-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: ...

                Βιογραφικ

     Μονκριβο βλαστρι του Λεωνδα, στρατιωτικο και για κποιο διστημα, Υπουργο Στρατιωτικν, και της Βασιλικς Παπαδοπολου (το γνος Ραζηκτσικα). Γεννθηκε στις 31 Οκτβρη 1888, στην Αθνα (οδς Ευριπδου). Απ μικρς λαβε τη καλλτερη μρφωση, πινο, γαλλικ κι απ μικρς επσης, δειξε κλση στα καλλιτεχνικ (μουσικ, θατρο και γρψιμο), κτι σα παιδ-θαμα. Ββαια το 1905 γρφτηκε στη Νομικ, εν δε σταματ να γρφει ποιματα, πεζ αλλ και κποιες αππειρες θεατρικν. Μαθτευσε κοντ στον Κωνσταντνο Χρηστομνο (1906) κι πειτα γνωρστηκε κι ανπτυξε μακρχρονη φιλα, με τον 'Αγγελο Σικελιαν (1908).
     Το 1910 και το 1914, προκλεσε, τη πρτη φορ γρφοντας ποημα με τη... τολμηρ για την εποχ, φρση: "...κι πινα μες απ' τα χελη σου" και τη δετερη, δημοσιεοντας να "Μανιφστο" για τους στενμυαλους της τχνης. Το 1916 συντσσεται με το βενιζελικ πατρα στο κνημα και κατατσσεται ως ανθυπολοχαγς-διερμηνας. Πηγανει και στην Αγυπτο, που συναντ τον Κωνσταντνο Καβφη, συνεχζει τη νυχτεριν του δραστηριτητα -που του 'χεν επιφρει το παρατσοκλι "Νυχτερδα"- και μπανει πρτη φορ σε χασισοποτεο.



     Το 1918 επιστρφει στην Αθνα, ως διερμνεας πντα του στρατο κι οργαννει καλλτερα τη νυχτεριν του ζω. Παρλληλα γρφει σ' να σωρ περιοδικ. Ωστσο η περοδος παρακμς του αρχζει απ το 1937, με το θνατο της μητρας του που την υπεραγαποσε, σε συνδυασμ με την οικονομικ εξαθλωση, μετπειτα, του πολμου και της κατοχς και την εξρτησ του απ τα ναρκωτικ, σκορπζουνε στους ανμους, τα περιουσιακ του στοιχεα, μαζ κι αυτ η μεγλη αγαπημνη του βιβλιοθκη. Τελικ χτπημα εναι κι ο θνατος του πατρα του, το 1941 και τελικ, αφο κνει μιαν αποτυχημνη αππειρα, δνει τλος στη ζω του στις 8 Γενρη 1944 σ' ηλικα μλις 56 ετν.
     τσι δοξα φυγεν ο "Δανδς" ο τρυφερς νθρωπος, με την ερωτικ επιλογ προς το διο φλο κι εραστς των τεχνητν παραδεσων. Νεορρομαντικς κι εφμιλλος των Ρμου Φιλρα, Κστα Ουρνη, Κστα Καρυωτκη, Τλλου γρα (1899-1944) κι λλους πολλος. Υπρξεν μορφος σικτος, πντα κομψς, καλοντυμνος και κυρως τρυφερς και γλυκτατος νθρωπος!
________________________________________________________

            Νυχτεριν

να φεγγρι πρσινο, μεγλο,
που λμπει μες στη νχτα -τποτ' λλο.

Μια φων γρικιται μες στο σλο
και που σε λγο παει -τποτ' λλο.

Πρα μακρι, κποιο στερν σινιλο
του καραβιο που φεγει -τποτ' λλο.

Και μνον να παρπονο μεγλο
στα βθη του μυαλο μου. -Τποτ' λλο.

    Στη Φυλακ...

Στη φυλακ με κλεσανε
οι δυνατο του κσμου
κι σπασα πρτες, κλειδωνις,
να 'ρθω σε σνα, Φως μου!

Τα σδερα λυγσανε
απ το βογγητ μου
και στρεψαν για να διαβ,
κι οι ποταμο του δρμου...

Και σα τρελς σε γρεψα,
μα συ δεν εφαινσουν!
Και πικραμνος, γρισα
να με ξανακλειδσουν...

   χω να αηδνι...

χω εν' αηδνι στο κλουβ
κι απ' το καημ του λινει.
χω εν' αηδνι στο κλουβ
και μορεται, τ' αηδνι.

Μου λει για τις αμυγδαλις
π' ανθζουν σπρο χινι,
μου λει για τριανταφυλλις
και μορεται, τ' αηδνι...

Και παραδρνει ανφελα
και τα φτερ τ' απλνει,
κθε που φεγουν τα πουλι
κι αναρριγον οι κλνοι...

                Μυστικ...

Εναι ψυχς πλασμνες απ μρμαρο
κι λλες απ χαμγελο, ετε πνο.
Εναι και μι πλασμνη απ τριαντφυλλα,
μως εκενη δε τη φανερνω!

Πσο η καρδι μου θα 'τρεμε, αν την λεγα!
Βνω μια κλειδαρι γερ στο στμα!
Τσοι σοφο που βρσκονται τριγρω μου
και δε τη μντεψε κανες ακμα;

Εναι ψυχς πλασμνες απ κρσταλλο
κι λλες ψυχς με κλματα χουν γνει.
Εναι και μι πλασμνη απ ροδσταμο,
μα δε θα σας τη 'πω ποτ μου 'κενη!

ρκο βαλα να μη τη 'πω, ως το τφο μου,
μα πλι... ποις ξρει... καμμιν ρα...
Κτι μου καει τα χελη μου! Καλτερα
να κλεσω το τραγοδι μ' απ τρα...

                           Συντριβ

τσι με σντριψε το Φως, γιατ εδα προς το Φως
και γιατ μθυσ' απ Ζω, μ' χει συντρψει η Ζω.
Επειδ στρφηκα κι εγ, μ' λη μου τη πνο
στη Μελωδα, με σντριψε η Μελωδα: Κουφς!

Και γιατ πγα στη Χαρ, με σντριψε η Χαρ
κι οτ' να τι κι οτ' νας ποις και δε με θεν' τα ψη!
Γιατ μιλ πλατι, σα Θες, με φθνεσε και ο Θες.
Και γιατ πγα στη Χαρ, με σντριψε κι η Θλψη...

                        Εκτης Πθη

...Απψε πρβαλε γυμν, σα τρας, η Σελνη
κι βυσσος πθου τη δονε:
την εδαν λοι απ νωρς, τις πρπες της να λνει,
σα να διψοσεν ηδον...

Τι να 'δε ξφνου 'δω στη γη και τσο το λυμπστη
που 'χουν με πθος κρεμαστε,
σα να 'θελαν να λυτρωθον, απ' τη παλι τη πστη
κι οι δυ της οι νεκρο μαστο;

Παρθνα, στερα και βουβ, μοια με σαλαμντρα,
στα βθια βρδυα τ' αττικ.
πως τσι, απψε, φρνιασε να σμξει τρελ μ' ντρα
και φλογερ κι εκστατικ;

...Τι κι αν η νχτα γρν' αργ, μεσ' τα πυκν ερβη
κι αλλκοτα μεθον οι ανθο;
Στη δση, 'κενη μοναχ, που κετεται και ρεει,
ζητε του κκου να ευφρανθε...

                              Πθος

Βαθ χινπωρο γοερ, πσο καιρ σε καρτερ,
με τις πλατις, βαρις σου στλες
των φλλων ραχλοι χαμο, των δειλινν αργο καημο,
που με μεθοσατε τις λλες...

Τα καλοκαρια μ' ψησαν και τα λιοπρια τα βαρι,
κι οι ξστεροι ουρανο οι γαλζοι:
απψε μου ποθε η καρδι πτε να 'ρθε μεσ' τα κλαρι,
ο θεος βορις και το χαλζι!

Ττε, γερτς κι εγ ξαν, μεσ' τα μουγγ τα δειλιν,
θ' αναπολ γλυκ, -ποις ξρει-,
και θα με σφζει πιο πολ, σαν να μακριν βιολ,
το περασμνο καλοκαρι...

Το Παλι Μας Τραγοδι

Το παλι μας το τραγοδι,
που τ' ακογαμε μαζ,
τρα που χαθκαν λα,
ποις θα το 'λεγε να ζει!

Απ ττε που η καρδι μου
σ' χασε παντοτιν,
δε το πστευα ποτ μου,
για να τ' κουγα ξαν...

Κι μως να που τ' λλο βρδυ
-μλις νχτωνε θαρρ-
μ' ν' αλλκοτο φεγγρι,
μακριν και καθαρ,

καθς γριζα στη τχη,
μνος μεσ' στη γειτονι,
το ξανκουσα και πλι
και στην δια τη γωνι!

Και το γνρισα και πλι
το τραγοδι π' αγαπ
κι ας μην μοιαζε καθλου
στο παλι του το σκοπ.

Γιατ τρα δε σκορποσε
το καημ του το βαθ,
μα βογγοσε και θρηνοσε,
μι φων που 'χε χαθε...

Πως μου φνηκε δε ξρω,
καθς τ' κουγα ξαν,
μα λα γρω και βαθι μου,
γναν τσι σκοτειν,

που δυνμωσα το βμα,
μεσ' στο βρδυ το πικρ,
με χαμηλωμνα μτια,
σα ν' απντησα νεκρ...

  Μικρ Τραγοδι

Ο παλις μας ρωτας,
με τα βσαν του,
ο καλς μας ρωτας,
ταν του θαντου.

Δκα χρνια στη σειρ,
δχως να το ξρει,
δκα χρνια στη σειρ,
μας κρατοσε ταρι.

Μας βαστοσε συντροφι,
μας κρατοσε ταρι,
δκα χρνια στη σειρ
κι να καλοκαρι...

Μα πως λα μας περνον
και χαρς και πνοι,
να μι μρα που κι αυτς,
ρχισε να λινει.

Κι να βρδυ σκοτειν,
βρδυ πικραμνο,
καθς εχα κουραστε
να σε περιμνω,

δχως λξη να μου πει,
γρισε στη μπντα,
'σφλισε τα μτια του
κι σβησε γι πντα...

       Παραμθι

Μι φορ κι να καιρ,
πνε τρα χρνια,
σ' να τπο μακριν,
ζοσαν μεσ' στα χινια.

Πγωναν τα λολουδα,
μσευαν τ' αηδνια,
καλοκαρι ζγωνε
κι ταν λο χινια!

Μτια πντα σκοτειν,
μτωπα σκυμμνα,
κι νθρωποι δε βδιζαν
με ρυθμ καννα...

Μιν αγπη πρασε,
-μετ πσα χρνια;-
και τα μτια δκρυσαν
κι λιωσαν τα χινια...

                      Αποχαιρετιστριο
Ι
Το γρμμα σου τ' αποψιν με βρκε λυπημνο.

-Μη λς πως ταν αφορμ τ' οργλο σου γραφτ-.
Λες κι απ πριν, κποια φων, μου το 'χεν ειπωμνο.
Δε θλβομαι γι' αυτ.

τυχεν μως η βραδι τσο βουβ να σβσει
κι ο λιος μακρι, τσο θλιβ να χνεται μαζ...
Ττοιες βραδις, η σκψη μου, που νοσταλγε κι εκενη,
δε θα 'θελε να ζει!

Εξλλου, λες για πρματα που 'γω δε βρσκω βση.
Λγια γραμμνα βιαστικ, με πεσμα και χολ.
Εκενος που τα λγια σου τα πριν, χει διαβσει,
θα ξαφνιαστε πολ...

Μου λες πως "κυλιστκαμε στο βρβορο", φαντσου!
Κι εγ που το 'χα καχημα κρυφ, τσο καιρ,
πως η καρδι μου στθηκε στα πλνα βματ σου,
σαν στρο φεγγερ!

Το γρμμα σου τ' αποψιν, με βρκε λυπημνο,
λες κι η καρδι μου, σαν ανθς, για πντα χει σαπε.
Κι σο για 'κενο που μου λες: "Μι γνωστη θα μνω",
δε ξρω τι θα πει...

ΙΙ
Το βρδυ που σ' αγπησα δεν ταν καλοκαρι.
Τα φλλα μλις πρβαλλαν επνω στα κλαρι
κι οτε θυμμαι να σου πω, τι μ' εχε ττε φρει,
σε 'κενη τη μερι.

Θυμμαι μνο που 'σερνα το βμα το νωθρ μου
και το μυαλ μου γριζε σε πρματα παλι,
την ρα που σ' απντησα να στκεσαι στου δρμου
τα πτρινα σκαλι.

Τη νχτα 'κενη τη τρελ, τη νχτα τη μεγλη,
να στη θυμσω τρα 'δω, το βρσκω περιττ.
"Τα περασμνα πρασαν, μη τα θυμσαι πλι",
μας λει το ρητ...

Κι μως κι εσ μ' αγπησες βαθτατα, το νιθω
και ξρω ακμα πως συχν μου το 'χες ορκιστε,
πως σο κι αν μαραναμε το πρτο μας το πθο,
θα μναμε πιστο!

Μις και δεν ταν να σταθες σε 'κενα που 'χες τξει,
ττε γιατ το λγο αυτ μ' ανγκασες να πω;
Τον ρκο σου τον πτησες, μα 'γω δεν χω αλλξει:
Ακμα σ' αγαπ!

                 Στο Νυχτεριν Κντρο

Τρα που παζει το βιολ κι χουμε πιε τσο πολ,
που μ' ναν ρωτα τρελ σα να 'μαστε δεμνοι,
σ' να συντρφεμα ζεστ, βνε ξαν να ζαλιστ,
μεσ' στ' νειρ σου να κλειστ. Το μνο που μου μνει.

Γιατ αν λεψει το κρασ κι φγεις ξαφνα κι εσ
και βουβαθε και το βιολ με το γλυκ βραχν του,
μεσ' στης καρδις μου το κεν, μεγλο σα τον ουραν,
θ' ακοσω πλι το βραχν τραγοδι του θαντου...

                 Χειμωνιτικο Τοπο

Εν' αλλκοτο φεγγρι σαν να κομμτι πγου,
πεθαμνο και στημνο μεσ' στη μση του πελγου,

μι βουβ, μεγλη ξρα, πιο γυμν κι απ παλμη,
μ' να γρικο, θλιμμνο, τραγικ, μικρ καλμι

κι νας σκιος -να κτι- που δε ξρω τι χει χσει
κι απ ττε φρνει γρα, μη μπορντας να 'συχσει.

Παγωμνο το χαμνο κι λο φως, εκενο τρο,
σιωποσε κι αγρυπνοσε, μεσ' στη νχτα, μεσ' στο κρο...

       Η Χαρ

Πντα κτι με κρατε
και με φρνει πσω,
στο καιρ που κθε τι
μου 'λεγε να ζσω.

Που λα, σκψεις μου κρυφς
κι τι ζει στη πλση,
δε μου θμιζε μορφς,
που τις χω χσει.

Κι λα τ' κουγα να λεν,
μ' να τρπο πλνο,
πως τ' αγπησα και δεν
πρπει να πεθνω...

Τρα που λα τα φτερ
σκρπισαν, της πλνης,
μου το λνε καθαρ:
Πρπει να πεθνεις!

Κι σο πιο βαθι κοιτ
κτω απ τη σκπη,
τσο πιο καλ και το
μτι μου το βλπει.

Κι αν τυχανει κι ο νους να
κνει σκψην λλη,
δε κρατε πολ και να
πλι αυτ προβλλει...

...Μα σο και στους ουρανος
να 'ναι η μρα μαρη
κι σα θλησεν ο νους,
να μη μπρει να 'βρει

κι σο αν εμαστε πικρ
τρα στερημνοι,
κπου υπρχει μι Χαρ
και μας περιμνει...

                     Αναμνσεις

Το κθε τι που πρασε, για πντα μ' χει σκλβο
κι σο γυρεεις Σμερα, το Χτες να μ' αφανσεις,
τσο σε 'κενο θα γυρν και τσο δε θα παω
να ζω στις αναμνσεις...

Θαρρες και κτι μνιμα, μπροστ μ' εναι πεσμνο
και κρβοντας και σβνοντας ολτελα το Τρα,
με κνει να μη χαρουμαι και μτε να προσμνω
καινοργια, τχα, δρα...

Σ' τι ποθε και σ' τι ζει, η ψυχ μου μνει ξνη
κι οτε μπορες, Φων Ζως, αλλις να τη δονσεις,
παρ θαμπ και μακριν, σα μουσικ που βγανει
μεσ' απ' τις αναμνσεις...

Της πεθαμνης της χαρς, χει στερψει η βρση
κι οτε γυρυει θματα κι οτε προσμνει δρα
κι οτε μπορε πια τποτα να τη παρηγορσει,
παρ τι ταν ως τρα...

         Επεισδιο

Μτι δειλ που σε κοιτζει
βαθι, βουβ και σκοτειν
κι τσι πιστ, σα να σου τζει:
Θα σ' αγαπ παντοτιν.

Ψηλ, λιγν, τρελ για χδι,
δουλεει σ' να μαγαζ.
Το πρα να Σαββτο βρδυ
και κοιμηθκαμε μαζ.

                           Φαντσματα

Τ' 'Αγνωστο γρω και παντο κι ο Νμος ο Τρανς του!
Κι εν δεν εμαστε παρ μορφς αυτο τ' Αγνστου,
φαντσματα, λοι και καπνο, στη δνη της αβσσου,
-με τ' νειρο, φτωχ ψυχ, για μνη απολαβ σου-,

μταια φαντσματα, τυφλ, που το σκοτδι σπρνει,
που η νχτα φρνει μια στιγμ κι η νχτα πλι παρνει,
χαμνοι, δχως γυρισμ, μεσ' στον αινιο σλο,
μισομε κι εχθρευμαστε και κρνει ο νας τον λλο...

                  Μοναξι

Εμαι μνος. Βραδυζει. Τι να κνω...
Τα χρια μου εναι τσο απελπισμνα!
Τα χρια μου εναι τσο κουρασμνα!
Τ' αφνω και γλιστρον, αργ στο πινο...

Παζω στη τχη κτι αγαπημνο,
κτι παλι και γνριμο και πλνο...
Και πλι σταματ. Δεν επιμνω.
Θα προτιμοσα μλλον, να πεθνω...

      Βαθ & Εξασιο Βρδυ

ταν να βαθ κι εξασιο βρδυ.
-Βρδυ λεπτ κι ασλληπτο, Χιμαρας!-
Ποτ, τσο πολ, τλος ημρας,
δεν εχε λμψει τσο, σα πετρδι...

Κατβαινε το φως -μι ωχρ αγωνα-,
σε κπους, λο βλσαμα γιομτους,
τ' νθη μεθοσαν απ τ' ρωμ τους,
μσα σε μιν ανεπωτη αρμονα...

Δεν εχε καν υπρξει ττοια δση,
μτε στο νου των πιο γλυκν ζωγρφων.
Ακμα και τα μρμαρα των τφων,
μι δξα μυστικ τα 'χε κερδσει...

Κι ταν το θμπος ρχιζε να φθνει
κι η νχτα τ' αργ μγια να κλθει,
το φεγγρι, παντο, σα φλγα απλθη...
Κι ταν το βρδυ αυτ που 'χα πεθνει...

                    Ποιητς

Πσο βαθ κι ασμαντο συνμα,
της Ζως και της Τχνης σου το δρμα,

σ' να παιχνδι μταιο και γελοο,
του Νου σου να σκορπς το μεγαλεο!

Μρα-νχτα να παζεις με τις λξεις,
πως, πρπει, μεταξ των, να τις πλξεις

και πως, μαζ, να σμξεις κποιους χους,
στε να κλεσεις τ' νειρο σε στχους!

Πσος κπος και πνος κι αγωνα,
να πλσεις απ' τη θλψη σου αρμονα

και να τη πλσεις μ' λους σου τους τρπους,
για να τη ξαναδσεις στους ανθρπους!

Μτε κι αληθιν που ξρω πρμα
πιο θλιβερ, απ' του πνου σου το δρμα,

του Πνου αυτο, που στργει για κλουβ του,
το χρο ενς ανθρπινου αλφαβτου!

Κι αφο, σα τα μικρ παιδκια, παξεις,
τσο καιρ, με ρμες και με λξεις

κι λες σου τις ελπδες αφανσεις,
χαμνος, λος, μεσ' στις αναμνσεις,

μλις φανον οι πρτες μαρες τψεις
κι ρθ' η στιγμ να σκψεις, να μη σκψεις,

μα παρνοντας μαζ το θησαυρ σου,
το Γολγοθ σου ανβα και σταυρσου!

                           Κοραση

Εμαι τσο κουρασμνος απ' τα λγια τα 'πωμνα
κι απ' τα λγια που θα πομε κι απ' τους λλους κι απ μνα
κι απ' το κλεσμα του στχου, με το μταιο λυρισμ,
που η ψυχ μου δεν ελπζει, παρ μνο στο Λιμνι
και στο σλπισμα της Μορας, που μια μρα θα σημνει
τον αινιο Γυρισμ!

Ττε μνο, λυτρωμνος απ' της γης την ιστορα,
μεσ' στων κσμων και των στρων την ατρμονη πορεα,
φως ανσπερο, χυμνο σε μιν ξαλλη στροφ,
το Τραγοδι το Μεγλο, που ποτ δεν χω γρψει,
το στερν μου το Τραγοδι, σα μι δξα που θ' ανψει,
ττε μνο θα γραφε!

               Αποχαιρετισμο Στη Μουσικ

Ι
Τ' νειρ μου πια δεν εναι να χαρ, μτε να ζσω,

μα να πω μι λξη μνο, σα μια φλγα και να σβσω.

Κι αν ακμα ζω του κκου και γυρνω στην επνω,
μνον να πια μου μνει: να τη πω και να πεθνω...

Κι μως καν αυτ η λξη δε μου δθηκεν ακμα
να τη πω και μου παιδεει τη ψυχ μου και το στμα.

Μτε καν αυτ τη λξη, την απραντα θλιμμνη,
μτε τρπος να τη μθω, μτε χρνος δε μου μνει.

Κι αφο τ' χαρ μου χελη δε τη πρφεραν ακμα,
θα τη πρω και σα ξνοι θα χαθομε μεσ' στο χμα...

ΙΙ
Μνος ρθα κποιο βρδυ κι σαν λοι γρω μνοι
κι λοι ξνοι, τραγουδμε, μεσ' στη νχτα που σιμνει.

Κι σο ζω κι σο μαθανω, τσο νιθω, αλμον μου,
το βαθ και το μεγλο κι απροσμτρητο κεν μου!

Τη στιγμ του σταυρωμο μου και για μνη συντροφι μου,
μλις νιωσα τα χρια που καρφσαν τα καρφι μου...

Μνος ρθα κποιο βρδυ, μνος πνεσα για λγο,
μνος ζησα του κκου κι πως ρθα και θα φγω.

Τ' ιναι τχα για τους λλους, ο χαμς ενς ατμου;
Κι πως ρθα και θα φγω, μνος μεσ' στο θνατ μου...

             Κλεσε Τα Παρθυρα

Κλεσ' τα παρθυρα μη βλπουν οι γειτνοι,
και τη πορτολα σφλισε και σβσε το κερ.
Η αγκαλι μου πρωσε σα το κερ και λινει,
για σφιχτοαγκαλισματα κι λο καρτερε.

Κλεσε να μη μας βλπουνε λοξ οι ματις του κσμου,
δοσ' μου το το χειλκι σου, που 'ν' απαλ, νωπ.
χω και κτι ολγλυκο για σν' απψε, φως μου,
χω και κτι ολγλυκο σα μλι να σου πω.

λα και πσε πνω μου και μη κοιτς με τρμο.
σβησε το κερκι μας, δε μας θωρε κανες.
Ξχνα λοιπν πως βρσκονται κι λλες ψυχς στο δρμο,
και σε να κυλσουμε σε πλαγα ηδονς.

λα, ως τα μεσνυχτα θα σε φιλ στο στμα,
λα κι εν' οι πθοι μου τρελο, τσο τρελο,
λα, το γλυκοχραμα θα μας προλβει ακμα
στο πρτο μας αγκλιασμα, στο πρτο μας φιλ.

Κι ταν σε ρωτσουνε τη χαραυγ οι γειτνοι,
για ποο λγο σφλισες, αχ! πες τους, να χαρες,
πες τους πως μες στη κμαρα φοβσαι σα νυχτνει,
και πεσες και πλγιασες νωρς! Τ' ακος; Νωρς.

                       Το Γρμμα

     Καθς ταν σκυμμνη, σκαλζοντας μες στη παλι κασλα, να βγλει τη ροζ τουαλτα, με τις μεγλες φουντωτς νταντλες, το φανταχτερ εκενο φρεμα, που το' χε βλει στερν φορ, -πνε τριντα τσα χρνια τρα-, μια τελευταα Κυριακν Αποκρις, να χρνο πριν να παντρευτε κι χωσε το χρι, κατ τχη, στο μικρ τσεπκι, δεξι, βρκε χαρτκι διπλωμνο, να κτρινο χαρτκι τσο δα, ξεχασμνο, και παραχωμνο σε μια δπλα της φδρας απ μσα. Τι να 'ταν, τχα, κενο το χαρτκι, το κιτρινισμνο απ' τα χρνια, που μριζε, και κενο, ναφθαλνη και σαν τι να γρευε, κρυμμνο στο τσεπκι και κλειδωμνο στη παλι κασλα, που εχε τσα χρνια ν' ανοιχτε;… Στερωσε με κπο τα γυαλι της, το ξεδπλωσε αργ, πγε δπλα στο παρθυρο, και διβασε:

   Εναι, τρα, τσοι μνες, Δεσποινς, που δε μπορ να βρω την ευκαιρα, να Σας πω το Μεγλο Μυστικ μου! Τσους μνες, το κρατ κρυμμνο, και μρα-νχτα μο μαρανει την καρδι! σως να φταει κι η πολλ δειλα μου, σ' αυτ, να μη τολμσω να Σας το φανερσω, -σως να φταει κι η δικ Σας η ψυχρτητα, κι η απσταση, κι ο τυπικς ο πγος, που επιμνετε να μπανει, μεταξ μας! Κι μως, εγ, δεν παω να Σας σκπτομαι, και να ζω, με την ανμνησ Σας…

         Περιμνω την απντησ Σας…
                                                               να φτωχ παιδ, που Σας λατρεει…

     μεινε με τα μτια καρφωμνα στο γραφικν εκενο χαρακτρα, που της φαινταν γνωστος και ξνος. Στθηκε σκεφτικ κι απορημνη, μπροστ στο μικρν εκενο γρφο, που πρβαλλε τσο ξαφνικ, τσο ανλπιστα και τσο απροσδκητα, – τσο πειραχτικ, σαν να σκνδαλο, τρα, στα πενντα της χρνια… Το διβασε ξαν, με προσοχ, με μια μικρ τρεμολα στην καρδι. Κι ριξε γρω της τα μτια φοβισμνα, μπως και την βλεπε καννας – σα να ‘ταν εκοσι χρονν παιδολα, κι κανε κτι, που δεν πρεπε να κνει, και φυλαγταν απ τα ξνα μτια, αυτ, που τρα κντευε να ‘χει και δισγγονα! κλεισε με προφλαξη την πρτα, και κθισε στο χαμηλ ντιβνι, για ν αφσει τη σκψη της ελεθερη να καλοθυμηθε τα Περασμνα…
     Και θυμται, μες στη συλλογ της, την τρλα της Αποκρις εκενης, το μεγλο φιλικ σαλνι, που περνοσαν να πλθος μσκες, μσ στα φτα και μσ στις σερπαντνες, που μπλεκντουσαν απ λες τις μερις. ταν στα δεκαοχτ της χρνια, λμποντας, λη, μσ στην πρτην ομορφι της, με τη ροζ εκενη τουαλτα, που δεν την ξαναφρεσε ποτ της, απ ττε… Θυμται τις ματις των καβαλιρων, τις κουραστικς φιλοφρονσεις τους, κποια δειλ σφιξματα χεριν, κποια λγια τρυφερ, θερμ και φευγαλα, – αλλ και πσο διακριτικ, στις ξαναμμνες αλυσδες της καντρλιας, στα στριφογυρσματα ενς ωραου βαλς… Θυμται τον πατρα της, στην κρη, με τη μεγλη στρατιωτικ στολ του, τριγυρισμνον απ λλους συναδλφους, λους με τη μεγλη τους φανταχτερ στολ, που την κοιτοσε, κθε τσο, με καμρι. Θυμται τη μητρα της, με το μαβ της φρεμα, καθισμνη σε μια πολυθρνα, τον αδερφ της, – ναν πρσινο πιερτο, με μεγλα χρυσαφι κουμπι –, και τη μικρτερ της αδερφολα, ντυμνη, και κενη, κολομπνα, με τη μισ της βελουδνια μσκα κι να μεγλο φιγκο, στα μαλλι…
     Τα θυμται, λ αυτ, τσο καλ, που της φανεται για μια στιγμ, και πλι, πως βρσκεται στη φωτισμνη σλα, παραδομνη στο μεθσι του χορο, κι αντικρζει τους πολυελαους, με τα στολισμνα κρσταλλ τους, μσ στο βαθ ρυθμ της μουσικς, και τους αργος παθητικος της χους των βιολιν, να της δνουν να ργος στην καρδι, και να γιομζουν μ ανεξγητη λαχτρα την παιδικ της, ξνοιαστη ψυχ, σαν ποτρια δυνατο κρασιο, που ανεβζει, ξαφνικ, το αμα στο κεφλι…
     Ποιος απ λους τους τρελος εκενους, γρω, να της βαλε, με τρπο, μσ στη τσπη, το φλογερ εκενο γραμματκι, που το βρσκει τρα κατ τχη, πρτη φορ, και μετ τσα χρνια. Ποιος, απ τους τρελος εκενους νους, να 'χε τολμσει μυστικ, την κνηση αυτ;…
Τους φρνει λους, ναν-ναν, στο μυαλ της, και χνεται σε πλθος υποθσεις: τους ξαναβλπει, με την ψογη χωρστρα τους, με τα ξανθ, κασταν, μαρα μαλλι, με το μικρ τους το φιογκκι, στο λαιμ, – λλους βγαλτα κι αμοστακα παιδι, μ να χνοδι ελαφρ στ απνω χελι, κι λλους σοβαρος και μετρημνους, με τρπους ρεμους κι αδρος κι εκζητημνους, και πιο λιγλογους και πιο προσεχτικος. Τους ξαναφρνει λους στο μυαλ, -και προσπαθε, μετ τριντα χρνια, να τους ζυγσει, να τους ψυχολογσει… λοι αυτο, ποιος ξρει πο να βρσκονται, κι αν υπρχουν, κι αν εναι πεθαμνοι! Μερικο εναι, τρα, γροι, αποκαταστημνοι απ χρνια, κι χουν αξιματα μεγλα και τραν -λλος πρεσβευτς, λλος γιατρς, καθηγητς του Πανεπιστημου- κι νας λλος και πρωθυπουργς! λλος, μλις πθανε, τον περασμνο χρνο κι λλος αυτοκτνησε, τρελς…
     Αυτος τους λγους, τους θυμται καθαρ. ταν, μως, κι λλοι, που μτε τους θυμται, μονχα κποιες φυσιογνωμες, λλες πολ νστιμες και συμπαθητικς, κι λλες βλακδεις κι αποκρουστικς… Κι ταν, ακμα, κι να πλθος μασκαρδες, -να σωρ παλιτσοι και πιερτοι και μαρα ντμινα, και κωμικ κεφλια, κι απχηδες, με βελουδνια ροχα, που πρασαν κοντ της, μια στιγμ, και σ λλους δωσε το χρι μοναχ και μ λλους χρεψε, για λγο, μσ στη σλα, και μ λλους λλαξε δυο σντομα πειργματα, -ποιον να διαλξει, απ αυτος, και ποιον να ξεχωρσει;…
Θυμται, ββαια, δυο νους, πιο πολ, που την εχαν πρει το κατπι, και την πολιορκοσαν λην την ραν, και που την καναν να στενοχωρηθε, με τις ανοησες τους, και με την επιμον τους. Ο νας ταν ο τρα πρεσβευτς, κι ο λλος, νας κκκινος πιερτος, με βαρι φων, και μακροπρσωπος, που της φανερθηκε, στο τλος, πως ταν απ χρνια, γετονς της, νας χχας, νας βλκας και μισς… Αλλ κι οι δυο τους, «αθωθηκαν» αμσως: δεν ταν ικανο, γι αυτ το πρμα! Της εχαν πει κι οι δυο τσες βλακεες, που δε θα ταν λογικ και δυνατ, να σκαρσουν να ττοιο γρμμα…
     Και ξαφνικ θυμθηκε τον τρτο. να παιδ χλωμ κι ασθενικ, με σκορα μτια, μελαγχολικ, που την κοιτοσε διαρκς, χωρς να βγνει λξη. Το χλωμ κι ασθενικ αυτ παιδ, με τα βαθι και κουρασμνα μτια, και με τα μαρα και σγουρ μαλλι, ταν και κενο, κποιο γειτονπουλο, φοιτητκος της φιλολογας, και πθανε, μετ δυο -τρα χρνια, σε κποια πλη της Ευρπης, φθισικ… Μ αυτ, δεν λλαξε, ποτ, καμι κουβντα, οτ τυχε μαζ του να χορψει. Αλλ θυμται ζωηρ, -γιατ να τα θυμται;- τα παραπονεμνα του τα μτια, δυο μτια που βιαζντουσαν να ζσουν, το λυπημνο κι αχαμν χαμγελ του, το μαραμνο και μεγλο μτωπ του, με τις δυο μικρς προεξοχς, και τα βαθουλωμνα μγουλ του, και τ
αναιμικ, λεπτ του χελη, μια σειρ κατλευκων κι αστραφτερν δοντιν. Θυμται το συνεσταλμνο τρπο του και με πση προθυμα παραμριζε, κθε που πγαινε κοντ του, να περσει…
     Το θυμται, τρα, καθαρ, -κι μως το εχε τσο λησμονσει- με το σοβαρ παρστημ του, καθς περνοσε, ταχτικ, στο σπτι της μπροστ κι ριχνε τα μτια του δειλ, στο χαμηλ της παραθρι, προς τον κπο, κθε βρδυ, την ρα που βασλευε και κενο γριζε απ τα μαθματ του, και πγαινε στο σπτι του νωρς, να μελετσει. Της εχαν πει πως γραφε και στχους και πως τους δημοσευε στα περιοδικ, -αν και δεν τυχε ποτ να
δει καννα ποημ του… Μια φιλενδα της, μλιστα, που το 'ξερε, και της μιλοσε με πολλ συμπθεια γι αυτ, φοιττρια στην δια τη σχολ, -της εχε πει πως εχε γρψει κι να ποημα αφιερωμνο στ νομ της, με τ αρχικ της: Β.Κ.Δ.-, και σε στχους, καθς λγανε, καλος. Αλλ δεν εχε δσει, ττε, σημασα, οτε το πρε και ποτ στα σοβαρ…
     Γιατ τρα μετ τσα χρνια, να το σρνει πλι στο μυαλ της, το χλωμ κι ασθενικ παιδ, και να θυμται τσες λεπτομρειες, που δεν τις εχε θυμηθε πρωττερα; Γιατ, παραμερζουσα τους λλους, τους πολλος, να το θυμται, το φτωχ αυτ παιδ, τσο νοσταλγικ, τσο βαθι, αυτ, που το 'χε, τσα χρνια, λησμονσει, τσα χρνια μετ την παντρει της, -τη παντρει της, και το θνατ του; Ξαναδιαβζει το κιτρινισμνο γρμμα, κι η πεποθησ της μεγαλνει πως το φθισικ αυτ παιδ, της εχε γρψει τις πικρς αυτς αρδες, και της εχε βλει μσ στην τσπη, τριντα -τσα
χρνια πιο μπροστ. Κι αυτ δεν βαλε το χρι της, να ψξει κι οτε και ξαναφρεσε ποτ αυτ το ροχο, αλλ το παρχωσε μες στη παλι κασλα, μαζ με τσες λλες αναμνσεις, γιατ παντρετηκε μετ, τον λλο χρνο, και δεν το ξανακοταξε ποτ -ποτ της πια!…
     Σκυμμνη, τρα, μπροστ σ' αυτ το γρμμα, χνεται, ξαν στα Περασμνα. λη η περασμνη της ζω, ξαναπερνει στα θολ της μτια, σα μια οπτασα μαγικ! Μες στη κμαρα, τρα σκοτεινιζει. Το παρθυρο, και κενο σκοτεινιζει, κι να φως χλωμ κι ασθενικ, -σαν το χλωμ κι ασθενικ παιδ-, χρωματζει το τετργων του, με την αποθεωτικ, μουντ, στερν του λμψη, σαν νας ψιμος, πικρς αποχαιρετισμς…
     Απ τον υγρ, το μαραμνο κπο
ανεβανουν φθινοπωριν αρματα, σαν απ πεσμνα, σπια φλλα…

   Περιμνω την απντησ Σας...

     Μα η απντηση αυτ, δε δθηκε ποτ! Το παιδ κοιμται, τρα, μες στο χμα… Κποια δκρυα της ρχονται στα βλφαρα, δκρυα, χι απ
τα συνηθισμνα, αλλ βαρι, βουβ, σπαραχτικ, με μια μυστηριδη νοσταλγα… Κι ξαφνα, μες στην αφαρεσ της, μια παιδιστικη φωνολα,
-μια φωνολα δυνατ και δροσερ, που ξσπασε, χαρομενα, στη διπλαν την πρτα:
– Καλ, γιαγι, δε θα ρθεις, λοιπν, να φμε!…
     Σκουπζει γργορα τα δακρυσμνα μτια, βζει ξαν, τρεμουλιαστ, το γρμμα, μσ στην τσπη, κλειδνει τη κασλα βιαστικ, και προχωρε προς την τραπεζαρα, που την περιμνουν τα παιδι της, μαζ με τη μικρ της εγγονολα, καθισμνα γρω στο τραπζι, μπροστ στη μεγλη τη
σουπιρα και που γελονε με το πθημ της, που να λησμονηθε στη κμαρ της κι οι λλοι, λγο λειψε, με μυστικ γνεψματα, να της κρεμσουν, κιλας, το κουτλι…

                   Ο Δημοφν Κι Ο Θνατος

     Σαν φθασε στα τριντα του χρνια, ο Δημοφν, ο ενρετος, αν και νεαρς φιλσοφος, με την ωραα κορμοστασι και τα γαλζια τα ονειρδη μτια, ο μαθητς του Πρωταγρα και του Πλτωνα, αποφσισε να κλεσει ξφνου δια μιας τη νετητ του, και ν αποτραβηχθ σαν ασκητς· πολ πριν να φανον οι Χριστιανο ασκητς κι οι διφοροι στηλτες, ο Δημοφν το εχε κνει πρτος αυθρμητα κι εν πλρει συνειδσει, με τη διαφορ πως δεν τον σπρωχνε, καθς αυτος αργτερα, η πστη κι ο φανατισμς, αλλ – κι αυτ εναι το σπουδαο – εξ εναντας η πλρης κι η απλυτη απιστα…
     Αποτραβχθηκε λοιπν σε μια σπηλι, σε μια ρημη κοιλδα της Βοιωτας, χι μακρι απ τον Ορχομεν, κι ζησε εκε για κμποσο διστημα, μνος εντελς, με μια προμθεια μοναχ τροφς, μια χωματνια υδρα, κι να σκληρ στρμα, για ν αναπαεται τη νχτα· ο λγος που τον φερε ως εκε, δεν ταν η συνηθισμνη απογοτευση της καθημερινς χυδαας ζως, μτε καμιν αγπη θλιβερ (δεν εχε σως ποτ αγαπσει, αυτ που λμε αγπη), αλλ το διο πρβλημα της ζως, το κεντρικ το μγα κι ακαθριστο, που εναι γραφτ αιωνως να διαφεγει και που καμι προσφερομνη του ερμηνεα δεν ικανοποιε! Εχε πολ εμβαθνει, και συστηματικ, μσ στο πολπλοκο κι ασλληπτο αυτ ζτημα, και του εχε δσει λσεις διφορες εδ κ εκε κατ καιρος ως που απτομα, αφο εχε με χλιους κπους κι αγωνες θεμελισει κποιο σστημα βσιμο κπως
και τελειωτικ, σμφωνα με τις ττε κρατοσες αντιλψεις, χανε ξαφνικ το στριγμ του να καλ πρω και ξαναβρισκταν μνος και αμαθς, απναντι του αγνστου.
     ταν στιγμς που το πολιορκοσε η σκψη του, απ' λες τις μερις, τσο στεν που 'λεγε λγο ακμα σως και θα 'φθανε στον διο τον πυρνα του προβλματος κι σως αυτς οι λιγοστς στιγμς να 'ταν το πλον απτατο σημεο, που φθνει η ανθρπινη διανηση, ιδως μως ταν πεισμνος, πως δε μπορε παρ να ρθει μια μρα που η ανθρωπτης θα το λσει οριστικ (πο να 'ξερε πως στερα απ δυο χιλιδες χρνια θα 'μαστε πντοτε κι εμες στην διαν απορα!)… Εχε τσο πολ απορροφηθε απ την μμονην αυτν ιδα και εχε καταναλσει λα τα πνευματικ του εφδια σε ττοιο απεριριστο σημεο, στε δυο αυλκια πριμα εχαν χαραχθε στο μτωπ του, το θαυμαστ του εφηβικ εκενο μτωπο, το στεφανωμνο με σγουρ μαλλι, που ο Κβης, ο επιγραμματοποις, το εχε υμνσει κποτε, σ ν' απ τα ξακουστ επιγρμματ του!
     Μια νχτα πρε τη μεγλη απφαση, να προσφγει σε μιαν υπεκφυγν και να περιμενει τσι το τλος της ζως του, μποροσε ακμα κι η ζω η πρωτογενς, η κατ φση, η κανονικ, να του αποκαθιστοσε τη σαλευθεσα τη γαλνη της ψυχς του, και να τον επανφερε, ασυνασθητα, στον αρχικ μοιραον προορισμ του, που εχεν σως απαρνηθε – ποιος ξρει…
     να βρδυ, καθς ταν μνος και κοιτοσε τ στρα -θα ταν κατ τα μσα του Μεταγειτνινος- του εφνη μες στη συλλογ του, σαν κποιος να ρθε και να εστθη δπλα του· γρισε το κεφλι, απορημνος και εδε μια σκι, κτι σαν τυλιγμνο σ να ππλο, και που δεν εχεν ακριβς το σχμα ανθρπου· στεκταν εκε δπλα του και δεν μιλοσε διλου, μτε φαινταν να χει ζω πραγματικ. Του 'κανε μοναχ να νεμα, να πλησισει. Ο Δημοφν σφιξε τη χλαμδα γρω στο κορμ του και πλησασε. ταν ορθ στην κρη ενς βρχου, κι μοιαζε σαν κομμνη μες στο βρχο. Του επε ττε με μυστηριδη φων:
— Ξρω ποιος εσαι, και τι θλεις. λα μαζ μου να τα μθεις λα…
     Κι ο Δημοφν την πρε το κατπι, δχως να διστσει, τσο ταν αποτραβηγμνος απ τα εγκσμια κι η προσοχ του ταν στραμμνη αλλο. Αφο περπτησαν πολλ ρα μες στα σκοτειν, φθασαν εμπρς σε μια σπηλιۤ · εκε στο βρχο ταν μια θρα, ερμητικ κλεισμνη· η θρα αμσως νοιξε μονχη, και ττε εκενοι μπκαν σε μια σραγγα που οδηγοσε σε μια υπγεια κρπτη αχαν, με στος και με διαδρμους. Στην αρχ
ο Δημοφν δεν μπρεσε να διακρνει τποτε· σιγ-σιγ μως να φως, γνωστο πς ερχμενο, απροσδιριστο καθς το φως της πρτης χαραυγς, φτισε αμυδρ λα τα πργματα, σα να ‘βγαινε ακριβς μσ απ τα πργματα, και να εχε μια πηγ υπερφυσικ· κι ταν πλι γρισε τα μτια του στη σκι, που τρα ταν σταματισμνη μσ στη μση, εδε μιαν εξασιαν ομορφι στο πρσωπ της, κτι υπερκσμιο χυμνο στη μορφ της σα να ταν κποια εμφνιση ενς λαμπρο υπερπραν. Και ττε ο Δημοφν αισθνθηκε μσ' στην ψυχ του, κτι επσημο και κατανυκτικ, που δεν ταν ο τρμος του αγνστου αλλ το δος του υπερφυσικο! Κι η προσοχ του πλι σταμτησε στη σκι, και πρσμενε να δη τι θα του πει. Κι η σκι τον κοταξε καλ-καλ στα μτια και του επε :
— χεις στο νου σου πντα την διαν απορα;
— Ναι, πντα.
     Και ττε διημεφθη αναμεταξ των ο επμενος διλογος· για μια στιγμ ο Δημοφν μποροσε να πιστψει πως ταν μια απ' τις καθημερινς συνομιλες που ταν συνηθισμνες ττε στα γυμνσια και στα σπουδαστρια που φοιτοσε.
— Ελπζεις η απορα σου αυτ να ικανοποιηθε κπως μια μρα;
— Δεν ξρω· χω καθκον να το ελπζω.
— Πο βασζεσαι τχα ως προς αυτ;
— Στο γνωστο· εφσον εναι το γνωστο καννας δε μπορε να προδικσει κενο που μπορε να κμει αριο…
— χεις καννα δεδομνον, πως η απορα σου αυτ χει λυθε ποτ, και απ καννα, πως το γνωστο χει δεξει σαμε τρα την ενοι του σε νθρωπο θνητν;
— Και πς μπορ να ξρω, αν αριο δεν το κμει στην παντοδυναμα του, πς μπορ να ξρω καν αυτ, εφσον τποτε ακριβς δεν ξρω!…
— στε βαδζεις τσι, χωρς καμι πεποθηση ορισμνη.
— Πολλς φορς σχεδν θαρρ πως φθνω πολ κοντ στην τελικν αλθεια.
— Δε σου ρθε κποτε σως η υποψα, πως οσοδποτε κοντ κι αν εσαι στην αλθεια, πντα εσαι το διο μακρι απ αυτν, σο δεν την κατχεις ακριβς;
— Σχεδν νομζω πως κι αυτ το ξρω.
— Και ττε;…
— Δεν ξρω· περιμνω.
— Τι λοιπν μπορες να περιμνεις, αφο διαθτεις πντα τα δια μσα;
— Δε μου μνουν λλα να διαθσω.
— Συμπρασμα;
— Καννα! Δεν χω λλη διξοδο να εκλξω.
— Αν εχες θα την ακολουθοσες;
— Μνο γι αυτ κινομαι και αναπνω! Αυτ εναι ακριβς που πντα ελπζω.
     Ττε η σκι του 'κανε νεμα να πλησισει ακμα πιο κοντ και του 'δειξε δυο θρες σκαμμνες μσ στο βρχο που εχαν τρα
λες φανερωθε στις δυο αντθετες μερις του μαγικο σπηλαου.
— Να, κοταξε καλ τις δυο αυτς θρες· η μια οδηγε προς τη κανονικ ζω· ποιος περσει απ τη θρα αυτ θα λυτρωθε απ το βρος της σκψης του και θα επιστρψει πλι μες στον κσμο, να ζση καθς ζουν μυριδες ντα χωρς καμιν ερτηση στα χελη, ακολουθντας τη μοιραα γραμμ τους, να υπρχουν μνο για να συντηρονται, μην ψχνοντας για το γιατ ποτ!
Η λλη οδηγε στη πλρη γνση - μλλον θτει τρμα στη περιορισμνη αυτ ζω, για σους εξκλιναν απ τον αρχικ προορισμ τους. Διλεξε ποια θες ν ακολουθσεις. Η σκι εχε γερει τρα ολκληρη σχεδν στο πρσωπ του· και ττε εδε διαμις σε μιαν αιφνδιαν κλαμψη του νου πως τση ρα ταν μνος εντελς και μιλοσε με τον διο τον εαυτν του! Ττε ο Δημοφν σηκθηκε ξαλλος, και κραγασε με διτορη φων:
— Τη θρα που οδηγε στην πλρη γνση - μλλον θτει τρμα στην περιορισμνη αυτ ζω, για σους εξκλιναν απ τον αρχικ τον προορισμ τους!…
     Κι ο Δημοφν προχρησε στη θρα με το κεφλι αγρωχα υψωμνο, μ να βαθ χαμγελο θριμβου, σαν ημθεος!
νας κρτος ξερς μονχα ακοστηκε και κτι κλησε βαρι στα σκοτειν.
     τσι ανηρπγη να βρδυ ο Δημοφν, μες απ τον ορατ τον κσμο, επειδ θλησε να μθει, ,τι δεν πρκειται ποτ να μθει ο νθρωπος σο διανει τον κκλο της ζως του. Και βγκε κι η παρδοση τι ο Δημοφν, ο ενρετος φιλσοφος, ο μαθητς του Πρωταγρα και του Πλτωνα, την
εποχ που ασκτευε σε μια σπηλι, σε μια ρημη κοιλδα της Βοιωτας, χι μακρι απ τον Ορχομεν, να βρδυ περ μσα του Μεταγειτνινος, εν ψαχνε να βρει λγο νερ για να γιομσει την υδρα του, μη βλποντας καλ στα σκοτειν, πεσε σ να βραθρο, κι εχθη.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers