-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

: ...

   Βιογραφικ

     Γεννθηκε 1η Απρλη του 1902 στη Καλαμτα. ταν τλειωσε το γυμνσιο στη πατρδα της γρφτηκε στη Νομικ Σχολ Αθηνν χωρς μως ποτ να πρει πτυχο. Διορστηκεν υπλληλος κι εργστηκε σε διφορες νομαρχες, παρλληλα γραφε ποιματα. Το 1927 ταξδεψε στο Παρσι, αλλ γρισεν ρρωστη απ φυματωση. Τελικ μπκε στο νοσοκομεο Σωτηρα, αλλ τανε πλον αργ. Στις 29 Απρλη του 1930 πθανε 28 χρονν. (Αυτ κι ο Καβφης, πεθνανε τον διο μνα της γννησς τους, τον διο ακριβς μνα, Απρλη, και μλιστα κενη το 'χε προμαντψει).
     γραψε δυο ποιητικς συλλογς: «Τρλιες Που Σβνουν» κι «Ηχ Στο Χος». Η ζω κι η ποησ της ταν επηρεασμνη απ την τυχη σχση της με τον Καρυωτκη, γνωστ πεισιθνατο ποιητ των «Νηπενθν». Δεν ζησε αρκετ στε να ολοκληρσει τη ποιητικ της προσπθεια. Οι στχοι της εν' ατημλητοι και τους διακρνει μελαγχολα, ρμβη και διθεση για φυγ.



     Εναι μια μορφ πολ δσκολης αντιμετπισης. Γιατ εν λκει ισχυρ το μελετητ, να τη πλησισει και να εμβαθνει στη προσωπικτητ της, την δια στιγμ δε τονε βοηθ, καθς ρθε κι φυγε απ τη ζω σαν αστραπ, χωρς να προσγειωθε κι υπρξει σα συνηθισμνος νθρωπος. ταν ακολουθσουμε τη πορεα του βου της, αν μελετσουμε τη ποησ της, ταν εντρυφσουμε λξη προς λξη, στα ημερολγι της και των ανθρπων που την αγπησαν και τη γνρισαν, ταν η σκψη μας εναι κατμεστη απ' λ' αυτ τα συγκεντρωμνα στοιχεα, ττε δηλαδ που ο μελετητς πιστεει πως εν' τοιμος να καταστρσει τα συμπερσματ του, ττε ακριβς αντιλαμβνεται πσο προβληματικ παρουσιζεται η προσωπικτητα της.
     Θα 'ταν ασβεια, αν χι, γνοια κι επιπολαιτητα, αν επιχειροσαμε να διατυπσουμε με τον καθιερωμνο τρπο τις κρσεις μας γι' αυτν. πως δηλαδ γνεται μ' επιβεβλημνους κορυφαους της διανησης. Με κενα τα τυπικ: πο γεννθηκε, τι σποδασε, ποιους επηρεασμος δχτηκε, ποιες οι επαγγελματικς οι εξωεπαγγελματικς του απασχολσεις, οι κλσεις του, οι ιδεολογικο του προσανατολισμο, ποιο το οικογενειακ περιβλλον του... κλπ θα βγομε ξω απ τη περιοχ, που περιδιαβζει. Ποιος μπρεσε ποτ να δσει τη βιογραφα ενς αηδονιο, ενς χελιδονιο; Ωστσο ας καταθσουμε ,τι μπορσαμε να συγκεντρσουμε.



     Ο πατρας τανε καθηγητς, για τη μητρα της ξρουμε πως τανε καλ και τρυφερ μνα και πως η Μαρα ποτ δε μπρεσε να θεραπευτε απ τψεις που τη παδευανε, γιατ εχεν αφσει ρρωστη τη μητρα της και πθανε κατ την απουσα της. Οι βασανιστικς τψεις γνηκαν η αιτα να γρψει ποημα αφιερωμνο στη τρυφερ και πονεμνη μνα:

      ...Δεν σ' νιωσα πριν να σε χωριστ
          μα η θμησ σου ακρια που μου μνει,
          μου δεχνει εμνα, εκε να εξιλαστ
          για πντα θλιβερ μετανοιωμνη
.


                                Με τον Κστα Καρυωτκη

     τανε κρη του εξαρετου φιλολγου Ευγνιου Πολυδορη, απ τη Μικρομνη και της Κυριακς Μαρκτου, μιας γυνακας με πριμες φεμινιστικς αντιλψεις. Ολοκλρωσε τις γυμνασιακς της σπουδς στην Καλαμτα, εν εχε φοιτσει σε σχολεα του Γυθεου και των Φιλιατρν, αλλ και στο Αρσκειο της Αθνας για 2 χρνια. Ανκει στη γενι του 1920, που καλλιργησε το ασθημα του ανικανοποητου και της παρακμς. Ο ρωτας κι ο θνατος εναι οι 2 ξονες που γρω τους περιστρφεται η ποησ της. Εναι μεστ απ πηγαο λυρισμ που ξεσπ σε βαθει θλψη και κποτε σε σπαραγμ, μ' εμφανες επιδρσεις απ τον ρωτα της ζως της, Καρυωτκη, αλλ και τα μανιτικα μοιρολγια. Οι συναισθηματικς και συγκινησιακς εξρσεις της καλπτουνε συχν κποιες τεχνικς αδυναμες και στιχουργικς ευκολες του ργου της. Ο Κστας Στεργιπουλος χει πει για τη Πολυδορη:

     "Η Μαρα Πολυδορη γραφε τα ποιματ της πως και το ατομικ της ημερολγιο. Η μεταστοιχεωση γινταν αυτματα και πηγαα [...] Γι' αυτν η κφραση εσμαινε κατ' ευθεαν μεταγραφ των γεγοντων του εσωτερικο της κσμου στην ποιητικ γλσσα με λες τις γενικεσεις και τις υπερβολς που της υπαγρευε η ρομαντικ της φση".


     Το 1928 κυκλοφορε τη 1η της ποιητικ συλλογ με ττλο Τρλλιες που σβνουν και το 1929 τη 2η, με ττλο Ηχ στο Χος. Το 1ο ρθρο για τη Πολυδορη που βασζεται στο αρχεο της και το ημερολγι της ανκει στη Βασιλικ Μπμπου-Σταμτη κι εναι δημοσιευμνο στην Ελληνικ Δημιουργα 7 (1954), σ. 617-624. Τα παντ της κυκλοφορσανε 1η φορ τη 10ετα του '60 απ τις Εκδσεις Εστα, με επιμλεια της Λιλς Ζωγρφου. κτοτε επανακυκλοφρησαν απ διφορους εκδοτικος οκους. Ο συγγραφας και ποιητς Κωστς Γκιμοσολης χει γρψει μια μυθιστορηματικ βιογραφα της με τον ττλο Βρχει φως. Ποιματ της χουν μελοποισει λληνες συνθτες, κλασικο, ντεχνοι και ροκ -ανμεσ τους οι Μενλαος Παλλντιος (Το ποημα: "Στον τραγουδιστ", παρλο που στον 45 στροφν δσκο γρφει ποηση Μαρα Π. Πολυδορη (κι εν το πατρνυμο ταν Ευγνιος), ανκει στην Μαρκα Ππιζα Μαντζονη. χει δημοσιευθε στο ετσιο ημερολγιο "Ποικλη Στο" για το τος 1912. Δεν υπρχουν πληροφορες για λλη μελοποιση απ τον Παλλντιο), Κωστς Κριτσωτκης, Νκος Μαμαγκκης, Γιννης Σπανς, Ντης Μαυρουδς, Γιργος Αρκομνης, Δημτρης Παπαδημητρου, Ανδρας Α. Αρτμης, Μιχλης Κουμπις, Στλιος Μποτωνκης και τα συγκρτηματα «Πληνθτες» και «Ηλιοδρμιο» καθς κι ο μουσουργς Νκος Φυλακτς σε ργα με φων και πινο. Σε αυτος να προσθσουμε τον Θνο Ανεστπουλο, τραγουδιστ του συγκροτματος "Διφανα Κρνα" που μελοποησε τα ποιματα "Κοντ σου" και "Σαν πεθνω".
     Το Βραβεο Ποησης Μαρα Πολυδορη προκηρσσει ετησως ο Δμος Καλαμτας, η Κοινωφελς Επιχερηση Φρις κι ο Σνδεσμος Φιλολγων Μεσσηνας για ναν πρωτοεμφανιζμενο ποιητ σε πανελλνια κλμακα.



     Ο ποιητς Γιννης Χονδρογιννης στο ημερολγι του αναφρει:

   "...την λλη μρα (τη προηγομενη την εχε περσει στη Κλινικ Καραμνη, στη οδ Πατησων... ταν Μρτης 1930που εχε πει να επισκεφτε και να την αποχαιρετσει), περνντας απ τα Φιλιατρ γιατ πγαινα στους Γαργαλινους, (σα δικαστικς εχε λβει μετθεση), αντκρυσα με βαθ ασθημα λπης και παγερς αδκρυτης μελαγχολας το μεγλο  κτριο του Γυμνασου, που εχε φοιτσει κποτε, χαρωπ σως παιδολα η ποιτρια..."

     Εχε βγλει λοιπν το Γυμνσιο Φιλιατρν και στη συνχεια πγε στην Αθνα που συνχισε τις σπουδς της στο Πανεπιστμιο. Εχεν εγγραφε στη Νομικ σχολ αντ της Φιλοσοφικς που 'ταν η προτμηση του πατρα. Μαθανουμε στη συνχεια πως σα φοιττρια γνωρστηκε με τον Καρυωτκη. Κι ο μεν φοτησε κανονικ και στα χρονικ ρια πρε το δπλωμ του, η Μαρα δε συμπλρωσε ποτ τις σπουδς της.
     Στην Αθνα στο λγο χρνο που ζει τη φοιτητικ ζω της, χει πετχει κποιο διορισμ σε δημσια υπηρεσα, που συνεχζεται και μετπειτα για λγο διστημα. Αλλ καθς οι μρες της κυλον ανμελα, μ' απουσες απ την υπηρεσα της, μ' αταξα κι ασυνπεια, τσι που να δημιουργηθε εντπωση πως πρκειται για υπλληλο αργμισθο, παεται απ την υπηρεσα, απομνοντας στερημνη των απαρατητων υλικν μσων.
     Τρα ξρουμε πως παρ τις δυσκολες τις οικονομικς κενου του καιρο, ντας κτοχος ενς ακιντου στη Καλαμτα, προβανει στην εκποησ του και με το συγκεντρωμνο ποσ αποφασζει να φγει για το Παρσι. Πολλ ειπθηκαν για το ταξδι αυτ. Πως φυγε για να κνει επδειξη αδιαφορας στον Καρυωτκη που η ρνησ του στη πρτασ της για γμο, εχε τραυματσει την αξιοπρπει και τον εγωισμ της. Κενην ακριβς την εποχ εχεν αρραβωνιαστε μ' να νο καθ' λα αξιλογο, επιστμονα κι φυγε χωρς και μ' αυτν να εξηγηθε. γνωστο παραμνει με ποιες ασχολες και με ποια ενδιαφροντα κλησανε τα χρνια της διαμονς της στο Παρσι. Αρρστησεν εκε και για ορισμνο διστημα νοσηλετηκε σε νοσοκομεο κι ταν επστρεψε στην Αθνα τσον απ υγεα, σο κι απ οικονομικ επρκεια, η κατστασ της τανε τραγικ. Επεδωξε και πτυχε την εσοδ της στη Σωτηρα, το σχατο ττε καταφγιο των φυματικν μ' ανεπαρκ οικονομικ μσα, χι τσο της κλονισμνης υγεας, σο για να 'χει εξασφαλισμνη κποια στγη και τροφ.
     Επσης εναι γνωστ πως απ το Παρσι γραψε στον αρραβωνιαστικ της πως ο δεσμς τους παρνει τλος, γιατ δεν αισθνεται τσο δεμνη μαζ του στε ο δεσμς τους να πρει μονιμτερη μορφ. Παραθτουμε σντομο χρονολογικ πνακα των βασικν γεγοντων της ζως της, για πληρστερο κατατοπισμ.


                    Το Νοσοκομεο στο Παρσι που τη περιθαλψε

    1902: Γεννθηκε στη Καλαμτα. Ο Γιννης Χονδρογιννης σε γρμμα, την 8 Αυγοστου 1929 απ τη Κρκυρα, αναφρει το χωρι της, το «Μλλον Κντρο» Καλαμν.
    1915: Πρτα δημοσιεματα, απλ, ρομαντικ, συγκεντρωμνα σε τμο.
    1919: Υπλληλος στη Νομαρχα Καλαμν.
    1920: Φοιττρια στη Νομικ Αθηνν. Μετατθεται στη Νομαρχα Αθηνν.
    1922: Γνωρζεται με τον Καρυωτκη, υπλληλο στη Νομαρχα Αττικς.
    1923: Αρρωστανει απ αδενοπθεια. Σγκρουση με τον Καρυωτκη.
    1924: Παεται ως αργμισθος. Αρραβωνιζεται με το δικηγρο Κ. Γεωργου.
    1925: Φεγει για το Παρσι.
    1928: Επιστρφει απ το Παρσι.
    Τλη 1928, αρχς 1929, εκφρζεται ενθουσιαστικ για τον τμο ποιημτων, κδοση 1926, "Λυπημνα Λουλοδια", του Γ. Χονδρογιννη.
     Την δια χρονι κυκλοφορον τα ποιματα της "Τρλιες Που Σβνουν", για τα οποα ο Γιννης Χονδρογιννης γραψε ενθουσιαστικ κριτικ στο περιοδικ «Πνο» του Δεκμβρη του 1928.
     1929: Τλη, κυκλοφρησε το 2ο βιβλο της «Ηχ Στο Χος»
     1930: Το Μρτη ο Γ. Χ. την επισκπτεται στη κλινικ Καραμνη, για να την αποχαιρετσει. Κτω απ το μαξιλρι της εχε το βιβλο του «Μυστικς Ημρες». Το τρβηξε και του μλησε για ποιματ του γραμμνη για κενη. Στις 6 Απρλη στλνει τη φωτογραφα της στον Γ. Χ. στους Γαργαλινους.
     1930: Τη τελευταα ημρα του Απρλη, πθανε στη κλινικ Καραμνη.


                                         Aσθενς το 1920

     Μερικς γνμες συγχρνων της συγγραφων και κριτικν που τις εξφρασαν μετ το θνατ της, που αποφανονται για τον νθρωπο και για το ργο του με τη δοκησισοφα και την παγερτητα που θα εκφρζονταν και για τον 80χρονο, λγου χριν, Ουγκ, ενοχλον κι εξοργζουν. Αλλ την οργ δε τη προκαλε τ' καιρο του σχολιασμο. Τη προκαλε η επιπλαιη θερηση ενς ποιητικο ργου γεμτου πθος, ειλικρνεια και ποιητικ δνηση. Κι εκφρασμνη απ σαφς αντιποιητς συγγραφες, σαφς ανκανους να σταθμσουν και να εκτιμσουν της Πολυδορη την απθμενη ποιητικ και μνο ποιητικ, παρξη. Πως ν' αποτιμσει ο 'Aλκης Θρλος π.χ. τον Κρυστλλη...  Πως ο Θεοτοκς τη Μαρα Πολυδορη. Καλο κι ικανο συγγραφες κι οι δο, αλλ εντελς ξνοι και στις συνθκες ζως τους (Κρυστλλης, Ελνη Νεγρεπντη) και στο παθητικ, το κρως συγκινημνο αντκρισμα της συναισθηματικς περιοχς του ανθρπινου θυμικο.
     Ωστσο πρα απ την υποκειμενικ αγπη που τρφουμε γι' αυτ προτιμσαμε να προσκομσουμε τις εκτιμσεις κριτικν που 'ναι γενικ αποδεκτο κι επιβεβλημνοι για την οξυδρκεια κι ευθυκρισα τους. ποιητν που 'ν' ιδιατερα ενδεδειγμνοι ν' αποφανθον και να πεσουν, για θματα κι εκπροσπους της ειδικτητς τους.
     τσι γραψε ο Χονδρογιννης:

   «Η Μ. Π. εναι το πιο λεπτ νθος με το πιο δυνατ ρωμα μσα σ’ λη τη νεοελληνικ ποηση» και «Μετ το θνατο της χθηκε απ την Ελλδα, μια απ τις μουσικτερες, τις γνησιτερες, τις καθαρτερες, τις λυρικτερες φωνς που ακοστηκαν τα τελευταα χρνια».

     τσι γραψε ο Αντρας Καραντνης:

  "χει κτι απ την αγλη των τραγικν θρλων των πλασμτων απ ποηση, ρωτα και θνατο" (σελ 183 των "Ποιητικν", κδοση 1977) κι αλλο "...η ψυχ της ταν να σιντριβνι αιμτων και δακρων (σελ 188).
     Γρφει κι ο Ουρνης, -σελ. 77 του βιβλου της Λιλς Ζωγρφου για τη Μ. Π.: (Εχε δημοσιευθε στο Ελεθερο Βμα.)

   "...Δυο βιβλα που περιχουν περισστερο θνατο απ σελδες... τσι πως μας ρχονται απ την ολοκληρωτικ της νχτα, χουν την υποβλητικτητα ενς μεγλου θρνου... κι εναι αυτ ακριβς που κνει τα ποιματα αυτ να εναι η δια η ποηση σ’ ,τι πλατ κι ανθρπινο κι αινιο..."


 
     ταν κποτε η Λιλ Ζωγρφου επε στον Αυγρη πως τοποθετον τη Μ. Π. σα ποιτρια, δπλα στη Βαλμρ και τη Μπρουνιγκ, απντησε: «Αυτ την αδικε».
     Δεν επιθυμομε να προσθσουμε τποτε που θα χαμλωνε τον τνο στερα απ τη παρθεση των προηγομενων αποτιμσεων. Θα επισημνουμε ωστσο και τις ευτυχισμνες συγκυρες που τη συνδεψαν στην ολιγχρονη περιδβασ της στη ζω. Αγπησε κι αγαπθηκε απ τα καλτερα πνεματα της εποχς. Αγαπθηκε κι αγπησε τον Καρυωτκη, που γι' αυτν γραψε το «Τι Νοι Που Φτσαμεν Εδ» και στη Α' κδοση του βιβλου, «Ελεγεα & Στιρες» το 1927, της αφιερνει το ποημα «να Σπιτκι». Το 1929 η Μ. Π. γρφει ποημα αφιερωμνο στον Καρυωτκη.
    Στη Σωτηρα, το 1928 γνωρζεται λγο με το Ρτσο και του αφιερνει το ποημα «Θυσα». Στον ποιητ Ιωσφ Ραφτπουλο που χθηκε κι αυτς φυματικς 26χρονος, του γρφει το υπροχο ποημα «Ο Ποιητς» με την αφιρωση: «Στην ακομητη ακι του Ιωσφ Ραφτπουλου».
    Αλλ τα τρυφερ δεγματα μιας ιδανικς αγπης θα τα βρομε στην αλληλογραφα της ποιτριας με τον αισθαντικ και ταλαντοχο ποιητ Χονδρογιννη που πως αποκλυπταν οι γνστες, αυτς υπρξε ο τελευταος και πιο θερμς ερωτικς δεσμς που της δωσε χαρ και συγκνηση. Στην αλληλογραφα τους διαβζουμε και τις αλληλοποιητικς διασυνδσεις τους.
     Πρπει ιδιατερα να τονσουμε τη θερμ συμπαρσταση της Μυρτιτισσας λον τον τελευταο καρ στη πονεμνη Μαρα. Κι εκενη της εμπιστεθηκεν εκμυστηρεσεις και τα τελευταα χειργραφ της. Αυτ με τη σειρ της μου δρισε τρα χειργραφ της, απ τα χαρισμνα της, χειρονομα που εκτμησα ιδιατερα και με κατασυγκνησε. Με συντροφεουνε σμερα κορνιζωμνα ζωντανεοντας στη μνμη μου 2 κορυφαες αντιπροσπους της νεοελληνικς ποησης.
     Φτωχ, αλλ ζωηρ κι ακομητη η μα και μοναδικ εικνα που 'τυχε να κρατσω απ τη Μ. Π. Θα πγαινε η αδερφ μου, η Γαλτεια, να την επισκεφθε στη Σωτηρα και με πρε μαζ. Το δωμτιο που τη βρκαμε τανε ξεμοναχιασμνο στον αυλγυρο του νοσοκομεου. Στο δωμτιο ταν κι λλοι επισκπτες. Ανμεσα στα κεν που σχηματζονταν δικρινα ξαπλωμνη μιαν ωραα νεανικ μορφ με στεφνι γρω στη μορφ τα μαρα της μαλλι. Σ' να παλαιικ λαβομνο και σ' να τραπζι εντυπωσαζαν τα μεγλα κλωνρια απ ανθισμνες αμυγδαλις. Γμιζαν κι αρωμτιζαν το δωμτιο.
     Στις "Τρλιες Που Σβνουν" υπρχει να τραγοδι της που αρχζει:

     Θα πεθνω μιαν αυγολα μελαγχολικ του Απρλη...

     Πθανε στις 30 Απρλη 1930.


                                     O Γιννης Χονδρογιννης

     Ο Κστας Παπαδκης, ο Γιννης Χονδρογιννης, η Λιλ Ζωγρφου, που της γραψε τη πιο εμπεριστατωμνη κι ολοκληρωμνη μονογραφα, αποδχονται την εκδοχ πως αυτοκτνησε μ' ενσεις μορφνης.

     Εισαγωγικ Σημεωμα  λλης Αλεξου στο βιβλο "ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ: Ποιματα" Εκδσεις "Γ. Οικονμου"

                                                                           Αθνα 23-3-1981


========================


Ανμεσα σ' ολνθιστες βατις

χαρομενα πουλκια που πηδον
αθρυβα -της ευτυχας ματις-
τ' ασημωτ  νερ λαμποκοπον
του ποταμο -χαρ της λαγκαδις-
και βιαστικ πηγανουν και περνον
στην βυσσο να πσουνε με μιας,
να πσουν να χαθον!

           νειρο

νθη μζευα για σνα
στο βυθ που τριγυρνοσα.
Χλια αγκθια το καθνα
κι πως τα 'σφιγγα πονοσα.

Να περσεις καρτεροσα
στον βορη τον παγωμνο
και το δρο μου κρατοσα
με λαχτρα φυλαγμνο

στη θερμ την αγκαλι μου.
λο κοταζα στα μκρη.
Η λαχτρα στη καρδι μου
και στα μτια μου το δκρι.

Μες στον πθο μου δεν εδα
μαρη η Νχτα να σιμνει
κι κλαψα χωρς ελπδα
που δε στα 'χα φρει μνη.

                   Θα 'ρθεις Αργ

Ως πτε πια θα καρτερ να ξαναρθες και πλι
σαν απ χρνους μακρινος και ξνες χρες πρα;
Λιγστεψε η ζωολα μου και μρα με τη μρα.
ανμπορη και τρυφερ, σβνεται αγλι-αγλι...

’Ακου στα δντρα πνθιμα πς τρζουνε τα φλλα,
μηννε το φθινπωρο. Δες, τ' ουρανο το χρμα
το θλωσαν τα σννεφα... Μια κρα ανατριχλα
στα λουλουδκια χνεται... κι αργες, αργες ακμα!

Θα 'ρθεις αργ, με τη νυχτι και με τον κρο χειμνα,
με το χιονοσαβνωμα, με του βορι το θρνο
και δε θα βγεις οτ' να ρδο, οτ' να αθο κρνο
να μου χαρσεις... οτε καν μια πνθιμη ανεμνα.

                 Σωτηρα

Ας περσει πια η μρα με το φως της
Η νχτα γιατ τσο αργοπορε;
Στων πεκων τις σκις μια πολυθρνα
με καρτερε.

Των θαλμων θα σβσουνε τα φτα
κι ο πνος θα 'ρθει σα λιγοθυμι.
να αδειαν κρεβτι εδ δνει
εντπωση καμμι.

Θα με διπλσει το σκοτδι κι πως
μες στις βαθις σκις θα μπερδευτ,
πως εμαι θα πιστψω πλι κτι
απ τον κσμο αυτ.

Μνο στο φβο θα βαθανει η νχτα
ταν ο νεμος θα 'ρθει ξαφνικ.
Ο ευκλυπτος τα μαλλι του θα τινξει
και των ονερων μαζ τα μυστικ.

Το μυστικν αγνα θα γροικω
του φθινοπρου, ανκητος εχθρς.
Θα με λικνζει χαρωπ τραγοδι
ο απελπισμνος θυρωρς.

Κι αν δε τη καρτερ, ξρω πως θα 'ρθει
η γτα αυτ που νυχτοπερπατε,
μια γτα που δε ξρει τι εναι χδι
και δε το δνει και δε το ζητε.

Στα πδια μου κοντ κθεται μνο
αδιφορη στο κρο το παγερ
διακριτικ το βλμμα μου αποφεγει
κι εναι σα να μη ξρει απ καιρ.

            Γιατ Μ' Αγπησες...

Δε τραγουδ, παρ γιατ μ' αγπησες
στα περασμνα χρνια
Και σε λιο, σε καλοκαιριο προμντεμα
και σε βροχ, σε χινια,
δε τραγουδ παρ γιατ μ' αγπησες

Μνο γιατ με κρτησες στα χρια σου
μια νχτα και με φλησες στο στμα,
μνο γι' αυτ εμαι ωραα σα κρνο ολνοιχτο
κι χω να ργος στη ψυχ μου ακμα,
μνο γιατ με κρτησες στα χρια σου.

Μνο γιατ τα μτια σου με κοταξαν            
με τη ψυχ στο βλμμα,
περφανα στολστικα το υπρτατο
της παρξης μου στμμα,
μνο γιατ τα μτια σου με κοταξαν.

Μνο γιατ πως πρναα με καμρωσες
και στη ματι σου να περνει
εδα τη λυγερ σκι μου ως νειρο
να παιζει, να πονει,
μνο γιατ πως πρναα με καμρωσες.

Γιατ δισταχτικ σα να με φναξες
και μου πλωσες τα χρια
κι εχες μσα στα μτια σου το θμπωμα
-μια αγπη πλρια,
γιατ δισταχτικ σα να με φναξες.

Γιατ, μνο για σναν ρεσε
γι' αυτ μεινεν ωραο το πρασμ μου.
Σα να μ' ακολουθοσες που πγαινα,
σα να περνοσες κπου 'κε σιμ μου.
Γιατ, μνο γιατ σε σναν ρεσε.

Μνο γιατ μ' αγπησες γεννθηκα,
γι' αυτ η ζω μου εδθη.
στην χαρη ζω την ανεκπλρωτη
μνα η ζω πληρθη.
Μνο γιατ μ' αγπησες γεννθηκα.

Μονχα για τη διαλεχτν αγπη σου
μου χρισ' η αυγ ρδα στα χρια.
Για να φωτσω μια στιγμ το δρμο σου
μου γμισε τα μτια η νχτα αστρια,
μονχα για τη διαλεχτ αγπη σου.

Μονχα γιατ τσο ωραα μ' αγπησες
ζησα, να πληθανω
τα ονερατ σου, ωραε, που βασλεψες
κι τσι γλυκ πεθανω
μονχα γιατ τσο ωραα μ' αγπησες.

                Κοντ Σου

Κοντ σου δεν ηχον γριοι οι νεμοι.
Κοντ σου εν' η γαλνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσβεργην ανμη
ο ρδινος τυλιται στοχασμς.
 
Κοντ σου η σιγαλι σα γλιο μοιζει
που αντιφεγγζουν μτια τρυφερ,
κι αν κποτε μιλμε, αναφτεριζει,
πλ μας κπου η νεργη χαρ.

Κοντ σου η θλψη ανθζει σα λουλοδι
κι ανποπτα περν μες στη ζω.
Κοντ σου λα γλυκ κι λα σα χνοδι,
σα χδι, σα δροσολα, σα πνο.

                Ποιος Ξρει

Καμμιν απο τις πκρες μου δε γνρισες
τις πκρες μου τις σωστες τις μαρες
και στων ματιν μου μες στο φεγγοβλημα
τα δκρυα μου στεγνωμνα τα 'βρες

Εσ μονχα το γλυκ χαμγελο
καμρωσες στα χελη μου απλωμνο
και χεις μες στων ματιν μου το ξαστρωμα
τον πθο σου τρελ καθρεφτισμνο

Με γνρισες να γρνω στην αγπη σου
σα πεταλοδα στ' λικο λουλοδι
και να σκορπζω σο η καρδι μου δνονταν
μεθυστικ το ερωτικ τραγοδι

                         νοιξη

Φοντωσ' η νοιξη κι εδ σε κθε δντρου κλνο.
Τα πρκα λουλουδσανε κι εκενα.
Μα δε μου λει η γιορτερ χαρ τους παρ μνο
πως λεπω μακρι 'π σν' Αθνα.

ρχετ' ακλεστη, βουβ, μες στου ηλιο το θμπος
βροχολα που κανες δεν υποπφτει
και νιθω η νοσταλγα σου καθς μ' ανφτει, σμπως
ξεχωριστ για μνανε να πφτει.

            Ζω

Ξεχωριστ μες στ' λλα
δντρα, δντρα ολισια,
βουβ τα κυπαρσια
στο μεσημρι ντλα.

Τρελς ξελογιασμνες
λεκες, τ' ωραο σας γλιο
εναι σα περιγλιο
στις νχτες τις θλιμμνες.

Πεκα, κρυφ κατρα
θρηνε μες στα κλαδι σας
κι αγγζει τη καρδι σας
του λιου η λαχτρα.

Χλωρ στρωμν στον λιο
οι καρυδις που δνουν
οι σκιες στις ρζες στνουν
το μαρο τους βασλειο.

Οι παπαρονες λαρα
φανταχτερ λουλοδι.
Φεγει η ζω τους χνοδι
στη παιχνιδιραν αρα.

                     Βαρει Καρδι

Πως με κοιτς τσι γλυκ, νο μ' ανθκι χαρωπ!
Δεχνεις λες τις χρες σου σε με και δε φοβσαι;
Αχ! χω τη καρδι βαρι... μα δε θα σου το πω
γιατ, κλλιο ασυλλγιστο κι ευτυχισμνο να 'σαι.

Πως με κοιτς τσι γλυκ... συ, τσο νι και χαρωπ;
Τρμει η καρδι μου μια στιγμ σα κτι να προσμνω...
Αλ! χω βρος στη καρδι. Μα δε θα σου το πω
γιατ κλλιο ασυλλγιστο να 'σαι κι ευτυχισμνο.

Με τρει η γνοια να σταθ κοντ σου μια στιγμολα
και τη καρδια μου στη γλυκι σου μυρωδι να λοσω.
Με καει ο πθος σκβοντας πνω σου σα βεργολα
του φτχτη, τον τρελ παλμ της νιας σου ζως ν' ακοσω.

Τολμ τ' σωτα χρια μου κποια στιγμ ν' απλσω
τα θελκτικ σου χρματα στην ψη σου ν' αγγσω
μα κτι, σα να μη μπορ κει που 'σαι να σε σσω
κνει βαρι τα χρια μου κτω να πφτουν... πσω...

                     Οτε Κι Εδ...

Οτε κι εδ στη ξενητι που μ' χει ρξει
καθς με συγκυλ της δυστυχας το κμα,
βρκα τη ταφικ του ναυαγου γαλνη.
Τα σωθικ μου αν τα 'χει η μαρη δψα φρξει
κι αν η φων μου απ' τη κραυγ του πνου σβνει
μα πντα θα 'μαι του ονερου τ' αστε θμα.
Καθς φωτζαν πνω μου τα δυο σου μτια,
των λογισμν μου σκζοντας το μαρο βθος,
το δρμο προς τα χελη σου βρκ' θελ μου.
Κοτομαι μπρος σου κι ονειρεομαι παλτια
νεραδικ, σαν σπ' αυτ που θλει ο μθος
και δε κοιτζω πως Θες στη ζω μου μπανεις
Εσ, κι εμνα πσο ανξιο το νδυμ μου...

             νειρο

Δε μ' φταν' οτε καν αχς
μες στη ζω που ζοσα.
Κι η θμηση λιγθυμη
των σων αγαποσα.

Κι ρθ' η ματι σου γελαστ
εαριν αχτδα
και για τα, που μου λεψανε
μου μλησε μ' ελπδα.

Μα εν' οι χαρς μας φτερωτς
και το φθινπωρο εναι
μσα στην δια μου φων
που σου φωνζει: -"Μενε".

Και της ματις σου ο γελαστς
λιος θα βασιλψει
και τ' νειρο θα ξεχαστε
προτο καν αληθψει.

Μη Με Βλπετε Που Κλαω...

Ω μη με βλπετε που κλαω,
δεν χω θλψη στη ψυχ μου.
,τι εχα στη ζω μου ωραο
χθηκε κι εμαι μοναχ μου.

Εν' η ζω μου χωρς χρη,
χωρς χαρ και χωρς λπη.
Κι αν τη ματι δε μου 'χουν πρει
ο λογισμς μου πντα λεπει.

Με τι σκις μαζ γυρζω.
Η μοναξι πλατι με ζνει.
Τους τπους πια δε τους γνωρζω.
Νιθω πυκν να πφτει χινι.

Τποτε 'δω δε με πλανεει.
Τποτε 'κει δε μ' οδηγει.
Η σκψη μου λο και στενεει,
εν η καρδι μου λο λυγει.

Ω μη με βλπετε που κλαω,
κποια παλι συνθεια θα 'ναι.
Τα μυστικ μου λα σας λω,
τρα που πια δε με μεθνε...

               Χαμνα

Προσμνω εν' η ψυχ μου ελπδα
στη νχτα τη τρισκοτειν
τον λιο ττοιο που πρωτοεδα
εκε αντικρ μου να φανε.

Προσμνω που σημανουν τρα
στριγγς φωνς τον χαλασμ,
προσμνω τη γαλνιαν ρα,
τον βραδιν χαιρετισμ.

Στη ξερασι τρα το χινι
που 'χει σα σβανο απλωθε,
το μακρεμνο χελιδνι
προσμνω πως θα ξαναρθε.

λα προσμνω τα χαμνα
κι η ελπδα μγισσα μια γρια
που λει πως ρχοντ' ολονα
οι σκιες που χνονται μακρι.

         Δειλιν

Περν εμπρς μου η μρα
σημδι φωτειν.
Και πντα τσι με βρσκει
απντεχο απ πρα
βαρ το δειλιν.

Το φως σου θα στερψεις
ελπδα μου χρυσ,
θα σε σιμσουν οι σκιοι
κι τσι μοιραα θα γνψεις
στο δειλιν κι εσ.

           Εικνα

Στα μαλλι κερδζει πλτια
η σκοτεινι.
Και πιο κτω μες στα μτια
η τρικυμι.

Πρα που στα χελη ανφτει
αχν να φως,
μου 'φυγεγοργ κι εθφτη
ο στοχασμς.

                        Σαν Πεθνω

Θα πεθνω μιαν αυγολα μελαγχολικ τ' Απρλη
ταν αντικρ θ' ανογει μες στη γλστρα μου δειλ
να ρδο -μια ζωολα. Και θα μου κλειστον τα χελη
και θα μου κλειστον τα μτια μοναχ τους σιωπηλ.

Θα πεθνω μιαν αυγολα θλιβερ σα τη ζω μου,
που η δροσι της, κμποι δκρι θα κυλ πονετικ
στ' γιο χμα που με ρδα θα στολζει τη γιορτ μου,
στ' γιο χμα που θα μου 'ναι κρεβατκι νεκρικ.

σ' αγπησα στα χρνια της ζως μου θα σκορπσουν
και θ' αφανιστον μακρι μου, σννεφα καλοκαιριο.
σα μ' αγαπσαν μνο θα 'ρθουν να με χαιρετσουν
και χλωμ θα με φιλονε σαν αχτδες φεγγαριο.

Θα πεθνω μιαν αυγολα μελαγχολικ τ' Απρλη.
Η στερν πνο μου θα 'ρθει να στο πει και ττε πια,
ση σ' απομν' αγπη, θα 'ναι σα θαμπ καντλι
-φτωχ θμηση στου τφου μου την απολησμονι.

                                       Μια Επιστολ
   "Αυτ εναι το γρμμα μου στον κσμο που ποτ δεν γραψε σε μνα..."

     σως το γρμμα αυτ να μη διαβαστε ποτ, απ κανναν, αλλ στ' αλθεια, δε με νοιζει. σως μχρι να φτσει στα χρια σας νχω πεια ολτελα ξεχαστ απ' λους. Αλλ, οτε δα κι αυτ το τελευταο με νοιζει. Εξλλου, δεν χω και πολλ να σας πω, θλω μνο να σας θυμσω τι κποτε υπρξα. Κποτε υπρξα κι' μουν και ζω και θνατος μαζ. Και Ζω και Χρος μουν!
     ζησα, τομολογ, μια ζω δηλητηριασμνη, γι' αυτ θαρρ αποφσισα να την εγκαταλεψω. Εκενο που για τους λλους τανε ζω, για με ταν θνατος. Γεννιμουνα και πθαινα κθε μρα, ρα και στιγμ. Ζοσα με τον θνατο, ζοσα για να πεθνω, μα τουλχιστον δε ζοσα νεκρ πως οι γρω μου, τα μικρ αστεα ανθρωπκια που λγαν πως μ' αγπησαν κι ας μη μπρεσαν ποτ κι ας μη τλμησαν ποτ να διαβσουν τη ψυχ ποκρυβε περσσιο φως και σκοτδι μσα της. Κατ βθος με φοβντουσαν και δεν αργοσαν να τραπον εις τακτον φυγν. Δεν ντεχαν να με κοιτον κατμματα, μη τχει και τους κλψω τη ψυχ τους.
     Αγαπθηκα, αγαπθηκα πολ, μα μπορε ποτ κανες να φαντασθ τι λυπμουνα βαθει ταν καταλβαινα τι μ' αγαποσαν; Εγ, σως να μην αγπησα αρκετ, χι σο πρεπε. Τον ιδανικ μου ρωτα θαρρ τον ζησα στη φαντασα μου. Η ψυχ μου κι η αγπη γεννθηκαν την δια μρα. Αυτ το νιωθα μσα μου κι μως δε πστευα τι θα υπρχε μρα που θα μου αποδεκνυε πως αγαποσα αληθιν. Δεν ενε στ' αλθεια τραγικ, μια μεγλη ειρωνεα, να μιλον για την αγπη νθρωποι που δεν τη γνωρζουν και να σιωπον εντελς εκενοι που νοιθουν τη ψυχ τους να πνγεται στον πνο της;
     Πολλο λγαν τι ζοσα μες στο κεφλι μου. Κτι πρεπε να πουν κι αυτο! Πως λλως θα με καττασσαν σε συγκεκριμνη κατηγορα ανθρπων; 'Ανθρωποι, ανθρωπκια! Η ζω να τερστιο ψμα που λλοι το αγαπνε κι λλοι -οι λγοι- προσπαθον να το κνουν αληθιν ζω. Εσες, αγαπητο γνωστο μου φλοι, πως ζετε; Ζετε;
     Μια φρσα, αυτ ταν η δικι μου ζω. Κανες δε τη κατλαβε.Γεννθηκα χωρς να το θλω, ζησα στο περπου και σκηνοθτησα το θνατ μου. Κι μως αγαποσα τη ζω, αλλ πντα αυτ μοπαιρνε ,τι λλο αγαποσα. Μου λειπε πντα μια καρδι που να πον για μνα. Κι ταν δσκολο, δσκολο πολ να ζω μονχη μου μες σ' να κσμο τσο παρλογα προσκολλημνο στα μικρ της ζως και στο τποτα. μουνα σαν παρσιτο, σαν μαρο ξωτικ που χασε το δρμο κι αντ να ταξιδψει στον ονειροκσμο του, ξπεσε σε τοτη δω τη γη.
     Μλιστα, κποια φορ, κποιος με ρτησε κρυφ αν εμαι χρα σαν φοροσα μαρα βαρι. Εγλασα. Αλθεια ταν! αν μντεψε τη ψυχ μου, καλ την ωνμασε χρα!
     Εναι που θα παρακαλοσαν να εχαν ζσει στην εποχ μου. Εγ, θθελα να ζσω σε κποιαν λλην εποχ. ζησα ανμεσα σε μια γενει ηττημνη. Κποιοι απ μας κναν τον πνο στχο, την οργ τραγοδι, αλλ κανες δεν τλμησε -οτ' απ μας, οτ' απ τους λλους- δεν τλμησε να ξεφγει απ το χαραγμνο μονοπτι, δεν τλμησε να πει ,τι στ' αλθεια σκεφττανε, δεν τλμησε να κνει ,τι στ' αλθεια θελε να κνει. Οι περισστεροι ταν -μασταν- δειλο που 'ψαχναν απλ ναρουν την αυτοεπιβεβαωσ τους. Κτι νοι σκυθρωπο κι ανπηροι. Ολγοι γροι με κακβουλο φος. Κτι δεσποινδες σαλατολγοι κι υπερφαλοι! Απκληροι της αντληψης.
     Κι μως ανμεσα σ' αυτος ταν κι ο Κ. (εννοε τον Καρυωτκη) ο μνος που θα μποροσε ποτ να με καταλβει, αλλ οτε κι εκενος τλμησε. Μοπε μλιστα, πως με λυπταν γιατ τον αγαποσα, πως μουνα γι' αυτν μια παρηγορι. Τχε η εποχ, κανες δεν ταν ο εαυτς του! Γι' αυτ θαρρ κι ζησα τσο μνη κι ας εχα πντοτε κποιους να με συντροφεουν, αδλφια μου σ' να πνο που δε θα μποροσαν ποτ να συλλβουν. καναν τα πντα για με, αλλ η αγπη τους ταν μια θυσα που ποτ δε δχτηκα μ' ευμνεια κι οι ανησυχες τους χειροπδες για μνα.
     "Πσο εναι αστεα η ζω μα και πσο αστειτεροι εμαστε μεις που την ανεχμαστε ττοια", γραψα, θυμμαι, κποτε στο ημερολγι μου. Μα, απ ττε χουν πεια περσει χρνια. Πσα, δεν ξερω, αφο ο χρνος δεν χει πια για με καμμα σημασα. Τρα, εμαι κπου αλλο και ζω -αν τοτη δω η κατσταση θεωρεται ζω- μες απ τις αναμνσεις μου.
     Ξεφυλλζω τα τετρδια του μυαλο και κυττζω πσω. λα ζητω τα χαμνα, τις μικρς στιγμς, τον αγαπημνο. Γυρν το βλμμα και κυττζω πντα το δρμο που αφσαμε. Ενε μακρς, σκοτεινς, γεμτος δυσκολες και φρκη, ενε τσο μακρς, τσο δσκολος κι μως -Θε συγχρεσ με- θα τον παιρνα με τη καρδι γεμτη δκρυα και μεταμλεια. Με τη καρδι δεμνη με τα σδερα της αμαρτας θα ξεκινοσα να σ' ερω μοναδικ κι αξχαστ μου αγπη. Δε θλω τποτε λλο, μνο να φτσω, να σταθ κοντ σου τσο που φτνει για να ιδ, να ιδ το πρτο βλμμα σου κενο που μου 'ριχνες σαν φτανα, τις μικρολες λες εκενες ρυτδες στο πρσωπ σου, να ιδ τα χρια σου ν' απλνονται σε μνανε να με αγκαλισουν, να ιδ, να νοισω το φλημ σου. Ενε τσο μεγλος ο καμς κι εμεθα τσο μικρο νας-νας εμες οι νθρωποι που τον αποτελομεν.
     Τα λγια αυτ σως ν' ακογονται σαν παραλρημα ενς ετοιμοθαντου, μα, αλ, δε μπορ να πεθνω αφο εμαι απ χρνια πεια νεκρ. σο ζοσα, σο ζησα, μουνα παιδ. μουν να παιδ μυαλο, μπορ να το παραδχωμαι αλλ και ποιο παιδ δεν ενε μυαλο; να παιδ εμαι ακμη! να παιδ που γρφει σε σας, τους γνωστος του φλους, για να τους πει: να μενετε πντα παιδι κι αν ενε δυνατν μυαλα παιδι. Να ζσετε τη ζω σας με τρλλα, να ζσετε παρλογα, να σκοτσετε τη λογικ πονε ο φονις της χαρς και της ζως, να τολμσετε να κνετε τα δσκολα, τα μεγλα, τα σημαντικ, ν' ακολουθσετε τα δσβατα μονοπτια, ν' αφσετε να θρονιαστε στη καρδι σας για πντα η νοιξη και το χαμγελο στα χελη, ν' αγαπσετε με πθος και να καετε απ τη φλγα της αγπης σας, να κνετε τον πνο, τη χαρ, τη κθε σας στιγμ τραγοδι κι ταν ρθη η ρα η στερν να πεθνετε χι απ πλξι, αλλ απ ειλικρνεια πως ο φλος τζτζικας, που τσο ωραα τα λεγε μα μεις τα παρναμε για γκρνια.
     Τρα, καθς γρφω τις τελευταες γραμμς, κυττ πσω κι αντιλαμβνομαι πσο στθηκα τυχερ: ζησα ελεθερη σο καμμι λλη γυνακα της εποχς μου, κανα πργματα που δεν κανε καμμι λλη κι αγαπθηκα σο λγες. Και, δεν το ξεχν, καθς το βλμμα μου σβηνε, κενη τη μελαγχολικ αυγολα τ' Απρλη, δεν μουν πεια μνη. Νοι που μ' αγπησαν ρθαν να μ' αποχαιρετσουν και φλες γκαρδιακς στο προσκεφλι μου να τελευταο τραγοδι να μου χαρσουν.
     Αυτ εναι το γρμμα μου στον κσμο που ποτ δεν γραψε σε μνα, πως λει κι η καλ μου φλη.
     Με αγπη
                                                                    Μαρα Πολυδορη

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers