-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

: ...

    Μεταξὺ ὅλων τῶν ἐπαγγελμτων, εἰς ὅλον τὸ Γνος,
                               περνᾶ ἐξχως τὸ ἐπγγελμα τῆς θρησκεας,
καθὼς καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ.
                                                     Αλξανδρος Παπαδιαμντης
 Βιογραφικ

     νας απ τους σημαντικτερους λληνες λογοτχνες, γνωστς κι ως "ο γιος των ελληνικν γραμμτων", "ο κοσμοκαλγερος", κατ το βιογρφο του Μιχλη Περνθη κι "η κορυφ των κορυφν" κατ τον Καβφη. γραψε μυθιστορματα, κυρως διηγματα, ποιματα, μεταφρσεις, κριτικ δοκμια κι ρθρα σε τσες εφημερδες που συνεργστηκε τσα χρνια, και που κατχουν περοπτη θση στη νεοελληνικ λογοτεχνα.
     Ο Αλξανδρος Εμμανουλ, πως τανε το κανονικ του νομα, γεννθηκε στη Σκιθο στις 4 Μρτη 1851 κι ταν γιος του ιερα Αδαμντιου Εμμανουλ (εξ ου και το ψευδνυμο, απ τ' νομα του πατρα του και το επγγελμ του Παπα -Διαμαντς) και της Γκουλις (Αγγελικς) κρης του Αλεξ. Μωρατδη. Ἡ οἰκογνει του ἦταν, ὅπως συνβαινε συνθως τὴν ἐποχὴ ἐκενη, πολτεκνη. Ἡ σειρὰ τῶν παιδιῶν ἦταν ἡ ἑξῆς: Ἐμμανουὴλ (πθανε σὲ νεανικὴ ἡλικα), Οὐρανα, Χαρκλεια, Ἀλξανδρος, Σοφολα, Γεργιος καὶ Κυρατσολα. Ὁ πατρας του, γνος ναυτικῆς οἰκογνειας, ἦταν ἱερας τοῦ νησιοῦ, στὸ ὁποῖο ἐπικρατοῦσε ἤδη ἀπὸ τὸν 18ο αἰ. ἡ ἐκκλησιαστικὴ παρδοση τῶν "Κολλυβδων"*. Ἡ μητρα του καταγταν ἀπὸ ἀρχοντικὴ οἰκογνεια τοῦ Μυστρᾶ, που ἐγκαταστθηκε στη Σκιθο πρὸς τὸ τλος τοῦ 18ου αἰ. Εξοικειθηκε νωρς με τα εκκλησιαστικ πργματα, τη θρησκεα, τα ξωκλσια κι συχη ζω νησιτικου περγυρου. λ' αυτ διαμορφσαν χριστιανικ ιδιοσυγκρασα, που διατρησε ως το τλος της ζως του.
_________________________
  * Κολλυβδες ταν μλη ενς κινματος εντς της Ανατολικς Ορθδοξης Εκκλησας που ξεκνησε το 2o μισ του 18ου αι. στο Αγον ρος κι αγωνστηκε για την αποκατσταση των παραδοσιακν πρακτικν σε αντθεση με αδικαιολγητες καινοτομες και που μετατρπηκε απροσδκητα σε κνημα πνευματικς αναγννησης. Υπρξαν ο αντποδας των ευρωπαστν, δηλαδ των επηρεασμνων απ τις αρχς του Διαφωτισμο και του Εγκυκλοπαιδισμο. Τ' νομα προρχεται απ' τα κλλυβα που χρησιμοποιονται για τη τλεση των μνημοσνων. Οι υποστηρικτς του ταν Αθωντες μοναχο που 'ταν αυστηρ προσκολλημνοι στην Ιερ Παρδοση κι επμεναν τι τα μνημσυνα δεν πρπει να τελονται Κυριακς, γιατ αυτ εναι μρα της Αναστσεως του Κυρου, αλλ Σββατα, που 'ναι συνθης μρα να τιμται η μνμη των νεκρν. ταν επσης υπρ της συχνς λψης της Θεας Κοινωνας κι εξασκοσαν την αδικοπη προσευχ της καρδις. Οι ροι "Κολλυβδες", "Κολλυβιστα" και "Σαββατιανο" αρχικ χρησιμοποιονταν σαρκαστικ ως προσβολς, ωστσο με τη προδο του χρνου γιναν ττλος τιμς. Επικεφαλς τους ο Νεφυτος Καυσοκαλυβτης (1713 -1784), ο γιος Μακριος Νοταρς (1731 -1805), ο γιος Νικδημος ο Αγιορετης (1749 -1809) κι ο γιος Αθανσιος ο Πριος (1722 - 1813).
___________________


                               Ο πατρας του, Διαμαντς Εμμανουλ

     Τα πρτα γρμματα τα μαθε στο νησ του ο μικρὸς Ἀλξανδρος, στὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο τῆς Σκιθου (1856 -60), ὅπου φρεται ἐγγεγραμμνος σαν Ἀλξανδρος Παπὰ Διαμντης, στὸ Ἑλληνικὸ Σχολεῖο Σκιθου (1860 -62), σαν Ἀλξανδρος Παπὰ Ἀδαμαντου και στὸ Σχολαρχεῖο Σκοπλου (στὴν Γ' τξη, κατὰ τὸ σχολικὸ ἔτος 1865 -1866), σαν Ἀλξανδρος Ἀδαμαντου ἱερως. Στο σχολικὸ ἔτος 1867 -68 ἐγγρφεται στὴν Α' τξη τοῦ Γυμνασου Χαλκδας, σαν Ἀλξανδρος Ἀδαμαντιδης. Στη διρκεια τοῦ ἑπμενου σχολικοῦ ἔτους ἔρχεται σὲ σγκρουση μὲ τὸν καθηγητὴ τῶν Θρησκευτικῶν, πους τοῦ φαιντανε πολ... αγρμματος κὶ ἐγκαταλεπει τὴ φοτηση στὴ μση της χρονιᾶς. Τον Σεπτμβρη τοῦ 1869, δνει ἐξετσεις, παρνει τὸ ἐνδεικτικ της Β' τξης ἀπὸ τὴ Χαλκδα καὶ τον Ὀκτβρη ἐγγρφεται στὴ Γ' τξη τοῦ Γυμνασου Πειραιῶς. Τλη Γενρη 1870 διακπτει τὴ φοτησ του εκε κι ἐπιστρφει Σκιθο. Ἕνα τος μετ βρσκεται στὴν Ἀθνα μὲ συστατικὲς ἐπιστολὲς τοῦ ἡγουμνου τῆς μονῆς Εὐαγγελιστρας Σκιθου Δαμιανοῦ πρὸς τὸν πρωθυπουργὸ Ἀλξανδρο Κουμουνδοῦρο καὶ τὸν ὑπλληλο τοῦ ὑπουργεου Παιδεας Βαλαβνη. Ὡστσο δὲν μπορεῖ ἢ μᾶλλον δὲ θλει νὰ τοὺς συναντσει. Τὸν Ἰολιο τοῦ ἑπμενου ἔτους πραγματοποιεῖ ταξδι στὸ Ἅγιο Ὅρος, ὅπου, φιλοξενομενος τοῦ μοναχοῦ Νφωνα τῆς Μονῆς Δοχειαρου, συμπατριτη καὶ πιστοῦ φλου του, παρμεινε μερικοὺς μῆνες "χριν προσκυνσεως" κι ολοκλρωσε τη (χαμνη) κωμωδα, Ο Διοπτροφρος κι να ποημα αφιερωμνο στη μητρα του.. 
     Το 1872 επισκφθηκε λοιπν το γιον ρος μαζ με τον φλο του Νικλαο Διανλο και παρμεινε 8 μνες ως δκιμος μοναχς. Μη θεωρντας τον εαυτ του ξιο να φρει το αγγελικ σχμα, επστρεψε στην Αθνα 26 Σεπτμβρη 1873 μσῳ Χαλκδας. Δνει μὲ ἐπιτυχα κατατακτριες ἐξετσεις καὶ ἐγγρφεται στὴ Δ' τξη τοῦ Βαρβακεου Λυκεου. Φοιτᾶ στὸ Βαρβκειο, ἐνῶ ταυτχρονα παραδδει και κποια ἰδιατερα μαθματα, γιὰ νὰ ἐνισχει τὰ πενιχρὰ οἰκονομικ του. Στὶς 16 Σεπτμβρη 1874 πῆρε τὸ ἀπολυτριο τοῦ Βαρβακεου μὲ βαθμὸ "σχεδὸν καλῶς" 3 (μὲ ἄριστα τὸ 6) και με τ' ὄνομα Ἀλξανδρος Παπαδαμαντου. Στὶς 25 Σεπτμβρη τοῦ ἴδιου ἔτους, ἀφοῦ ἀμφιταλαντετηκε ἀνμεσα στὴ Θεολογα καὶ τὴ Φιλολογα, γρφτηκε στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημου Ἀθηνῶν, ὅπου ἤδη φοιτοῦσαν τὰ ξαδλφια του Ἀλξανδρος Μωρατδης καὶ Σωτρης Οἰκονμου, τανε συμφοιτητς με τον Γ. Βιζυην, εν στους καθηγητς του ταν ο Στφανος Κουμανοδης. Αντθετα μ' αὐτος, δὲ θὰ τη τελεισει ποτὲ, πργμα που στοχισε στον πατρα του, (εξακολουθοσε μως να προφασζεται συνχιση των σπουδν του στην οικογνει του για αποφυγ της επιστροφς του στη Σκιθο και της στρτευσς του) που τον περμενε να γυρσει καθηγητς στο νησ και να βοηθσει τις 4 αδελφς του. Οι 3 απ' αυτς παρμειναν ανπαντρες και του παραστθηκαν με αφοσωση σ' λες τις δσκολες στιγμς του -πως ταν π.χ., απογοητευμνος απ τη ζω της Αθνας, αναζητοσε καταφγιο στη Σκιθο. Ωστσο, επειδ οι οικονομικς του ανγκες ταν πολλς, σντομα αναγκαζταν να επιστρψει στην Αθνα. Το 1877 δημοσευσε αννυμα σειρ ρθρων στην Εφημερδα με ττλους Η εβδομς των Αγων Παθν και Το γιον Πσχα, στρατετηκε για σντομο διστημα, διτι πρε αναστολ ως σπουδαστς, και κλθηκε ξαν στον στρατ το 1880 -1881.


                                    Η αδελφ του, Χαρκλεια

    Μνει στὴν Ἀθνα καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐξασφαλσει τὰ πρὸς τὸ ζῆν κυρως μὲ φροντιστριο μαθητῶν. Το 1881 δημοσευσε το ποημα Δησις (Ερνισμα εκ των ψαλμν) στο περιοδικ Σωτρ, εγκαινιζοντας την επσημη πλον παρουσα του στα γρμματα με τ' νομα Αλξανδρος Παπαδιαμντης. Παρλληλα ἔχει διαρκῶς τὴν ἔγνοια γιὰ τὴν οἰκογνει του κι ἐνεργεῖ γιὰ νὰ διευθετσει ὑποθσεις τοῦ πατρα καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἀπὸ τὸ 1876 ἀρχζει νὰ δημοσιεει ἀνωνμως ἐπκαιρα θρησκευτικὰ ἄρθρα στὴν Ἐφημερς. Συχνζει στὸ βιβλιοπωλεῖο τοῦ Σπ. Κουσουλνου κι ἀρχζει νὰ γνωρζεται μὲ δημοσιογρφους καὶ λογοτχνες τῆς ἐποχῆς. Ἀπὸ τὸ Σεπτμβρη τοῦ 1879 μχρι το Γενρη τοῦ 1880 δημοσιεει, μ προτροπὴ και σσταση τοῦ Βλσση Γαβριηλδη, τὸ 1ο μυθιστρημα Ἡ Μετανστις στον Νεολγο στη Πλη. Ὑπηρετεῖ στὸ στρατὸ ἀπὸ Σεπτμβρη 1880 μχρι Ιονιο 1881. Ἀπὸ τὸ 1882 ἀρχζει νὰ ἐργζεται ὡς μεταφραστὴς στὴν Ἐφημερδα τοῦ Δ. Κορομηλᾶ. Τα οικονομικ του προβλματα ρχισαν να υποχωρον κι τσι ανακονωσε και στην οικογνεια τη συγγραφικ του δραστηριτητα. Ἀπὸ ττε καὶ μχρι τλους τῆς ζωῆς του ἡ μετφραση ἄρθρων γιὰ λογαριασμὸ ἐφημερδων καὶ περιοδικῶν τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ βιβλων, ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ καὶ τὰ γαλλικ, ἀποτελεῖ τὴ βασικὴ πηγὴ βιοπορισμοῦ του. Μεταξὺ Νομβρη 1882 καὶ Φλεβρη 1883 δημοσιεεται στὸ περιοδικὸ Μὴ Χνεσαι το μυθιστρημ του Οι μποροι Των Εθνν, μὲ τὸ ψευδνυμο Μπομ, ἐνῶ ἀπὸ Ἀπρλη μχρι Ὀκτβρη τοῦ 1884, στὴν Ἀκρπολη δημοσιεεται τὸ 3ο του μυθιστρημα, Ἡ Γυφτοπολα και στο περιοδικ Εστα (Χρστος Μηλινης, 1885).
     Απ τη στιγμ που γρφτηκε στο Πανεπιστμιο ρχισε να δημοσιογραφε και να κνει μεταφρσεις απ τα Γαλλικ κι Αγγλικ, γλσσες που εχε μθει σε βθος και που λγοι τις γνριζαν τσο καλ στην εποχ του. Οι απολαβς του μως ταν πενιχρς κι αναγκαζταν να ζει σε φτωχικ δωμτια, ντας πντα ολιγαρκς και λιτοδαιτος. Γρφει το πρτο λυρικ του ποημα για τη μητρα του. Το 1879 δημοσιεει το μυθιστρημα Η Μετανστις στην εφημερδα Νεολγος. Το 1882 ρχισε να δημοσιεει το μυθιστρημ του Οι μποροι Των Εθνν στην εφημερδα Μη Χνεσαι, εν παρλληλα συνχισε να εργζεται σαν μεταφραστς. Η θση του βελτιθηκε κπως, ταν γνωρστηκε με τον προοδευτικ δημοσιογρφο κι εκδτη Βλση Γαβριηλδη, που δρυσε την περφημη για την εποχ της εφημερδα Ακρπολη. Ακολοθησαν δυο χρνια σιωπς του (οι πληροφορες αναφρουν συγκατοκησ του με τον μοναχ Νφωνα που εχε ττε εγκαταλεψει το γιο ρος) ως το 1887, οπτε, 25 Δεκμβρη δημοσιεει να ρθρο με ττλο Χριστογεννα, με ψευδνυμο ΒΥΖΑΝΤΙΝΣ κι 26 Δεκμβρη η δημοσευση του 1ου χριστουγεννιτικου διηγματος Το Χριστψωμο και τα 2 στην Εφημερδα. Η τελευταα αυτ συνεργασα κρτησε ως το 1891 και καρπο της στθηκαν πολλ διηγματ του και λογοτεχνικς μεταφρσεις με κορυφαα κενη του ργου του Ντοστογιφσκι: γκλημα & Τμωρα.


     Ἐγεννθην ἐν Σκιθῳ τῇ 4ῃ Μαρτου 1851. Ἐβγῆκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μνον τῷ 1867 ἐστλην εἰς τὸ Γυμνσιον Χαλκδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α´ καὶ Β´ τξιν. Τῇ Γ´ ἐμαθτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἶτα δικοψα τὰς σπουδς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρδα. Κατὰ τὸν Ἰολιο τοῦ 1872 ἐπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χριν προσκυνσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθνας καὶ ἐφοτησα εἰς τὴν Δ´ τοῦ Βαρβακεου. Τῷ 1874 ἐνεγρφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν ὅπου ἤκουσα κατ᾿ ἐκλογὴν ὀλγα μαθματα φιλολογικ, κατ᾿ ἰδαν δὲ ἠσχολομην εἰς τὰς ξνας γλσσας. Μικρὸς ἐζωγρφιζα Ἅγους, εἶτα ἔγραφα στχους, κι ἐδοκμαζα νἀ συντξω κωμωδας. Τῷ 1868 ἐπεχερησα νὰ γρψω μυθιστρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεθη ἡ «Μετανστις» ἔργον μου, εἰς τὸν «Νεολγον» Κωνσταντινουπλεως. Τῷ 1881 ἓν θρησκευτικὸν ποιημτιον εἰς τὸ περιοδικὸν «Σωτῆρα». Τῷ 1882 ἐδημοσιεθησαν «Οἱ Ἔμποροι Τῶν Εθνῶν» εἰς τὸ «Μὴ χνεσαι». Ἀργτερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγματα, δημοσιευθντα εἰς διφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερδες.
      Βιογραφικ που 'στειλε στον Βλαχογιννη που το ζτησε για την Εστα.

     Το 1891 επιχερησε χωρς επιτυχα να πραγματοποισει κδοση επιλογς των διηγημτων του με ττλο Θαλασσιν Ειδλλια (2η προσπθει του το 1902 απτυχε επσης).. Εχε προηγηθε μια κδοση διηγημτων του μαζ με ργα των Α.Μωρατδη κι Α.Σπηλιωτπουλου απ τον Γαβριηλδη (1890) καθς και το ρθρο του Παλαμ για τον Παπαδιαμντη στη Τχνη (1889). Το 1895 πθανε ο πατρας του κι απ ττε, επιφορτζεται με την οικονομικ φροντδα της οικογνεις του. Στα 1902 -04 μεινε στη γεντειρ του κι αφοσιθηκε στη μετφραση των ργων History of the Greek Revolution του Thomas Gordon και History of the Greek Revolution του George Finlay κατ παραγγελα του Βλαχογιννη που η φιλα τους μετρ απ το 1901. Απ τη Σκιθο συνχισε να στλνει ργα του στα αθηνακ φλλα (το 1903 δημοσιετηκε στην Ακρπολη η Φνισσα). Το 1904 επστρεψε στην Αθνα. Εχε προηγηθε νευρικς κλονισμς του αδερφο του Γιργη κι ακολοθησε ο θνατς του το 1905.
     Η ζω του μως δεν λλαξε. Αν κι η αμοιβ του απ την εργασα του στην Ακρπολη ταν υπρογκη (παιρνε 200 και 250 δραχμς το μνα), εν κρδιζε αρκετ και απ τις -περιζτητες - συνεργασες του με λλες εφημερδες και περιοδικ, η οικονομικ του κατσταση στθηκε για πντα η αδνατη πλευρ του. τανε σπταλος κι ανοργνωτος σον αφορ τη διαχεριση των χρημτων του. ταν παιρνε το μισθ του, πλρωνε τα χρη του στη ταβρνα του Κεχριμνη στου Ψυρρ (που τρωγε 27 ολκληρα χρνια), δινε το νοκι, στελνε στη Σκιθο, μοραζε στους φτωχος, σπαταλοσε χωρς σκψη για την αυριαν μρα. Κι τσι μενε πντα φτωχς και στενοχωρημνος, χωρς να μπορε να αγορσει ακμη και τα στοιχειδη, ακμα και ροχα. Δεν μποροσε να περιποιηθε τον εαυτ του κι η μεγλη ανεμελι του, συνοδευμνη απ κποια φυσικ ραθυμα και νωθρτητα, με μια πλρη αδιαφορα για τα βιοτικ, τονε κρατοσε σε κατσταση αθλιτητας. πλυτος, απεριποητος, σχεδν κουρελς, εν μποροσε να ζει με αξιοπρπεια, γιατ ταν λιττατος κι ασκητικς, σκορποσε τα λεφτ του και μνο κθε πρωτομηνι εχε χρματα στην τσπη του.


                                    Η αδερφ του Σοφολα

     "Κατ' κενην την μραν συνβη να εμαι πλοσιος..." χει γρψει στο διγημ του 'Πατρα Στο Σπτι. Ενδεικτικ της σχσης του με τα χρματα εναι το περιστατικ που αναφρει ο Νιρβνας: ταν ξεκνησε τη συνεργασα του με την εφημερδα Το στυ, ο διευθυντς του προσφερε μισθ 150 δραχμς. Η απντηση του Παπαδιαμντη ταν: "Πολλς εναι 150. Με φτνουν 100". Η βασανισμνη αυτ ζω, η εντατικ εργασα, το ξενχτι και προπντων το ποτ, που σιγ -σιγ του γινε πθος, καθς και το τσιγρο κι η καθημεριν υπερβολικ κοραση, κατστρεψαν την υγεα του και τον φεραν πρωρα στο θνατο. Εξακολοθησε τη συγγραφικ του δραστηριτητα (παρ τη κακ κατσταση υγεας), χωρς ποτ να δει κδοση των ργων του και το 1906 ο Βλαχογιννης τον πηγανει στο φιλολογικ καφενεο της Δεξαμενς. Ως ττε απφευγε τους λγιους κκλους, λγω της οικονομικς του ανχειας, του φρτου εργασας του αλλ και της μοναχικς φσης του και προτιμοσε να συχνζει σε λακς αθηνακς συνοικες να ψλνει στην εκκλησα του Προφτη Ελισσαου στο Μοναστηρκι με τον ξδερφ του Αλξανδρο Μωρατδη. Στη Δεξαμεν φωτογραφθηκε (για 1η φορ στη ζω του) απ τον Νιρβνα και η ιστορικ πλον φωτογραφα του δημοσιετηκε ολοσλιδη συνοδεα εκτενος ρθρου για το πρσωπ του απ το Νιρβνα στα Παναθναια.
     Παρ' λο που γενικ στη ζω του φαινταν απλησαστος, παρ' λο που του ρεσε η μοναξι κι η απομνωση και δεν πιανε εκολα φιλες, στο περιοδικ Να Εστα (Χριστογεννα 1940) διαβζουμε για κενους που πλησαζε και φανρωνε τον πλοσιο εσωτερικ του κσμο. Ελχιστοι ταν οι φλοι του, πως ο συγγραφας κι ερευνητς Γιννης Βλαχογιννης, ο ποιητς Μαλακσης κι νας -δυο λλοι. Ακμα και προς το Βλσση Γαβριηλδη, που του στθηκε ως πατρας και τον ενθρρυνε και τον βοηθοσε πντα σε κθε δσκολη στιγμ, δεν δειξε την αγπη, που σως, θα πρεπε να δεξει. Του ρεσε να ζει στον κλειστ εσωτερικ του κσμο και να ζητ πνευματικ ανακοφιση ζωγραφζοντας τις αναμνσεις του στα ποιματ του και στον ποιητικτατο πεζ του λγο, στα διφορα διηγματ του, που τα περισστερα ξαναζωντανεουν τους παλιος θρλους του νησιο του. Αυτς ο περεργος κι απκοσμος τρπος ζως, με τη παρλληλη προσλωσ του στη θρησκεα τον κανε να μοιζει με κοσμοκαλγερο. Συνθιζε να ψλλει στο Να του Αγου Ελισσαου (ὁ ὁποῖος μὲ ἐνργειες τῆς Ἑταιρεας Παπαδιαμαντικῶν Σπουδῶν ἔχει ἀναστυλωθεῖ ἀπὸ τὸ 2004 καὶ στὸν ὁποῖο ἡ Ἑταιρεα τελεῖ κθε μνα ἀγρυπνα) ως δεξις ψλτης, εν στον διο να, ψαλλε ως αριστερς ψλτης ο ξδελφς του και συγγραφας Αλξανδρος Μωρατδης κι εφημριος ταν ο παπα -Νικλας Πλανς (στις μρες μας ανακηρυγμνος γιος).


        Αυτ τη φωτογραφα τον πεισε να τη τραβξει ο Π. Νιρβνας

     Η ζω του Παπαδιαμντη μρα με τη μρα γινταν δυσκολτερη. Η φτχεια, το ποτ κι η ασυλλγιστη απλοχερι του γναν αιτα να φτσει σε απελπιστικ κατσταση, εν παρλληλα χειροτρευε κι η υγεα του. Κποιοι φλοι του (μεταξ των οποων οι Μαλακσης, Επαμειννδας Δεληγιργης, Νιρβνας, Δημτριος Κακλαμνος, Αριστομνης Προβελγγιος) διοργνωσαν μια γιορτ στο Φιλολογικ Σλλογο Παρνασσς το 1908 για τα λογοτεχνικ 25χρον του και κατφεραν να συγκεντρσουν να χρηματικ ποσ, με σκοπ να τον βοηθσουν να βγει απ' το οικονομικ αδιξοδο, υπ τη προστασα της πριγκπισσας Μαρας Βοναπρτη. Η κατσταση της υγεας του παρουσαζε διαρκ επιδενωση, αρνθηκε να παρευρεθε στον Παρνασσ και στο τλος του διου μνα φυγε για τη Σκιθο, που μεινε ως το θνατ του, εξακολουθντας να στλνει διηγματα σε εφημερδες και περιοδικ της Αθνας. Με τα χρματ του Παρνασσο, πργματι, κατρθωσε να πληρσει τα χρη του και να αγορσει 1η φορ καινορια ροχα. Μταια ο Νιρβνας (γιατρς ο διος) προσπθησε να τον πεσει να εισαχθε στο νοσοκομεο πριν φγει. Δεν θελε να παραμενει στη πλη "της δουλοπαροικας και των πλουτοκρατν", και δεν εχε σκοπ να επιστρψει, πως ο διος γραψε. Στο νησ του εξακολοθησε να κνει τις μεταφρσεις που του 'στελνε ο Βλαχογιννης, για να 'χει κποιο προ ζως, μα στερα απ λγο τα χρια του πρηστκανε και του τανε δσκολο να γρφει. Το ημερσιο πργραμμ του περιλμβανε πολ πρωιν ξπνημα, μια βλτα στην ακρογιαλι κι στερα εκκλησα. Μαζεοντας τα ιστορικ του νησιο και τα παλι χρονικ συνθεσε τα τελευταα του διηγματα πιο ριμα και πιο ολοκληρωμνα.
     Ο Παπαδιαμντης πθανε 3 Γενρη 1911. Εκεῖ, στὸ πατρικ του σπτι, θὰ ἀφσει τὴν τελευταα του πνο, ἀφοῦ λγες ὧρες πρὶν εἶχε ψλει ὕμνο τῶν Ὡρῶν τῆς ἐπικεμενης γιορτῆς τῶν Φτων, στερα απ επιδενωση της υγεας του και πνευμονα, -μλις τη προηγομενη, εχεν αναγγελθε η βρβευσ του. Η κηδεα του τελστηκε μσα στο πνθος λων των απλν ανθρπων του νησιο και τον επικδειο εκφνησε ο Γ. Ργας. Με την εδηση του θαντου του, το πνθος γινε πανελλνιο. γιναν επσημα μνημσυνα στην Αθνα, στην Πλη, στην Αλεξνδρεια κι αλλο. Στις 22 Νομβρη 1912 τον τφο του επισκφτηκε η Μαρα Βοναπρτη και το 1925 στθηκε η προτομ του, ργο του Θ. Θωμπουλου. Ορισμνοι ποιητς συνθεσαν εγκωμιαστικ ργα (Μαλακσης, Πορφρας κ..) και τα φιλολογικ περιοδικ της εποχς εξδωσαν τιμητικ τεχη, αφιερωμνα στη μνμη του. Ο εκδοτικς οκος Φξη, λγο αργτερα, ρχισε την κδοση των ργων του, που φτασαν τους 11 τμους. Στα 1924, ο Ελευθερουδκης εξδωσε τα παντ του με αρκετ ανκδοτα διηγματα. Το 1925 πραγματοποιθηκαν τα αποκαλυπτρια της προτομς του στη Σκιθο, εν στις εφημερδες Ελεθερον Βμα και Πολιτεα δημοσιετηκαν τα τελευταα γνωστα διηγματ του. Το 1933 γναν ομιλες μπρος στη προτομ του για το ργο του, με τη παρουσα και συμμετοχ 400 Γλλων διανοομενων που επισκφθηκαν τη Σκιθο, καθς κι 150 Ελλνων λογοτεχνν κι λλων θαυμαστν του.
     Διηγματ του ρχισαν να εκδδονται στα γαλλικ και πολλο Γλλοι ελληνιστς ασχολθηκαν πλαττερα με το ργο του. Το 1936 ο Γιργος Κατσμπαλης ετομασε τη 1η βιβλιογραφα του, εν ξεκνησε απ τους λληνες λογοτχνες η συστηματικ κριτικ του ργου του, λλοτε θετικ κι λλοτε αρνητικ. Αν κι η βιβλιογραφα γρω απ τη ζω του εναι τερστια, τσο σε κταση σο και σε ποικιλα, σοβαρ κριτικ ρθρα, που να απορρουν απ μια αντικειμενικ μελτη του ργου του, δεν υπρχουν ως το 1935. "Τὴν χεῖρα σου τὴν ἀψαμνην τὴν κορυφὴν τοῦ Δεσπτου…". ταν το αγαπημνο του εκκλησιαστικ τροπρι κι αυτ επλεξε να εκτελσει η βυζαντιν χορωδα στο φιλολογικ μνημσυνο που γινε στην Αθνα το Γενρη του 1961 για τη συμπλρωση 50 χρνων απ το θνατ του. Εκενη τη βραδι, στην αθουσα του Παρνασσο μλησαν ο λογοτχνης Γεργιος Βαλτας κι ο Φτης Κντογλου για τη θρησκευτικτητα του "Αγου" των ελληνικν Γραμμτων. Στη γεντειρ του, τη Σκιθο, οι εκδηλσεις κρτησαν λο το χρνο, που εχε ονομαστε τος Παπαδιαμντη. Σμερα, η κρα του φυλσσεται στο Να Γεννσεως της Θεοτκου Σκιθου, εν ο τφος του διατηρεται στο Κοιμητρι του νησιο.


            Εδ τον ξανα πεισε να φωτογραφηθονε παρα ο Νιρβνας

     Μες στα περισστερα διηγματ του, συγγραφα κι υμνητ "του ρδινου νησιο του", γνεται συχν αναφορ στο φυσικ περιβλλον της Σκιθου, στις ρεματις, τις χαρδρες, τα υψματα, με διαφορετικ το καθνα βλστηση. Επσης αναφρεται συχν κι η θαλασσιν της διαμρφωση, με τα αμτρητα λιμανκια, τους κρφους και τους κβους, τους γκρεμος, τις σπηλις, τα νησκια, τις αμμουδις, τα ακρογιλια. Αυτς οι αλησμνητες παιδικς μνμες κυριαρχον στη σκψη του και τις κνει διηγματα, εμπλουτισμνα με τα θρησκευτικ βιματ του και με τα βσανα, τους καημος και τις μικροχαρς της σκιαθτικης φτωχολογις. Οι ρως του εναι ψαρδες, αγρτες, ιερωμνοι, μετανστες, πολυφαμελτες, εργνηδες, αναξιοπαθοσες χρες, μορφες ορφανς, αλλ και κακσχημες μγισσες και διφορες αγρτισσες. ταν δεν κανε τχνη τις παιδικς του αναμνσεις, παιρνε θματα απ τη ζω στις φτωχογειτονις της Αθνας. Το υπστρωμα συνθως εναι θρησκευτικ. Το εξωτερικ περιβλλον περιγρφεται με αληθιν λατρεα προς τη φση. Υπρχει μως και μια οξτατη ψυχολογικ περιγραφ, μια εστοχη διεσδυση στα βθη του ψυχικο κσμου των ηρων του, που κανε τση εντπωση, τσο στους μετπειτα χρνους σο και στην εποχ του, που πολλο τον παρομοασαν με τον Ντοστογιφσκι.
     Ολκερη ουσα της πεζογραφας του περικλεεται μσα σε μια φρση του: "Το π' μοι, ενσω ζω κι αναπνω κα σωφρον, δεν θα πασω να υμν μετ λατρεας τον Χριστν μου, να περιγρφω μετ' ρωτος την φσιν κα να ζωγραφ μετ στοργς τα γνσια ελληνικ θη". Στεντερα ηθογρφος στην αρχ, διερυνε με τον καιρ την ηθογραφα του και τη τεχνικ, στε να θεωρεται πως αυτς εγκαινασε τη διηγηματογραφα στην Ελλδα. Προσδωσε στο ργο του ττοια ποιτητα, που τον καθιρωσε ως πρωταγωνιστ της ελληνικς πεζογραφας. Οι εμπνεσεις του, τροφοδοτομενες απ να απθεμα μνμης, διαποτζονται απ τον ποιητικ οστρο και τη μαγεα του λγου. Οι ρως του, απλο, ταπεινο, γραφικο, βασανισμνοι, γνονται οι πυρνες των δραματικν συγκροσεν τους με τη ζω. Η καθαρεουσα, που χρησιμοποιε, σπνια γνεται δυσνητη, γιατ διαπνεται απ τον κραδασμ και τη θρμη του πλον ευσυγκνητου ανθρωπισμο. Ωστσο, σιγ -σιγ απλοποιοσε τη γλσσα, βζοντας περισστερα λακ στοιχεα, και λγο πριν το θνατ του γραψε και διηγματα στη δημοτικ. Τον διακρνει ποιητικ φος, γνιμη φαντασα και θρησκευτικ κατνυξη, η οποα τον συγκλνιζε απ την παιδικ του ηλικα. Δεν περιορζεται στην περιγραφικ γοητεα, αλλ εισχωρε στο δρμα της ανθρπινης ψυχς. Στις εικνες του, που χουν την δια ζωγραφικ γοητεα, ετε αναφρονται στο Αιγαο, ετε σε φτωχογειτονι της Αθνας, εμφυσ την πνο της λυρικς του ξαρσης, ενσταλζει το βυζαντιν μυστικισμ του και αποθτει την τρυφερτητα της χριστιανικς του αγπης.
     Εκτς απ τα διηγματα και τις νουβλες γραψε και ποιματα θρησκευτικς μπνευσης, που εξυμνον τη μητρα του και την Παναγα. Κι μως ο Παπαδιαμντης, που ταν υπερφανος για το διηγηματικ του ργο, που γνριζε την πραγματικ του αξα, δε θερησε ποτ του τι ταν και ποιητς, αν κι η ποιητικ πνο αποτελε κριο χαρακτηριστικ και του πεζο του λγου. Χωρς να ενδιαφρεται για ρμες και στολδια, πτυχε μια λιττητα ελεθερου στχου, που αρκετ χρνια αργτερα γινε, σχεδν, μνιμο μοτβο της νεοελληνικς ποησης. Αν η πεζογραφα του χει τη δυναττητα να αντικειμενοποιε και τα προσωπικ του βιματα, η ποηση του αντθετα δεν εκφρζει παρ την προσωπικ του εξομολγηση.


                                    Το σπτι του στη Σκιθο

     Η 1η του δειλ λογοτεχνικ προσπθεια πραγματνεται με το μυθιστρημα Η Μετανστις. Εναι να ργο του ξενιτεμνου ελληνισμο που επικρνει τον εκμοντερνισμ των μεταναστν, γιατ κατ' αυτν ξχασαν τις γνσιες ελληνικς παραδσεις και χλασαν τη ψυχ τους. Με ηρωδα την Ελληνδα Μαρνα Βεργνη (μετανστρια κι η δια), που κρατε αχλαστη την Ελλδα μσα της, πιστ στις εθνικς αρετς, με την αφοσωσ της στο μνηστρα της και μετ την εγκατλειψ της, πληγωμνη στη λεπτ ευαισθησα της και στην ευγνεια της ψυχς της, οδηγεται, με καρτερικτητα κι δολη αγπη προς λους, στον τφο. Ο συγγραφας ξετυλγει τα χτυπματα της μορας με ττοια δναμη, που υψνει την ηρωδα του στο εππεδο μορφς της αρχαας τραγωδας και, μσα απ το δικ της τραγικ μεγαλεο, βρσκει την ευκαιρα να ξεγυμνσει και να καυτηρισει τη διαφθορ του περγυρου και την κακα της κοινωνας.
     Στο 2ο: Οι μποροι Των Εθνν, ξεπερν τη 1η του προσπθεια και παρουσιζει να ργο που δεν στθηκε μνο σημαντικ προσφορ στην εποχ του, αλλ και σμερα μπορε να σταθε δπλα στα καλλτερα ιστορικ και ρομαντικ ελληνικ μυθιστορματα. Πληθωρικ φαντασα, σε συνδυασμ με μεγλο συγγραφικ ταλντο, δωσε ργο πραγματικ γνσιας καλλιτεχνικς δημιουργας. Ξαναζωντανεει τη νησιτικη Βενετοκρατα στη πρτη της εξρμηση για τη κατκτηση των Κυκλδων και περιγρφει με δαντικς εικνες την αγριτητα των Βενετν και των Γενοβζων, που εχαν ως μνο νμο τους την αυθαιρεσα και την ωμ ιδιοτλεια. Αυτο εναι "οι μποροι των εθνν", που η δψα του χρματος τος μεταβλει σε λκους κι απασιους φονιδες των συχων ανθρπων των ελληνικν νησιν.


                            Αυτ τη τρβηξε ο Κ. Χατζπουλος

     Το 3ο: Η Γυφτοπολα, εναι συγγραφικ τλμημα και στη σλληψη και στη σνθεση και στη μορφ. Δημοσιευμνη σε συνχειες, μνες ολκληρους στην Ακρπολη του Γαβριηλδη, εχε τση επιτυχα στο αναγνωστικ κοιν και γενικ στους λογοτεχνικος κκλους, που δημιοργησε γρω του τον θρλο του μγου και του υπερνθρωπου, καθς ο συγγραφας κρυβταν στην αφνεια και στην ανωνυμα. Εναι μυθιστρημα για την λωση, νας θρνος για τη Πλη, απ να μεγαλοδετη και Βυζαντιν, τον περφημο φιλσοφο Γεργιο Γεμιστ Πλθωνα. Για τον διο εναι σμβολο, θετικ κι αρνητικ. Τον θαυμζει για την αρχαιολατρα του, τον αποδοκιμζει για τη θρησκευτικ του πλνη και την γονη προσπθει του να αναβισει τη θρησκεα της αρχαας Ελλδας. Το ανακτωμα των Γφτων στην ιστορα δνει ιδιατερο θλγητρο στη πλοκ, με αναπντεχες συμπτσεις που κνουν το μυθιστρημα να απραντο περιβλι δολοπλοκιν, με ολοκληρωμνους ρωες τον Πλθωνα και την τυχη κρη του, με τον ακμα πιο τυχο ερωτ της με τον Γφτο Μχτο (στην αυγ της ευτυχας τους σκοτνονται κι οι δυο κτω απ τα συντρμμια των αγαλμτων, που πφτουν ξαφνικ απ σεισμ την παραμον της λωσης της Πλης).
     Με τον Χρστο Μηλινη, σαν 4ο, ξαναζωντανεει τα ηρωικ χρνια της Κλεφτουρις, της εθνικς αντστασης. Εκε, κατ τον συγγραφα, η λακ ψυχ, παρατημνη απ την ηγεσα της, πρε στα χρια της τη τχη του θνους. Εναι προανκρουσμα της παρουσασης της νεοελληνικς ζως, που ετοιμαζταν να συνθσει με τα διηγματ του. Ο Παπαδιαμντης πιστεει πως η Επανσταση δεν δικαιθηκε. Ο λας, που πολμησε για να βρει την ελευθερα του, "απλς και μνον μετλλαξεν τυρννους". Για τον συγγραφα, οι τραννοι αυτο εναι ξενδουλοι, λογιτατοι γραμματοσοφιστς, που με τις νθες εκλογς κθονταν στη πλτη του φτωχο λαο, που τον περιφρονοσαν κιλας. Την θλια μετεπαναστατικ αυτ κοινωνα θλησε να στηλιτεσει με το ργο του αυτ. Ο Χρστος Μηλινης εναι να ιστορικ λογοτχνημα, που και μνο αυτ να εχε γρψει θα ταν αρκετ να χαρακτηριστε μεγλος συγγραφας. Ο πυρνας του ργου προρχεται απ το γνωστ δημοτικ τραγοδι για τον ηρωικ θνατο του Χρστου Μηλινη. Το ργο αυτ δνει την εικνα μιας Κλεφτουρις με αγν ηρωισμ κι ασγαστη πστη στην ελευθερα.


                      Τα προσωπικ του αντικεμενα στο γραφεο του

     Η Φνισσα εναι η 2η νουβλα του και θεωρεται, απ τους περισστερους, το αριστοργημ του. Ανκει στα ργα της προχωρημνης ωριμτητς του, της ρεαλιστικς περιδου, και κλενει μσα του τα πιο γνιμα στοιχεα της τχνης του. Σλληψη, σνθεση, μορφ, περιεχμενο και μθος σχηματζουν να σημαντικ ργο τχνης. Εναι βγαλμνο απ τα βθη της ψυχς του συγγραφα, απ την τραγωδα του σπιτιο του, απ τη μιζρια του νησιο του, απ τη μεγλη δυστυχα των φτωχν ανθρπων του λαο. Η σνθεση του ργου εναι αριστοτεχνικ και η εντητα αδισπαστη. Η αφγηση εναι γοργ, ρωμαλα, συγκλονιστικ, και παρνει συμβολικ χαρακτρα. Η τεχνικ του φτνει στο αποκορφωμ της, ταν το γκλημα αναδεται βουβ μσα απ τις τψεις της φνισσας, που η δια το καταδικζει, εν, παρλληλα, την εξανθρωπζει το, στο βθος του, ανθρωπιστικ ιδανικ της.
     Τα Ρδινα Ακρογιλια, με υπτιτλο Κοινωνικν μυθιστρημα, εναι ργο που δεχνει τη παρακμ και τα γηρατει του συγγραφα. Εναι να αφγημα συμποσιακο τπου, που οι συγκεντρωμνοι φιλοσοφον διηγονται ιστορες. Οι δο ρωες, ο ναυτικς Διαμαντς ο Αγλλος κι ο βοσκς Πατσοστθης, διηγονται την ιστορα τους στον τρτο ρωα, τον αφηγητ, που 'ναι ο συγγραφας. Ο Αγλλος, αλαφροσκιωτος απ γενι, λειψε χρνια στα βρεια της Γαλλας κι χει γυρσει τρα, γεροντοπαλκαρο, στο νησ του, εν ο Πατσοστθης, αγροκος βοσκς πραγο αγρμι, μνει για 11 χρνια αρραβωνιασμνος επειδ του χουν κνει μγια, αλλ και με μγια παντρεεται. Η νουβλα μς δνει ανγλυφη την εικνα της ζως στην ελληνικ επαρχα του 19ου αι. και των ηθν στην ελληνικ παιθρο της εποχς σον αφορ τον γμο και τις προσωπικς σχσεις γενικτερα, αναδεικνοντας -με τον μοναδικ τρπο και την υψηλ ψυχογραφικ δειντητα του Παπαδιαμντη - τα ανθρπινα πθη και τις ανθρπινες αδυναμες. Τις πολ αξιλογες περιγραφς του ργου αυτο θαμαζε ιδιατερα ο Καβφης.
     Δεν ευτχησε να δει σαν τυπωμνο βιβλο καννα ργο του. Μετ το θνατ του, τυπθηκαν απ τις εκδσεις Φξη (1912 -1913) 11 τμοι με σα διηγματα βρθηκαν ττε, 5 τμους εξδωσε ο Οκος Ελευθερουδκη το 1925 -1930 κι 1 τμο (Θαλασσιν Διηγματα) ο Αθ. Καραβας το 1945. Το 1955, τα παντ του εκδθηκαν απ τον Εκδ. Οκο Δ. Δημητρκου, με βιογραφικ στοιχεα, κριτικ σχλια και προλγους σε γενικ επιμλεια Γ. Βαλτα. Το 1963, τα παντ του εκδθηκαν σε 3 τμους απ την Εταιρεα Ελληνικν Εκδσεων, με προλγους κι επιμλεια Μιχ. Περνθη. Πρα απ τα 3 μυθιστορματα και τις 3 νουβλες, γραψε 180 διηγματα και 40 μελτες κι ρθρα. Τα διηγματα του ανκουν στη 3η περοδο της εξλιξς του, τη λεγμενη νατουραλιστικ περοδο, που αρχζει με το 1ο του διγημα το 1887 και φτνει ως το 1892. Τα διηγματα του εναι περιγραφικ, φυσιολατρικ, με ντονο χρωματισμ στα εκφραστικ μσα, με ειδυλλιακ ατμσφαιρα, υποταγμνα σε καννες και σχδιο. Με το αριστοργημ του Ολγυρα Στη Λμνη, αγγζει λες τις μορφς της ηθογραφας, δημιουργντας δικ του τεχνικ, και ξαφνιζει με τη πρωτοτυπα του, εγκαινιζοντας τη ποιητικ πεζογραφα. Με ντονη πλαστικ δναμη, δνει διφανες περιγραφς και δροσερς εικνες, καθαρς κι ντονες, που κνουν το διγημα πολυσνθετο πνακα νησιτικης ζως, γεμτο ποικιλες μορφν. Εκτς απ αυτ, λλες κορυφαες δημιουργες του μπορον να θεωρηθον, η Νοσταλγς και Το Μοιρολγι Της Φκιας.



     Απ το 1892 ως το 1897, περοδο που η Ελλδα εδε τη χρεωκοπα, τη πτση του Τρικοπη και τον αποτυχημνο πλεμο του '97, αυτς ο αληθινς πατριτης και ζωντανς νθρωπος, στηλιτεει τη κοινωνικ διαφθορ και τη πολιτικ κατσταση της χρας. Τα διηγματα του εναι κοινωνικς, σατιρικς, απχρωσης. Με τη στιρ του προσπαθε να ξυπνσει τη κοινωνα και να την οδηγσει στην εθνικ ανρθωση. Με τους Αλαφροσκιωτους π.χ., μεταφρει τη στιρ του στη Σκιθο και χτυπ τις λακς δεισιδαιμονες, τη μαγεα κλπ. Ψυχολογικ εναι το διγημα Φιλστοργοι και κοινωνικ το διγημα Χωρς Στεφνι. λλα διηγματα αυτς της εποχς εναι τα, Ο Γαγτος Κα Τ' λογο, Απλαυσις Στη Γειτονι κ.. Απ το 1897 αρχζει η 3η που την ονμασαν περοδο λυρισμο και πθους. Ο εξωτερικς κσμος υποχωρε τρα για να γνει σκηνικ περγραμμα, που μσα του θα φωτιστον οι μορφς του εσωτερικο κσμου. Ο ζωγρφος γνεται ποιητς, ο ηθογρφος λυρικς, ο σατιριστς δραματικς, ο νοσταλγς ψυχογρφος και πλστης ανθρπινων χαρακτρων. Τα διηγματα του ξεπρασαν την εποχ του κι γιναν διαχρονικ για την ελληνικ λογοτεχνα. Ξεδπλωσε το ταλντο του, εκδηλνοντας μορφοπλαστικς ικαντητες μεγλης δναμης. στερα ακολουθον σημαντικ διηγματα με τον διο λυρισμ και πθος: Το νειρο Στο Κμα, Οι Μγισσες, Η Φαρμακολτρια, Τα Ρδινα Ακρογιλια κλπ. Στη 4η τελευταα τη ρεαλιστικ -κοινωνικ περοδο, που οι κριτικο χαρακτηρζουν ως την εποχ των μεγλων δημιουργιν του, ανκουν τα διηγματα: Η Τχη Απ' Την Αμρικα, ργο πνος κι ωμο ρεαλισμο, Κοκκνα Θλασσα, Μννα Και Κρη, κλπ.
     Μερικο φλοι του δημοσιογρφοι, πως ο Γαβριηλδης, ο Ιωννης Καμπορογλου, ο Δημτριος Κορομηλς, ο Ιωννης Ζερβς, ο Δημτρης Χατζπουλος (Μπομ) εναι οι πρτοι που μλησαν, χωρς επιφυλξεις, εγκωμιαστικ για το ργο του. λοι μως οι λλοι και κυρως οι κριτικο λογοτχνες, πως ο Ροδης, ο γγελος Βλχος, ο Μιχαλ Μητσκης, ο Ιωννης Δαμβργης, ο Κονδυλκης, ο Ξενπουλος δεν ανφεραν οτε λξη για το ργο του, ειδικ ταν ζοσε. τσι, τον διεκδικοσαν οι δημοτικιστς, γιατ το ργο του ανκει στην πρωτοπορα του καιρο του, αλλ δεν τον συμπαθοσαν για τη γλσσα του. Το διο και οι καθαρευουσινοι, γιατ εναι μεν γλωσσικ συντηρητικς, μως λογοτεχνικ βρσκεται ξω απ το κλμα τους. Κριτικ, σο ζοσε, εκτς απ του Παλαμ στα 1899, και του Νιρβνα στα 1906, δε γρφτηκε καμμι (μ' εξαρεση τη Να Ζω της Αλεξνδρειας) και στα 25χρον του στον Παρνασσ, το 1908, μνον ο Νιρβνας μλησε. Μταια, ο Γαβριηλδης γραφε: "Δεν εναι απλος διηγηματογρφος, εναι πνευματικς κι ηθικς εργτης, αγωνιστς της προδου, της ενημερσεως, της δικαιοσνης". Οι επιφυλξεις εξακολουθοσαν. Ο πντοτε παρατηρητικς Ξενπουλος δσταζε να διακηρξει την αξα του Παπαδιαμντη. Μνο ο Παλαμς, ο επισημτερος κριτικς της μεταψυχαρικς περιδου, συνψισε τα χαρακτηριστικ της διηγηματογραφικς φυσιογνωμας του, "Δνει την υλη χαρ της τχνης. να περιβλι εναι ο κσμος πο μας παρουσιζει στις ιστορες του... Παντο τα συγκεκριμνα και τα χειροπιαστ, ζωγραφις των πραγμτων, χι ρθρα... Πρσωπα, χι δγματα. Εικνες, χι φρσεις. Κουβντες, χι κηργματα, διηγματα, χι αγορεσεις". Το διο κνει κι ο Νιρβνας στα 1906: "Εκενος πο θα δσει μαν ημραν μακρινν... την εικνα του Παπαδιαμντη, του πρτου και μοναδικο της εποχς μας, δεν πρπει να χωρσει ποτ τον συγγραφα απ τον νθρωπον... Ο Παπαδιαμντης δεν εναι γραμματνθρωπος, εναι ποιητς".



     Αμσως μως μετ τον θνατ του λοι, ομφωνα σχεδν, τον εγκωμασαν αυθρμητα. Ο Ξενπουλος τον τμησε με μια απ τις καλλτερες κριτικς μελτες του. πως γραψε, "O Παπαδιαμντης δεν εψεστηκε ποτ, δεν εμιμθη ποτ, δεν προσποιθη ποτ, δεν εκιβδηλοποησε ποτ. κοψε μνον ολχρυσα νομσματα απ το μεταλλεον της ψυχς του, της αγνς και αδιαφθρου... Η ψυχ του εναι καθαυτ η ρωμικη λακ ψυχ", εν θεωρε αριστοργημα του Παπαδιαμντη την Φνισσα και την χαρακτηρζει "τραγωδαν μεγαλοπρεπεσττην". Ο Κστας Αθνατος κρυξε τι: "μετ τον Σολωμν μνον ο Παπαδιαμντης υπρχει σοβαρς εις τα νεοελληνικ γρμματα". Ο Φτος Πολτης μ' να αξιοπρσεκτο ρθρο του, ανμεσα στα λλα γραψε: "Ελλην γνσιος κα συγγραφες ισχυρς εχρισε σελδας εξχου αγντητος κι ηθικς ρμης". Αργτερα τον συνδεσε με τον Σολωμ: "Μνον ο Παπαδιαμντης κι ο Σολωμς μας δωσαν ργα με συνολικ σλληψη ζως, λυτρωμνα απ το τυχαο και το επεισοδιακ". Παρλληλα με τον Πολτη, ο Κωστς Μπαστις το 1928, αγωνιζταν να κνει τους νους να συνειδητοποισουν το βαθτερο νημα της δημιουργικς απαγγελας του Παπαδιαμντη. Το 1933, ο Φνης Μιχαλπουλος σε μια διεξοδικ μελτη του, εκτς των λλων, τνισε την παιδικτητα στη μορφ του Παπαδιαμντη και εξτασε το κοινωνικ περιεχμενο της τχνης του, υπ το πρσμα των νων ιδεν και με κοινωνιολογικ κριτρια. Ο γγελος Τερζκης, ο Τλλος γρας και πολλο λλοι, νοι ττε, εχαν τις επιφυλξεις τους, ακμα κι ταν το 1933 ο  Ξενπουλος, με οξτατο κι αποστομωτικ ρθρο του, βζει τα πργματα στη θση τους: "Εναι να γελ κανες, με μερικος κριτικος, που τα ελαττματα (στη σνθεση, στο φος, στη γλσσα) αυτ, μαζ με την λλειψη τχα κοινωνικο περιεχομνου, τα θεωρον τσο σπουδαα, στε ν' αρνιονται κθε σχεδν αξα στον Παπαδιαμντη... Ετσι περιφρονητικ τον ονομζουν ηθογρφο, εν εναι νας μεγλος ψυχογρφος και δημιουργς. Βρσκουν στεν τον ορζοντ του, εν το ργο του, αυτ το σκιαθτικο, εναι κσμος ολκληρος, και φωνζουν πως δεν υπρχουν «ιδες», εκε που δεν πρεπε να βλπουν παρ την ιδα της τχνης, την αλθεια και την ομορφι. Ο Παπαδιαμντης εναι δημιουργς συγγραφας, αξεπραστος ακμα απ τους κατοπινος του".
    Τὸ πρωττυπο ἔργο τοῦ Παπαδιαμντη μπορεῖ, σμφωνα μὲ τὸν Κστα Στεργιπουλο, νὰ χωριστεῖ σὲ τρεῖς περιδους. Στὴν πρτη (1879 -1885) ἀνκουν τα 3 προαναφερθντα μυθιστορματα καθὼς κι ὁ Χρῆστος Μηλινης. Ἡ διηγηματογραφα ἐκτενεται στὴ δετερη (1886 -1896) καὶ στὴ τρτη (1898 -1910) περοδο. Μλις τὸ 2008 βρθηκε καὶ δημοσιετηκε τὸ διγημ του Το Γιαλξυλο. Τὸ μεταφραστικ του ἔργο εἶναι ὀγκῶδες καὶ περιλαμβνει μεταφρσεις ἄρθρων ποικλου περιεχομνου, πεζῶν λογοτεχνημτων καὶ 3 σπουδαων ἱστορικῶν ἔργων. (Τῆς Ἱστορας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστσεως τοῦ George Finlay, ποὺ ἐκδθηκε τὸ 2008 ἀπὸ τὸ Ἵδρυμα τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλνων, τῆς ὁμτιτλης ἱστορας τοῦ Thomas Gordon, κι ἑνὸς ἱστορικοῦ ἔργου τοῦ Νικολου Σπηλιδη, γραμμνου στὰ γαλλικ).



     Το 1937, ο Γιργος Κοτζιολας με μια μελτη του προσπαθε να αποδεξει πως η περιφρονημνη νεοελληνικ ηθογραφα εναι "ριμος καρπς της εθνικς λογοτεχνας μας κι ειδικτερα ο Παπαδιαμντης εναι ο μνος μας μεγλος συγγραφας, που βγκε απ το λα κι αφιερθηκε σ' αυτν". Τελευταος στην περοδο αυτ εναι ο χαρακτηρισμς του Μ. Μαλακση, που θεωρε τον Παπαδιαμντη ποιητ του σκιφωτος, αυτματο δημιουργ ανθρπων και λυρικν καταστσεων. "Πνεμα Θεο φυσοσε και γεννοσε και ανσταινε. Ανσταινε πργματα κα πρσωπα... Εναι περισστερο εκκλησιαστικς, παρ θρσκος. Σοφς, αλλ γυμνωμνος απ κθε αγκθι σοφας. Εναι μγας στην αληθιν σημασα της λξεως. Εναι κλασσικς. μοιος σε πολλ με τον Ντοστογιφσκι, στερεται την εφευρετικτητα του μεγλου Ρσου και σζεται απ το καθετ που θα κανε το ργο του ν' αρρωστανει ψυχς... Ποιητς και πεζογρφοι ελχιστοι στο ανστημ του". Θαυμαστς του Παπαδιαμντη στθηκε και ο Ζαν Μορες, που χαρακτρισε Το Μοιρολγι Της Φκιας αριστοργημα της παγκσμιας φιλολογας κι υποσχθηκε πς θα το μεταφρσει κιλας.
     Θεμελιακς, μως, σταθμς λης της κριτικογραφας στθηκε η σημαντικ φιλολογικ μελτη του Γιργου Βαλτα, για τη ζω, το ργο και την εποχ του Παπαδιαμντη, που εδε το φως τον Μη του 1940 και βραβετηκε με το Α' Βραβεο απ την Ακαδημα Αθηνν. Η μελτη αυτ πραγματικ αποτελε να ορσημο (αναθεωρημνη το 1955 απ τον διο τον κριτικ) στη κριτικ θερηση του συγγραφα. στερα ρθε ο πλεμος και η Κατοχ. Κι μως, τα Χριστογεννα του 1941 βγκε να πολυσλιδο αφιρωμα της Νας Εστας, μ' επιμλεια του Βαλτα, που μσα δθηκαν τα σημαντικτερα στοιχεα για μια οριστικ ιστορικοκριτικ τοποθτηση του Παπαδιαμντη. Στο τεχος αυτ συνεργστηκαν σημαντικο νθρωποι των ελληνικν γραμμτων πως οι γγελος Σικελιανς, Μαλακσης, Παναγιτης Κανελλπουλος, Νκος Βης, ο Αρχιεπσκοπος Αθηνν Δαμασκηνς, οι Δημτριος Μπαλνος, γγελος Τερζκης, Γιννης Χατζνης, Δημτριος Λουκτος, Κωνσταντνος Ρωμαος, Νικλαος Ποριτης, Ηλας Βενζης, Τκης Παπατσνης, Μ. Καραγτσης, Ναπολων Λαπαθιτης, Κωνσταντνος Φαλτιτς, Δημτριος Εαγγελδης, Μιχαλ Αργυρπουλος, Γιργος Κασιμτης, Μυρτιτισσα κ.. Επσης καταχωρθηκαν λα τα ποιματα των ποιητν που αφιερθηκαν κατ καιρος στον Παπαδιαμντη. Στο τλος δημοσιετηκε μια διεξοδικ μελτη του Πτρου Χρη που εξαρει στον Παπαδιαμντη τρεις αξες: " πεζογρφος που μεινε σο πρεπε στην ηθογραφα και προχρησε ταν πρεπε στην ψυχογραφα. Ο θαλασσογρφος. Ο ιδρυτς νου λογοτεχνικο εδους, στα ελληνικ γρμματα, της εορταστικς διηγηματογραφας. Αυτς δειξε στον πεζ μας λγο το δρμο της αληθινς δημιουργας, που εναι η πορεα του αληθινο ανθρπου".


                                            Η Προτομ του

     Η Να Εστα το Μρτη του 1951, αφιρωσε κι λλο τεχος στον Παπαδιαμντη για τα 100 χρνια απ τη γννησ του. Κι λλα φιλολογικ περιοδικ του καναν αφιερματα και νετερες ρευνες φεραν να στοιχεα, βιογραφικ και ργογραφικ, στο φως. Βαθυστχαστη εναι η μελτη του Μ.Μ. Παπαωννου στα 1948, με ττλο Η Θρησκευτικτητα Του Παπαδιαμντη. Τοποθετε ιστορικ τη προσωπικτητα του και συλλαμβνει τη μορφ του συγγραφα στις κεντρικς της γραμμς: "Η ψυχολογα της παρακμς και η απαισιοδοξα δεν φηναν τον Παπαδιαμντη να χαρε το δρμα ενς καινοριου κσμου. Δεν ταν δυναμικς τπος, ηρωικς, πως ο Παλαμς, ο Καρκαβτσας. Εκενοι εχαν τ' νειρο, εκενος τη νοσταλγα. Οι δυο τους κοιτοσαν μπροστ, εκενος πσω". Η εργασα του Παπαωννου νοιξε τον δρμο για το ξεκαθρισμα και την τελικ αποκατστασ του. Αξιολογτατο βιβλο για αυτν γραψε ο Μιχαλ Περνθης, με ττλο Ο Κοσμοκαλγερος, που ζωντανεει τη ζω του συγγραφα με τη μορφ σαγηνευτικο μυθιστορματος. Εναι να βιβλο που με σεβασμ στα ιστορικ δεδομνα, εναι γραμμνο με θελκτικ φος, ποιητικ ρωμα, δημιουργικ πνο και σωστ κατανηση του ργου του.
     Μετ την κδοση των Απντων του, η κριτικ χοντας στη διθεσ της λο το ργο του συγγραφα, προσπαθε να ερμηνεσει το ργο του απ λες τις πλευρς. τσι οι εργασες συνεχζονται και αυτ αποτελε το μεγαλτερο τεκμριο για την εθνικ σημασα του ργου του. Μσα στο ργο του μιλ για την αρετ και την κακα, για τον αγνα της εξψωσης του ελληνικο θνους, για τον Χριστιανισμ, που γι' αυτν δεν εναι μνο τυφλ πστη, εναι σστημα ζως κι αλθειας. Επσης μιλ για τη πολιτικ κατντια του καιρο του και προτενει μτρα για την ηθικ ανπλαση, μτρα για τη παιδεα, το χτπημα του λογιοτατισμο και την αληθιν ανρθωση της παιδεας, με το ζωνταν πνεμα της λακς παρδοσης. Χτπησε τους γραμματοσοφιστς, τους τοκογλφους και τους δημαγωγος. Παρουσιζεται πατριτης με τα μτια της ψυχς του γυρισμνα σε νδοξες εποχς και κλαει την παρακμ του ιδανικο της Μεγλης Ιδας στις ψυχς των συγχρνων του. Επσης μιλει με πνο για τη λακ ζω και για το σεβασμ του προς τους ταπεινος και καταφρονεμνους. δειξε σε λους τους τνους την ελληνικτητ του με τις βαθτερες μελτες του για την αρχαιτητα, την Αλεξανδριν εποχ, τη Βυζαντιν εποχ, την Τουρκοκρατομενη Ελλδα, πως και τη νετερη. Με την ιδιτυπη γλσσα του, που με τη συνεχ της εξλιξη φτασε στον ατφιο δημοτικ λγο, παρ' λη την αντθεσ του στον ακραο ψυχαρισμ, παρουσασε μια θρησκευτικτητα βασισμνη στις αρχς των πρτων Χριστιανν. Υποστριξε απ τη μια πλευρ την πνευματικ αναγννηση, εν απ την λλη, στεν δεμνος με την παρδοση, προσπθησε να την ανασρει στη ζω. Μακρυ απ τους λογους, τους δημοσιογρφους και την κοινωνα της εποχς του, ζτησε στα γραφικ ξωκκλησκια, στους απλος κι αδιφθορους ανθρπους του λαο, στη φση, στη μοναξι και τη σιωπ, στην ψυχικ και πνευματικ απομνωση, να απαλνει την απαισιοδοξα του για τη ζω, για το "μταιον, το συνθηματικν και αγοραον πσης ανθρπινης αξας".


                                                 Ο Τφος Του

     Τὸ ἔργο τοῦ Ἀλξανδρου Παπαδιαμντη κατχει πρωτεουσα θση στὴ νεοελληνικὴ πεζογραφα. Ἡ διηγηματογραφα του διακρνεται γιὰ τὸ ρεαλισμ της, ποὺ φτνει πολλὲς φορὲς μχρι τὸ νατουραλισμ. Ἡ αὐστηρὴ κι ἀκριβολγος θερηση τσο τῆς ἀγροτικῆς κοινωνας τοῦ νησιοῦ του, ὅσο καὶ τῆς Ἀθηνακῆς κοινωνας τῆς ἐποχῆς του, ἡ βαθειὰ στοχαστικὴ κι ἐλεγκτικὴ ματι του πνω στὰ κοινωνικὰ δρμενα, ἡ ἀνδειξη ὡς κεντρικῶν ἡρων τοῦ ἔργου του ὄχι συνηθισμνων τπων, ἀλλὰ ἰδιρρυθμων καὶ περιθωριακῶν, ἀνθρπων ναυαγισμνων κυριολεκτικὰ ἢ μεταφορικ κι ἡ συχνὴ παραπομπὴ στὴ μικρὴ ἀνθρπινη ὁμδα, ποὺ ὡς ἐκκλησιαστικὴ κοιντητα ἀποκτᾶ καθολικὲς διαστσεις, δνει στὸ ρεαλισμ του ἕνα χαρακτρα κριτικὸ καὶ θεολογικὸ ταυτχρονα. Ἡ ποικιλα τῶν ἀφηγηματικῶν τεχνικῶν κι ἡ γλσσα του παργουν ἔντονη ποιητικτητα. Ἡ γλσσα του εἶναι στὴ βση της ἡ καθαρεουσα τῆς ἐποχῆς, ἐμπλουτισμνη ὡστσο μὲ διαχρονικὰ στοιχεῖα τῆς ἑλληνικῆς, διαποτισμνη ἀπὸ τὴ γλσσα τῆς Γραφῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφας καὶ διανθισμνη, ἰδως στοὺς διαλγους, μὲ στοιχεῖα τοῦ σκιαθτικου ἰδιματος, θησαυρισμνη, κατὰ τὸν Ἐλτη, "ἀπὸ ἀπανωτὰ στρματα παιδεας". Ἡ ἰδιαιτερτητα αὐτὴ κνει τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο νὰ ὑπερβανει κατὰ πολὺ τὰ ὅρια τῆς τυπικῆς ἠθογραφας τῆς ἐποχῆς του καὶ τὸν πεζογρφο Παπαδιαμντη νὰ ἀναδεικνεται "ποιητὴς τοῦ πεζοῦ λγου".
    
Το ργο του, που 'ναι σμερα διεθνς αναγνωρισμνο, επηρεστηκεν μεσα απ το νησ που γεννθηκε και πθανε, το νησ που αγπησε κι μνησε σο κανες λλος, αλλ κι απ τους ανθρπους του, που τις πραγματικς ιστορες τους μετφερε γρφοντας. Υπρξεν ριστος μελετητς της ανθρπινης ψυχολογας και των ηθν της εποχς του. Με την απαρμιλλη και γεμτη λυρισμ πνα του, γραψε χωρς αμφιβολα τα κορυφαα ηθογραφματα της νετερης Ελλδας. τσι, το νομ του μας παραπμπει στο νησ του, αλλ παρλληλα, στο κουσμα της λξης Σκιθος, δε μπορομε να μη σκεφτομε τον μεγλον αυτ λογοτχνη, που σφργισεν ανεξτηλα το νησ του ακριβς πως αυτ σφργισε το ργο του
.
______________________

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ:

Αγγλικς:
The New Utopia Jerom Klapka Jerom
The Boundless Garden (Denise Harvey, Publisher), 2007 (διηγματα),
Tales from a Greek Island, μετφραση E. Constantinides (1987)
The Murderess, μετφραση P. Levi (1983)
Alexandros Papadiamandis: Fey Folk − A tale from Skiathos,
The Murderess, (Denise Harvey, Publisher), 2007,
Around the Lagoon, tr. P. Mackridge, (Denise Harvey, Publisher),2014

Γαλλικς:
Alexandre Papadiamantis: Une femme à la mer,

Γερμανικς:
Alexandros Papadiamantis: Der Kirchenscheue,

Ιταλικς:
Alexandros Papadiamandis: Due Racconti Di Skiathos: Sogno sull'onda & Amore sotto la neve,
_______________________

ΡΗΤΑ:

   Ἡ πλουτοκρατα ἦτο καὶ θὰ εἶναι ὁ μνιμος ἄρχων τοῦ κσμου, ὁ διαρκὴς ἀντχριστος. Αὕτη γεννᾷ τὴν ἀδικαν, αὕτη τρφει τὴν κακουργαν, αὕτη φθερει σματα καὶ ψυχς. Αὕτη καταστρφει κοινωνας νεοπαγεῖς.

   Ὁ Χριστὸς εἶπεν "Ὁ δυνμενος χωρεῖν χωρετω" καὶ ἀπεφνθη ὅτι ὁ τελειτερος βος δὲν εἶναι δι' ὅλους, ἀλλὰ δι' ἐκενους "οἷς δδοται", ἐννοῶν τὴν ἁγνεαν καὶ τὴν ἀκτημοσνην, ἅτινα εἶναι ἡ βσις τῆς μοναχικῆς πολιτεας. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃς ὅτι τρα ἡ καλογερικὴ ἐξπεσε. Καὶ τὶ δεν ἐξπεσεν;

   Ὅλοι οἱ παλαιοὶ θεσμοὶ εἶναι καλο, ὅλους τοὺς ἐνθευσεν ἡ ἀμθεια καὶ ἡ κακα.

   Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γλλος δναται να εἶναι κοσμοπολτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὅ,τιδποτε . Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρος του, ἔκτισε μεγλην πατρδα. Τρα εἶναι ἐλεθερος νὰ ἐπαγγλλεται, χριν πολυτελεας, τὴν ἀπισταν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξαν. Ἀλλὰ Γραικλος τῆς σμερον, ὅστις θλει να κμῃ δημοσᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολτην, ὁμοιζει μὲ νᾶνον ἀνορθομενον ἐπ' ἄκρων ὀνχων καὶ τανυμενον να φθσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γγας. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ' οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεθερον, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνγκην τῆς θρησκεας του.

   Τὸ ἐπ' ἐμο, ἐνσω ζῶ καὶ ἀναπνω καὶ σωφρονῶ, δεν θὰ πασω πντοτε, ἰδως δὲ κατὰ τς πανεκλμπρους τατας ἡμρας, νὰ ὑμνῷ μετὰ λατρεας τὸν Χριστν μου, να περιγρφω μετ' ἔρωτος τὴν φσιν καὶ να ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνσια ἑλληνικὰ ἤθη. Ἐὰν ἐπιλθωμα σου, Ἱερουσαλμ, ἐπιλησθεη ἡ δεξι μου, κολληθεη ἡ γλῶσσ μου τῷ λρυγγ μου, ἐὰν οὐ μ σου μνησθῶ.

   Τς ἠμνθη περὶ πτρης; Καὶ τὶ πταει ἡ γλαξ, ἡ θρηνωδοῦσα ἐπὶ τῶν ἐρειπων; Πταουν οἱ πλσαντες τὰ ἐρεπια. Καὶ τὰ ἐρεπια τὰ ἔπλασαν οἱ κακοὶ κυβερνῆται τῆς Ἑλλδος.

   Ἄλλως, διὰ νὰ γνουν να θρησκευτικὰ ᾄσματα πρπει νὰ γνῃ πρῶτα καὶ να θρησκεα... Ἂς δοκιμσουν λοιπὸν ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ὀνειροπολοῦν αὐτὰ νὰ κμουν θρησκεαν χειροποητον, θρησκεαν γιὰ τὰ κφια τους καὶ ττε θὰ καταλβουν καὶ οἱ ἴδιοι πσον εἶναι μωροὶ καὶ τυφλο.

   Ὅθεν ἡ γλῶσσα αὕτη, εἰς ἣν εἶναι γεγραμμνα τὸ τὲ Εὐαγγλιον καὶ τὰ ἱερὰ ᾄσματα, ἔχει τὸ μοναδικὸν εἰς τὸν κσμον προνμιον να ἐξακολουθῇ καὶ μετὰ εἴκοσι αἰῶνας να εἶναι ζωνταν, εἰς τὴν ἀκοὴν τουλχιστον. Ἂς δοκιμσῃ τις να μεταφρσῃ ἐν τροπριον εἰς τὴν δημδη, καὶ ττε θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ γλῶσσα ἥτις εἶναι ζωντανὴ εἰς τὰ ἡρωικὰ καὶ ἐρωτικὰ ᾄσματα τοῦ λαοῦ, εἶναι ψυχρὰ μχρι νεκροφανεας διὰ τὰ τροπρια. Π.χ. "Ἀνοξω τὸ στμα μου, καὶ πληρωθσεται πνεματος…" Θ' ἀνοξω τὸ στμα μου, καὶ θὰ γεμση πνμμα (ἢ πλμμα, ἢ καὶ πλγμα)° καὶ λγο θὰ βγλω (διτι πῶς ἄλλως θ' ἀποδοθῇ ἡ μεταφορὰ ἢ ἡ μετωνυμα τοῦ ἐρεξομαι;). "Ἄξιν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρζειν σὲ τὴν Θεοτκον…" Ἀξζει ἀληθινὰ να σὲ καλοτυχζουμε σνα τὴν Θεοτκο, ποὺ εἶσαι πντα καλτυχη, καὶ καθαρτατη, καὶ μννα τοῦ Θεοῦ μας.

   Μεταξὺ ὅλων τῶν ἐπαγγελμτων, εἰς ὅλον τὸ Γνος, περνᾶ ἐξχως τὸ ἐπγγελμα τῆς θρησκεας, καθὼς καὶ τὸ τοῦ πατριωτισμοῦ.

   Ἐγὼ εἶμαι τκνον γνσιον τῆς Ὀρθοδξου Ἐκκλησας, ἐκπροσωπουμνης ὑπὸ τῶν ἐπισκπων της. Ἐὰν δὲ τυχὸν πολλοὶ τοτων εἶναι ἁμαρτωλο, ἁρμοδα να κρνῃ εἶναι μνον ἡ Ἐκκλησα, καὶ μνον τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἡμεῖς πρπει νὰ ἐπικαλμεθα.

   Ἡ μεγαλυτρα αἰτα τῆς παρακμῆς τῶν μοναστηρων εἶναι ἡ σκανδαλδης ἀνμιξις τῆς Πολιτεας καὶ τῶν κοσμικῶν προσπων εἰς τὰ καλογηρικὰ πργματα.

   Ἡ ἠθικὴ δὲν εἶναι ἐπγγελμα καὶ ὅστις ὡς ἐπγγελμα θλει νὰ τὴν μετλθῃ, πλανᾶται οἰκτρῶς καὶ γνεται γελοῖος.

   Ἠξερω ὅτι οὐδεὶς τολμᾶ ποτε ν᾿ ἀτενσῃ ἐντὸς ἑαυτοῦ, ὡς εἱς βαθ καὶ ἀπθμενον φραρ, πρὸς ὃ ἰλιγγιᾷ ἡ ὅρασις. Κατοπτρζεσθε μᾶλλον ἐν τοῖς σφλμασι τοῦ πλησον καὶ εὐλγως πρττετε.


=============================


                                       Παιδικ Πασχαλι

     Τν υιν της τον καπετν Κομνιανν τον επαντρολογοσεν δη η γρι Κομνιανκαινα, αν και δν εχε χρονσει ακμη η νμφη της, η μακαρτις. Τα δυο ορφαν, μα κρη οκτατις και ν τετραετς παιδον, εφρουν μαρα, κατμαυρα, οπο εστενοχρουν κ' εχλμιαιναν τα πτωχ κτισχνα κορμκια των, κα τον καημς καρδις να τα βλπη τις. Ενθμιζαν το δημδες δστιχον:

                 "...Βαρτερ' απ' τα σδερα εναι τα μαρα ροχα,
                     Γιατ τα φρεσα κ' εγ για μιαν αγπη πο 'χα
".

     Η γραα κειτο επ τς κλνης καθ' λην τν εβδομδα των Παθν, γογγζουσα, ργχουσα, φωνζουσα. Εβεβαου τι «αγγελιστηκε» κα ητοιμζετο ν' αποθνη. Επβαλλεν εις την Μρφω, την μικρν εγγονν της, εργασες ανωτρας της ηλικας του πτωχο κορασου. Αφνης, εν μσω δυο γογγυσμν, βαλε μαν φωνν, κ' κραζεν απ της κλνης προς την εκτς του ισογεου θαλμου πηγαινο - ερχομνην κα υπηρετοσαν παιδσκην.
  -"Μ χνης στν αυλ τ νερ, χλιες φορς σ' το επα, στ νεροχτη"!
     Κ' επανελμβανε τος αφορτους στεναγμος, επιτενουσα μλιστα αυτος οσκις τυχν πτωχ γειτνισσα, μ τολμσα ν εισλθη, ρχετο δειλς μχρι τς θρας κα ηρτα πς το η ασθενς. Βεβαως η γρι -Κομνιανκαινα πασχεν, αλλ' σως εμεγαλοποει τ πργμα. Εκλαιε «τα νιτα της», λεγεν τι δεν θα προφθση ν κμη εφτος Πσχα. Η γειτνισσα η Μηλι εβεβαου τι η γραα εχε κα «κομπδεμα», αλλ πο ν εμβση μσα καμμαν εκ τν γειτονισσν της! Ελλεψει λλης ασθενεας τον ικαν ν' αποθνη απ τν φιλαργυραν της. Δν εβστα η ψυχ της ν δση κτι τι ες μαν πτωχν γυνακα δι ν τν «κυττξη» κ' επβαλλε βαρεαν αγγαρεαν εις τν Μρφω, οκταετ παιδσκην. Ενοτε παρελρει αληθς. Ετα βαλλε αγραν κραυγν. Εκραζε τν παιδσκην ν τν σκεπση μ τ σινδνιον, αλλ χωρς ατη ν τν εγγση κν, η γερντισσα βαλλε τοιατην ωρυγν, στε η μικρ κατετρμαζε.
     Ο καπεταν -Κομνιανς λειπε μ τ γολετ, κ' επεριμνετο ν λθη. Εχε μαζ του, μ τ γολετ, κα τν πρωττοκον υιν του, τν Γεργην, δωδεκαετ παδα. Τοτο το νας απ τος καημος τς γραας, τι μελλε ν' αποθνη, ως λεγε, χωρς ν επανδη τν υιν της, κα τν εγγονν της τν μεγλον, στις ωμοαζε τσον μ τν μακαρτην τν πππον του. Κα ποος ν τς σφαλση τ μτια; Αι ανεψια της, υπανδρυμναι κα αι δο, τς εβαστοσαν κακαν δι κτι κληρονομικς διαφορς, κα δν σπασαν τ πδι «οι λαχταρισμνες, οι αχρνιαστες!» ν λθουν ν τν ιδον. Οτω τς ρχετο κα αυτς ν' αποθνη εις τ πεσμα των, ν' αποθνη χωρς ν τς φιλσωσι τν χερα.
     Ιατρς, πο ν ευρεθ; Εχεν αυτ ν πληρνη; Αυτ φειλε ν κμνη οικονομαν δι τ ορφαν, κα δν πρεπε ν φθερη τ βι το υιο τς ες γιατρικ κα δν ξρω τ. Ψευτογιτρισσες! Κμε τ δουλει σου! χουν εμπιστοσνην τρα αυτα αι γυνακες; Ο κσμος εχλασε, τ τ θλεις! μβαζε αυτ μς στ βι της, μς στ καλ της, ξνην γυνακα; Τς ρχετο ν επαναλβη πρς τς γειτονσσας τν ιδαν κραυγν, δι' ης απεδωκε τ πλαι παρσακτον ρνιθα απ τν ορνιθνα της. Ξο, ξνη!...
     Ως τσον επεθμει ν ρχετο ο υις της δι ν τν νυμφεση ν το δση κα τν ευχν της. Σαρντα χρνων νθρωπος, κι ο κσμος εναι πελγος σν εκενο πο αρμνιζε τρα. Πς ν περση τ ζων του χωρς ν λθη εις δετερον γμον; Κα τ ορφαν, κα αυτ θ ερισκαν μητρα, μαν καλν οικοκυρ, τις απ τρα επροσφρετο μλιστα ν λθη ν τν υπηρετση εις τν ασθενειν της. Αλλ' η γραα Κομνιανκαινα, μ θλουσα ν παραβ τν αρχν της, δν εδχθη τν εκδολευσιν. Τ ββαιον εναι τι εκ τν δυ ορφανν η Μρφω, τις εχεν δη ασθησιν, ν δν επεθμει ν' αποκτση μητρα, ενθυμετο κ' ελυπετο τν μητρα της. Ο Ευαγγελινς, νπιον τριετζον εν καιρ τς συμφορς, οτε ξευρε τποτε, οτε ενθυμετο. κλαιε μνον ταν η μμμη τν εβαζε ν φορση τν κατμαυρον σκκον του. Η Μρφω, λευκ κα ωχρ μ τ μαρα φουστανκια της, κα μ τ μαρον μανδλιον τ σκεπζον τ ξανθ της μαλλι, το κατηφς, κ' ενθυμετο τ περυσινν Πσχα, ταν ζη η μτηρ της. Η ατυχς γυν εχεν αποθνει απ τν γνναν της, τ παρελθν θρος, κα τ βρφος μετ' αυτς. Τρα η κορασς εχεν αντ τς καλς κα πονετικς μητρς, τν μμμην μ τν αφρητον παρεξενι της, τις εν εβεβαου τι λα τς επνουν, κεφαλ, λαιμς, χερες, πδες, πλαται, κοιλα, μση κα τ λοιπ, πνιγομνη δ απ τν βχα κα γογγζουσα δυνατ κα βλλουσα κραυγς αγρας, εφεδετο ν δση εις ιατρος κα φρμακα, αφνης ηγερετο, υποβαστζουσα τν κοιλαν της, ηξρχετο μχρι τς θρας, ρριπτε βλμμα εις τν εκτς κσμον κ' λεγεν:
  -"Αχ! Τ γλυκι πο ν' η ζω"!
     Πρυσι ! πρυσι τν Μεγλην Πμπτην πρω, αφο εγρισαν απ τν εκκλησαν που εχον μεταλβει λοι, η καλ κα προκομμνη μτηρ, κατοι γουσα δη τν βδομον μνα τς εγκυμοσνης της, ανεσφουγγθη κα ρχισε ν βφη εν τ χτρα τ αυγ, μ ριζρι, κιννβαρι κα ξος. Ετα ρχισαν ν ρχωνται ες τν θραν αν ζεγη τ παιδα τς πολχνης, μ τν υψηλν καλμινον σταυρν στεφανωμνον μ ρδα ευδη κα μ μκωνας κατακοκκνους, μ δενδρολβανον κα μ ποικιλχροα αγριολολουδα, μ τν αποσπασθντα απ τ' οχτωχι χρτινον Εσταυρωμνον εις τ μσον το σταυρο, κα μ ερυθρν μανδλιον κυματζον, μλποντα τ σμα:

                      "Βλπεις εκενο τ βουν μ κκκινη παντιρα;
                       Εκε σταυρσαν τ Χριστ τν πντων βασιλα.
                       ................................................................
                       Σρε μητρα μ' στ καλ κα στν καλ τν ρα,
                       Κι εμνα ν μ καρτερς τ Σββατο τ βρδυ
                       ταν σημανουν εκκλησις κα ψλνουνε παπδες,
                       Ττες κα σ, μαννολα μου, να 'χς χαρς μεγλες
".

     Κα τ χαρς μεγλες τω ντι, τ χαρς δ' λα τ παιδα! Κα η καλ η μτηρ της προθυμτατα διδεν αν δυ αρτιβαφ αυγ εις λα τ παιδα δυ αυγ κκκινα, κα τ ευτυχα! τ νκη! εν η μμμη εφναζεν τι αρκετ παιδα λθαν, κα αρκετ ετραγοδησαν, κα τι πρεπε ν υπγουν κα αλλο. Μετ τατα η μτηρ ρχισε ν ζυμνη κα πλασεν αρκετς κουλορες μετ' αυγν δι τν σζυγον, επιδημοντα ττε, δι τν πενθερν της, δι' εαυτν, δι τς κουμπρες, ως κα μικρς «κοκνες» δι τν Μρφω, δι τν Ευαγγελινν, δι τ' ανεδεξμια της κα δι τ πτωχ παιδι τς γειτονις. Κ' επειδ ο μικρς Ευαγγελινς κλαιε, λγων τι δν εναι αρκετ μεγλη η κοκνα του, η μτηρ το διδεν λλην ν εκλξη αλλ αυτς δν ημρωνεν οτε θελε ν ταιριασθ. Τ ββαιον εναι τι τς θελεν λας δι τν εαυτν του. Κα ττε η μτηρ τν επαρηγρει λγουσα τι «τ Σββατο τ βρδυ θ 'ρθ η κουρονα (κρ, κρ!) ν φρη τ τυρ κα τ κρας (τσ, τσ!) κα ττε ν ιδς τ παραμθι. Πρε Βαγγελιν τ τυρ, πρε κα τ τσ -τσ, ν φτε»!
     Κα ο μικρς εψλλιζε κα αυτς, «θ 'θ η κουονα ν φη το τσ -τσ», κα συνπτων τς χερας, δακτλους μεταξ δακτλων κατ τ υπδειγμα τς μητρς τς γειτνισσας τς Μηλις εξαετς, νιπτον, ρακνδυτον, οκλζον ες μαν γωνας, κρατον τν κοκνα του, τν οποαν εσκπτετο ν δν το καλν ν τ φγη τρα πο εναι ζεστ, διεμαρτρετο γρυλλζον κα λγον: «Να! Θα 'ρθ η κουρονα! μ' δ θ 'ρθ!» Κα τν Μεγλην Παρασκευν, περ τν δσιν το ηλου, η μτηρ ωδγησε τ δυ παιδα εις τν εκκλησαν, που, αφο καμαν τρες γονυκλισας πρ το ανθοστεφος κουβουκλου, ησπσθησαν τν μυπνοουν Επιτφιον, τ αργυρχρυσον Ευαγγλιον μ τ' αγγελοδια, κα τν Σταυρν μ τ' ανθρωπκια κα τς Παναγτσες (τ χαρ, τ δξα!), κα ετα επρασαν τρς υπ τν υψηλν, μεγαλοπρεπ Επιτφιον, ο δ' Ευαγγελινς (λα τ ενθυμετο η μικρ Μρφω) αντρεψεν εξ απροσεξας πλινον αμφορα μ δωρ, εξ εκενων ος θτουσιν υπ τν Επιτφιον πρς αγιασμν, δι ν μεταχειρισθσι τ δωρ εις τ καματηρ, τοι τος μεταξοσκληκας, κα εις λλας χρεας, αι νετεραι μυροφροι, γυνακες διακας ποθοσαι «ν ξενυχτσουν τν Χριστν» μνουσαι γρυπνοι εν τω να πραν το μεσονυκτου, διτι η ακολουθα το Επιταφου ψλλεται εκε τ Μγα Σββατον, περ ρθρον βαθν. Ο αμφορες πεσν εθρασθη, η δ γυν ς το κτμα ωργσθη, κα επεν τι τ χει «σ κακ της». Ττε η μτηρ το Ευαγγελινο, αφο εππληξεν αυστηρς τ παιδον, πειραχθεσα επεν τι «ν εναι κακ, ς εναι γι μνα!» Κα τν πτωχν δν τν ηρε ο χρνος.
     Τ Μγα Σββατον δ, μικρν μετ τ μεσνυκτα, η μτηρ εξπνησε τν Ευαγγελινν κα τν Μρφω, κι ενω σμαιναν δι μακρν οι κδωνες επγαν εις τν εκκλησαν που εψλη τ «ω γλυκ μου αρ» κα λλα ακμη παθητικ σματα. Ετα οι πιστο λοι μ ανημμνας λαμπδας εξλθον ες τ παιθρο, υπ τ αμαυρωθν φγγος τς φθινοσης σελνης, εν η αυγ λαμπεν δη ροδνη κα ξανθ, προπμποντες τν Επιτφιον αγλαφωτον μ σειρς λαμπδων. Κα η αρα πραεα εκνει ηρμα τος πυρσος, χωρς ν τος σβνη κα η νοιξις πεμπε τ εκλεκττερα αρματ της εις τν Παθντα κα ταφντα, ως τ συνψαλλε κα αυτ, «ω γλυκ μου αρ, γλυκτατν μου τκνον!» κα η θλασσα φλοισβζουσα κα μορμρουσα παρ τν αιγιαλν επανελμβανεν, «ομοι γλυκτατε Ιησο!». Τ δ παιδα προπορευμενα τς πομπς, μεγαλοφνως κραζον: Κριε Ελησον! Κριε ελησον! Ο Ευαγγελινς εψλλιζε μετ τν λλων: "Κιε ησον! Κιε ησον"!
     Κα στερον, ταν αντειλεν ο λιος το Μεγλου Σαββτου, διαλων τν απαρατητον ομχλην τς Μεγλης Παρασκευς, (τις καθιστ μελαψν μιγδα τν ημραν κα παμμλαιναν αρβισσαν τν νκτα) ο Ευαγγελινς εξπνησεν απ τ βελσματα το αρνου, τ οποον ητοιμζετο ν σφξη δι τν οικογνειαν το καπετν Κομνιανο ο γετονας Νικλας, ο σζυγος τς Μηλις. Ο Ευαγγελινς κα η Μρφω εξλθον εις τ προαλιον. Τ ωραον, τ μερον, τ λευκμαλλον πο το τ αρν! Κα πς εβλαζε (μπ! μπ!) τ καημνο. Εν τοτοις δν εφανετο πολ δυσαρεστημνον, διτι μελλε ν σφαγ. Κα λλος Αμνς μωμος, Αμνς αρων τν αμαρταν το κσμου, κα λλος ατμητος Αμνς εσφγη...
     Τν εσπραν φερεν οκαδε ο πατρ τς πασχαλινς λαμπδας, ωραας, λεπτς, περιτχνους. Τ χαρ! Τ θραμβος! Φαντασθτε ωραας μικρς λαμπδας, μ νθη τεχνητ, μ χρυσχαρτα. Ο Ευαγγελινς θελε ν πρη τν τς αδελφς του, λγων, τι εκενη εναι μεγαλυτρα. Η μτηρ το τν δωκεν, αλλ' ο μικρς τν σπασε, εκε πο παιζε μ αυτν, σπασε κα τν ιδικν του, κα στερον βαλε τ κλματα. Ο πατρ το ηγρασεν λλην, αφο τν υπεχρωσε ν υποσχεθ τι δν θ τν πιση εις τν χερα, ως τ μεσνυκτα, ταν θ υπγουν εις τν Ανστασιν. Ο μικρς απεκοιμθη κλαων κα χαρων.
     Μετ τ μεσνυκτα, αφο γινεν η Ανστασις, κα στραψεν ο νας λος, στραψε κα η πλατεα απ τ φς τν κηρων, τ παιδα ρχισαν ν καουν μετ κρτου σπρτα κα μικρ πυροκρταλα ξω εις τ πρναον, κα τνες παδες δεκαετες επυροβλουν μ μικρ πιστλια, λλοι ρριπτον εντς το ναο επ τν πλακν το εδφους τα βαρα καρφα μ τ καψλια καταπτοοντες κα σκανδαλζοντες τς πτωχς γραας, ατινες, μεθ' λον τν διωγμν ν εκνουν κατ' αυτν τν Μεγλην Εβδομδα κατ' τος οι επτροποι, αξιοντες ν περιορσωσιν αυτς εις τν γυναικωντην, ουχ ττον επμενον κα παρεισδυον εντς το ναο αριστερ, εις τν μαν κγχην.
     Ες δ' επτροπος τς επνω ενορας, νθρωπος προοδευτικς, βλπων τι λοι οι εθελοντα ψλται, νεαναι εικοσαετες, εφοτων κατ προτμησιν εις τν κτω εκκλησα, ες δ τν επνω ηναγκζοντο ν ψλλωσιν οι ιερες, τ εσοφσθη; Πινει κα αποσπ απ τν γυναικωντην τ καφσια, τ δικτυωτ, δι' ων εφρττοντο τως αι γυναικεαι μορφα απ τς ψεως τν ανδρν, κα αφνει τν γυναικωντην φρακτον. Ττε δι μις λοι οι ευλαβες κα μουσληπτοι νεανσκοι αφκαν τν κτω εκκλησαν ρημον ψαλτν κ' τρεξαν λοι εις τν επνω.
     Ετα τ μικρ παιδα κα τνες παιδσκαι τετραετες, μ τς κομψς ποικιλτς λαμπδας, ετχθησαν αν τν χορν, περ τ δυ αναλγια, κα παρ τ εικονοστσιον, κα ρχισαν ν θορυβσι, ν παζωσι, ν στζωσιν εις τος λαιμος αλλλων, κα ν τσουγκρζωσι τ αυγ των. Κα ν παιδον εξαετς, πονηρτερον τν λλων (το ο υις τς Μηλις τς γειτνισσας) εχε πλαστν αυγν εις τν κλπον του, πωρδη λθον στρογγυλευμνον κοκκινοβαφ κα δι' αυτο σπαζε τ αυγ λων τν παιδιν, κα τ παιρνε, κατ τν συμφωναν, κα τ τρωγε. Μα παιδσκη κα ες πας, πενταετς, ρχισαν ν φιλονικσι περ το τνος η λαμπδα το ευμορφτερα.
  -"Οχι, η δικ μου η λαμπδα εναι καλτερη".
  -"Οχι, η δικ μου".
  -"Εμνα ο πατρας μ' τν εδιλεξε, κ' εναι πλι καλ".
  -"Εμνα η μννα μ' τν εστλισε μονχη της".
  -"Κα ξρει ν κμη λαμπδες η μννα σ';
  -"χι, δ ξρει; Σν τ δικ σ'"!
  -"Ττοια παλιολαμπδα"!
  -"Να, παλιολαμπδα;... ν!..."
  -"Ν κ' εσ"!
  -"Ν κι λλη μι"! Κα ρχισαν ν τπτουν αλπητα τς κεφαλς αλλλων μ τς λαμπδας των, εωσο βαλαν τ κλματα κα οι δο.
     Τ απγευμα πλιν, αφο εψλη η Β' Ανστασις κ' γινεν η Αγπη, εξλθαν λοι εις τν πλατεαν κι εθεντο τν πυρπλησιν το Εβραου. Τ σχημος κα τ ευμορφοκαμωμνος πο τον ο Εβραος! Εχε μαν χτραν ως κεφαλν, εχε κα λινρι ως γνειον. φερε κα ζεγος γυαλι (η Μρφω τ ενθυμετο λα), μοια μ' εκενα πο φορε η γραα μμμη ταν ρπτη εμβαλνη τ παλαι ροχα της. Εχε κ' να σακολι πουγκ κρεμασμνον εις τ αριστερν πλευρν του. Εφρει μακρι, μακρι φορματα, παρδαλ, ραβδωτ! Κα αφο τν εκρμασαν υψηλ -υψηλ, ως επτ οργυις επνω, ρχισαν οι νδρες ν τν μαστζουν, ν τν τουφεκζουν λοι, ως του τν καυσαν. Κα στερον η μτηρ στρωσε τν τρπεζαν εις τν οικαν, κα παρθεσε τ αυγ τ κκκινα, τ τυρ, πο εχε φρει η κουρονα, κα τ αρν τ ψημνο, κα τ παιδα εκθισαν ες τν τρπεζαν κα ρχισαν ν τσουγκρζουν τ αυγ των. Τ χαρ! τ αγαλλασις!
     Εφτος, δηλαδ κατ τ τος εκενο τς δυστυχας δι τ δυ ορφαν δν το πλον εκε οτε ο πατρ των, στις λειπεν, οτε η μτηρ των, τις επγε μακρτερα ακμη. Αντ τν δο το η γηραι μμμη, ρογχζουσα επ τς κλνης κα γογγζουσα. Αντ τν επιχρσων λαμπδων, σαν οι δυ τρεμοσβνοντες κα βλοσυρο οφθαλμο της. Αντ τς αθας χαρς, αντ τς αφτου ευτυχας το παιδικο Πσχα, το η λπη η βαρεα, η ανεπανρθωτος συμφορ.
     Ευτυχς η γραα Κομνιανκαινα δν απθανε, κα ο υις της φθασεν αππασχα μ τ γολεττ, κα ρχισε ν καλλωπζηται κα ν στρβη τν μστακα αποβλπων εις δετερον γμον. Αλλ, δι τ δυ παιδα, τχα θ επανρχετο πλιν η χαρ εκενη, θ' αντελλεν εκ νου γλυκεα η παιδικ Πασχαλι; Δι τν Ευαγγελινν σως, δι τν Μρφω μως ποτ. Ατη ησθνετο τν απουσαν τς μητρς της κα ξευρεν τι δν μελλε ν τν επανδη πλον επ τς γς.
     Γλυκεα Πασχαλι, η μτηρ τς χαρς! Γλυκεα μτηρ, τς Πασχαλις η ενσρκωσις!
     Αλλ' ο Χριστς υπεσχθη ν πη μ τος εκλεκτος του καινν τ γννημα τς αμπλου εν τ βασιλεα το Πατρς Του, κα οι υμνωδο ψαλλον:  "Ω Πσχα τ μγα κα ιερτατον, Χριστ! δδου ημν εκτυπτερον σο μετασχεν εν τ ανεσπρω ημρα τς Βασιλεας Σου!".


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

  Το Μοιρολγι Της Φκιας

...
Αυτ τον η Ακριβολα
η εγγνα της γρι -Λοκαινας.
Φκια 'ναι τα στεφνια της,
κοχλια τα προικι της...
Κι ακμα η γρι μοιρολογ
τα γεννοβλια τ'ς τα παλι.
Σαν ν 'χαν ποτ τελειωμ
τα πθια κι οι καημο του κσμου...
                              (περιλαμβνεται ατφιο στο ομνυμο διγημα)

                Να λθης Μνον...

Εις να μνμ' αγνριστο μικρο κοιμητηρου
δεν θλω να το βλπωσιν ακτνες του ηλου,
μηδ κυπρισσος σκαι, μηδ' απεχθς ιτα
να το σκιζη. Καταιγς ας το κτυπ βιαα!

Και δεν ποθ θυμαμα, δεν θλω ψαλμωδαν,
να λθης μνον σε ζητ, μαν θαμβν πρωαν,
να βρξης μ' να δκρυ σου το διψασμνον χμα,
κι ας σβση με το δκρυ σου και τ' νομ μου ακμα...
                             (περιλαμβνεται στα "Ρδινα Ακρογιλια")

 Το Τραγοδι Του Ανμελου

Βρχει ο ουρανς και βρχουμαι,
ξενκ' εμαι και ντρπουμαι.

ρχουμαι κυρ μ' δεν ρχουμαι,
ξω στη πρτα στκουμαι,
βρχει ο ουρανς και βρχουμαι.

λα βαρι, σιγ και ταπειν
μην προυν τ' ρματα φωτι
και κψουνε τη γειτονι.

ρχουμαι, καλ μ' δεν ρχουμαι,
ξω στη πρτα στκουμαι,
ξενκ' εμαι και ντρπουμαι.

(αυτ το τραγουδ ο κηπουρς με δημοτικ τρπο στο διγημα "Το Σπιτκι Στο Λιβδι")

                 Τζερμ Κλπκα Τζερμ

               Η Να Ουτοπα (The New Utopia)
                              (σε μτφρ. Παπαδιαμντη)

Μετ το δεπνον, κ' επνω στα πορα (οφελω να επω τι ειξερουν πως να φουμρουν καλ πορα εις την Εθνικν σοσιαλιστικν Λσχην), σχομεν διδακτικωττην συζτησιν περ της μελλοσης ιστητος των ανθρπων και της δημεσεως των κεφαλαων.
Δεν μην ικανς να λβω πολ μρος εις την συζτησιν εγ ο διος, διτι, μενας ταν μην παιδον εις θσιν τις καθστα αναγκαον δι' εμ να
κερδζω ο διος τα προς το ζην, ουδποτε εχα λβη καιρν και αφορμν να συζητσω τα ζητματα τατα. Αλλ' ηκρομην μετ πολλς προσοχς ταν οι φλοι μου εξγουν πς, επ τσους και τσους αινας πριν γεννηθσιν αυτο, ο κσμος επγαινε στραβ και πως εντς ολιγστων ετν εννοοσαν να τον κμουν να πηγανη σια.
Η ιστης λης της ανθρωπτητος το το σνθημ των· πλρης ιστης εις λα τα πργματα· ιστης εις την ιδιοκτησαν και ιστης εις την θσιν και επιρρον, ιστης εις τας υποχρεσεις, και ιστης εις την ευτυχαν και την αυτρκειαν.
Ο κσμος ανκει εις λους ομαδν, και πρπει να μοιρασθ εξ σου. Η εργασα εκστου ανθρπου εναι κτμα, χι του ιδου, λλα της πολιτεας
τις τον τρφει και τον ενδει, και πρπει να εφαρμοσθ χι προς ιδαν του ανπτυξιν, λλα προς πλουτισμν της φυλς.
Ο ατομικς πλοτος, αυτ η κοινωνικ λυσις με την οποαν οι ολγοι δεσαν τους πολλος, αυτ το πιστλιον του ληστο, δι του ποιου μικρ
συμμορα κλεπτν ελστευσαν λην την κοινωναν απ τους καρπος των κπων της, οφελει ν' αφαιρεθ απ τας χερας που τον κατακρατον τσον καιρν τρα.
Αι κοινωνικα διακρσεις, αυτο οι φραγμο δι των ποιων η υψουμνη πλμμυρα της ανθρωπτητος περιωρσθη και εχαλινθη ως τρα, πρπει να
εκλπωσι δι πντοτε. Σο ανθρπινον γνος οφελει να εργασθ δι να εκπληρση τον προορισμν του (οιοσδποτε και αν εναι οτος), χι καθς
τρα ως διεσπαρμνον στφος, καστος βαδζων δι' εαυτν, οι πλοσιοι επ του ομαλο λιθοστρτου, οι απκληροι επ των σκληρν χαλκων, λλ' ως συντεταγμνος στρατς, βαδζοντες παραπλερως αλλλων επ του ομαλο πεδου της δικαιοσνης και τς ιστητος. Ο μγας κλπος της μητρς ημν γης πρπει να τρφη λα τα τκνα της, σα και σα· κανες δεν πρπει να πενα, κανες δεν πρπει να παραχορτανη.Ο δυνατς δεν πρπει ν' αρπζη περισστερα απ τον ασθεν· ο επιτδειος δεν πρπει να σχεδιζη πως κερδση περισστερα απ τον απλοκν. Σου ανθρπου το η γη και το πλρωμα αυτς· και εις λην την ανθρωπτητα πρπει να διαμοιρασθ εις ρτιας μερδας. λοι οι νθρωποι σαν σοι κατ τος νμους της φσεως, και οφελουσι να εναι σοι κατ τους νμους του νθρπου. Με την ανιστητα ρχεται η νδεια, η κακουργα, η αμαρτα, η ιδιοτλεια, η ιταμτης και η ποκρισα. Εις να κσμον που λοι θα σαν σοι, δεν θα υπρχε πειρασμς κακο, και η φυσικ μας ευγνεια θ' ανεδεικνετο. ταν λοι οι νθρωποι θα σαν σοι, ο κσμος θα το ουρανς, απηλλαγμνος μνον της οχληρς δεσποτεας του Θεο.
Υψσαμεν τα ποτρια μας και επαμεν υπρ της ιστητος, της ερς στητος· και ετα διετξαμεν τον παδα να μας φρη πρσινον σαρτρζ και
περισστερα τσιγρα.
Επστρεψα οκαδε πολ σννους. Δεν ημπρεσα να κοιμηθ επ πολ· εκοιτμην ξυπνος, αναλογιζμενος την οπτασαν εκενην περ του νεωτρου
κσμου, στις εχε παρουσιασθ εις εμ.
Πσον χαριτωμνος κσμος θα το, εν μνον το σχδιον των φλων μου σοσιαλιστν ηδνατο να εκτελεσθ. Δεν θα υπρχε πλον τποτε εκ της
αλληλομαχας και αλληλοφαγας τατης, δεν θα υπρχεν αντιζηλα, οτε δυσφορα, οτε φβος πτωχεας. Η πολιτεα θα ελμβανε φροντδα δι' ημς
απ της ρας καθ' ην εγεννμεθα μχρι του θαντου μας, και θα επρβλεπε δι' λας τας ανγκας μας απ της κοιτδος μχρι του φερτρου, αμφοτρων συμπεριλαμβανομνων, και ημες οτε ανγκην θα εχομεν να φροντσωμεν δι το πργμα. Δεν θα υπρχε πλον βαρεα εργασα (τρωρος εργασα καθ' εκστην θα το κατ τους υπολογισμος μας ο ρος, τον ποιον θ' απτει η Πολιτεα απ κθε νον πολτην, και εις καννα δεν θα επετρπετο να εργασθ περισστερον -δεν θα πετρπετο ουδ' εις εμ), οτε πτωχς δι να ελεση τις, οτε πλοσιος δι να φθονση - κανες στις να μας βλπη χαμηλτερ του, κανες τον ποιον να βλπωμεν χαμηλτερ μας (χι τσον ευρεστος η τελευταα ατη σκψις) -λη η ζω μας θα το κανονικ και τακτοποιημνη δι' ημς -δεν θα εχομεν τποτε να σκεφθμεν ειμ τον νδοξον προορισμν (οποιοσδποτε και αν το) της ανθρωπτητος.
Ετα οι λογισμο μου αφνης αππτησαν εις το χος, και απεκοιμθην.
ταν εξπνησα, ερον τον εαυτν μου κεμενον υπ υαλνην θκην, εν υψηλ, ατερπε θαλμω. Επιγραφ τις υπρχεν υπερνω της κεφαλς μου.
Ανεσηκθην και την ανγνωσα. Εχεν ως εξς:

                      ΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟΚΟΙΜΙΣΜΝΟΣ
                 ΕΠΟΧ - ΙΘ'  ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΣ

"Ο νθρωπος οτος ευρθη κοιμισμνος εν τινι οικα του Λονδνου μετ την μεγλην κοινωνικν επανστασιν του 1899. Εκ των πληροφοριν τας οποας δωκεν η σπιτονοικοκυρ της οικας φανεται τι θα εχε κοιμηθ δη ταν ανεκαλφθη, υπρ τα δκα τη, καθσον ατη εξχασε να τον φωνξη. Απεφασσθη, δι' επιστημονικος σκοπος, να μην τον εξυπνσωσιν, αλλ να δωσιν ακριβς ως πσα τη θα εκοιμτο, και επομνως εκομσθη και απετθη εις το Μουσεον των Περιργων, τη 11 Φεβρουριου 1900.

    Παρακαλονται οι επισκπται να μη ρπτωσι νερν δι των οπν

Γηραις κριος με νομονα φυσιογνωμαν, στις ησχολετο τακτοποιν στοιβαγμνας τινς σαρας εις τινα παρακειμνην θκην, λθε και
ανεσκωσε το κλυμμα της υαλνης θκης μου.
 -Τι τρχει; ηρτησε· μπως σας ηνχλησε τποτε;
 -χι, επα· ξυπν πντοτε ταν αισθανθ τι εκοιμθην αρκετ. τι εκατονταετηρς εναι τρα;
 -Εναι, επεν, η εικοστ εντη εκατονταετηρς. Εκοιμθητε σωστ χλια τη.
 -Α! καλ, τσον καλλτερα αισθνομαι τον εαυτν μου, απντησα, κατερχμενος μα της τραπζης. Δεν εναι τποτε ωσν τον πνον που εχρτασε κανες.
 -Καταλαμβνω τι θα κμης το συνηθισμνον πργμα, επεν ο γηραις κριος εν εγ εφοροσα τα ενδματ μου, τα ποια ευρσκοντο παραπλερως εμο εντς της θκης. Θα ζητσης να περιπατσω μαζ σου εις λην την πλιν, και να σου εξηγσω λας τας μεταβολς, εν θα ρωτας και θα κμνης ανοτους παρατηρσεις.
 -Μλιστα, απντησα, υποθτω τι αυτ πρπει να κμω.
 -Κ' εγ, οτω νομζω, εμορμρισεν. λα και ας πηγανωμεν.
Και με ωδγησεν εκτς του θαλμου. εν κατηρχμεθα την κλμακα, επα:
 -Και εναι τρα λα καλ και τλεια;
 -Τι πργμα;
 -Ο κσμος, απντησα. Μερικο φλοι μου εσχεδαζαν, πριν υπγω να πλαγισω, να τον χαλσουν και πλιν να τον φτισουν καθς πρεπε. Κατρθωσαν να τον φτισουν εν τω μεταξ; Εναι λοι σοι τρα, και η αμαρτα και ο πνος και λα αυτ εξλιπον πλον;
 -Ω, ββαια, απντησεν ο οδηγς μου· θα τα ερετε λα καλ και δκαια τρα. Ειργσθημεν πολ δραστηρως εν εκοιμσθε. Κατεστσαμεν αυτν
την γην τελεαν τρα, δναμαι να επω. Εις καννα δεν επιτρπεται να πρττη κακαν τιν η ανοησαν και σον αφορ την ιστητα, οτε οι βτραχοι δεν χουν μεταξ των τσην σην ημες. (Ωμλει κπως χυδαικ τω τρπω, μο εφνη· αλλ δεν επεθμουν να τον επιπλξω).
Επεριδιαβσαμεν εντς της πλεως. το πολ καθριος και ησυχωττη. Αι οδο, δι' αριθμν σημειομεναι, διθεον παραλλλως τεμνμεναι εις ευθεας γωνας και λα επαρουσαζον ακριβς την αυτν ψιν. Δεν υπρχον πποι οτε μαξαι. λη η κυκλοφορα εγνετο δι' ηλεκτρικν αμαξων. λοι οι νθρωποι σους συνηντμεν εχον ρεμον, σοβαρν κφρασιν, και σαν τσον μοιοι εις με τον λλον, στε να εμπνεσωσι την ιδαν τι σαν μλη της αυτς οικογνειας. καστος εφρει, ως και ο οδηγς μου, στακτερν περισκελδα και στακτερν χιτνα, κομβωμνον σφικτ περ τον λαιμν και συστελλμενον δι τελαμνος περ την μσην. καστος το ξυραφισμνος γνειον και μστακα και καστος εχε μλαιναν κμην. Επα:
 -Εναι λοι αυτο οι λλοι νθρωποι δδυμοι;
 -Δδυμοι! χι δα, καλ μου! απντησεν ο οδηγς. Σι σας καμε να το νομσητε αυτ;
 -Το τι λοι εναι τσον μοιοι, και χουν μαρα μαλλι λοι.
 -Ω! αυτ, εναι ο κανονισμς του χρματος δι τα μαλλι, εξγησεν ο σντροφς μου· χομεν λοι μαρα μαλλι. Αν αι τρχες ενς νθρπου δεν εναι μαραι φυσικ, οφελει να τας βψη μαρας.
 -Διατ; ηρτησα.
 -Διατ! απντησεν οργλος κπως ο γηραις κριος. Διτι, νομζω τι εκαταλβατε τι λοι οι νθρωποι εναι τρα σοι. Σι θα εγνετο η ιστης μας, αν εις ανρ μα γυν εχε το δικαωμα να βγανη 'ς το σπτσιο με χρυσξανθα μαλλι, εν λλος θα εφιγουρριζε με το χρμα του γογγυλιο; Οι νθρωποι κατρθωσαν χι μνον να εναι εις τας ευτυχες τατας ημρας σοι, αλλ και να φανωνται σοι, σον το δυνατν. Τποχρεοντες λους τους νδρας να εναι ολοξοριστοι, και λους τους νδρας και τας γυνακας να χωσι μαρα μαλλι κομμνα εις το αυτ μκος, επανορθομεν, εν τινι μτρω, τα λθη της φσεως. Επα:
 -Διατ μαρα;
Απντησεν τι δεν εξευρεν, λλ' τι αυτ το το χρμα το ποιον εχεν αποφασισθ.
 -Απ ποιον; ηρτησα.
 -Απ την Π λ ε ι ο ν ο ψ η φ α ν, απντησεν αρων τον πλον του και χαμηλνων τους οφθαλμος του ως εν προσευχ.
Εβαδσαμεν περαιτρω, και εδομεν πολλος διαβτας. Ηρτησα:
 -Δεν υπρχουν γυνακες εις αυτν την πλιν;
 -Γυνακες! ανεφνησεν ο οδηγς μου. Βεβαως, πρχουσι. Συνηντσαμεν δη εκατοντδας.
 -Ενμιζα τι θα εγνριζα μαν γυνακα ταν θα την βλεπα· αλλ δεν ενθυμομαι να παρετρησα καμμαν.
 -Ιδο δο εκε, επεν εφιστν την προσοχν μου εις ζεγος προσπων διερχομνων πλησον μας, αμφοτρων με περισκελδας και χιτνια στακτερ.
 -Πς τας γνωρζετε τι εναι γυνακες; ηρτησα.
 -Βλπετε τους μεταλλνους αριθμος τους οποους και καθες φρει εις το περιλαμιν του;
 -Να· ακριβς εσκεπτμην οπσον πλθος αστυνομικν κλητρων χετε, και ηπρουν που εναι οι λλοι νθρωποι, οι μη κλητρες.
 -Λοιπν, οι ρτιοι αριθμο εναι γυνακες· οι περιττο εναι νδρες.
 -Πσον απλοστατα! παρετρησα· υποθτω τι μετ μικρν περαν ημπορετε να διακρνετε το εν φλον απ του λλου, με το πρτον βλμμα σχεδν.
 -Ω! ββαια, απντησεν.
Εβαδσαμεν εν σιωπ επ βραχ. Ετα ηρτησα:
 -Διατ χει και καθες να αριθμν;
 -Δι να διακρνεται, απντησεν ο σντροφς μου.
 -Δεν χουν λοιπν ονματα;
 -χι.
 -Διατ;
 -Ω! το τση ανιστης εις τα ονματα. Μερικο νθρωποι εκαλοντο Μοντμρενσυ, και βλεπον περιφρονητικς τους καλουμνους Σμθ· κι οι Σμυθ πλιν δεν κατεδχοντο να συναναστραφσι με τους Τζουνς· τοτου νεκα απεφασσθη η κατργησις των ονομτων και εδθη εις ριθμς εις καστον.
 -Δεν παραπονονται οι Μοντμρενσυ κι οι Σμυθ;
 -Βεβαως· λλ' οι Σμθ και οι Τζουνς σαν εν τη πλειονοψηφα.
 -Και οι αριθμο Εν και Δο δεν περιεφρνουν τους αριθμος Τρα και Τσσαρα και καθεξς;
 -Κατ' αρχς, ναι! λλα με την κατργησιν του πλοτου, οι αριθμο χασαν την αξαν των, κτος δι βιομηχανικος σκοπος και δι της διπλς
ακροστιχδος, και τρα ο αριθμς 100 δεν θεωρε τον εαυτν του αντερον απ τον αριθμν 1.000.000.
Δεν εχον νιφθ ταν ηγρθην, διτι δεν υπρχον τα προς νψιν εν τω Μουσεο, και ρχιζα να αισθνομαι ενχλησν τινα και ζστην. Επα:
 -Ειμπορ να νιφθ πουθεν;
πντησεν:
 -χι· δεν μς επιτρπεται να νιπτμεθα. Οφελετε να περιμνετε ως τας τσσαρας και μισ, και ττε θα σας νψουν δι να πρετε το τσι.
 -Θα με νψουν! Ποιος;
 -Η πολιτεα. Επεν τι εχαν κρνει τι δεν ηδναντο να διατηρσωσι την ιστητ των εν επετρπετο εις τους ανθρπους να νπτονται. Σινς των ανθρπων ενπτοντο τρις η τετρκις της ημρας, εν λλοι δεν γγιζον ποτ νερν και σπωνα απ' αρχς μχρι τλους του τους, και επομνως συνβη να υπρχωσι δο διακεκριμναι τξεις, οι νιμμνοι και οι νιπτοι. λαι οι πλαι προλψεις περ κοινωνικν τξεων ρχισαν ττε ν' αναζωπυρνται. Οι νιμμνοι περιεφρνουν τους ανπτους, και οι νιπτοι εμσουν τους νιμμνους. θεν δι να παση πσα διχνοια, η πολιτεα απεφσισε να εκτελ ατ το νψιμον, και πας πολτης ενπτετο τρα δις της ημρας δι' υπαλλλων της κυβερνσεως· το δε ιδιωτικν νψιμον το πηγορευμνον.
Παρετρησα τι δεν διλθομεν οικας καθ' σον επροβανομεν, μνον μεγλας ογκωδεσττας και κομψους οικοδομς, μοιας με στρατνας, λας
του ατο σχματος και μεγθους. Ενοτε εις τινα γωναν παρεπορευμεθα μικροτραν τιν οικοδομν, φρουσαν επιγραφν «Μουσεον», «Νοσοκομεον», «Αθουσα .υζητσεων», «Λουτρν», «Γυμνσιον», «Ακαδημα Επιστημν», «κθεσις Βιομηχανας», «.χολ Ομιλητικς», κτλ. κτλ., λλα ουδποτε οικαν. Επα:
 -Δεν κατοικε κανες εις αυτν την πλιν;
Εκενος απντησε:
 -Κμνεις ανοτους ερωτσεις· εις την τιμν μου, αυτ κμνεις. Που νομζεις τι κατοικον οι νθρωποι;
Επα:
 -Αυτ σα-σα προσπαθ να εννοσω. Δεν βλπω οικας πουθεν.
Εκενος επε:
 -Δεν μας χρειζονται οικαι -τοιαται οικαι, οποας τας εννοες. Εμεθα σοσιαλιστα· συζμεν ομο εν αδελφτητι και ιστητι. Κατοικομεν εις εκενα τα μεγλα κτρια που βλπεις. καστον κτριον χωρε αντως χιλους πολτας. Περιχει χιλας κλνας, εκατν εις καστον θλαμον, καθς και λουτρνας και καλλωπιστρια αναλγως, και μαν τραπεζαραν και μαγειρεα. Εις τας επτ κθε πρω σημανει ο κδων, και καστος σηκνεται και συγυρζει το κρεββτι του. Εις τας επτμισυ πηγανουν εις τα καλλωπιστρια και νπτονται και ξυραφζονται και κτενζονται. Εις τας οκτ παρατθεται το πργευμα εις την κοινν τρπεζαν. Σο πργευμα συνσταται εις χορταρικ και γλα, εις σην δσιν δι' καστον πολτην. Εμεθα λοι αυστηρς φυτοφγοι τρα. Αι ψφοι των φυτοφγων ηυξθησαν καταπληκτικς κατ την παρελθοσαν εκατονταετηρδα, κι επειδ κι οργανισμς των το πολ τλειος, ηδυνθησαν να επιβλωσι την θλησν των εν πση κλογ απ πεντηκονταετας. Σην πρτην ραν μετ μεσημβραν κροεται πλιν ο κδων, και οι νθρωποι επιστρφουν δι το γεμα, το ποιον συνσταται εις κυμους και οπρας και εις γλκυσμα δις της εβδομδος. Σην πμπτην ραν δδεται τσι, και την δεκτην τα φτα σβνονται και ο καθες πηγανει να κοιμηθ. Εμεθα λοι σοι, και ζμεν λοι μαζ, γραμματες και οδοκαθαριστς, πεταλωτς και φαρμακοποις,λοι ομο εν ελευθερα κι αδελφτητι. οι νδρες κατοικοσιν εις τα κτρια τα προς το μρος τοτο της πλεως, και αι γυνακες εις τα κτρια τα προς το λλο κρον της πλεως.
 -Που κατοικον οι γγαμοι; ηρτησα γ.
 -Ω! δεν χομεν νυμφευμνα ζεγη, απντησεν εκενος· κατηργσαμεν τον γμον προ διακοσων ετν. Βλπετε, ο γγαμος βος δεν εταριαζε καθλου με το σστημ μας. Ο οικιακς βος το λως εναντος του σοσιαλισμο. οι νθρωποι εφρντιζον περισστερον δι τας γυνακας και τα τκνα των παρ δι την πολιτεαν. θελαν να εργζωνται δι τον μικρν κκλον των προσφιλν των μλλον παρ δι το καλν της κοινωνας. Εμερμνων πλειτερον περ του μλλοντος των τκνων των παρ περ της τχης της ανθρωπτητος. οι δεσμο της γπης και του αματος συνδεον τους ανθρπους σφιγκτ εις μικρς ομδας αντ εις μεγλας. Πριν σκεφθσι περ της προδου του ανθρωπνου γνους, οι νθρωποι εσκπτοντο περ της προδου των συγγενν και των οικεων των. Πριν αγωνισθσιν υπρ της μεγαλειτρας ευτυχας του μεγαλειτρου πλθους, ηγωνζοντο υπρ της ευτυχας των ολγων στενν και προσφιλν εις αυτος. Εν τω κρπτω νδρες και γυνακες εθησαριζαν κι εκοπαζον κι εθυσαζον εαυτος, στε να δσωσιν εν τω κρπτω πρσθετν τινα δωρεν χαρς εις τους οικεους των. Ο ρως εξγειρε το ελττωμα της φιλοδοξας εις τας καρδας των ανθρπων. Δι να εφελκσωσι τα μειδιματα των γυναικν, ηρντο· δι να αφσωσιν νομα πισθεν των, το ποιον τα τκνα των θα υπερηφανεοντο να φρωσιν, οι νδρες εζτουν να υψωθσιν υπερνω του κοινο, να κατορθσωσι πρξιν τινα η οποα θα καμνε τον κσμον ν' αποβλπη προς αυτος και να τιμ αυτος υπρ τους λλους ανθρπους και να αποτυπσωσι βαθτερα τα χνη των ποδν των επ της κονιορτδους οδο της εποχς. Αι θεμελιδεις αρχα του σοσιαλισμο παρεμποδζοντο καθημερινς και κατεπατοντο. καστη οικα το επαναστατικν κντρον προς διδοσιν του ατομισμο και της προσωπικτητος. Απ το θλπος εκστης οικιακς εστας εξερπον αι χιδναι Συντροφα και Ανεξαρτησα, δκνουσαι την πολιτεαν και δηλητηριζουσαι τα πνεματα των ανθρπων. Αι αρχα της ιστητος διεφιλονικοντο φανερ. Οι νδρες, ταν ηγπων γυνακ τινα, ενμιζον αυτν πσης λλης γυναικς υπερτραν, και οδ' ελμβανον τον κπον ν' αποκρψωσι την γνμην των. Aι φλανδροι σζυγοι επστευον τους νδρας των ως φρονιμωτρους και γενναιοτρους και χρηστοτρους πντων των λλων νδρν. Αι μητρες κατεγλων την ιδαν του τι τα τκνα των δεν σαν κπως υπρτερα των λλων παιδιν, τα παιδα εποτζοντο την βδελυρν αρεσιν τι και πατρ και η μτηρ των σαν οι ριστοι του κσμου γονες. Υπ οιανδποτε ποψιν και αν κρνετε, η οικογνεια στατο απναντ μας ως εχθρς. Εις ανρ εχε χαρεσσαν σζυγο και δο ετακτα κι ευπειθ τκνα· ο γετων του ενυμφεετο μαν μγαιραν κι εγνετο πατρ νδεκα κακομαθημνων και οχληρν παιδιν· πο η ιστης; Πλιν, που η οικογνεια υπρχει, κε νσκπτουσιν εις μετ τον λλον οι γγελοι της χαρς και της λπης· και εις να κσμον οπο η χαρ και η λπη εναι γνριμοι, η ιστης δεν δναται να ζση. Εις ανρ και γυν την νκτα κλαουσιν νωθεν μικρο φερτρου. Απ την λλην πλευρν του τοχου ωραον ζεγος, με τας χερας συμπεπλεγμνας, μειδισι προσβλποντες τα ανητα μειδιματα και παιγνδια ευτραφος βρφους. και η πτωχ ιστης τ γνεται; Τοιατα πργματα δεν πρπει να επιτρπωνται. Ο ρως εβλπομεν τι το ο εχθρς μας εις πσαν καμπν της οδο. Οτος κατστησεν αδνατον την ιστητα. φερε χαρν και λπην, και ησυχαν και βσανα εις τον δρμον του. Διετραττε τας πεποιθσεις των ανθρπων, και διεκβευε την τχην της ανθρωπτητος· θεν κατηργσαμεν αυτν και πντα τα ργα αυτο. Τρα δν υπρχουν γμοι και επομνως δεν υπρχουν οικιακα φροντδες· δεν υπρχουν μνηστεαι, ρα οτε καρδιπονοι· δεν υπρχουν ρωτες, ρα οτε λπαι· οτε φιλματα οτε δκρυα. Ζμεν λοι ομο ν ιστητι, ελεθεροι απ τας ενοχλσεις της χαρς και της λπης.
Επα:
 -Πρπει να εναι πολ συχα τα πργματα· λλ' ειπ μοι (ερωτ απλς υπ επιστημονικν ποψιν) πς εκτελεται η προμθεια των ανδρν και των γυναικν;
Μοι επεν:
 -Ω! αυτ εναι απλοστατον. Πς εξετελετε σεις, εις τας ημρας σας, την προμθειαν των ππων και των αγελδων; Σην νοιξιν, τσα παιδα, κατ τας ανγκας της πολιτεας, προβλπονται καταλλλως, και ανατρφονται επιμελς, υπ ιατρικν επιτρησιν. ταν γεννηθσιν, αποσπνται απ τας μητρας των, φβω μπως συνηθσουν να τ' αγαπσι, και ανατρφονται εις τα δημσια τροφεα και σχολεα, μχρι του 14ου τους. Ττε εξετζονται απ τους δημοσους εππτας, οι ποιοι αποφασζουν δι ποιον ργον εναι κατλληλα, και εις το ργον τοτο μαθητεονται ακολοθως. Εις το εικοστν τος αναλαμβνουσι την τξιν των ως πολται, και αποκτσι το δικαωμα της ψφου. Ουδεμα δικρισις γνεται μεταξ ανδρν και γυναικν. Τα δο φλα χαρουσιν σα προνμια.
Επα:

 -Τι πργμα εναι τα προνμια;
Εκενος απντησε:
 -Πως! λα σα σας επα.
Περιεπατσαμεν επ τινα στδια ακμη, λλα δεν βλεπα τποτε λλο ειμ οδος και πλιν οδος, με τα κομψα εκενα μακρ κτρια νθεν και
νθεν. Επα:
 -Δεν χει μαγαζει οτε καταστματα πουθεν;
 -χι, απντησε· τι μς χρειζονται τα μαγαζει; η πολιτεα μας τρφει, μας ενδει, μας σπιτνει, μας νοσηλεει, μας νπτει, μας καλλωπζει, μας βπτει τα μαλλι και μς θπτει. Σι θα μς καμναν τα μαγαζει;
ρχισα να αισθνωμαι κορασιν απ τον περπατον αυτν. Επα:
 -Δεν ειμπορομεν να υπγωμεν πουθεν να πρωμεν να πιοτ;
Εκενος επε:
 -Πιοτ! Σι πργμα εναι το πιοτ; Πνομεν μισ ποτρι κακο εις το γεμα μας. Αυτ εννοετε;
Δεν ησθανμην αρκετς δυνμεις δι να του εξηγσω το πργμα, και βεβαως δεν θα με ενει εν το καμνα. θεν επα:
 -Ναι· αυτ ενουν.
Συνηντσαμεν ωραον τινα νδρα, και παρετρησα τι εχε μνον να βραχονα. Εχον παρατηρσει δη δο τρεις λλους μεγαλοσμους νδρας μ' να μνο βραχονα, και μοι εχε φανε περεργον. καμα την παρατρησιν εις τον ξεναγν μου. Εκενος απντησε:
 -Μλιστα· ταν νας νθρωπος εξχει πολ απ το μσον ανστημα και την ευρωσταν, του κπτομεν το εν σκλος τον να βραχοντα, στε να
επιφρωμεν την ιστητα· τον κατεβζομεν ολγον παρακτω τρπον τιν. Η φσις, βλπετε, υστερε πσω ως προς τον αιν μας· αλλ κμνομεν ,τι ειμπορομεν δι να την διορθσωμεν. Επα:
 -Τποθτω τι δεν ειμπορετε να την καταργσητε;
 -Ββαια, χι εντελς, απντησε. Μνον επιθυμομεν να ειμποροσαμεν. Αλλ, προσθηκεν ετα μετ συγγνωστς υπερηφανεας, κατωρθσαμεν πολλ. Εγ επα:
 -Αν συμβ ν’ αναφαν ξοχς τις νθρωπος, τι τον κμνετε;
 -Δεν μς μλει τσον δι’ αυτ τα πργματα τρα, απντησε. δεν συνβη ν’ αναφαν μεγλη τις εγκεφαλικ δναμις πολν καιρν τρα. ταν τχη, εκτελομεν χειρουργικν εγχερησιν επ της κεφαλς, και τοτο καταπρανει τον εγκφαλν του και τον κατεβζει ολγον παρακτω. Μου λθε κποτε η ιδα, προσθηκεν ο γηραις κριος, τι εναι κπως αξιολπητον τι δεν δυνμεθα και ν’ νεβζωμεν παραπνω ενοτε, ντ ολονν να κατεβζωμεν παρακτω· λλα βεβαως τοτο εναι αδνατον. Επα:
 -Νομζετε ορθν το ν’ ακρωτηριζετε τους ανθρπους τοτους και να τους εξευτελζητε κατ’ αυτν τον τρπον;
Εκενος επε:
 -Ββαια, εναι ορθν.
 -Φανεσθε πρα πολ ββαιος περ του πργματος, επα εγ· διατ εναι «ββαια» ορθν;
 -Διτι το κμνει η πλειονοψηφα.
 -Πς τοτο το καθιστ ορθν;
 -Μα πλειονοψηφα δεν δναται να πρξη κακν, επε.
 -Ω! αυτ νομζουν και οι νθρωποι οι κρωτηριαζμενοι;
 -Εκενοι! απντησεν κπληκτος επ τη ερωτσει· εκενοι εναι εν τη μειονοψηφα.
 -Ναι· λλα και μα μειονοψηφα χει δικαωμα εις τους βραχονς της, και τα σκλη της και τας κεφαλς της, χι;
 -Μα μειονοψηφα δεν χει κανν δικαωμα, επε. Εγ επα:
 -Θα συμφρη, ως φανεται, ν’ νκη τις εις την πλειονοψηφαν, αν πρκειται να ζση εδ, αλθεια; Εκενος απντησε:
 -Μλιστα, πολλο τσι κμνουν. Νομζουν τοτο συμφορτερον.
ρχισα ν’ νιμαι κπως εις την πλιν, και ρτησα αν δεν ειμποροσαμεν να εξλθωμεν εις την εξοχν χριν μεταβολς. Ο οδηγς μου επε:
 -Ββαια, αλλα δεν νομζω να χετε μεγλην επιθυμαν προς τοτο.
-Ω! το τσον ωραα εις την εξοχν, επα, πριν υπγω να πλαγισω· υπρχον μεγλα θαλερ δνδρα, και πολλ πρασινδα, και εκτεταμνα
λιβδια, και μικρο εξοχικο οικσκοι περιτριγυρισμνοι απ χλην, και...
 -Ω! τα μετεβλαμεν λα αυτ, δικοψεν ο γηραις κριος· τρα εναι νας απραντος κπος εν εδει αγορς, διηρημνος εις δρομσκους και
διρυγας κατ’ ευθεας γωνας τεμνομνας. Δεν υπρχει τρα καλλον εις την εξοχν οιαδποτε. Κατηργσαμεν την καλλονν· κατστρεφε την ιστητ μας. δεν το ορθν μερικο νθρωποι να ζσιν εν μσω ωραας σκηνογραφας, και λλοι επνω εις γυμνος βλτους. Σοτου νεκα κατεστσαμεν λους τους τπους μοιους προς αλλλους τρα, και ουδεμα τοποθεσα υπερχει της λλης.
 -Δναται εις νθρωπος να μετανστευση εις λλην χραν; ηρτησα· αδιφορον εις ποαν, εις πσαν λλην χραν.
 -Ω ββαια, αν αγαπ, απντησεν ο συνοδς μου, αλλ προς τι να το κμη; λαι αι χραι εναι απαραλλκτως αι διαι. λος ο κσμος εναι εις λας τρα· μα γλσσα, εις νμος, μα ζω.
 -Δεν υπρχει καμμα ποικιλα, καμμα αλλαγ πουθεν; ρτησα. Σι κμνετε προς τρψιν, προς ψυχαγωγαν; Θατρα υπρχουν;
 -χι, απντησεν ο οδηγς μου. Εδησε να καταργσωμεν τα θατρα. Η ιδιοσυγκρασα των ηθοποιν εφανετο ανκανος εις κρον ν’ ασπασθ τας
αρχς της ιστητος. καστος ηθοποις ενμιζε τον εαυτν του τον ριστον ηθοποιν εν τω κσμω, και κατ πολ υπρτερον απ πολλος λλους
ανθρπους ομο. Δεν ηξερω αν συνβαινε το διον εις τας ημρας σας.
 -Ακριβς το διον, απντησα, αλλ δεν εδδομεν προσοχν οτε μας μελε δι’ αυτ.
 -Α! ημς μας μελε, και επομνως εκλεσαμεν τα θατρα· εκτς τοτου η ιδικ μας εταιρα της Λευκς Σαινας απεφνθη τι λοι οι τποι της
διασκεδσεως εναι κακο και ολθριοι· και με το να εναι συμμορα ανθρπων δραστριων και ισχυρογνωμνων, γργορα προσελκυσεν εις τας
ιδας της την πλειονοψηφαν και οτω λαι αι διασκεδσεις απηγορεθησαν. Ηρτησα:
 -Σας επιτρπεται ν’ αναγινσκητε βιβλα;
 -Ναι, επεν, αλλ δεν γρφονται πολλ τρα. Βλπετε, επειδ λοι ζμεν τοιατην ζων, και δεν υπρχει αδικα, οτε λπη, οτε χαρ, οτε
ελπς, οτε ρως, οτε παρπονον εις τον κσμον, και επειδ λα εναι τσον κανονικ και ετακτα, δεν υπρχουν πολλ πργματα δι να γρψη τις· εκτς, εννοεται, περ της μορας και του προορισμο της ανθρωπτητος.
 -Αλθεια, επα, το βλπω. Αλλ τα παλαι ργα τα κλασσικ; Εχετε το πλαι Σαξπηρ και Σκτ και Θκερε, και εχα γρψει κ’ εγ κτι το ποιον δεν θα το και πολ σχημον. Σι τα κματε λα εκενα;
 -Ω! τα εκασαμεν λα αυτ τα παλαι, επεν. σαν γεμτα απ τας τελευταας σκουριασμνας ιδας του παλαιο κακο καιρο, ταν οι νθρωποι σαν απλς σκλβοι και φορτηγ κτνη. Επε προστι τι λαι αι παλαια εικνες και γλυφα εχον καταστραφ επσης, εν μρει δι’ αυτν τοτον τον λγον, και εν μρει διτι εθεωρθησαν επιβλαβες απ την επιτηρητικν εταιραν της Λευκς Σαινας, τις εξσκει μεγλην δναμιν τρα. Πσα δε να τχνη και φιλολογα εχεν απαγορευθ, καθσον τα τοιατα τεινον να υπονομεσωσι τας αρχς της ιστητος. καμνον τους νθρπους να σκπτωνται, και οι σκεπτμενοι νθρωποι ανεπτσσοντο και εγνοντο ικαντεροι απ εκενους οτινες δεν επεθμουν να σκπτωνται· κ’ εκενοι οτινες δεν επεθμουν να σκπτωνται φυσικ τω λγω εναντιοντο εις τοτο, και επειδ σαν εν τη πλειονοψηφα, υπερσχυσαν. Δι τους αυτος λγους, επε, δεν επετρποντο οι αγνες, αι ιπποδρομαι και τα παιγνδια. Οι αγνες και τα παιγνδια επφερον συναγωνισμν, και ο συναγωνισμς επφερεν ανιστητα. Επα:
 -Πσας ρας την ημραν εργζονται οι πολιτα σας;
 -Τρεις ρας, απντησε· μετ τοτο, λον το λοιπν της ημρας μς ανκει.
 -Α! αυτ περμενα ν’ ακοσω, παρετρησα. Αλλ τι κμνετε τον εαυτν σας εις τας λλας εικοσιμαν ρας;
 -Ω! αναπαυμεθα.
 -Πως! επ ολοκλρους εικοσιμαν ρας;
 -Ββαια, αναπαυμεθα και σκεπτμεθα και ομιλομεν.
 -Περ τνος σκπτεσθε και ομιλετε;
 -Ω! ω! περ του πσον θλια πρπει να το η ζω εις τους παλαιος καιρος, και πσον ευτυχες εμεθα τρα, και, και... περ του προορισμο της
ανθρωπτητος.
 -Δεν αποκμνετε ποτ να σκπτησθε περ του προορισμο της ανθρωπτητος;
 -χι.
 -Και τι εννοετε με τοτο; τι πργμα εναι ο προορισμς της ανθρωπτητος, το εννοετε;
 -Ω! ιδο, να εμεθα πως εμεθα τρα, μνον κτι περισστερον, η ιστης να προγηται, και ο ηλεκτρισμς να χρησιμεη εις περισστερα πργματα, και ο καθες να χη δο ψφους αντ μιας, και...
 -Σας ευχαριστ. Αυτ αρκε. Τπρχει τποτε λλο δι το ποιον να σκπτησθε; χετε θρησκεαν;
 -Ω! ββαια.
 -Και λατρεετε Θεν;
 -Ω! ναι.
 -Πς τον ονομζετε;
 -Π λ ε ι ο ν ο ψ η φ α ν.
 -Μαν ερτησιν ακμη... δεν σς πειρζει που σας ερωτ λα αυτ ολγον κατ’ ολγον, αλθεια;
 -Ω! χι. Αυτ εναι λη η τρωρος εργασα μου δι την πολιτεαν.
 -Ω! χαρω δι τοτο. θα μου εκακοφανετο να ηξερω τι σας κλπτω τον πολτιμον προς ανπαυσιν καιρν σας. ,τι θλω να ερωτσω ακμη
εναι αυτοκτονοσι πολλο εκ των ανθρπων εδ;
 -χι· το τοιοτο ποτ δεν συμβανει.
Προσβλεψα τα πρσωπα των ανδρν και των γυναικν σοι διβαινον. λοι και λαι εχον υπομονητικν, σχεδν παθητικν κφρασιν
επ του προσπου. Δεν ηδυνμην να ενθυμηθ που εχον δη λλοτε τοιατην τιν ψιν. Μοι φανετο οικεα. Πραυτα ενθυμθην. το ακριβς η ρεμος, θολωμνη, θαυμαστικ κφρασις την οποαν βλεπα πντοτε εις τας ψεις των ππων και των βον, τος οποους ετρφομεν και διετηρομεν εν τω παλαι κσμω. χι. Οι νθρωποι οτοι ποτ δεν θα εσκπτοντο ν’ αυτοκτονσουν.
Παρδοξον! πσον αμυδρ και ασαφ καθστανται λα τα πρσωπα περ εμ! και που εναι ο οδηγς μου; και διατ κθημαι επ του λιθοστρτου; Και, κουσον! αυτ εναι βεβαως η φων της ξενοδχου μου, της κυρας Βγγελς. Εκοιμθη ρα χλια τη και αυτ; Λγει τι εναι δδεκα η ρα  -Μνον δδεκα; και δεν θα νιφθ ως τας τσσαρες και μισ· και αισθνομαι τσην ζστην και στενοχριαν, και το κεφλι μου πονε! Ευο! εμαι επ τηςκλνης! το νειρον λον αυτ; και ευρσκομαι πλιν εις την ιθ' εκατονταετηρδα;
Δι του ανοικτο παραθρου ακοω τον θρυβον και τον ρχθον της καθημερινς πλης του βου. Οι νθρωποι αγωνζονται, μοχθοσιν, εργζονται, διακυβεουσι την ζων των, με τα πλα της ρμης και της βουλσεως. Οι νθρωποι γελσι, θλβονται, ερνται, εγκληματοσιν, ανδραγαθουσι· ππτουσι, μχονται, βοηθοσιν αλλλους· ζσι!
Και χω πολ περισστερον απ τριν ωρν εργασαν να κμω σμερον, και ενουν να εξυπνσω εις τας επτ. Επεθμουν να μην εχα καπνσει τσον πολλ δυνατ πορα χθες το βρδυ...



 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers