-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:




                                         Βιογραφικ

    Ο Στφανος-Κωνσταντνος Θεοτκης ταν λληνας συγγραφας, ποιητς, μεταφραστς, λογοτχνης και διανοομενος που δσποσε στα ελληνικ γρμματ στις αρχς του 20ο αι., σημαντικς εκπρσωπος της Επτανησιακς Σχολς. Οι ευρτατες γνσεις του κι η γνση ξνων γλωσσν -τανε γνστης 5 ομιλουμνων γλωσσν (ιταλικς, γαλλικς, γερμανικς) κι λλων 5 απ τις νεκρς (αρχαα ελληνικ, λατινικ, εβρακ, αρχαα περσικ, σανσκριτικ)- του επτρεψαν να ασχοληθε με μεταφρσεις αρχαων ελλνων και ξνων κλασσικν, εν την δια περοδο δημοσιετηκαν και τα πρτα του πεζ στα περιοδικ της εποχς.
     Γεννθηκε στις 13 Μρτη 1872, στη Κρκυρα, γνος αριστοκρατικς οικογνειας, πατρας του ταν ο Μρκος Θεοτκης και μητρα του η Αγγελικ Πολυλ (ξαδρφη του λγιου Ικωβου Πολυλ), εχε και 2 αδελφος. Τα μλη της οικογνεις του ασχολθηκαν με τη πολιτικ και τη διπλωματα δη απ τον 14ο αι.. μαθε τα πρτα γρμματα στο ιδιωτικ σχολεο Κοντοτη, στη συνχεια φοτησε για 8 τη στο Εκπαιδευτριο Καποδστριας, στη συνχεια στο Κερκυρακ Γυμνσιο, που το τλειωσε το 1888. Μαθητς ακμα γραψε το σχολικ εγχειρδιο Εγχειρδιον προς κατασκευν διαφρων εκ χρτου παιγνων. Μρος πρτον : Το πτηνν. Την δια περοδο ξεκνησε και το ενδιαφρον του για τις φυσικς επιστμες και το 1884 στα 14, εξδωσε με τον αδερφ του Κωνσταντνο την εφημερδα Ελπς. Το 1887 εξδωσε μια μελτη για τον ηλεκτροχημικ τηλγραφο και στειλε μια μελτη για το κυβερνμενο αερστατο στη Γαλλικ Ακαδημα των Επιστημν που επαινθηκε. τσι τονε δεχτκανε να κνει αντατες σπουδς του στο Παρσι, στη Σορβννη, παρακολουθντας μαθματα φιλολογας, μαθηματικν, ιατρικς και χημεας, χωρς ωστσο να λβει καννα δπλωμα. Εκτς μως της γαλλικς γλσσας σποδασε αγγλικ, γερμανικ, ιταλικ και λατινικ, καθς και σανσκριτικ (!!!). τσι πολγλωσσος απ νεαρς (γνριζε ακμη αρχαα περσικ, αρχαα ελληνικ και εβρακ (!!!!) ασχολθηκε πραν της πεζογραφας με τη μετφραση και τη ποηση. Στα 19 ετν γραψε στη γαλλικ το 1ο του ργο, το La vie des Montagnes, που δημοσιεθηκε απ τον εκδοτικ οκο Mercure de FranceΤο 1889, στα 17 του, αναχρησε για το Παρσι κι εγγρφηκε στη Φυσικομαθηματικ Σχολ του Πανεπιστημου Σορβννης.



     Η κοσμικ και σπταλη ζω που επλεξε τον οδγησε 2 τη μετ για συνχιση των σπουδν του στη Βενετα. Εκε σναψε δεσμ με τη βαρνη Ερνεστνη φον Μλοβιτς, απ τη Βοημα, 17 τη μεγαλτερ του, απ την οποα χρισε προσωριν κατπιν παρμβασης του πατρα τον διο χρνο, τη νυμφετηκε μως μετ 2 τη στη Βοημα. κι απκτησε μαζ της μα κρη, αφο δη εχε εγκαταλεψει τις σπουδς κι εχε εγκατασταθε στους Καρουσδες, που αφοσιθηκε στη μελτη.

     Επιστρφοντας στην Ελλδα το 1895 εγκαταστθηκε στη Κρκυρα, στον εξοχικ πργο των Καρουσδων. Συνδθηκε με το Μαβλη και προσχρησε απ τους πρτους στο κνημα του δημοτικισμο. Συντροφι με το φλο Λορντζο κι απ τον οποο υιοθτησε το ενδιαφρον για τη σανσκριτικ μυθολογα, συμμετεχε σ' εθνικος αγνες, πως στην εξγερση της Κρτης το 1896, αλλ και σε τοπικς πρωτοβουλες, π.χ. εναντον της απφασης του δμου Κρκυρας για την εγκατσταση ρουλτας στο νησ. Καταφρθηκε, επσης, εναντον της πολιτικς του συγγενος του υπουργο κι αργτερα πρωθυπουργο Γεργιου Θεοτκη. Απ ττε φανεται πως ασπστηκε τις πρτες σοσιαλιστικς ιδες, απ τις οποες και διακρνονται τα ργα του. Συμμετεχε εκτς της Κρτης το 1896 κι ως εθελοντς στον Ελληνοτουρκικ πλεμο του 1897 στη Θεσσαλα, επικεφαλς δικο του σματος.
    Το 1900 πθανε η κρη του Ερνεστνη απ μηνιγγτιδα στα 5 της. Το 1901 δημοσευσε στο Δινυσο το διγημα Juventus Mundi και τον επμενο χρνο τη Κασσπη. Το 1902 επισκφτηκε τη Ζκυνθο με αφορμ τα 100 χρνια απ τη γννηση του Σολωμο και τον διο χρνο δημοσευσε να ρθρο γι' αυτν στην εφημερδα Neue Presse της Βιννης. Το 1903 γνωρστηκε με τη μετπειτα στεν φλη του Ειρνη Δεντρινο και το 1904 δημοσευσε στο Νουμ τη διατριβ του Σανσκριτικ και καθαρεουσα. Το 1905 οργνωσε συνδριο δημοτικιστν στη Κρκυρα με αφορμ την εκε επσκεψη του Αλξανδρου Πλλη. Οι καλεσμνοι επσης Παλαμς, Ψυχρης και Γρυπρης δεν παρευρθηκαν. Στη 2ετα 1907-1909 βρθηκε στο πανεπιστμιο του Μονχου για σπουδς κι επστρεψε στη Κρκυρα, που υποδχτηκε τον σοσιαλιστ Μαζαρκη.
     Στον Α' Παγκ. Πλ. λαβε ενεργ μρος στο κνημα της Θεσσαλονκης, προσχωρε στο Κμμα των Φιλελευθρων, διορζεται αντιπρσωπος του κμματος στη Κρκυρα. Το 1917 μετ την πτση της αυστροουγγρικς μοναρχας ο Θεοτκης και η σζυγς του καταστρφηκαν οικονομικ. Η υγεα του κλονστηκε αλλ κι αναγκσθηκε να δουλψει και το 1918 μετακομζει στην Αθνα. Με το τλος του πολμου του προσφρεται η θση του διευθυντ λογοκρισας παντς εντπου κι αλληλογραφας, θση που διατρησε για λγο, στερα απ 2 μρες παραιτεται κι εργζεται ως υπλληλος των εκδσεων Ελευθερουδκη, για λγο. Διορζεται προσωριν ως κτακτος υπλληλος στην Υπηρεσα Ξνων κι Εκθσεων κι οριστικ στην Εθνικ Βιβλιοθκη, πρτα ως γραμματας κι στερα προγεται τμηματρχης β' τξης.



     Στην Ευρπη, που εχε ταξιδψει δις, για ελεθερη επιμρφωση στα Πανεπιστμια του Γκρατς (1898) και του Μονχου (1908-1909), απαρνθηκε τον Ντσε και ασπστηκε τον Μαρξ. Με τη 2η επσκεψ του στην Ευρπη ρθε σ' επαφ και με τη κνηση των σοσιαλιστν της εποχς. Αλληλογραφε και συντονζει τις απψεις του με εκενες του ομοδετη του Χατζπουλου κι επιστρφοντας πρωτοστατε στην δρυση του Σοσιαλιστικο Ομλου και του Αλληλοβοηθητικο Συνδσμου Εργατν της Κρκυρας (1910-1914), εν παρλληλα υποστριξε το κνημα για τη χειραφτηση των γυναικν. Το 1912 τιμθηκε με το παρσημο του Σταυρο του Σωτρος απ τη κυβρνηση, βραβεο που μως δε δχτηκε. Το 1916 συμμετεχε σε ειδικ αποστολ του επαναστατικο κινματος Θεσσαλονκης στη Ρμη μετ απ ανθεση του ττε υπουργο Εξωτερικν Νικολου Πολτη. Επστρεψε στη Κρκυρα και διορστηκε αντιπρσωπος της κυβρνησης εκε, θση απ την οποα παραιτθηκε τον διο χρνο.
    Για να αντιμετωπσει τα ξοδ του, προπωλε τα ργα του στους οκους Βασιλεου κι Ελευθερουδκη. τσι, ρχονται στο φως τα περισστερα πεζ του κι οι μεταφρσεις του, π.χ. απ τον Γκατε, απ τον Σαξπηρ, απ το Φλωμπρ (Η Κυρα Μποβαρ, Α' τμος) και απ το Ρσελ (Τα προβλματα της Φιλοσοφας). 
Στην ελληνικ λογοτεχνα η πεζογραφα του Θεοτκη εχε σημαντικ προσφορ. Στα εκτεν διηγματ του: Η τιμ και το χρμα, Η ζω κι ο θνατος του Καραβλα, Ο κατδικος και Οι σκλβοι στα δεσμ τους διακρνεται η δραματικτητα της αφγησης κι η ρεαλιστικ απδοση της ζως σε μια ηθογραφικ ατμσφαιρα, που διαπνεται κι απ φιλοσοφικ διθεση. Τα σντομα διηγματ του, που δημοσιυτκαν στην αρχ στο περιοδικ Τχνη του Κ. Χατζπουλου και στον Νουμ, και που αργτερα κυκλοφρησαν με ττλο Κορφιτικες ιστορες, αποδδουν με απλτητα και λιττητα τη κερκυρακ ζω της εποχς, με εικνες αδρς και σκληρς. Γεγονς εναι τι επηρεστηκε αρχικ απ τη γερμανικ ιδεοκρατα κι ιδιατερα απ τον Ντσε απ τη πριμη περοδο της συγγραφικς του δραστηριτητας, ταν γραψε πεζογραφματα πως Το Πθος (1899) και διηγματα πως το Πστομα. Στη ποιητικ του συγγραφ κυριαρχον οι μεταφρσεις του Σαξπηρ που απδωσε μμετρα τη Τρικυμα, τον Μκβεθ, τον Βασιλι Ληρ και τον Οθλλο. Επσης μετφρασε τα Γεωργικ του Βιργιλου, τον ρμανο & Δωροθα του Γκατε, τον Φαδωνα του Πλτωνα, κι απ τα σανσκριτικ τα: Σακονταλα, Μαλαβκα κι Αγνιμτρα*. γραψε επσης και μερικ σοννττα που διακρνονταν για τη λεπττητα αισθματος.


________________
 * Σακονταλα (Shakuntala, Αμπιτζνανασακονταλα -Η Αναγνριση Της Σακονταλα- ο θμα εναι παρμνο απ τον αρχαο επικ κκλο της Μαχαμπαρτα (Mahabharata). Εναι να ρομαντικ θεατρικ ργο σε 5 πρξεις, που εξιστορε τον ρωτα του βασιλι της Ινδας Ντουσυντα (Dushyanta), που αποπλανε τη θετ κρη ενς σοφο ερημτη, την εγκαταλεπει μως εξ αιτας κποιας κατρας, υπερνικ αργτερα τη κατρα και ξανασμγει στον ουραν με τη γυνακα του και το γιο του, καρπ του ρωτ τους), Μαλαβικαγκνιμτρα ( Μαλαβκα & Αγκνιμτρα, Malavikagnimitra -εναι μια ρομαντικ κωμωδα με θμα τις δολοπλοκες σ' να χαρμι) εναι τα σημαντικτερα ργα του Καλιντσα (Kalidasa, 4ος-5ος μ.X. αι.) που ταν Ινδς ποιητς και δραματουργς, που πιθανολογεται πως ζησε στις αρχς του 5ου αι. Ο Καλιντσα εκπροσωπε τη χρυσ εποχ της ινδικς λογοτεχνας. Τ' νομ του περιβλλεται με μεγλη αγλη στην Ινδα, που θεωρεται ο μεγαλτερος Ινδς συγγραφας λων των εποχν, που εξψωσε την ινδικ ποηση σε δυσθερητα ψη. Εναι γνωστς ως ο Σαξπηρ της Ινδας.
-----------------------

     Το 1922 διαγνστηκε τι πσχει απ καρκνο του στομχου. Τα τελευταα χρνια της ζως του τανε πολ δσκολα λγω της θλιας οικονομικς του κατστασης και της αρρστιας του. Χειρουργθηκε στον Ευαγγελισμ κι οι γιατρο τονε συμβολεψαν να φγει για τη Κρκυρα, που κι αποσρθηκε και πθανε λγο μετ, σε ηλικα μλις 51 ετν, τη 1η Ιουλου 1923, αφνοντας μλιστα κι ανολοκλρωτο το τελευταο του ργο με ττλο Ο παπ Ιορδνης περχαρος κι η ενορα του.
     Στο χρο της πρωττυπης λογοτεχνικς δημιουργας ο Θεοτκης ασχολθηκε κυρως με τη πεζογραφα. Ξεκνησε γρφοντας διηγματα (κυρως τη περοδο 1898-1910) με επιρρος απ τον γερμανικ ιδεαλισμ και τη σκψη του Ντσε και θματα μυθολογικ μεσαιωνικ κι λλα, λα απομακρυσμνα απ τη σγχρον του πραγματικτητα. Σντομα λλαξε κατεθυνση και διγραψε μια εξελικτικ πορεα απ τη ψυχογραφικ ηθογραφα και την αισθητιστικ γραφ, προς τον ιδεολογικ φορτισμνο κοινωνικ ρεαλισμ (επιρρος απ το σοσιαλισμ) και το νατουραλισμ. Σταθμο της πορεας του στθηκαν Το Πθος, Το Πστομα, Η τιμ και το χρμα, Η ζω κι ο θνατος του Καραβλλα. Στο χρο της ποησης γραψε 32 σοννττα με ερωτικ κυρως θεματολογα. ξιες λγου εναι επσης οι φιλολογικς του μελτες κι οι εξαιρετικ φροντισμνες μεταφρσεις σημαντικν ργων της παλαιτερης και σγχρονς του παγκσμιας λογοτεχνας (μιλοσε 10 γλσσες), με τις οποες στχευε στη πνευματικ αφπνιση του λαο, παρλληλα με το φλο του Χατζπουλο.



ΕΡΓΑ:

(2020) Οι σκλβοι στα δεσμ τους, Το Βμα / Alter - Ego ΜΜΕ Α.Ε.
(2019) Η τιμ και το χρμα, OpenBook.gr
(2019) Πστομα και λλες ιστορες, OpenBook.gr
(2017) Le peintre d'Aphrodite, Αιρα
(2017) Η τιμ και το χρμα, Εμπειρα Εκδοτικ
(2017) Η τιμ και το χρμα, Ιδες
(2017) Οι σκλβοι στα δεσμ τους, Εντποις
(2016) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Μαλλιρης Παιδεα
(2015) Le nozze di Stalachtì, Αιρα
(2014) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Ιδες
(2014) Κατδικος, Πελεκνος
(2012) Η τιμ και το χρμα, Πελεκνος
(2012) Κατδικος, Ιδες
(2012) Τιμ και χρμα, eAnagnosis
(2011) Η τιμ και το χρμα, Πελεκνος
(2011) Η τιμ και το χρμα, Alter - Ego ΜΜΕ Α.Ε.
(2011) Κορφιτικες ιστορες, Ιδες
(2010) Κορφιτικες ιστορες, Ιδες
(2009) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Alter - Ego ΜΜΕ Α.Ε.
(2009) Κατδικος, Alter - Ego ΜΜΕ Α.Ε.
(2007) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Πελεκνος
(2007) Οι σκλβοι στα δεσμ τους, Σγχρονη Εποχ
(2005) Η τιμ και το χρμα. Αγπη παρνομη, DeAgostini Hellas
(2005) Κορφιτικες ιστορες, Γαβριηλδης
(2004) Κατδικος, Πελεκνος
(2003) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Modern Times
(2001) Η τιμ και το χρμα, Καλοκθη
(2001) Ο κατδικος, Καλοκθη
(1999) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Modern Times
(1999) Η ζω στο βουν, Εκδσεις Καστανιτη
(1999) Κιν και λλες ιστορες, Εκδσεις Πατκη
(1999) Τα σοντα, Ωκεανδα
(1999) Τμιος κσμος, Εκδσεις Πατκη
(1998) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Συλλογ
(1997) Κατδικος, Βιβλιοπωλεον της Εστας
(1997) Οι δο αγπες, Επικαιρτητα
(1996) L' honneur et l' argent, Kauffmann
(1996) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Βιβλιοπωλεον της Εστας
(1996) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Δωρικς
(1995) Η τιμ και το χρμα. Κατδικος, Ππυρος Εκδοτικς Οργανισμς
(1995) Ο κατδικος, Δωρικς
(1994) Ακμα;, Κδρος
(1994) Ο παπ Ιορδνης Πασχαρος και η ενορα του, Συνχεια
(1993) Le peintre antique, Kauffmann
(1993) Η τιμ και το χρμα, Νεφλη
(1993) Ιστορα της ινδικς λογοτεχνας, Μορφωτικ δρυμα Εθνικς Τραπζης
(1993) Το βιο της κυρς Κερκρας, Νεφλη
(1991) Απελλς, γρα
(1991) Οι σκλβοι στα δεσμ τους, Εκδοτικς Οκος Α. Α. Λιβνη
(1990) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Νεφλη
(1990) Κατδικος, Νεφλη
(1989) Επιλογ, Σγχρονη Εποχ
(1975) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Ζαχαρπουλος Σ. Ι.
Η ζω και ο θνατος του Καραβλα, Πλλα
Ο κατδικος, Δαμιανς
Ο κατδικος. Τιμ και χρμα, Πλλα

Συμμετοχ σε συλλογικ ργα

(2019) Η τιμ και το χρμα, Πανεπιστημιακς Εκδσεις Κρτης
(2016) Το δικ μας Πσχα, Νρκισσος
(2012) Η ζω και η ανστασις ημν, Παρρησα
(2010) Η νεοελληνικ ερωτικ ποηση, Ελευθεροτυπα
(2009) Ανθολογα ελληνικο διηγματος του 20ο αινα, Εκδσεις Καστανιτη
(2007) Ποιος εν' τρελλς απ ρωτα, Εκδσεις Καστανιτη
(2005) Ιστορες ληστν απ την ελληνικ λογοτεχνα, Αιγκερως
(2005) Παιδι του κσμου, Επλογος
(1998) Η ζω και ο θνατος του Καραβλα. Η κερνια κοκλα, Εμπειρα Εκδοτικ
(1995) Αλλκοτα, παρξενα, Εκδσεις του Εικοστο Πρτου
(1994) Του ρωτα, Εκδσεις του Εικοστο Πρτου

Μεταφρσεις

(2013) Vergilius Maro, Publius, Τα γεωργικ, Δρμων
(2010) Shakespeare, William, 1564-1616, Ο μλετ, Το Ποντκι
(2007) Heine, Heinrich, 1797-1856, Χινε: μεταφρσεις ποιημτων του, Σοκλη
(2006) Flaubert, Gustave, 1821-1880, Μαντμ Μποβαρ, Ελευθεροτυπα
(2000) Flaubert, Gustave, 1821-1880, Η κυρα Μποβαρ, Εκδσεις Πατκη
(1991) Flaubert, Gustave, 1821-1880, Μαντμ Μποβαρ, Γρμματα
(1990) Μαχαμπχρατα, Κοροντζς
(1990) Lucretius, Titus Carus, Περ φσεως, Νεφλη


===================


                                                  Ακμα;

     Το λητρουβι λεθε. Δυο φωτις μαρες εφγγαν αδνατα στη καπνορα που ανδινε η στια. Το λιθρι τριζε, η ζιφταρι1 εσορωνε λδι. Τρεις απ τους συντρφους εδολευαν, δο λλοι εκοιμνταν κατ γης απνου στα λιστα2. ταν μεσνυκτα και κρο.
     Η πρτα νοιξε. νας κυνηγς εμπκε με τα σκυλι του, ντρας ως σαρντα χρονν, μεγλος με αντρκια αλλ μερην ψη, και που εφοροσε φσι και σεγκονι3 και πλατοβρκι4. Εφαιντουν ταραγμνος.
 -"Καλησπρα Θοδση"· του επαν· "εβρεσες κουνδια5";
 -"Καλησπρα" αποκρθηκε· "πο εναι ο Κορκουπος;"
 -"Αυτο πρα κοιμται" κανε νας απ τους δουλεφτδες, ντρας μισκοπος και που ταν, καθς λγαν, του λητρουβιο ο καραβοκρης. Κι επρσθεσε: "Κορκουπε, ξπνα. Ο ξδερφς σου.
     Αλλ ο Κορκουπος δεν εξυπνοσε· εχε βαρν πνο· και ο Θοδσης επγε σιμ του και τον εσκοντησε με το πδι.
 -"Τι εναι· καμε μισοκοιμισμνος· "τρα, τρα επλγιασα. ρθε κι λας το αλλγι6 μου;"
 -"Ξπνα· η γυνακα σου σε θλει. μουν για κουνδια και την εδα".
     Ο Κορκουπος εσηκθηκε αμσως ανσυχος. τουν νος ως εικοσιπντε χρονν· μορφος χι, μα το ανβλεμμ7 του δειχνε πολλν καλοσνη. Κι αυτς τουν χωριτικα ντυμνος, λιγδερς απ τα λδια, και με κορμ μαζωμνο λγο απ την κοπη εργασα.
     Οι δυο ντρες εβγκαν αντμα. Το χωρι εκοιμτουν. Η αστροφεγγι εφτιζε το δρμο. Κπου κπου σκλος τους αλυχτοσε.
 -"Τι τρχει;" ερτησε ο Κορκουπος σκιασμνος.
     Ο λλος δεν απολογθη. Σιωπηλ εφτσαν βιαστικο στη γειτονι τους Ο Κορκουπσς τρεξε στο σπτι του, αλλ εβρκε την πρτα μανταλωμνην απ’ ξω.
 -"Πο εναι;" ερτησε ντροπιασμνος.
 -"Πρα στους ρμονες" του απντησε ο Θοδσης· και χωρς λλο λγο εκνησε προς τον κατφορο. Ο λλος ακολοθησε· κρος δρος επερχυνε τα μλη του οι πλτες του επαγναν εχε χσει, την ομιλι του.
     Εκατεβκαν στο στεν μονοπτι προς τη θλασσα. Ο τπος τουν ρημος. Τα βουν ορθωμνα, ανακατωμνα και απγκρεμα εφανονταν την ρα εκενη μαρα· το νερ του τρφου8 βραζε με τις πτρες. Στο τρστρατο του φουρκισμνου εσταθκαν κι εκρυφτκαν πσω απ να βρχο. Ο Κορκουπος εκθισε γιατ τα γνατ του ετρμαν, ο λλος τον κοταξε ζητντας να μαντψει την ψη του στο σκοτδι. Ανμειναν κι αφοκραζνταν.
     Οι φτερωτς των μλων εγριζαν κοπα κι φταναν στ’ αυτι τους τα τραγοδια των μυλωνδων, μαζ με τη βο του νερο και με τα λαλματα τα πρτα του κσμου.
Ξφνως οι σκλοι εμογκρισαν, αλλ ο Θοδσης τους ησχασε μ’ να νημα κι εμουρμορισε:
 -"Ντην. Πρε". Και του βαλε το καρυοφλλι στο χρι.

     νας σκιος τους επλησαζε αναβανοντας το ρβολο9. Μηχανικ ο Κορκουπος επρε το ντουφκι κι εσκωσε το λκο. Τα μτια του ταν καρφωμνα απνου στον νθρωπο, που τρα εδιβαινε βιαστικ σιμ τους. Οι σκλοι δεν εσλεψαν. Κι ο Κορκουπος αναστναξε βαθι κι επε αλαφρωμνος πιθνοντας το πλο.
 -"Εναι ντρας".
 -"Εναι αντρκια ντυμνη· οι σκλοι την εγνρισαν. Χτπα".
     Δεν υπκουσε, γιατ δεν θελε να πιστψει.
 -"Εναι αντρκια ντυμνη" του ματειπε ανυπμονα. "Την εδα να κατεβανει" .Και με τα λγια τοτα του απσβησε κθε ελπδα. Ο Κορκουπος εκατλαβε μσα του, πως μελλμενο του τουν να γνει φονις· κι η σκψη τοτη ταν τρομερ τσο για τον καλν νθρωπο που ενικοσε και την οργ και τη θλψη του. Εκενη ως τσο εμκραινε κι τουν τοιμη να πρει το γρισμα του δρμου.
 -"Τι προσμνεις; Μας φυγε. Αυτ εναι", του ‘πε με βραχν φων ο Θοδσης· "μας εντροπισατε". Κι καμε να του αρπξει το ντουφκι.
 -"Εσ δε θα τη σκοτσεις!" Κι εφναξε αποφασισμνος· "Γυνακα, στσου· ειδεμ…" Μα εκενη εβλθη να τρχει σο εδνοτουν, και μα στιγμ την χασαν απ μπρος τους.
 -"Εδες, εδες· φεγει η τιμη" επε ο Θοδσης. Κι εριχτκαν με μιας και οι δο κατπι της, και οι σκλοι την εκυνγησαν αλυχτντας.
Αφο επροσπρασαν το γρισμα, την εδαν πλι σιμ τους. Κι ο Κορκουπος οργισμνος τρα της εφναξε·
 -"Στσου, στσου", εν ο λλος του ‘λεγε*
 -"Τρβα της· τλειωνε!"
     Μα ο Κορκουπος δεν κουε τποτις· θελε τρα να μθει, τη ντροπ του απ το στμα της· και, χωρς να σταθον, την εξτρεξε ολγυρα και την επρφτασε τλος προς τα μπα του χωριο, και την δραξε απ τα μαλλι και την βαλε κτου. Εκενη ριξε ψιλ φων.
 -"χι εδ" του ‘πε ο Θοδσης, "θα ξυπνσει ο κσμος. Δος μου το τουφκι να μη βρεθε στα χρια σου." Κι ο Κορκουπος υπκουσε· του απφησε το πλο· και σκωσε την τρομαγμνη γυνακα στα δυο χρια και την συρε στο σπτι. νοιξε η δια, γιατ εχε τα κλειδι, με κραν καρδι· και το αντργυνο εμπκαν μσα μοναχο τους· αυτς κλεισε με βια την πρτα. μειναν για μια στιγμ χωρς φως, κι εφοβηθκαν κι οι δο τους. Καθς μως τουν μαθημνη βαλε προσανμματα στη στια που εκρουφκαιγε στην ογνστρα10, και με μιας λαμψε το σπτι.
     Το πρσωπο του Κορκουπου ταν συγνεφιασμνο· βλποντς τον ελγωσε11 η γυνακα κι εκθισε χμου. Εφαιντουν μικρ στ’ αντρκια φορματα που μολογοσαν το γκλημ της· και κοιτζοντς την τον επαραπρε η χολ, τα φρνα του εσκοτιστκαν, μια στιγμ ακμα ετσπασε, κι στερα με βαθν ανασασμ της επε:
 -"Ττοια ρα, αντρκια ντυμνη, στους ρμονες. Σκλα πο σουν;"
     Εκενη λγο. Ττες επρε τη μεγλην απφαση. Ανατρχιασε· εξταζε με το μτι λο το σπτι ζητντας· και του παρουσιστη στην ψη νας κπιδας12 που τον δραξε αμσως. Ευρθη σιμ της και της λεγε φοβερζοντας·
 -"Πο σουν; πο σουν;"
Κι σο εκενη απ τρομρα κι λεγχος δεν αποκρεντουν, τσο η χολ του επρσευε, τσο την ετυραγνοσε· κι εκατλαβε η τυχη πως ταν τρα το τλος της,
 -"λεος, λεος" επε· "αμαρτωλ εμαι·" μα εμαι γκυα· δικ σου εναι το παιδ, μα το Θε!
     μεινε ο Κορκουπος· εγνη κτρινος· ο λγος της τον εξαρμτωνε. Η στια εχε πσει, εκενη κλαιγε θερμ· ξω εξημρωνε. Κι ο Θοδσης που ‘χε παραμονψει, εχτπησε μ’ ορμ βαρι την πρτα· κι επε·
 -"Ακμα; ακμα;"

     Και σαν απντηση ακουστκαν φωνς απ μσα.
 -"λεος, λεος, το παιδ σου. Απνθρωπε, με σκτωσες!" και δυνατ σο εδυντουν! "Βοθεια, βοθεια! Α!"

     Κι στερα κρα σιωπ.
     Ττες μως ανοχτηκαν τ’ λλα σπτια, κι εβγκαν οι γειτνοι ντυτοι, ανταριασμνοι κι εσυναχτκαν μπρος στου Κορκουπου το σπτι, ντρες, παιδι, ρωτντας τι τρχει· κι εφοκραστκαν το πνιμνο ρουχαλητ που βγαινε τρα απ’ μσα.
     Ο Θοδσης τους αποκρθη:
 -"Την εσκτωσε".

       Λεξιλγιο

[1] ζιφταρι = ξλινο πιεστριο λαδιο και κρασιο
[2] λιστα = τα στερε απβλητα του ελαιουργεου
[3] σεγκονι = χοντρ, μλλινο πανωφρι
[4] πλατοβρκι = η βρκα
[5] κουνδι = κουνβι
[6] αλλγι = η αλλαγ της βρδιας
[7] ανβλεμμα = εμφνιση
[8] τρφος = χαντκι, λκκος πετρδης και βαθς
[9] ρβολο = ο κατφορος/ανφορος
[10] ογνστρα = η γωνι που εναι η φωτι, λγεται επσης και αγουνστρα
[11] λιγνω –ομαι = πρκληση λιποθυμας απ αηδα
[12] κπιδας = μαχαρι

                                             Πστομα

ταν στερα απ την αναρχα πο'χεν ανταρισει τον τπο δνοντας εις λα τα κακ στοιχεα το ελετερο να πρξουν κθε λογς ανομα, η τξη εχε πλε στερεωθε, κ' εχε δοθε αμνηστα στους κακοργους, ττες επστρεφαν τοτοι απ' τα βουν κι απ τα ξνα στα σπτια τους, κι ανμεσα στους λλους που ξαναρχνταν, εγριζε στο χωρι του κι ο Μαγουλαδτης Αντνης Κουκουλιτης.
Ετουν ττες ς σαρντα χρονν, κοντς, μαυριδερνς, μ' μορφα πυκν σγουρ γνια και με σγουρτατα μαρα μαλλι. Το πρσωπ του εχε χρη και το βλμμα του ετουν χαδευτικ και μερο αγκαλ κι αντφεγγε με πρσινες αναλαμπς· το στμα του μως ετουν μικρτατο και κοντ δχως χελια.
Ο νθρωπος τοτος, πριν ακμα ρεμπελψουν ο κσμος, εχε παντρευτε. Κι ταν πρε των βουνν το δρμο, για το φβο της εξουσας, φηκε τη γυνακα του μνη στο σπτι και τοτη δεν του εστθη πιστ, αλλ με λλον (νομζοντας σως πως ο Κουκουλιτης ετουν σκοτωμνος αλλις πεθαμνος) εχε πισει ρωτα κι απ' τον ρωτα τοτον εχε γεννηθε παιδ που ξαινεν ωστσο χαριτωμνα και που η γυνακα περσ αγαποσε.
Εγριζε λοιπν ο ληστς στο χωρι του την ρα που βφουν τα νερ. Κ' εμπκε ξφνως σπτι του χωρς κανες να το προσμνει, εμπκε σα θανατικ, αναπντεχα τλεια, κ' εκατατρμαξεν η τυχη γυνακα, ετρμαξε τσο, που, παρνοντας το ξανθ της παιδ στην αγκαλι, τ'σφιγγε στα στθια της τρεμμενη, τοιμη να λιγοθυμσει και χωρς να δναται να προφρει λξη καμα.
Αλλ ο Κουκουλιτης πικρ χαμογελντας τς επε:
"Μη φοβσαι γυνακα. Δε σου κνω καννα κακ, αγκαλ και σου πρπουν. Εναι το παιδ τοτο δικ σου; Ναι; Μα χι δικ μου! Με ποιον, λγε, τ'χεις κμει;"
Τ' αποκρθη εκενη λουχτουκιντας.
"Αντνη, τποτε δε μπορ να σου κροψω. Το φτασμα μου εναι μεγλο. Μα, το ξρω, κ' η εγδκησ σου θ'ναι μεγλη· κ' εγ, αδνατο μρος, και το νπιο τοτο, που απ το φβο τρμει, δε δυνμαστε να σ' αντρειευτομε. Κοτα πς η τρομρα με κλονζει καθς σε τηρ. Κμε απ με ,τι θλεις, μα λυπσου το τυχο πλσμα που δεν χει προστασα."
Καθς εμιλοσεν η γυνακα εσκοτενιαζεν η ψη του αλλ δεν την αντκοβγε. Ετσπασε λγο κ' πειτα της επε:
"Γυνακα κακ! Δεν ρωτ τρα ουδ συμβουλ σου, ουδ σε λυπομαι, ουδ το λυπομαι. Τ' νομα εκεινο θλω. Εσ δε θα σε πειρξω. Δε μολογς το; θα το μθω· το χωρι λο γνωρζει με ποιον εζοσες και ττες θα θυσισω και τους τρεις σας, θα πλνω τη ντροπ πχω λβει απ σας, πλσματα τιμα!"
Εμολησε. Κι ο Κουκουλιτης εβγκε αμσως. Κι αφο στερα απ ρα ξαναμπκε στο σπτι, εβρκε τη γυνακα στον διο τπον ασλευτη με τ' αποκοιμισμνο τκνο στην αγκλη· τον αναντρνιζε. Μα αυτς εξαπλθη κατ γης και σα χορττος εκοιμθη πνον βαθν ς το ξημρωμα.
Την λλην ημραν αφο εξπνησαν της επε.
"Θα πμε στα χτματ μας να ιδ μη και κενα μο'χουν αρπξει, καθς μο'χε πρει και σε ο σκοτωμνος."
"Τον σκτωσες!"
Την ημραν εκενην ο λιος δεν εφνη στην Ανατολ γιατ ο ουρανς ετουν γνφια γιομτος και το φως μετ βις επλθαινε.
Κι ο Κουκουλιτης βνοντας φτιρι και τσαπ στον μο εδιταξε τη γυνακα να τον ακολουθσει μαζ με το παιδ της, κ' τσι εβγκαν κ' οι τρεις απ το σπτι.
Και φτνοντας εις το χωρφι που ετουν πολ νοτερ ακμα απ την πρωτυτερν βροχ, ο ληστς εβλθη να σκψει λκκο.
Δεν επρφερνε λξη και το πρσωπ του ετουν χλωμ και ο δρος, που βρεχε το μτωπ του, βγαινε κρος. Το σταχτ φως που πεφτε απ τον ουραν εχρωμτιζε παρξενα τον τπο· το χινπωρο την αυγν εκενην λεγεν λη του τη θλψη. Η γυνακα εκοταζε περεργη κι ανσυχη και το παιδκι επαιγνιδοσε με τα γουλι και με τα χματα που ανσκαφτεν ο κακοργος. Κ' εφνη για μια στιγμν ο λιος κ' εχρσωσε τα ξανθ μαλλι του νηπου που αγγελικ χαμογελοσε.
Κι ωστσο ο λκκος ετουν τοιμος, κι ο Κουκουλιτης, ακουμπντας στο φτυρι, επε της γυναικς του:
"Βλ'το πστομα μσα".

Ποηση: Σοννττα:

                        Σοννττο 5

Το σπνιο μπλβο ρδο που μπροστ σου
Στην ερμι, μες στ' αγκθια του κλεισμνο
Το εδες, φαιντουν να σου λει: «Προσμνω
Τ' σπρο σου χρι να με κψει. Στσου!»

Το τραξες, κυρ, κι ολγυρ σου
Τ' χραντο βλμμα ρχνεις το βλοημνο
Κι λο τον κμπο βλπεις ανθισμνο
Γενν λουλοδια η γη για τη χαρ σου

Και παρνεις απ τοτα και τ' αφνεις,

Γιατ φοβσαι μπως σ' αγκυλσει
Μονχα ακμη μια ματι το δνεις

Πνος αψς μπορε να σε λιγσει

Πρα στο λγγο η ροδαρι εξερθη:
Καημνο μπλβο ρδο που εμαρθη!

                Σοννττο 18

Στης ζως το στεν μονοπτι
που το φρζουν τ’ αγκθια κι οι τριβλοι
φησε ομπρς σου να περσουν λοι
και μοναχς, ωμ, πικρ περπτει.

Και κνε τπο εσ κθε διαβτη
που τρχει βιαστικ και δχως σκλη
στης ευτυχας το πλνο περιβλι
να φτσει και στ’ ολχρυσο παλτι.

Μη βαργομς γι’ αυτ και μη λυπεσαι

λα, χαρς και πθη ο χρος σβνει
κι σο μπορες λησμονημνος ζσε

κι ας λαχταρς μονχα τη γαλνη

κατκοπος απ’ το γριο το δρολπι
πχει σηκσει στην καρδι σου η αγπη.

                Σοννττο 22

Τσες φορς ομπρς σου σαν καλμι
λος τρμω, κυρ, ταν σ' ανταμνω,
Και τρχει απ το μτι μου ποτμι
Το δκρυ αψ μ' να σου βλμμα μνο.

Κι η ψυχ μου δεν ξρει τ να κμει
Τι ττες δεν γρικ κανναν πνο
Και δεν την φλγει ο πθος της να δρμει
Σιμ σου, αλλ με κνει τσι να λινω,

Γιατ απ αγπη ανγνωρη, αχ! φοβται

Η δλια· σε χαρς δεν χει μθει
Και της ζως τα περασμνα πθη

Τες πκρες, τους καημος, κρυφοθυμται·

Σαν στη λρα αν σημνει μια χορδ της
Κι λλες βογγνε, οι αρμονικς, μαζ της.

                   Σοννττο 28

Σα χρβαλο η ψυχ μου εναι ρημδι
Που σε μια του γωνι φτωχ καλβι
στησε χερομχος σε λιβδι
Χρσο: μα ο χαλασμς ω πς με θλβει!

Κι εμαι ο φτωχς, κυρ, που απ' το σκοτδι
Και μσα απ τον λγγο που με κρβει
Θωρ του παλατιο σου κθε βρδυ
Το φως και ω πση λπη με συντρβει!

Τι ο νους μου βζει πως ποτ οτε μα

Ματι στο χρηστο ερεπιο δε θα ρξεις,
Κι οτε τη σπια πρτα δε θ' ανοξεις

Να ιδες πς αγρυπν στην ερημα

Στη μαρη στενοχρια που με κνει
Τον πνο μου να λω για να γλυκνει.

                    Σοννττο 69

Εναι στιγμς που την καρδι μο ανογει
Πικρ, βαρ, θανατερ μαρζι
Μεσνυχτου σκοτδι την αδρζει
Κι η ζοφερ μαυρλα λω την πνγει

Κι ξω ευλογα Θεο! στο φως τυλγει
Τα πντα ο λιος και θερμ αγκαλιζει
Τη γη που απ' τα φιλι του αναγαλλιζει
Και στη χαρ της χρη η γλκα σμγει

Να βρ ησυχα στου χρου την αγκλη

Ο πθος φλογερς με σπρχνει.
Κι η γλυκει σου η λαλι και τ' αργυρ σου

Το γλιο που τ' ακον μαζ μου κι λλοι

Κι η αγγελικ ματι σου που με διχνει
Μου λν νομζω σπλαχνικ: νεκρσου.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers