατι, καπνιζοντας αμιλητος και βροντωντας μονορυθμα κι αδιακοπα, σα χτυπους ρολογιου της πληξης, τα τακουνια απ'τις παντουφλες του στις πλακες, τον ακουσε, εριξε κειθε μια ματια και πεταξε και κεινος ενα γελιο απο τα δοντια, ενα -δεν ακουσα καλα- "αλλαξε?"η"θ'αλλαξη!".

                           Το Σπτι Του Δασκλου

Να μην εσαι για τποτε! να μην εσαι για τποτε! γκρνιαζε ο παππος κθε φορ που ο πατρας γριζε το μεσημρι σπτι δχως να μπορσει να εκτελσει μιαν απφαση, να εισπρξει να χρος που εχε βγει πρω επτηδες για να το εισπρξει.
Ο πατρας σκυβε το κεφλι και δε μιλοσε. σκυβε το κεφλι τσο που τα μουστκια του γγζανε το πιτο εκε που τρωγε.
Ο παππος δεν παυε να μουρμουρζει, κι η μητρα κοταζε πτε τον πατρα λυπημνα, πτε τον παππο παρακαλεστικ. Μα ο παππος δεν παυε, κι ο πατρας σκυβε και δε μιλοσε.
Το πρμα κατντησε τσο συχν, γινε ταχτικ, σχεδν καθημεριν στο σπτι. Το στμα του παππο συνθισε να μουρμουρζει, οι μοι του πατρα μζεψαν απ το σκψιμο, το πρσωπ του πρε ψη περστερο κουτ παρ θλιμμνη.
Κι μως τσο κουτς δεν ταν ο πατρας. Μονχα πως δεν ταν καμωμνος για μπορος, πως το θλησε η περσταση να γνει, ταν κατβηκε στην πλη και παντρετηκε με τη μητρα. Πρωττερα ζοσε στο χωρι του απνω στα βουν που οι νθρωποι περνον τα χρνια τους παζοντας χαρτι, μιλντας για πολιτικ και κλβοντας ο νας του λλου την κατσκα.
Καμι ανγκη, φανεται, δε βιζει εκε κανναν να χει μια ξεχωριστ δουλει. Τα μνα γνριμα ργα εναι του καταμετρητ, του εισπρκτορα, του πρεδρου και του αστυνμου. Απ’ λα αυτ εχε περσει κι ο πατρας στο χωρι του, μα κτω στην πλη που κατβηκε, δε βρθηκε εκαιρη καμι απ αυτς τις θσεις, κι ο πεθερς του ντρεπταν απ τον κσμο να τον βλπει να κθεται εργος και τον βαζε να πισει κατιτ να κνει. Κι ο πατρας, το προχειρτερο που βρκε ταν το εμπριο. Το ρχισε στο πδι και σα στα χωρατ. Κι ξαφνα βρθηκε χωμνος μσα στα γεμτα. Χωρς να καταλβει πς, βρθηκε μια στιγμ να χει στο χρι του λο σχεδν το γρο της επαρχας. Τα κρα που δουλεαν απ το σκλωμα ως την πλη δεν του ταν πια αρκετ, κι φερε δικ του κρα, οι αποθκες που ταν για νοκιασμα στην πλη δεν του χωροσανε το πρμα, κι χτισε δικς του, τ’ αγγια που πλρωνε για να ταξιδεει εδ και κει στοιχζανε πολ, στε αγρασε δικ του αμξι. Κποιοι το βλπαν πως παραξανοχτηκε, και ταχτικ του το ψιθριζε η μητρα, μα ο πατρας εχε πρει φρα πια κι ταν αδνατο να σταματσει. Σταμτησε μνο ταν ρθαν ξαφνικ δυο δανειστς απ’ το Τριστι και κλεσαν τις αποθκες με σφραγδες, κατσχεσαν κρα κι λογα και πολησαν το αμξι. Ο παππος πρλαβε κι σωσε κτι απ την προκα της μητρας, και του πατρα για να χει πλι μια δουλει του αφσανε να εισπρξει ,τι εχαν παραιτσει ανεσπραχτο οι δανειστς απ’ το Τριστι.
Κι τσι ο πατρας βρθηκε πλι με δουλει. στησε το γραφεο του σε μια κμαρα στο σπτι, βαλε σε τξη χαρτι και συναλλγματα κι νοιξε πρξη με κλητρες και με δικηγρους. Για να πληρνει μως αυτος, πρεπε η μητρα να γυρζει με παντοφλες τρπιες, και στο σπτι να μην τρμε κρας κθε μεσημρι. Εναι αλθεια πως ο πατρας δεν αργοσε πολ να πρει τελεσδικες απφασες, και τα εκτελεστ εχαν γεμσει το συρτρι του. Μα μναν πντα κλειδωμνα στο συρτρι. Κι σα βγαναν, ξαναγριζαν γλγορα και κλειδωνντανε. Θα νμιζε κανες πως ο πατρας λυπτανε να τα βγλει απ’ το συρτρι, κι ο παππος τον περιγελοσε πως του βλθηκε να κνει
συλλογ απ εκτελεστ. Η μητρα μως ριχνε το σφλμα στην καλοσνη του, στην αγαθ ψυχ που εχε ο πατρας. Και ττε θμωνε ο παππος κι μπηγε πλι τη φων:
«Κουτς, χαμνος, ανκανος για καθετ».
Ο πατρας σκυβε. Κι παιρνε κθε πρω κι να δικγραφο στην τσπη. Μα το μεσημρι γριζε πσω με το λλο που εχε πρει χτες μαζ. Το φερνε πσω, λεγε, γιατ του λειπε μια υπογραφ. Και την λλη μρα ξαναφερνε και το λλο. Αλλο βζανε κτι στο χρι του κλητρα, κι ο κλητρας γριζε πσω το εκτελεστ, αλλο τον φοβερζαν, κι ο κλητρας φοβταν κι φευγε.
Ο πατρας πγαινε στον υπομοραρχο για να ζητσει χωροφλακες να πνε μαζ με τον κλητρα. Ο υπομοραρχος τον δεχτανε φιλικ, κανε τσιγρο απ την ταμπακρα που του νοιγε ο πατρας, δεν πρσεχε οτε το λαθραο τσιγαρχαρτο που εχε η ταμπακρα, μιλοσε μαζ του για τα να της αγορς και τα πολιτικ, μα χωροφλακες δεν του περισσεανε ποτ.
Ο πατρας νιωθε την αφορμ. Γριζε σπτι πτε σκυφτς και πτε πεισμωμνος. Κι ταν τον ξαναγκρνιαζε ο παππος, τολμοσε και ψιθριζε καμι φορ:
«Σαν κι χω και το κμμα να με υποστηρξει».
Και ττε ταν που θμωνε διπλ ο παππος. Το παιρνε σαν περαγμα δικ του, σαν υπαινιγμ για τη συνθεια που εχε να εναι πντα με το κμμα που δεν ταν στην αρχ.
«Μας θλει ν’ αλλξουμε κιλα κορδλα!» φναζε. Και πετοσε την πετστα.
Η μητρα μαζευταν φοβισμνη κι ο πατρας δοκμαζε κτι να πει. Μα να νημα της μητρας τον κρατοσε: Ο παππος εχε κι λλη θυγατρα παντρεμνη, που αφορμ ζητοσε να πρει στο δικ της σπτι τον παππο.
Πατρας και μητρα σκβαν ττε τα κεφλια σπου ξεθμωνε πλι ο παππος. Κι τσι περνοσε η ζω στενχωρη στο σπτι. Η μητρα δεν εχε πια να δνει ξοδα για νες δκες, και στο συρτρι του πατρα δε μαζευντανε να χαρτι.
Εκε ρθε ξαφνικ ο πατρας χαρομενος μια μρα και ψιθρισε κτι της μητρας: Η μητρα μσα σε κενα που της
απομεναν εχε κι να μικρ σπιτκι, μια κμαρα λο λο μ’ να κομμτι αυλ. Απ χρνια το εχε νοικιασμνο νας παπουτσς και κατοικοσε με τη φαμελι του. Εχε ‘ρθει απ τα νησι δσκαλος του χορο μαζ και παπουτσς. Τα πρτα χρνια μαθε κποιους νους χορ, πειτα τον ξχασε κι ο διος, και τρα ζοσε μπαλνοντας περστερα παρ σα φτιανε παποτσια. σο ο πατρας ταν στα καλ του, δεν του ζητοσαμε νοκι ποτ· το κλεινε η μητρα στα σιδερωτικ και στη μαστχα το γλυκ που στελνε και της φτιανε η γυνακα του. πειτα που πεσε ο πατρας, δοκμασε να το κλεσει σε μπαλματα και μετζοσλες. Μα ο δσκαλος δολευε ψετικα σο δεν τον πλρωναν μετρητ, κι η μητρα ρχισε να στλνει να ζητ το νοκι της δασκλας, αφο απελπστηκε πως ο πατρας θα το παιρνε απ το δσκαλο. Η δασκλα βγαινε στην πρτα τριγυρισμνη απ να πλθος πδια ξυπλυτα κι αχτνιστα κεφλια και μας λεγε πως θα το φρει μνη της μητρας. τσι εχαν μαζευτε κπου δυο χρνων νοκια και σημειωθκανε και κενα στα βιβλα του πατρα.
Γι’ αυτ λοιπν το σπτι του δασκλου, πως το λγαμε, βρθηκε αγοραστς ανλπιστα, κι ο πατρας ρθε στη μητρα γελαστς εκενη την ημρα. Η μητρα χρειαζταν χρματα κι αυτ κι μεινε αμσως σμφωνη να πουληθε το σπτι του δασκλου. Μα φανεται το κουσε ο δσκαλος, φοβριζε πως δεν το αδειζει, κι τσι ο πατρας ξαναρθε βαρς και σκοτεινς την λλη μρα. Ο αγοραστς του επε πως το παρνει μνο αν του το δσουν αδειαν. Και σα δεν ταν ο παππος μπροστ, φναξε ο πατρας θυμωμνα:
«Θα του κνω χαρτι, να τον πετξω ξω με το νμο».
Κι ετομασε την αγωγ. Μα η μητρα λυπταν τη δασκλα και το πλθος τα παιδι της και δεν θελε να υπογρψει. Μα πλι στοχστηκε στερα τα χρματα που θα μετροσε ο αγοραστς —χλιες δραχμς και παραπνω— κι αναγκστηκε να στρξει. Υπγραψε, κι ο πατρας πγε στον πρεδρο και πρε την απφαση. Την φερε στο σπτι σα νο τρπαιο, κι οι πλτες του πγαιναν πρα δθε απ τη βα, ταν ξανφυγε με αυτ. Το απγεμα ξεκνησε με τον κλητρα. Χωροφλακες δεν του χρειαζταν να ζητσει. Πρε μονχα τα δυο αγρια του μαζ και διλεξε μιαν ρα που λειπε απ το σπτι ο δσκαλος.
Προχωρσαμε κι οι τσσερες μαζ. Μπρος ο πατρας κι ο κλητρας, πσω εμες τα δυο παιδι. μα φτσαμε, ο κλητρας δεσε στο μπρτσο μια κορδλα μπλβα και χτπησε την πρτα. Μα οι γειτνοι, φανεται, μλις μας εδαν το πρφτασαν της δασκλας, και κενη κλεστηκε μσα και σρτωσε την πρτα. Ο κλητρας ξαναχτπησε. Στο τρτο χτπημα πεσε η πρτα σωριασμνη χμω στο νομα του νμου.
Η δασκλα παρουσιστηκε στη μση απ το σωρ τ’ αχτνιστα κεφλια και μας κοταζε χλομ κι ασλευτη. Δεν καμε οτε κνημα ν’ αντισταθε. Βοθησε μλιστα και κουβαλσαμε ξω το ξλινο κρεβτι, που κοιμταν με το δσκαλο, να κουτσ τραπζι με μερικ σκαμνι, και δο τρα παλι παπλματα και στρματα. Απ τα στρματα χυνταν τ’ χυρα καθς τα φρναμε ξω, και μσα σε λλα δυο τρα ξεκρφωτα σεντοκια και καλθια στοβαξε η δασκλα τα ροχα των παιδιν μαζ με πιτα, μπρκια, καυκι κι ,τι λλο εχαν. Τα κουβαλσαμε και τα σωρισαμε στο δρμο. Απνω στο σωρ καθσαν τα ξυπλυτα παιδι λλος σωρς αυτ, και γρω μαζετηκαν οι γειτνοι και κοιτζαν.
Ο πατρας κραξε αμσως μαραγκ και ξαναστησε την πρτα. Την κλεδωσε πειτα, και φγαμε.
Ο αγοραστς περμενε στο μαγαζ του λλου δρμου και πρσταξε και φρανε ρακι, ταν ο πατρας του δωσε το κλειδ εμπρς στον κλητρα.
πως γυρζαμε στερα στο σπτι, οι μοι του πατρα κουνινταν στον αρα σα φτερ και το βρδυ στο τραπζι τον εδαμε να κθεται πρτη φορ με σηκωμνο μτωπο και να τολμ να βλπει τον παππο στα μτια.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers